Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #οικονομική κρίση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #οικονομική κρίση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 31 Ιουλίου 2018

"Η ποινική νομοθεσία στην εποχή της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα" [ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΣΜΑΤΟΣ, Λέκτορας Νομικής Σχολής Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης]






























Η παρούσα εργασία έχει ως στόχο να παρουσιάσει έναν από τους βασικούς πυλώνες ποινικής νομοθέτησης στην χώρα μας κατά την χρονική περίοδο όπου κυριαρχεί η οικονομική κρίση. Όπως έχουμε δείξει σε άλλη εργασία μας[1], η εποχή της οικονομικής κρίσης στην χώρα μας σηματοδότησε μια αρχική «στροφή» στην (ήδη επιλεκτική[2]) λειτουργία του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης. Στο κέντρο του ενδιαφέροντος βρέθηκαν νέες συμπεριφορές που μέχρι τη στιγμή εκείνη η απαξία τους ήταν υποτιμημένη τόσο από το νομοθέτη, όσο και από την κοινή γνώμη: τα εγκλήματα που στρέφονται κατά (των εσόδων) του Δημοσίου, τα εγκλήματα «διαφθοράς» που τελούνται από δημοσίους υπαλλήλους και κρατικούς λειτουργούς, τα εγκλήματα φοροδιαφυγής και λαθρεμπορίας αύξησαν αρχικά τον όγκο των υπό εκδίκαση δικογραφιών[3] και δημιούργησαν ένα νέο τύπο «εκπροσώπου» στα ελληνικά σωφρονιστικά καταστήματα.
Στο πλαίσιο αυτό αφενός θεσπίστηκαν νέες Αρχές και μηχανισμοί δίωξης εγκλημάτων με συνεκτικό ιστό την διαφθορά και την εν γένει οικονομική εγκληματικότητα και αφετέρου εμφανίζεται μια συνεχής θέσπιση νομοθετημάτων με κοινό χαρακτηριστικό την αυστηροποίηση της ποινικής μεταχείρισης του δράστη σε συγκεκριμένες κατηγορίες οικονομικών εγκλημάτων. Ειδικότερα:
α) Στο πεδίο της δημιουργίας νέων Αρχών και μηχανισμών δίωξης εγκλημάτων εισήχθησαν οι θεσμοί του εισαγγελέα οικονομικού εγκλήματος (με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3943/2011)[4], του εισαγγελέα διαφθοράς (με το άρθρο 2 παρ. 1 ν. 4022/2011 και το άρθρο 76 του ν. 4139/2013), η Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης (με το ν. 3932/2011) και η οικονομική αστυνομία.
β) Περαιτέρω εμφανίζεται μια συνεχής θέσπιση νομοθετημάτων με κοινό χαρακτηριστικό την αυστηροποίηση της ποινικής μεταχείρισης του δράστη σε συγκεκριμένες κατηγορίες εγκλημάτων. Έτσι εμφανίζεται ότι κατά τα έτη 2008-2014 έλαβαν χώρα πλήθος νομοθετικών παρεμβάσεων, οι οποίες περιλαμβάνουν ποινικές διατάξεις με τις οποίες δημιουργείται νέο αξιόποινο σε βαθμό κακουργήματος, είτε με εισαγωγή νέων διατάξεων (συμπεριλαμβανομένων και αυτών που προβλέπονται στο πλαίσιο κυρώσεων διεθνών συμβάσεων, Οδηγιών και Αποφάσεων – Πλαίσιο[5]) είτε με επαύξηση του αξιοποίνου σε ήδη υπάρχουσες εγκληματικές πράξεις σε συγκεκριμένες κατηγορίες εγκλημάτων[6], όπως -μεταξύ άλλων- η φοροδιαφυγή, η διαφθορά, η λαθρεμπορία, τα λεγόμενα οικονομικά εγκλήματα, αλλά και τα εγκλήματα που αναφέρονται στην βίαιη και στην οργανωμένη εγκληματικότητα. Ειδικότερα για τις κατηγορίες των συγκεκριμένων εγκλημάτων:
