Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #ποινή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #ποινή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2018

ΑΠ 59/2018: Χωρεί αναστολή εκτέλεσης και της ποινής κράτησης




ΑΡΙΘΜΟΣ 59/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Μαρία Γκανιάτσου και Γρηγόριο Κουτσοκώστα-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλικής Θεοδώρου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Σ. Σ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ξανθίππη Μωυσίδου, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθμ. 3846/2017 αποφάσεως του Πταισματοδικείου Θεσσαλονίκης.
Το Πταισματοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Μαΐου 2017 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...2017.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης μόνο κατά τη διάταξη μετατροπής ποινής και να απορριφθεί κατά τα λοιπά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 εδ. β’ του ΚΠοινΔ, "Αναίρεση κατά των αποφάσεων του πταισματοδικείου επιτρέπεται μόνο για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’, Γ’, Ε’, ΣΤ’ και Η’ ". Επομένως, ο προβλεπόμενος από τη διάταξη της παρ. 1 στοιχ. Δ’ του τελευταίου άρθρου (510 Κ.Ποιν.Δ.) λόγος αναίρεσης, δηλαδή η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, δεν παρέχει δικαίωμα προσβολής με αίτηση αναίρεσης των αποφάσεων των πταισματοδικείων, τυχόν δε προβαλλόμενος (κατ’ απόφασης πταισματοδικείου), απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Η ρύθμιση αυτή, κατά την οποία είναι ανεπίτρεπτη η άσκηση αίτησης αναίρεσης κατ’ απόφασης πταισματοδικείου για έλλειψη αιτιολογίας, δεν είναι αντίθετη με τη διάταξη του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος και μετά την τελευταία (κατά το έτος 2001) αναθεώρησή του, αφού η θέσπιση περιορισμών στην άσκηση των ένδικων μέσων είναι επιτρεπτή. Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της απόφασης 3846/25-4-2017 του Πταισματοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη κηρύχθηκε ένοχη για την αξιόποινη πράξη (πταίσμα) της παράβασης του άρθρου 45 παρ. 4 εδ. β’ του Ν. 2696/1999 και ειδικότερα για το ότι στον ... στις 23-5-2016 και περί ώρα 09.55’ καταλήφθηκε να οδηγεί το ιδιωτικής χρήσης επιβατικό αυτοκίνητο ... και να συμπεριφέρεται με λόγια υβριστικά προς το όργανο της Τροχαίας Κίνησης, που εκτελούσε υπηρεσία, λέγοντας σ’ αυτό "γι’ αυτό σας λένε μπάτσους παλιομαλάκα". 
Για την πράξη αυτή επιβλήθηκε στην αναιρεσείουσα ποινή κράτησης δέκα (10) ημερών και ποινή προστίμου διακοσίων (200) ευρώ και, συνεπώς, εφόσον, κατά τη διάταξη του άρθρου 489 παρ. 1 περ. α’ του ΚΠοινΔ, η απόφαση αυτή, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση, υπόκειται, κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 εδ. α’ του ίδιου Κώδικα, σε αίτηση αναίρεσης. Με τους λόγους αναίρεσης, που αναφέρονται με τα στοιχεία Α1Ι, Α1 ΙΙ (από προφανή παραδρομή αναφέρεται ως Α1Ι), Α1 ΙΙΙ, Α2 ΙΙ (ως προς το δεύτερο σκέλος του) και Β1 (ως προς το πρώτο σκέλος του) στην από 15-5-2017, με αρ. πρωτ. .../16-5-2017, έκθεση αναίρεσης, προβάλλεται από την αναιρεσείουσα ο προβλεπόμενος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ, λόγος αναίρεσης, ήτοι η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (ως προς το περί ενοχής σκεπτικό οι τρεις πρώτες αιτιάσεις, ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού περί αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. β’ του ΠΚ η τέταρτη και ως προς τη μη αναστολή της έκτισης της ποινής κράτησης η πέμπτη αιτίαση). Σύμφωνα, όμως, με όσα αναφέρονται στην αρχή της σκέψης αυτής, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, και, συνεπώς, απορριπτέοι, διότι δεν περιλαμβάνονται στους περιοριστικώς αναφερόμενους, στη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 εδ. β’ του ΚΠοινΔ, λόγους προσβολής με αίτηση αναίρεσης των αποφάσεων των πταισματοδικείων.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, επιφέρει, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ’ του ίδιου Κώδικα, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α’ του ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, διότι στερείται, έτσι, ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 του ΚΠοινΔ), εκτός αν τα έγγραφα αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα. Στα πρακτικά της απόφασης δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε ο συντάκτης αυτού ούτε και ο χρόνος σύνταξής τους, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκείνα, από τα οποία προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώστηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το συγκεκριμένο έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του εγγράφου, υπάρχει η ίδια ως άνω ακυρότητα. 

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, μεταξύ των εγγράφων, τα οποία μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο και τα οποία έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής της αναιρεσείουσας, περιλαμβάνεται και το έγγραφο με προσδιοριστική της ταυτότητάς του ένδειξη "η από 10-6-2006 έκθεση Αρχής". Με την αναφορά αυτή, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητα του εν λόγω εγγράφου και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού του (ονόματος συντάκτη, τίτλου αρχής, αντικειμένου κλπ), αφού, με την ανάγνωσή του, κατέστη αυτό γνωστό και κατά το περιεχόμενό του στην αναιρεσείουσα και έτσι αυτή, η οποία, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, δεν προέβαλε καμία αντίρρηση για την ανάγνωση του εγγράφου αυτού, είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό του, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται αυτό στα πρακτικά της δίκης, ενόψει και του ότι δεν δημιουργείται αμφιβολία για το αναλλοίωτο της ταυτότητάς του. Έτσι, ορθώς το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το εν λόγω έγγραφο και δεν επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Κατά συνέπεια, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης Α2Ι, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, συνισταμένη στο ότι δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα του ως άνω εγγράφου, είναι αβάσιμος και, συνεπώς, απορριπτέος.

Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2018

ΣτΕ (7μελής) 1887/2018 : Λαθρεμπορία. Πρόστιμο. Ποινική Καταδίκη. Όταν η επιβληθείσα ποινή είναι εμφανώς ελαφριά σε σχέση με την παράβαση, ο διοικητικός δικαστής δεν τερματίζει την διαφορά με την ακύρωση της διοικητικής πράξης, αλλά ερευνά την υπόθεση χωρίς να δεσμεύεται από το δεδικασμένο.