  1. i) Στον χώρο των ποινικών προβλέψεων των εγκλημάτων κατά της φοροδιαφυγής, παρατηρούμε ότι:
– με το ν. 3888/2010 αντικαταστάθηκαν τα άρθρα 18 και 19 του ν. 2523/1997, με προβλεπόμενες και ποινές καθείρξεως,
– με το ν. 3943/2011 διευρύνθηκαν νομοτυπικές μορφές και διαδικασίες[7] ενώ αυξήθηκε το πλαίσιο των προβλεπόμενων ποινών (από κάθειρξη έως 10 έτη σε πρόσκαιρη κάθειρξη έως 20 έτη),
  1. ii) Στο πεδίο της ποινικής καταστολής των εγκλημάτων κατά της διαφθοράς παρατηρούμε ότι[8]:
– με το ν. 4254/2014 αντικαταστάθηκε το άρθρο 159 ΠΚ (Δωροληψία πολιτικών αξιωματούχων) και προστέθηκε τα άρθρα 159 Α ΠΚ (Δωροδοκία πολιτικών αξιωματούχων), τιμωρούμενα με ποινή καθείρξεως, αντικαταστάθηκαν τα άρθρα 235 ΠΚ (Δωροληψία υπαλλήλου), 236 ΠΚ (Δωροδοκία υπαλλήλου), τα οποία προβλέπουν ποινή κάθειρξης έως 10 έτη, αντικαταστάθηκε το άρθρο 237 ΠΚ (Δωροληψία και δωροδοκία δικαστικών λειτουργών) με προβλεπόμενη ποινή κάθειρξης, προστέθηκαν τα άρθρα 237 Α ΠΚ (Εμπορία επιρροής – Μεσάζοντες) και 237 Β ΠΚ (Δωροληψία και Δωροδοκία στον ιδιωτικό τομέα) που τιμωρούνται σε βαθμό πλημμελήματος, τροποποιήθηκε το άρθρο 238 ΠΚ (για την δήμευση των «δώρων» στις πράξεις δωροδοκίας), αντικαταστάθηκαν τα άρθρα 263 Α (έννοια υπαλλήλου), 263 Β (Μέτρα επιείκειας για όσους συμβάλλουν στην αποκάλυψη πράξεων διαφθοράς) του ΠΚ,
– με το ν. 3849/2010  προστέθηκαν στο ν. 3213/2003 νέα εγκλήματα (άρθρο 4, «Παράνομος πλουτισμός», άρθρο 5 «Προσφορά για άσκηση επιρροής», άρθρο 6 «Μη υποβολή ή υποβολή ανακριβούς δήλωσης» με προβλεπόμενες ποινές κάθειρξης μέχρι 10 έτη στις διακεκριμένες περιπτώσεις, ενώ τροποποιήθηκε η παρ. 2 του άρθρου 187 ΠΚ,
– με το ν. 3666/2008  αντικαταστάθηκαν τα 159, 235, 236 και 237 του Ποινικού Κώδικα, καθώς και των του άρθρο δεύτερο του ν. 2656/1998 (ΦΕΚ 265 Α) του άρθρου τρίτο του ν. 2803/2000 (ΦΕΚ 48 Α), του άρθρου πέμπτου του ν. 3560/2007 (ΦΕΚ 103 Α), με προβλεπόμενες ποινές κάθειρξης στις διακεκριμένες περιπτώσεις τέλεσης [9].
iii) Σε ότι αφορά τις προβλέψεις των εγκλημάτων κατά της λαθρεμπορίας, παρατηρούμε ότι:
– με το ν. 4177/2013 προβλέπονται (άρθρο 20) ειδικές κυρώσεις για κατόχους αδειών εμπορίας και λιανικής εμπορίας πετρελαιοειδών προϊόντων, όπου προβλέπεται ποινή κάθειρξης για τον δράστη που εμπορεύεται, παραχωρεί, κατασκευάζει ή εγκαθιστά τα μέσα για τη διάπραξη του αδικήματος (παρ. 4),
– με το ν. 4155/2013 προστέθηκε παρ. 9 στο τέλος της παραγράφου 7 του άρθρου 31 του ν. 3784/2009 (Α` 137) όπου τιμωρούνται με κάθειρξη όσοι επεμβαίνουν χωρίς εξουσιοδότηση, τροποποιούν ή αλλοιώνουν με οποιονδήποτε τρόπο και μορφή μέρη (υλικά, κατασκευαστικά μεταφοράς πληροφοριών, συνδέσεων, διεπαφών, λογισμικού κλπ.) ή αλλοιώνουν παραγόμενα στοιχεία του συστήματος, που φυλάσσονται ή/και αποστέλλονται στη βάση δεδομένων της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων, καθώς και όσοι διαπιστώνεται κατά τον έλεγχο ότι διακινούν/εμπορεύονται καύσιμο μέσω αντλιών ή δεξαμενών που δεν έχουν περιληφθεί στο εγκατεστημένο σύστημα εισροών – εκροών,

Δευτέρα 18 Ιουνίου 2018

"Η οικονομική κρίση και το έγκλημα της λαθρανασκαφής" [ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΒΡΕΛΛΗΣ, Ομότιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Διευθυντής του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου]




Ι. Εισαγωγή
Η λαθρανασκαφή ή παράνομη (χωρίς προηγούμενη άδεια) ανασκαφή αποτελεί την κύρια πηγή εφοδιασμού της διεθνούς αγοράς με αρχαιολογικά αντικείμενα[1] και τον μεγαλύτερο ίσως από τους κινδύνους που απειλούν την πολιτιστική κληρονομιά ενός λαού και της ανθρωπότητας ολόκληρης. Αυτό συμβαίνει, όχι μόνο γιατί με τον τρόπο που επιχειρείται η λαθρανασκαφή[2] καταστρέφονται σε πολύ μεγάλο βαθμό τόσο τα συγκεκριμένα αφαιρούμενα αντικείμενα όσο και τα εναπομένοντα τμήματα του αρχαίου μνημείου, αλλά κυρίως διότι χάνονται οριστικά, χωρίς δυνατότητα ανακτήσεως, όλες οι σημαντικές αρχαιολογικές και ιστορικές πληροφορίες που συνδέονται με την προέλευση των αντικειμένων[3]. Καθίσταται έτσι προφανής η αυξημένη ανάγκη προστασίας του δημοσίου συμφέροντος στην προκειμένη περίπτωση.
ΙΙ. Η ποινική αντιμετώπιση της λαθρανασκαφής στο ελληνικό δίκαιο
  1. Η προγενέστερη νομοθεσία
Ο παλαιότερος κωδικοποιημένος ν. 5351/1932 «περί αρχαιοτήτων» όριζε (άρθρο 46), ότι «ο άνευ προηγουμένης αδείας του Υπουργείου [Πολιτισμού] και ειδοποιήσεως της αρμοδίας αρχαιολογικής Αρχής ενεργών ανασκαφάς εν ιδίω ή αλλοτρίω κτήματι προς ανεύρεσιν αρχαιοτήτων τιμωρείται διά φυλακίσεως 1 μηνός έως 2 ετών και χρηματικής ποινής 1000-10.000 δραχμών. –Ο επί τη πράξει ταύτη καταδικασθείς εις φυλάκισιν πλέον των δύο μηνών εκπίπτει αυτοδικαίως και πάντων των εν άρθρω 21 Π.Νόμου [ήδη άρθρων 59-65 ΠοινΚ] αναγραφομένων δικαιωμάτων και πλεονεκτημάτων [αποστέρηση πολιτικών δικαιωμάτων] επί πενταετίαν, εάν μη βραχύτερος χρόνος ορίζεται εν τη αποφάσει, όστις όμως δεν δύναται να είναι κατώτερος των έξ μηνών. […]».
  1. Ο ν. 3028/2002
Ο ν. 3028/2002 για την προστασία των αρχαιοτήτων και εν γένει της πολιτιστικής κληρονομιάς, στο 9ο Κεφάλαιο (ποινικές διατάξεις, άρθρα 53 επ.), μεταξύ των διαφόρων ποινικά κολασίμων πράξεων που θίγουν τα πολιτιστικά αγαθά, όπως είναι π.χ. η παράνομη εισαγωγή και εξαγωγή πολιτιστικών αγαθών, η κλοπή, η υπεξαίρεση, η παράνομη εμπορία ή η φθορά τους, προβλέπει και τιμωρεί την λαθρανασκαφή (άρθρο 61, «παράνομη ανασκαφή ή άλλη αρχαιολογική έρευνα»).
Σύμφωνα με την διάταξη αυτή, «1. Όποιος χωρίς προηγούμενη άδεια διενεργεί ανασκαφή με σκοπό την ανεύρεση ή αποκάλυψη αρχαίων τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών. -2. Αν οι πράξεις της προηγούμενης παραγράφου τελέσθηκαν μέσα σε αρχαιολογικούς χώρους ή αν ο υπαίτιος τις επιχειρεί κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια[4], επιβάλλεται κάθειρξη [δηλ. και ισόβια]. -3. Όποιος χωρίς προηγούμενη άδεια διενεργεί άλλης μορφής παράνομη αρχαιολογική έρευνα με σκοπό την ανεύρεση ή αποκάλυψη αρχαίων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους. Αν ο δράστης διαπράττει την πράξη του προηγούμενου εδαφίου κατά συνήθεια ή κατ’ επάγγελμα, επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα (10) ετών»[5].