Αριθμός 1887/2018
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Β΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Ιουνίου 2018, με την εξής σύνθεση: Ε. Σάρπ, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος, Ε. Νίκα, Σ. Βιτάλη, Κ. Νικολάου, Α. Γαλενιανού-Χαλκιαδάκη, Σύμβουλοι, Β. Μόσχου, Ι. Δημητρακόπουλος, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Ζυγουρίτσα.
Για να αποφανθεί επί των προδικαστικών ερωτημάτων που του υποβλήθηκαν, κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 3900/2010, με την 556/2018 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, σχετικά με την από 6 Μαΐου 2009 προσφυγή :
του … , κατοίκου ..(οδός …), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο ΙΜ (Α.Μ. ....... Δ.Σ. Θεσσαλονίκης), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,
κατά της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, η οποία παρέστη με την ΔΓ, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του αιτούντος και την εκπρόσωπο της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, οι οποίοι διατύπωσαν τις απόψεις τους επί των προδικαστικών ερωτημάτων.
Με την προσφυγή αυτή ο αιτών επιδιώκει να ακυρωθεί η υπ' αριθμ. ../4.3.2009 καταλογιστική πράξη του Διευθυντή του .΄ Τελωνείου .. .
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Β. Μόσχου.
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και
1. Επειδή, ο …. άσκησε προσφυγή κατά της ../4-3-2009 πράξης του Διευθυντή του. Τελωνείου .., με την οποία επιβλήθηκε σε βάρος του, κατά το άρθρο 142 παρ. 2 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα (ν. 2960/2001, Α’ 265), κατ' επιμερισμό πολλαπλό τέλος, ύψους 219.168,23€, ως υπαίτιου λαθρεμπορίας, παράλληλα δε κηρύχθηκε εις ολόκληρον υπόχρεος μαζί με τους λοιπούς δύο συνυπαιτίους για την καταβολή του συνολικώς επιβληθέντος πολλαπλού τέλους, ύψους 657.504,69€, ανερχόμενου στο τριπλάσιο των διαφυγουσών φορολογικών επιβαρύνσεων, πλέον συνεισπραττόμενων τελών χαρτοσήμου και εισφορών υπέρ Ο.Γ.Α. 2,4%. Η προσφυγή του εισήχθη προς συζήτηση, κατόπιν της 376/2014 παραπεμπτικής αποφάσεως του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (σε Συμβούλιο), στο Διοικητικό Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο, προκειμένου να επιλύσει την ενώπιόν του τεθείσα διαφορά, υπέβαλε στο Συμβούλιο της Επικρατείας με την 556/2018 απόφασή του, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213) τα κατωτέρω στη σκέψη 3 αναφερόμενα προδικαστικά ερωτήματα.
Σκέφθηκε κατά τον Νόμο
2. Επειδή, η από 16.4.2018 πράξη της Προέδρου του Β΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας περί ορισμού δικασίμου και εισηγητή της υπόθεσης και περί εισαγωγής της στην επταμελή σύνθεση του Τμήματος δημοσιεύθηκε προσηκόντως, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 3900/2010 και τα οριζόμενα στην πράξη αυτή.
3. Επειδή, με την ως άνω παραπεμπτική απόφασή του το Διοικητικό Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε τα εξής: Στις 26-11-2003, στο λιμένα του Λίβερπουλ, κατασχέθηκε από το αντίστοιχο Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος της Αγγλίας ποσότητα 1.966.400 τσιγάρων μάρκας., τα οποία δεν έφεραν τη σχετική ταινία, η οποία αποδεικνύει την καταβολή δασμών, φόρων-τελών και λοιπών δικαιωμάτων του Δημοσίου. Τα λαθραία αυτά τσιγάρα βρέθηκαν εντός εμπορευματοκιβωτίου (κοντέινερ) φορτωθέντος από το λιμάνι της Θεσσαλονίκης, επιμελώς κρυμμένα εντός ξυλοκιβωτίων, τα οποία, σύμφωνα με τα φορτωτικά έγγραφα, περιείχαν φύλλα γυαλιού. Τα εμπορεύματα του εν λόγω εμπορευματοκιβωτίου συνοδεύονταν από δελτίο αποστολής και τιμολόγιο της επιχείρησης του …., με την επωνυμία "…” και έδρα τη …, με παραλήπτη την εταιρεία με την επωνυμία “…..", η οποία, σύμφωνα με τις αγγλικές αρχές, ήταν ανύπαρκτη. Με βάση τα ως άνω έγγραφα, τα οποία προσκόμισε στο .΄ Τελωνείο … στις 24-10-2003, συνυποβάλλοντας και σχετική αίτηση, ο εξουσιοδοτηθείς από την προαναφερόμενη επιχείρηση του … εκτελωνιστής … , εκδόθηκε από το ανωτέρω Τελωνείο το …/24-10-2003 ..πιστοποιητικό, που αποδεικνύει το διακοινοτικό χαρακτήρα της αποστολής “φύλλων γυαλιού” βάρους 8.000 κιλών. Τη θαλάσσια μεταφορά του ανωτέρω εμπορευματοκιβωτίου ανέλαβε και πραγματοποίησε το ναυτιλιακό γραφείο με το διακριτικό τίτλο «…..», που ανήκει στον προσφεύγοντα, ….. και έχει έδρα τη…., ενώ η εσωτερική μεταφορά από τις ευρισκόμενες στο … εγκαταστάσεις της ναυτιλιακής εταιρείας … μέχρι το πάρκινγκ στο… , όπου έλαβε χώρα η φόρτωσή του με τσιγάρα και η επιστροφή του πάλι στη … της … , πραγματοποιήθηκε από τον αυτοκινητιστή … , αντί του αυτοκινητιστή …., ο οποίος επρόκειτο αρχικά να πραγματοποιήσει τη μεταφορά, κύριος συντονιστής δε όλων των παραπάνω ενεργειών ήταν ο … . Τελικά, το ανωτέρω εμπορευματοκιβώτιο φορτώθηκε στο πλοίο …. από το λιμένα της . και έφθασε στο Λίβερπουλ, αφού, προηγουμένως, μεταφορτώθηκε στο πλοίο …στο λιμένα της Αμβέρσας. Στη συνέχεια, και κατόπιν υποβολής αιτήματος αμοιβαίας διοικητικής συνδρομής των Αγγλικών αρχών, η ΥΠ.Ε.Ε. Κεντρικής Μακεδονίας, με την ../04 εντολή, μετέβη για έλεγχο των βιβλίων και στοιχείων της επιχείρησης του … με την επωνυμία "…….” στο κεντρικό κατάστημα και στην έδρα του υποκαταστήματος, διαπιστώθηκε, όμως, ότι η επιχείρηση δεν υπήρχε πλέον. Η ίδια υπηρεσία, αφού αναζήτησε και εντόπισε το … , του επέδωσε την …/20-4-2004 πρόσκληση της ΥΠ.Ε.Ε. για την προσκόμιση των βιβλίων και θεωρηθέντων στοιχείων της επιχείρησής του και για μαρτυρική κατάθεση σχετικά με τις δραστηριότητες της τελευταίας. Ενόψει, όμως, του ότι αυτός με την από 28-4-2004 ανωμοτί κατάθεσή του ισχυρίστηκε ότι όλα τα θεωρημένα στοιχεία του κεντρικού καταστήματος και του υποκαταστήματός του εκλάπησαν από την τσάντα που είχε στο αυτοκίνητό του στις 10-2-2003, σύμφωνα και με το …/29-3-2004 υπηρεσιακό σημείωμα του . Τμήματος Ασφάλειας .. που προσκόμισε, η ΥΠ.Ε.Ε. δεν είχε τη δυνατότητα να συγκρίνει τα ανωτέρω συνοδευτικά στοιχεία του εμπορευματοκιβωτίου με το περιεχόμενο που αναφέρεται σε αυτά και τα οποία πρόσφεραν αληθοφάνεια στην αποστολή, καθόσον, τελικά, στο εν λόγω εμπορευματοκιβώτιο μαζί με τα φύλλα γυαλιού βρέθηκαν και 1.966.400 τσιγάρα μάρκας .. . Ακολούθως, η ΥΠ.Ε.Ε. Κ. Μακεδονίας υπέβαλε την ./ΤΔΙΚ.833/2005/14-9-2005 δικογραφία προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με τα συνημμένα της, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η από 28-7-2005 έκθεση προσδιορισμού δασμών και λοιπών φόρων, σύμφωνα με την οποία το σύνολο των αναλογουσών δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων στην ανωτέρω ποσότητα τσιγάρων ανέρχεται στο ποσό των 219.168,23€. Στη συνέχεια, με την 22730/20-11-2008 απόφαση του Γ΄ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης καταδικάστηκαν οι …, … και ο προσφεύγων … σε φυλάκιση ενός έτους ο καθένας από αυτούς (με αναστολή για μια τριετία για τους πρώτο και τρίτο και μετατροπή της ποινής του δεύτερου σε χρηματική) για την τέλεση της ως άνω πράξης της λαθρεμπορίας τσιγάρων. Κατόπιν αυτών, ο Διευθυντής του .΄ Τελωνείου …, αφού έλαβε, μεταξύ άλλων, υπόψη του: 1) την υποβολή της προαναφερθείσης δικογραφίας από την ΥΠ.Ε.Ε. Κ. Μακεδονίας προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με τα συνημμένα της, 2) την 22730/2008 απόφαση του Γ΄ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, 3) την από 26-1-2009 απολογία του …… και τα σχετικά απολογητικά υπομνήματα των ….. και ….. και 4) τα λοιπά στοιχεία του φακέλου, με την ../4-3-2009 πράξη του, επέβαλε σε βάρος του προσφεύγοντος, του .. και του …, ως υπαιτίων τέλεσης τελωνειακής παράβασης (λαθρεμπορίας), το αναφερόμενο στη σκέψη 1 πολλαπλό τέλος.

Τρίτη 3 Οκτωβρίου 2017

" Η Νομοθετική ρύθμιση υφ΄ όρων παραγραφής αδικημάτων, υφ΄ όρων παύσης ποινικής δίωξης & υφ΄ όρων παραγραφής καταγνωσθεισών ποινών. Προβληματισμοί - Δικονομικά αδιέξοδα" [Σπυρίδων Σορβατζιώτης, Δικηγόρος Δ.Σ. Πατρών]





Ø  ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ
- Η νομοτεχνική πρακτική της υφ’ όρων παραγραφής αδικημάτων και της παραγραφής και μη εκτέλεσης ποινών υφ’ όρων, ιστορικά πρωτοεμφανίζεται στην Ελλάδα με τους ΑΝ 1504/1950, 1623/1951, 2057/1957 και 2058/1957, οι οποίοι αποτέλεσαν μέρος του σχεδίου «αποκατάστασης εσωτερικής ομαλότητας και αποκατάστασης εσωτερικής γαλήνης και λήθης του παρελθόντος», ως αναφέρει η εισηγητική τους έκθεση, δεδομένου ότι η χώρα προσπαθούσε να εξέλθει από την δύνη του εμφυλίου πολέμου.
Το έτος 1964 επ’ ευκαιρία των γάμων του Βασιλέως Κωνσταντίνου, η κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου νομοθετεί αντιστοίχως ευεργετικά μέτρα υπέρ των ελαφροποίνων καταδίκων, «επί σοβαρού πολιτειακού γεγονότος», ως αναφέρει το σχετικό νομοθέτημα.
Η δικτατορία του Γεωργίου Παπαδόπουλου, με τα Ν.Δ. 379/1968 και 381/1969 ακολουθεί την ίδια πρακτική, χωρίς βέβαια να υπάρχουν αιτιολογικές εκθέσεις στα αντίστοιχα νομοθετήματα.
Tο έτος 1982 με τον Ν.1240/1982 η τότε κυβέρνηση νομοθετεί την υφ’ όρον παραγραφή και την παύση της ποινικής δίωξης με διατάξεις που ομοιάζουν με αυτές των νομοθετημάτων που ακολούθησαν από το έτος 2005 και εντεύθεν.
Τo έτος 1999 με τον Ν.2721/1999 εξαλείφθηκε το αξιόποινο των άρθρων 290, 291 και 292Π.Κ. (εγκλήματα κατά της ασφάλειας των συγκοινωνιών) και έπαυσε η ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί πριν το Μάρτιο του έτους 1997, κατά την διάρκεια των τότε αγροτικών κινητοποιήσεων.     
Μετά το έτος 2005 ακολούθησαν οι Ν.3346/2005, Ν.4043/2012, 4198/2013 και ο πιο πρόσφατος 4411/2016, όπου σχεδόν πανομοιότυπα ως προς την νομοτεχνική τους μορφή, παρέγραψαν υφ’ όρον αδικήματα, έπαυσαν την ποινική δίωξη γι’ αυτά και παρέγραψαν υφ’ όρον τις καταγνωσθείσες ποινές.
Κριτήριο του νομοθέτη το ύψος της επαπειλούμενης ποινής (π.χ έως δύο έτη φυλάκιση), ο χρόνος τέλεσης (π.χ έως την 31.03.2016), το ύψος της καταγνωσθείσας ποινής (π.χ. ποινές διάρκειας μέχρι έξι μηνών) σωρευτικά με την προϋπόθεση ότι οι καταδικαστικές αποφάσεις δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες και δεν έχουν εκτιθεί με οποιονδήποτε τρόπο.