Μερικές σύντομες παρατηρήσεις φαίνονται χρήσιμες:
(α) Το άρθρο 61 διακρίνει μεταξύ αφ’ ενός παράνομης ανασκαφής, την οποία τιμωρεί με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών ή, αν η πράξη τελέσθηκε μέσα σε αρχαιολογικό χώρο ή ο υπαίτιος τις επιχειρεί κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια, με κάθειρξη (§§ 1-2) και αφ’ ετέρου «άλλης μορφής παράνομη[ς] αρχαιολογική[ς] έρευνα[ς] με σκοπό την ανεύρεση ή αποκάλυψη αρχαίων», την οποία τιμωρεί κατ’ αρχήν με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, μόνον δε αν ο δράστης διαπράττει την τελευταία αυτή πράξη κατά συνήθεια ή κατ’ επάγγελμα, με κάθειρξη μέχρι 10 ετών.
Οι έννοιες της ανασκαφής και της άλλης αρχαιολογικής έρευνας δεν προσδιορίζονται από την άνω διάταξη. Ερμηνευτικά όμως η έννοια της ανασκαφής από μια πλευρά διευρύνεται, όταν στην έννοιά της εμπίπτει, όπως είχε γίνει δεκτό ήδη υπό την παλαιά νομοθεσία «και πάσα ενέργεια ερεύνης εν τω πυθμένι της θαλάσσης προς ανεύρεσιν αρχαιοτήτων»[6], ενώ από άλλη πλευρά συστέλλεται, όταν εκτιμάται ότι η εννοιολογική της συγκρότηση εξαρτάται από το αν επιχειρείται με κατάλληλα (πρόσφορα) σκαπτικά εργαλεία, που επιτρέπουν όχι την απλώς επιφανειακή αλλά την σε επαρκές βάθος και πλάτος απαιτούμενη για την ανεύρεση αρχαιοτήτων εκσκαφή[7].
(β) Η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παράνομης ανασκαφής, σύμφωνα με τη σαφή διατύπωση του άρθρου 61 ν. 3028/ 2002, πληρούται με μόνη την (χωρίς προηγούμενη άδεια) διενέργεια της ανασκαφής, χωρίς να απαιτείται και ανεύρεση ή αποκάλυψη ή, ακόμη λιγότερο, αφαίρεση αρχαίου αντικειμένου. Αν με την παράνομη ανασκαφή ανακαλυφθεί και αφαιρεθεί από τον δράστη αρχαίο αντικείμενο, τότε, τουλάχιστον σε συστήματα, όπως το ελληνικό, που προβλέπουν ότι η κυριότητα και η νομή (στην οποία εννοιολογικά εμπεριέχεται και η κατοχή) των αρχαιοτήτων που αποτελούν ευρήματα ανασκαφών, ανήκει στο Κράτος, υπάρχει αληθής πραγματική συρροή παράνομης ανασκαφής και (ορθότερα, όχι υπεξαιρέσεως αλλά) κλοπής[8], η οποία κλοπή, εφ’ όσον το αντικείμενο αφαιρέθηκε «από χώρο ανασκαμμένο», τιμωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 53 § 1 ν.3028/2002, με κάθειρξη μέχρι 10 ετών. Σε μια τέτοια περίπτωση, η βαρύτερη ποινή του άρθρου 61 § 2 επαυξάνεται σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 94 ΠΚ.
 (γ) Η υποκειμενική υπόσταση της παράνομης ανασκαφής συνίσταται στον «σκοπό της ανευρέσεως ή αποκαλύψεως αρχαίων». Έτσι, η τυχαία ανεύρεση αρχαίου μνημείου κατά την διάρκεια εκσκαφής για ανέγερση οικοδομής[9], δεν συνιστά παράνομη ανασκαφή.
 (δ) Είναι προφανής η μεταβολή (ορθώς) επί το αυστηρότερον της απειλουμένης κατά της λαθρανασκαφής ποινικής κυρώσεως που επήλθε με τον ν. 3028/2002, εν όψει της βαρύτητος του εγκλήματος και της αυξημένης ανάγκης προστασίας του εννόμου αγαθού που απειλείται από την πράξη αυτή[10].