Ø  ΦΥΣΗ ΝΟΜΟΘΕΤΗΜΑΤΟΣ
- Η φύση των νομοθετημάτων αυτών δύναται να κριθεί αμφιλεγόμενη, δεδομένου ότι η παραγραφή ως θεσμός του Ποινικού Δικαίου συνδέεται αμιγώς με τον χρόνο που έχει παρέλθει από την διάπραξη ενός αδικήματος, βάσει του οποίου ο νομοθέτης κρίνει ότι αμβλύνεται η ανάγκη της γενικής και ειδικής πρόληψης. (άρθρο 111 Π.Κ)
Tα εν λόγω νομοθετήματα προσιδιάζουν με την αμνηστία διότι εξαλείφουν το αξιόποινο έστω και με όρους. Όμως η αμνηστία αφενός δεν παρέχεται επί κοινών εγκλημάτων μετά την τροποποίηση του Συντάγματος (1975) (άρθρο 47 παρ. 4), αφετέρου ορθώς παρατηρείται ( από ποιον)  ότι η υφ’ όρον παραγραφή τυπικά θίγει την ποινική μεταχείριση και δεν αμνηστεύει το έγκλημα.

Ø  ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ-ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΑΔΙΕΞΟΔΑ
- Ο δικαιολογητικός λόγος σύμφωνα με τον νομοθέτη της ψήφισης των συγκεκριμένων νομοθετημάτων, είναι η επιτάχυνση της απονομής δικαιοσύνης και η αποσυμφόρηση των πινακίων των ποινικών δικαστηρίων, που ως αποδεικνύεται γίνεται κατά τρόπο νομικά παράδοξο και τούτο διότι η επιβάρυνση του ποινικού συστήματος, προεχόντως οφείλεται στην τάση του ιδίου του νομοθέτη να ποινικοποιεί ακατάσχετα ευκαιριακά και συστηματικά απαράσκευα συμπεριφορές.
Στην πραγματικότητα ο νομοθέτης με τα συγκεκριμένα νομοθετήματα άσκησε συγκυριακή πολιτική προκειμένου ν’ απαλλάξει τον Έλληνα Δικαστή από την εκδίκαση των πταισμάτων και των πλημμελημάτων που ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής των νόμων της υφ’ όρον παραγραφής, παραβιάζοντας ευθέως την αρχή της νομιμότητας και της ασφάλειας του δικαίου.
Τούτο γίνεται απόλυτα κατανοητό, εάν για παράδειγμα αναλογιστούμε ότι σύμφωνα με τον άρθρο 8 του Ν.4411/2016, κάποιος που τέλεσε το αδίκημα της δυσφήμισης 362Π.Κ. (ουχί της δυσφήμισης δια του τύπου για την οποία προβλέπεται ρητά εξαίρεση), όπου ο νόμος προβλέπει ποινή φυλάκισης έως δύο έτη ή χρηματική ποινή, έως την 31.03.2016, το αξιόποινο εξαλείφεται και παύει η εις βάρος του ποινική δίωξη. Αντιστοίχως εάν κάποιος άλλος τέλεσε το ίδιο αδίκημα την 01.04.2016 η πράξη του είναι αξιόποινη και ασκείται ποινική δίωξη κατ’ αυτού. Αυτό το νομικά παράδοξο εφεύρημα του Έλληνα νομοθέτη, ο οποίος φαίνεται να  έχει διεθνώς πρωτοτυπήσει, ευρίσκεται στον αντίποδα των αρχών της νομιμότητας και της δίκαιης δίκης.
Εδώ τίθενται κάποια εύλογα ερωτήματα: Πως είναι δυνατόν ο πολίτης να αισθάνεται ασφάλεια δικαίου, όταν ευκαιριακά ο νομοθέτης «αμνηστεύει» ποινικούς παραβάτες με μοναδικό σκοπό την αποσυμφόρηση των πινακίων των δικαστηρίων και μόνον.
Πως ο ίδιος ο Δικαστής θα αισθανθεί ότι υπηρετεί την ασφάλεια δικαίου, όταν την μια στιγμή καταδικάζει ποινικούς παραβάτες και την άλλη παραγράφει υφ’ όρον άλλους για τις ίδιες ποινικώς κολάσιμες πράξεις.
Πως ακόμα περισσότερο, το θύμα θα προσφύγει στην δικαιοσύνη και θα ζητήσει έννομη προστασία όταν γνωρίζει  ότι με την τηρούμενη, με ιδιαίτερη συχνότητα νομοθετική πρακτική, ο ποινικός παραβάτης θα μείνει ή ενδέχεται να μείνει ατιμώρητος. Για ποιο λόγο επί παραδείγματι να μην «ανεχθεί» το θύμα την εξύβριση εις βάρος του, όταν βάσιμα πιθανολογεί ότι ο νομοθέτης δεν θα τιμωρήσει ποτέ το παραβάτη, αντιθέτως θα τον «επιβραβεύσει» για την άδικη συμπεριφορά του, με μοναδικό όρο εντός διετίας να μην καταδικασθεί αμετάκλητα σε ποινή στερητική της ελευθερίας έξι (6) μηνών. Τελικά πόσο σημασία στο συγκεκριμένο παράδειγμα έχει για τον Έλληνα νομοθέτη η τιμή του συγκεκριμένου πολίτη ως προστατευόμενο έννομο αγαθό.
Τι ακριβώς θα απαντήσει ο νομοθέτης στον Έλληνα γονιό του οποίου το ανήλικο τέκνο υπήρξε θύμα προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειάς του, πολύ δε περισσότερο στο ίδιο το ανήλικο θύμα το οποίο θα ρωτήσει τον δικηγόρο ή/και τον δικαστή: «δηλαδή ο δράστης δεν θα τιμωρηθεί;» Τότε, είναι αδύνατον να το κοιτάξεις κατάματα και να απαντήσεις «δυστυχώς, έτσι λέει ο νόμος».  Η μήπως η πρόβλεψη εξαιρέσεως του συγκεκριμένου αδικήματος στον Ν.4411/2016, θεραπεύει το παράλογο; Η απάντηση είναι σαφώς αρνητική όταν σκεφτεί κανείς ότι στα προηγηθέντα όμοια νομοθετήματα δεν υπήρχε αντίστοιχη πρόβλεψη, γεγονός που αποδεικνύει ότι τα συγκεκριμένα νομοθετήματα  προσβάλλουν την έννοια του ουσιαστικού ποινικού δικαίου και κατά συνέπεια  συνιστούν άρνηση δίκαιης μεταχείρισης.    

Δευτέρα 18 Σεπτεμβρίου 2017

Άρειος Πάγος 723/2017, Ε΄ Ποινικό Τμήμα: Παραπέμπεται στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου το ζήτημα του εάν μπορεί ή όχι να μετατραπεί σε χρήμα η ποινή κάθειρξης των πέντε ετών.


Άρειος Πάγος 723/2017, Ε΄ Ποινικό Τμήμα: Παραπέμπεται στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου το ζήτημα του εάν μπορεί ή όχι να μετατραπεί σε χρήμα η ποινή κάθειρξης των πέντε ετών.
Είχε προηγηθεί η έκδοση των ΑΠ 315/2017, Ε΄ Ποιν. Τμήμα (με αντίθ. μειοψηφία), ΑΠ 130/2017, Ζ΄ Ποιν. Τμήμα, ΑΠ 94/2017, ΣΤ΄ Ποιν. Τμήμα και ΑΠ 454/2016, Ε΄ Ποιν. Τμήμα, οι οποίες είχαν υιοθετήσει την καταφατική άποψη (: υπέρ της μετατροπής της πενταετούς κάθειρξης), ενώ την ακριβώς αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή είχε δεχθεί ως ορθότερη η ΑΠ 1586/2016, Ε΄ Ποιν. Τμήμα.

Αριθμός 723/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη και Γεώργιο Αναστασάκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Β. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ΘΜ, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 3910/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα και το οποίο εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. Γ Μ.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31-3-2016 αίτησή του αναιρέσεως η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 1-4-2016 και στους από 27-12-2016 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ..2016.
Αφού άκουσε την Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. του πολιτικώς ενάγοντος και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η από 1-4-2016 (αρ.πρ....2016) αίτηση του Δ. Β. του Α. και οι από 28-12-2016 πρόσθετοι λόγοι αυτού, για αναίρεση της απόφασης 3910/2015 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας.
ΙΙ. Κατά την παρ. 1 του άρθρου 19 του Ν. 2523/1997, όπως τροποποιήθηκε με άρθρο 40 παρ. 1 του Ν. 3220/2004 "Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολο της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και β) με ποινή κάθειρξης μέχρι δέκα (10) ετών εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ ...", κατά δε την παρ. 4 του ίδιου, ως άνω, άρθρου, "Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της ή μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματος του, ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία ...". Η διάταξη αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 8 του Ν.4337/2015, ήδη, δε ισχύει ως άρθρο 66 παρ.5 του Ν.4173/2013 (που εφαρμόζεται ως επιεικέστερος νόμος στην προκείμενη περίπτωση του αναιρεσείοντος, κατ’ άρθρο 2 ΠΚ) και έχει ως εξής: 5. Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, εκτός και αν τα φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος. Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και β) με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις διακόσες χιλιάδες (200.000) ευρώ. Για την κάλυψη των παραπάνω ορίων δεν υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωριστεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής σχετική πράξη θεώρησής του και εφόσον η μη καταχώριση τελεί σε γνώση του υπόχρεου για τη θεώρηση του φορολογικού στοιχείου, θεωρείται επίσης ως πλαστό το φορολογικό στοιχείο και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτότυπου ή αντίτυπου αυτού είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου. Εικονικό είναι το φορολογικό στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή στην οποία το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη που αναγράφονται στο στοιχείο είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στη Φορολογική Διοίκηση. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή νομική οντότητα ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας. Δεν είναι εικονικό για τον λήπτη το φορολογικό στοιχείο το οποίο αφορά πραγματική συναλλαγή, αν το πρόσωπο του εκδότη είναι διαφορετικό από αυτό που αναγράφεται στο στοιχείο" Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος της φοροδιαφυγής, απαιτείται: α) αντικειμενικά μεν, η έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή η αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, ως εικονικού θεωρουμένου από το νόμο, εκτός των άλλων, και του στοιχείου εκείνου που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της, β) υποκειμενικά δε απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και την αποδοχή αυτών και περαιτέρω τη θέληση ή την αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή να αποδεχθεί εικονικά ολικά ή εν μέρει φορολογικά στοιχεία, χωρίς να απαιτείται σκοπός του τελευταίου για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης (ΑΠ 61/2013 Α.Π 936/2014).
Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ Κ.Π.Δ, όταν αναφέρονται σ" αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Δευτέρα 5 Ιουνίου 2017

"Η Στρατηγική Έμμεσης Μείωσης των Ποινών: Η εξάντληση των ορίων της και η ανάγκη αλλαγής παραδείγματος" [Τόνια Τζαννετάκη Επίκουρη Καθηγήτρια Εγκληματολογίας και Σωφρονιστικής Νομική Σχολή, ΕΚΠΑ]