Κυριακή 10 Απριλίου 2016

"Οικονομική κρίση και εγκληματικότητα: Τρεις αφηγήσεις" [της ΚΑΛΛΙΟΠΗ Δ. ΣΠΙΝΕΛΛΗ, Ομότιμη Καθηγήτρια Εγκληματολογίας-Σωφρονιστικής, Νομικής Σχολής Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών]






Ενώ για τις επιπτώσεις της δημοσιοοικονομικής κρίσης στην υγεία έχουν εκπονηθεί αρκετές και σημαντικές έρευνες[1], η βιβλιογραφία σχετικά με την επίδραση της κρίσης στην εγκληματικότητα είναι πενιχρή, έως –ως προς τη χώρα μας– ανύπαρκτη. Έτσι, στην παρούσα μελέτη επιχειρείται μια πρώτη ανίχνευση του ζητήματος των επιπτώσεων της κρίσης στην εγκληματικότητα, εννοείται στην ελληνική επικράτεια.
Στην ανίχνευση αυτή θα ακολουθηθούν τρία μεθοδολογικά βήματα που περικλείουν τρεις αφηγήσεις[2]: Το αφήγημα της κρίσης, της εγκληματικότητας και της σχετικής βιβλιογραφίας. Κάποιες από τις αφηγήσεις θα αναφέρονται σε στοιχεία μεταγενέστερα της κρίσης, άλλες σε σύγχρονα με την κρίση και άλλες σε προγενέστερα της κρίσης.
  1. Το αφήγημα της κρίσης
Αρχικά, είναι απαραίτητο, να προβούμε, έστω και υπεραπλουστευτικά, σε ορισμένες διευκρινίσεις. Έχουμε κατά νου τη βαθιά και εκτεταμένη παγκόσμια κρίση που ξέσπασε το έτος 2007 και που δεν είχε προηγούμενο στη μεταπολεμική οικονομική ιστορία. Είχε κοινά στοιχεία μόνο με τη μεγάλη ύφεση του 1930[3]. Η παγκόσμια αυτή δημοσιονομική κρίση (GFC, global fiscal crisis) τοποθετείται χρονολογικά μεταξύ των ετών 2007-2012. Η κρίση όμως βιώνεται  στην Ελλάδα από το 2009. Το τέλος της δεν είναι ορατό και είναι δύσκολα προσδιορίσιμο. Ωστόσο, είναι γνωστές οι εκφάνσεις ή οι μορφές που παίρνει η κρίση καθώς και οι επιπτώσεις της. Επιχειρούμε μια κατάταξη και οριοθέτηση των διαφόρων μορφών κρίσης, οι οποίες αναφέρονται από επαΐοντες και μη.
– Οικονομική/δημοσιονομική κρίση. Ο όρος αυτός χρησιμοποιείται για να δηλώσει, γενικά, διάφορες καταστάσεις κατά τις οποίες ορισμένοι δημοσιονομικοί θεσμοί ή τα ενεργητικά διαθέσιμα χάνουν απότομα την αξία τους. Στο παρόν κείμενο εναλλάσσονται οι όροι “δημοσιονομική κρίση”, “οικονομική κρίση” ή απλώς ¨κρίση”.
– Χρηματοπιστωτική κρίση. Πρόκειται για μια κατάσταση απειλούμενηςοικονομικής ύφεσης στον ευρύτερο χρηματοπιστωτικό και τραπεζικό τομέα .
– Κοινωνική κρίση. Είναι δευτερογενής και προκαλείται από άνιση κατανομή του κόστους της δημοσιονομικής κρίσης
– Ανθρωπιστική κρίση. Σημαίνει ότι μια σημαντική μερίδα του πληθυσμού βρίσκεται κάτω από τα όρια της φτώχειας.
– Κρίση αξιών. Καίτοι αυτό το είδος κρίσης θεωρείται αυτονόητο, καλό είναι να ορισθεί: Κρίση αξιών διαπιστώνεται, όταν οι κυρίαρχες αξίες περιφρονούνται ή, ακόμη χειρότερα, απορρίπτονται και εξοβελίζονται[4].
Η κρίση, είναι γένους θηλυκού και τίκτει άλλα θηλυκά παιδιά : ύφεση, ανεργία, φτώχεια – η φτώχεια είτε αφορά το κράτος είτε τους πολίτες, έχει επιπτώσεις στην υγεία. Στην Ελλάδα, η κρίση παίρνει όλες τις προαναφερόμενες μορφές και έχει τουλάχιστον τις τρεις επιπτώσεις που μνημονεύτηκαν. Στην παρούσα διερεύνηση όμως, έμφαση δίνεται στη δημοσιονομική κρίση και στην τεκμηρίωση τόσο της έκτασής της όσο και στις κύριες συνέπειές της. Ας δούμε τώρα ορισμένες αναφορές σε ενδείκτες της κρίσης.
Ο πρώτος ενδείκτης που επιλέγεται για να επισημανθεί η έναρξη της δημοσιονομικής κρίσης στην Ελλάδα είναι η έκταση του χρέους ως προς το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ)[5] της χώρας μας και η αύξησή του.

Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2016

"Οικονομική Κρίση και Εγκληματικότητα" [του Δημητρίου Γ. Παπαδημητρόπουλου Δικηγόρου παρ’ Αρείω Πάγω ΔΜΣ Νομικής Αθηνών (ΕΚΠΑ)]


Α. Εισαγωγικά

Η οικονομική κρίση στην Ελλάδα, ως απότοκος και της ψήφισης των νόμων του κοινώς επονομαζόμενου μνημονίου και των εφαρμοστικών αυτού διατάξεων, είναι ένα σύνθετο οικονομικό-πολιτικό-κοινωνικό  φαινόμενο, που ήταν επόμενο να επηρεάσει και το θέμα της εγκληματικότητας.
Με αφορμή το τριήμερο εγκληματολογικό συνέδριο προς τιμή του Ομοτίμου Καθηγητή Πανεπιστημίου κ. Νέστορα Κουράκη, με κεντρικό θέμα «Κρίση, Έγκλημα και Ποινική Καταστολή», που διοργανώθηκε στις αρχές Απριλίου του 2015 από Πανεπιστημιακούς και Κοινωνικούς Φορείς, στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, σύσσωμος ο επιστημονικός κόσμος που κινείται στο χώρο της Εγκληματολογίας, αλλά και σε συναφείς επιστημονικούς κλάδους, διεξήγαγε έναν γόνιμο διάλογο πάνω στο ιδιαίτερο αυτό νεοπαγές θέμα.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι η εργασία αυτή λαμβάνει χώρα προς τιμή και ευχαριστία προς τον αγαπητό μας Καθηγητή κ. Νέστορα Κουράκη, ακούραστο Πανεπιστημιακό Διδάσκαλο, ο οποίος συνέβαλε καθοριστικά με τη διδασκαλία και την καθοδήγηση του τόσο στην εξέλιξη της επιστήμης της Εγκληματολογίας, όσο και στην καλλιέργεια και τη διαμόρφωση της επιστημονικής σκέψης πολλών νέων επιστημόνων.
Ακολούθως τώρα, στο θέμα μας, σκοπός της παρούσας εργασίας είναι να γίνει μία πρώτη προσέγγιση στο θέμα της επίδρασης της οικονομικής κρίσης στη διαμόρφωση της εγκληματικότητας, όπως το θέμα αυτό παρουσιάζεται, κατά περίπτωση, και μέσα από σταχυολογημένα ενδιαφέροντα σχετικά δημοσιεύματα, δημοσιευμένα ερευνητικά στοιχεία και κριτικές επιστημονικές απόψεις, από τα οποία προκύπτουν χρήσιμα συμπεράσματα, με την επισήμανση ότι, αφενός, το φαινόμενο βρίσκεται σε εξέλιξη και, αφετέρου, ότι για την πληρότητα των κάθε είδους συμπερασμάτων θα πρέπει να ακολουθήσει κατά περίπτωση και εμπεριστατωμένη επιστημονική (εγκληματολογική) τεκμηρίωση.