Αντικείμενο της μελέτης[*] είναι η Στρατηγική Έμμεσης Μείωσης των Ποινών (ΣΕΜΠ), όρος με τον οποίο περιγράφεται ο ιδιαίτερος τρόπος χρήσης από τη νομοθετική κι εκτελεστική εξουσία μιας σειράς θεσμών ελαστικότητας του Ποινικού Κώδικα και του Σωφρονιστικού Κώδικα προς το σκοπό της αντιμετώπισης του υπερπληθυσμού των ελληνικών φυλακών. Η μελέτη καταγράφει και αναλύει την εν λόγω στρατηγική και τη ratio της, καθώς και τους λόγους προσκόλλησης νομοθέτη και διοίκησης σε αυτήν κατά την τελευταία τουλάχιστον εικοσιπενταετία «ανεξάρτητα συχνά ή και εις πείσμα προθέσεων (που έμειναν απραγματοποίητες)». Διερευνά ακόμη τις συνέπειες της στρατηγικής αυτής όσον αφορά τη μείωση των αριθμού των κρατουμένων αλλά και σε σχέση με βασικούς σκοπούς και αρχές του συστήματος ποινών και του Ποινικού Δικαίου γενικότερα. Η στρατηγική έμμεσης μείωσης των ποινών έχει επιφέρει σοβαρές μακροπρόθεσμες στρεβλώσεις στο σύστημα ποινών, αθροιστικό αποτέλεσμα των οποίων είναι και η δημιουργία ενός, παράλληλου προς τις (ήδη εμβαλωματικές) ρυθμίσεις του ΠΚ, πλέγματος μεταβατικών διατάξεων, χωρίς τις οποίες το σωφρονιστικό σύστημα δεν μπορεί πλέον να λειτουργήσει ούτε στοιχειωδώς ομαλά. Η, χαμηλών προδιαγραφών, διαχειριστική αυτή στρατηγική έχει έτσι καταστεί τελικώς αδιέξοδη και αντιπαραγωγική. Η αλλαγή παραδείγματος είναι κατά συνέπεια αναπόδραστη και επιπλέον επιτακτική τόσο για πραγματιστικούς όσο και για αυτονόητους δεοντολογικούς λόγους.
1. Εισαγωγή
Η νομοθετική πολιτική για τις ποινές κατά την τελευταία 25ετία κινείται σε δύο αντίθετες κατευθύνσεις. Η πρώτη κατεύθυνση είναι αυτή της ενίσχυσης της τιμωρητικότητας των ποινών σε επιλεγμένα πεδία αλλά και της διατήρησης του υψηλού (σε σύγκριση με τις δυτικοευρωπαϊκές χώρες) επιπέδου της εν γένει τιμωρητικότητας των απειλούμενων ποινών[1] παρά τις αντίθετες εισηγήσεις διαδοχικών επιτροπών αναθεώρησης του ΠΚ που ο ίδιος ο νομοθέτης έχει συστήσει[2]. Η δεύτερη κατεύθυνση είναι αυτή της εκτεταμένης χρήσης – και κατάχρησης εν τέλει από τον νομοθέτη – των θεσμών  του ΠΚ και του ΣΚ, οι οποίοι μειώνουν αυτήν την ίδια την τιμωρητικότητα των νομοθετικά απειλούμενων κι επιβαλλόμενων από τα δικαστήρια ποινών, δηλαδή ιδίως της μετατροπής και της αναστολής, της ύφ’ όρον απόλυσης και του ευεργετικού υπολογισμού. Αντικείμενο του άρθρου είναι η ανάλυση της δεύτερης αυτής κατεύθυνσης του ποινικού νομοθέτη, της «στρατηγικής», δηλαδή, «έμμεσης μείωσης των ποινών» (ΣΕΜΠ). Οι εν λόγω θεσμοί αποτελούν εκφάνσεις της ελαστικότητας της ποινής υπέρ του καταδικασθέντος στο στάδιο της επιμέτρησης ή της εκτέλεσης αυτής[3]. Ωστόσο, κατά την υπό διερεύνηση περίοδο, οι συγκεκριμένοι θεσμοί ελαστικότητας χρησιμοποιήθηκαν από το νομοθέτη πρωτευόντως ή αποκλειστικά ως διαχειριστικά εργαλεία για τον περιορισμό του αριθμού των εισερχομένων στις φυλακές και τη μείωση της διάρκειας των ποινών τους. Με δεδομένη την εναλλακτική δυνατότητα του νομοθέτη να πετύχει, εν πολλοίς τουλάχιστον, το στόχο αυτόν με τον πιο ορθόδοξο τρόπο της ευθείας παρέμβασης στο είδος και ύψος των απειλούμενων ποινών οι εν λόγω θεσμοί αναφέρονται στο κείμενο αυτό εξ αντιδιαστολής και ως «θεσμοί έμμεσης μείωσης των ποινών». Στις σελίδες που ακολουθούν θα διερευνηθεί αρχικά σε ένα γενικό επίπεδο η σχέση μεταξύ της εν λόγω στρατηγικής και της τιμωρητικότητας του ποινικού νομοθέτη, ζήτημα που διατρέχει πάντως το άρθρο στο σύνολο του. Θα ακολουθήσει η καταγραφή και η ανάλυση της ΣΕΜΠ ως «μοτίβου» στις αλλεπάλληλες νομοθετικές τροποποιήσεις των θεσμών ελαστικότητας και τις σχετιζόμενες με αυτούς ενέργειες της διοίκησης. Θα διερευνηθούν οι λόγοι της σταθερής και μακρόχρονης προσκόλλησης της νομοθετικής κι εκτελεστικής εξουσίας σε αυτήν, εστιάζοντας αρχικά στα χαρακτηριστικά και την οξύτητα της κρίσης του Σωφρονιστικού Συστήματος και στη συνέχεια στη φύση της πολιτικής που ακολουθήθηκε για την αντιμετώπιση της κρίσης (η οποία και προσέδωσε στη ΣΕΜΠ τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της) καθώς και στα συγκριτικά πλεονεκτήματα της ΣΕΜΠ για τον νομοθέτη και τη διοίκηση έναντι εναλλακτικών αυτής πολιτικών. Θα επιχειρηθεί τέλος μια αποτίμηση της εν λόγω στρατηγικής όσον αφορά τόσο την αποτελεσματικότητά της στο πεδίο μείωσης του αριθμού κρατουμένων και αντιμετώπισης του υπερπληθυσμού των φυλακών όσο και την (σωρευτική) επίδρασή της στην καθόλου λειτουργία του ισχύοντος συστήματος ποινών και στο αξιολογικό του υπόβαθρο. Το άρθρο καταλήγει σε μια αρνητική συνολικά αποτίμηση της ΣΕΜΠ, η οποία δεν αφορά την καταρχήν ορθότητα και σκοπιμότητα της αξιοποίησης των θεσμών ελαστικότητας (και) για τη μείωση του αριθμού κρατουμένων αλλά τον καταχρηστικό, κοντόφθαλμο και ελλειμματικό τρόπο νομοθέτησης κι εφαρμογής τους στα πλαίσια της ελληνικής έννομης τάξης.
2. Τιμωρητικότητα και στρατηγική έμμεσης μείωσης των ποινών. Διπολικότητα ή διγλωσσία;
     Κεντρικό επιχείρημα του άρθρου είναι ότι ο σχιζοειδής χαρακτήρας της ποινικής πολιτικής (συνύπαρξη κι εναλλαγή τιμωρητικών τάσεων με μια κατά πολύ ηπιότερη διαχειριστική προσέγγιση) υπηρετεί παράλληλα δύο κύριες λειτουργίες : πρώτον, τη, διά της χρήσης των θεσμών ελαστικότητας, προσωρινή έστω αποφόρτιση του σωφρονιστικού συστήματος και δεύτερον, τη συντήρηση και προβολή μιας πολιτικά αποδεκτής εικόνας για το ρόλο του κράτους στο πεδίο αντιμετώπισης της εγκληματικότητας – της εικόνας δηλαδή ενός κράτους που αντιδρά σθεναρά και αποφασιστικά στην εγκληματικότητα και τους δράστες της και το οποίο δεν υπαναχωρεί σε ζητήματα που άπτονται της φυσικής ή οικονομικής ασφάλειας των πολιτών, παρά τις όποιες αντίξοες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, ίσως και ιδίως ενόψει αυτών. Αναλόγως της υφιστάμενης σχέσης μεταξύ των δύο παραπάνω λειτουργιών η εκ πρώτης όψεως αντιφατικότητα της ποινικής πολιτικής μπορεί μεταφορικά να χαρακτηριστεί ως διπολικότητα ή ως διγλωσσία. Διπολικότητα υπάρχει όταν η ποινική πολιτική ενσωματώνει, ταυτόχρονα ή διαδοχικά, δύο αυτόνομες κι ανταγωνιστικές μεταξύ τους τάσεις, δηλαδή εν προκειμένω αυτήν της κλιμάκωσης κι αυτήν της αποκλιμάκωσης της ποινικής αντίδρασης στο έγκλημα, στο βαθμό που έκαστη εξ αυτών εκπροσωπεί μια διακριτή πολιτικοϊδεoλογική θέση. Η διπολικότητα της ποινικής πολιτικής εκφράζεται επομένως μέσω των αντικρουόμενων επιλογών διαφορετικών ατόμων, φορέων ή κυβερνήσεων που συμμετέχουν καθοριστικά στη διαμόρφωση της.
     Διγλωσσία της ποινικής πολιτικής υπάρχει αντίθετα όταν το ίδιο άτομο, φορέας ή κυβέρνηση, χρησιμοποιεί δύο διαφορετικές αλλά αλληλένδετες ποικιλίες μιας γλώσσας η μία των οποίων θεωρείται υψηλού γοήτρου και η άλλη χαμηλού γοήτρου. Η υψηλού γοήτρου, επίσημη, γλώσσα επιτελεί εν προκειμένω μια συμβολική κι επικοινωνιακή λειτουργία: εκφράζει τη σταθερή κι αδιαπραγμάτευτη στάση του «κυρίαρχου κράτους» απέναντι στις παραβιάσεις βασικών αξιών του (φυσική και οικονομική ασφάλεια των πολιτών, διασφάλιση νόμου και τάξης ή άλλων σημαντικών για κάθε κυβέρνηση αξιολογικών προταγμάτων).  Η χαμηλού γοήτρου γλώσσα υπηρετεί αντίστοιχα τις ανάγκες διαχείρισης των καθημερινών προβλημάτων της λειτουργίας του ΣΠΔ (υπερφορτωμένες φυλακές και ανεπαρκής στελέχωση αυτών, κίνδυνοι εξεγέρσεων κλπ). Η χαμηλού γοήτρου γλώσσα τείνει να εκφέρεται χαμηλόφωνα και συχνά με μια αίσθηση αμηχανίας καθώς αφορά το πρακτικά αναγκαίο, το οποίο διαφέρει ή και συγκρούεται με το επιθυμητό ή το αξιολογικά δέον.
     Η πολιτική του έλληνα ποινικού νομοθέτη εμφανίζει χαρακτηριστικά τόσο διπολικότητας όσο και, ιδίως, διγλωσσίας. Λαμβάνοντας ως δεδομένη την ύπαρξη του ενός από τα δύο άκρα του διπόλου, δηλαδή των (καταγεγραμμένων) τιμωρητικών τάσεων του έλληνα νομοθέτη στο διάστημα 1990-2015[4], η διπολικότητα της ποινικής πολιτικής μπορεί να ανιχνευθεί στις περιπτώσεις εκείνες όπου η νομοθετική διεύρυνση της χρήσης των θεσμών ελαστικότητας  του ΠΚ και ΣΚ εξέφρασε μια ανταγωνιστική προς την τιμωρητική μάλλον παρά μια υποτελή προς αυτήν προσέγγιση. Τέτοιες είναι ιδίως οι περιπτώσεις όπου η αποκλιμάκωση των ποινών επιδιώχθηκε όχι μόνον εμμέσως διά παρεμβάσεων στη βαρύτητα των πράγματι εκτιόμενων ποινών αλλά και ευθέως διά της μείωσης των απειλούμενων ποινών για επί μέρους εγκλήματα (π.χ. ν.4139/2013 περί εξαρτησιογόνων ουσιών) ή και για ευρείες κατηγορίες εγκλημάτων (σύσταση αναθεωρητικών του ΠΚ επιτροπών ή και προσπάθειες για προώθηση προς ψήφιση έτοιμων σχεδίων ενός νέου ΠΚ με στόχο, μεταξύ άλλων, τη συντεταγμένη και μακροπρόθεσμη μείωση των ποινών). Η διπολικότητα της ποινικής πολιτικής μπορεί γενικότερα να ανιχνευθεί στις περιπτώσεις εκείνες όπου η επέκταση της χρήσης των θεσμών ελαστικότητας δικαιολογήθηκε ως μέρος μιας ευρύτερης – αναγκαίας αλλά και «ορθής» - πολιτικής αποκλιμάκωσης των ποινών εν γένει.