Β. Δημοσιεύματα, δημοσιευμένα ερευνητικά στοιχεία και κριτικές απόψεις.

1. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η Πτυχιακή Διατριβή της κ. Ελένης Κωνσταντίνου με θέμα «Ο αντίκτυπος της πρόσφατης οικονομικής κρίσης στο έγκλημα»[1]. Κατά την αναφερόμενη εκεί επιτομή της, η Πτυχιακή αυτή Διατριβή σκοπεύει στην προσπάθεια σύνδεσης της πρόσφατης οικονομικής κρίσης (2008-2012) με την εγκληματικότητα. Μέσα από την ανάλυση πιθανών αιτιωδών σχέσεων μεταξύ των δύο παραμέτρων, επιχειρείται να καταγραφεί κατά πόσον η πρόσφατη οικονομική ύφεση είχε επίδραση στους δείκτες της εγκληματικότητας, τόσο σε παγκόσμιο επίπεδο, όσο και στην Κύπρο. Στην εν λόγω εργασία καταγράφονται θεωρίες, απόψεις και γνώμες επιστημόνων για το θέμα αυτό. Επίσης, παρουσιάζονται και αναλύονται στατιστικά στοιχεία που περιλαμβάνουν εξωγενείς μεταβλητές όσον αφορά στους δείκτες της εγκληματικότητας και της ανεργίας πριν και κατά την περίοδο της πρόσφατης οικονομικής ύφεσης ανά τον κόσμο, σε ευρωπαϊκές χώρες και ειδικά για την Κύπρο. Μέσα από ευρήματα της έρευνας, εξάγονται δύο βασικά συμπεράσματα: α) Η οικονομική ύφεση σε μια χώρα μπορεί να ωθήσει στην αύξηση της εγκληματικότητας, όταν όμως συνδέεται και με μια σειρά άλλων παραγόντων όπως κοινωνικοπολιτικές συνθήκες, λαθρομετανάστευση, ατιμωρησία εγκλήματος, χαλάρωση αρχών επιβολής του νόμου κ.α. Επίσης, προκύπτει ότι το έγκλημα αλλάζει και μεταβάλλεται ανάλογα της χρονικής περιόδου, β) Μόνο συγκεκριμένος τύπος αδικημάτων πιθανόν να συνδέονται με οικονομικά κίνητρα όπως, εγκλήματα κατά περιουσίας (διαρρήξεις, κλοπές, ληστείες) τα οποία μπορεί να παρουσιάζονται αυξημένα σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο λόγω της οικονομικής αστάθειας σε μια χώρα. Συμπερασματικά, αυτό που πρέπει να κάνει κάθε χώρα είναι τη δική της αυτοκριτική και να λάβει μέτρα ώστε να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά το κοινωνικό φαινόμενο της εγκληματικότητας, λαμβάνοντας υπόψη τους παράγοντες που την επηρεάζουν.
Η πτυχιακή αυτή διατριβή είναι μία καλή βάση για μία πρώτη προσέγγιση στο θέμα μας, εμπεριέχουσα χρήσιμες απόψεις και θέσεις.