     Η διγλωσσία στα πλαίσια της ποινικής πολιτικής μπορεί αντίστοιχα να ανιχνευθεί κατ’ αρχάς στις περιπτώσεις εκείνες όπου η (δραστική ενίοτε) μείωση των πραγματικών ποινών διά των θεσμών επιεικείας συνδυάστηκε με μια τιμωρητική ρητορεία ή και τιμωρητική πολιτική (π.χ. φυλακές τύπου Γ, αυξήσεις ποινών για επιμέρους εγκλήματα). Μπορεί όμως ακόμη να ανιχνευθεί στην προτίμηση που κατά κανόνα επέδειξε ο έλληνας νομοθέτης υπέρ των έμμεσων τρόπων μείωσης των (πράγματι εκτιόμενων) ποινών έναντι άμεσων παρεμβάσεων στο ύψος των απειλούμενων ποινών. Ενδείξεις μιας τέτοιας προτίμησης αποτελούν π.χ. η επανειλημμένη αναβολή προώθησης στη Βουλή προς ψήφιση έτοιμων σχεδίων ενός νέου ΠΚ και η σύσταση κάθε φορά νέων επιτροπών ή η ευρεία αντικατάσταση των μελών της[5]. Τα κίνητρα των σχετικών επιλογών μπορεί βεβαίως να είναι διαφορετικά ή περισσότερο σύνθετα από εκείνο της αποφυγής μείωσης των ποινών, την οποία προέκριναν όλες οι συσταθείσες επιτροπές αναθεώρησης του ΠΚ. Ωστόσο η διαχρονική κατά την υπό εξέταση περίοδο μη προώθηση στη Βουλή των σχεδίων ενός νέου ΠΚ υποδηλώνει, ιδωμένη συνολικά, μια έντονη δυστοκία και απροθυμία της πολιτικής εξουσίας να παρέμβει στο ύψος των απειλούμενων ποινών παρά την ετοιμότητα που σταθερά επιδεικνύει να προβεί σε όλο και πιο εκτεταμένες μειώσεις των πραγματικών ποινών.
     Παρά τις υπαρκτές και σημαντικές διαφορές ως προς τα κίνητρα και τις επιδιώξεις των συμμετεχόντων στη διαμόρφωση της νομοθετικής πολιτικής για τις ποινές, αξιοσημείωτη είναι η συμφωνία τους όσον αφορά τη σκοπιμότητα ή και αναγκαιότητα συνέχισης της πρακτικής έμμεσων μειώσεων των ποινών διά της ευρείας χρήσης των θεσμών ελαστικότητας. Μια λεπτομερής καταγραφή των πρακτικών αυτών, ιδίως δε της εξέλιξης τους στο χρόνο, σε συνδυασμό με την ανάλυση της ratio τους μας επιτρέπει, όπως θα επιχειρήσω να δείξω αμέσως παρακάτω, να τις αντιληφθούμε συνολικά ως μια «στρατηγική» και δη ως την κύρια στρατηγική που αναπτύχθηκε μέσα από τη συνεργασία εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας για την ποινική αντιμετώπιση των δραστών.
3. Η στρατηγική έμμεσης μείωσης των ποινών
     Η σταθερή πρακτική των έμμεσων μειώσεων των ποινών που ακολουθήθηκε δεν πληροί τις προϋποθέσεις της στρατηγικής σύμφωνα με τον τρόπο με τον οποίο συνήθως αντιλαμβανόμαστε την έννοια αυτή. Ο όρος στρατηγική παραπέμπει παραδοσιακά κατ’ ελάχιστο «σε ένα σχέδιο - μια συνειδητή και σκόπιμη ενέργεια, μια κατευθυντήρια γραμμή (ή ένα σύνολο κατευθυντήριων γραμμών) για την αντιμετώπιση μιας κατάστασης»[6]. Ουσιώδη χαρακτηριστικά της στρατηγικής σύμφωνα με τον παραδοσιακό ορισμό της είναι επομένως η διαμόρφωσή της πριν από τις ενέργειες οι οποίες την υλοποιούν καθώς και η συνειδητή και σκόπιμη ανάπτυξή της[7]. Τούτα δεν φαίνεται να ισχύουν στην περίπτωση της στρατηγικής έμμεσης μείωσης των ποινών. Όμως, όπως ευρέως πλέον σήμερα αναγνωρίζεται, ο ορισμός της στρατηγικής «ως σχεδίου» δεν επαρκεί για να καλύψει τον πολυδιάστατο και σύνθετο χαρακτήρα της έννοιας και την ποικιλία των τρόπων με τους οποίους σιωπηρά επίσης την αντιλαμβάνονται πολλοί. Τον ορισμό της στρατηγικής ως σχεδίου έχει ως εκ τούτου συμπληρώσει ένας εκ των επιφανέστερων σύγχρονων θεωρητικών της στρατηγικής διαχείρισης και της θεωρίας των οργανώσεων, ο Henry Mintzberg, με τις ακόλουθες τέσσερις εκδοχές: στρατηγική ως μοτίβο (strategy as pattern), στρατηγική ως τέχνασμα (strategy as ploy), στρατηγική ως θέση του οργανισμού σε σχέση με το περιβάλλον του (strategy as position) και στρατηγική ως αντίληψη η κουλτούρα (strategy as perspective)[8]. Οι τέσσερις αυτοί συνολικά, ενίοτε ανταγωνιστικοί αλλά κατά κανόνα συμπληρωματικοί μεταξύ τους, ορισμοί παρέχουν, κατά την εκτίμηση μου, ένα ιδιαίτερα χρήσιμο εργαλείο για την εννοιολογική σύλληψη και ανάλυση της στρατηγικής έμμεσων μειώσεων των ποινών[9].