Ø ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ
- Η νομοτεχνική πρακτική της υφ’
όρων παραγραφής αδικημάτων και της παραγραφής και μη εκτέλεσης ποινών υφ’ όρων,
ιστορικά πρωτοεμφανίζεται στην Ελλάδα με τους ΑΝ 1504/1950, 1623/1951,
2057/1957 και 2058/1957, οι οποίοι αποτέλεσαν μέρος του σχεδίου «αποκατάστασης εσωτερικής ομαλότητας και
αποκατάστασης εσωτερικής γαλήνης και λήθης του παρελθόντος», ως αναφέρει η
εισηγητική τους έκθεση, δεδομένου ότι η χώρα προσπαθούσε να εξέλθει από την
δύνη του εμφυλίου πολέμου.
Το έτος 1964 επ’ ευκαιρία των
γάμων του Βασιλέως Κωνσταντίνου, η κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου νομοθετεί
αντιστοίχως ευεργετικά μέτρα υπέρ των ελαφροποίνων καταδίκων, «επί σοβαρού πολιτειακού γεγονότος», ως
αναφέρει το σχετικό νομοθέτημα.
Η δικτατορία του Γεωργίου
Παπαδόπουλου, με τα Ν.Δ. 379/1968 και 381/1969 ακολουθεί την ίδια πρακτική,
χωρίς βέβαια να υπάρχουν αιτιολογικές εκθέσεις στα αντίστοιχα νομοθετήματα.
Tο έτος 1982 με τον Ν.1240/1982 η τότε
κυβέρνηση νομοθετεί την υφ’ όρον παραγραφή και την παύση της ποινικής δίωξης με
διατάξεις που ομοιάζουν με αυτές των νομοθετημάτων που ακολούθησαν από το έτος
2005 και εντεύθεν.
Τo έτος 1999 με τον Ν.2721/1999 εξαλείφθηκε το
αξιόποινο των άρθρων 290, 291 και 292Π.Κ. (εγκλήματα κατά της ασφάλειας των
συγκοινωνιών) και έπαυσε η ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί πριν το
Μάρτιο του έτους 1997, κατά την διάρκεια των τότε αγροτικών
κινητοποιήσεων.
Μετά το έτος 2005 ακολούθησαν οι
Ν.3346/2005, Ν.4043/2012, 4198/2013 και ο πιο πρόσφατος 4411/2016, όπου σχεδόν
πανομοιότυπα ως προς την νομοτεχνική τους μορφή, παρέγραψαν υφ’ όρον αδικήματα,
έπαυσαν την ποινική δίωξη γι’ αυτά και παρέγραψαν υφ’ όρον τις καταγνωσθείσες
ποινές.
Κριτήριο
του νομοθέτη το ύψος της επαπειλούμενης ποινής (π.χ έως δύο
έτη φυλάκιση), ο χρόνος τέλεσης (π.χ έως την 31.03.2016), το ύψος της
καταγνωσθείσας ποινής (π.χ. ποινές διάρκειας μέχρι έξι μηνών) σωρευτικά
με την προϋπόθεση ότι οι καταδικαστικές αποφάσεις δεν έχουν καταστεί
αμετάκλητες και δεν έχουν εκτιθεί με οποιονδήποτε τρόπο.
Ø ΦΥΣΗ ΝΟΜΟΘΕΤΗΜΑΤΟΣ
- Η φύση των νομοθετημάτων αυτών
δύναται να κριθεί αμφιλεγόμενη, δεδομένου ότι η παραγραφή ως θεσμός του
Ποινικού Δικαίου συνδέεται αμιγώς με τον χρόνο που έχει παρέλθει από την
διάπραξη ενός αδικήματος, βάσει του οποίου ο νομοθέτης κρίνει ότι αμβλύνεται η
ανάγκη της γενικής και ειδικής πρόληψης. (άρθρο 111 Π.Κ)
Tα εν λόγω νομοθετήματα προσιδιάζουν με την
αμνηστία διότι εξαλείφουν το αξιόποινο έστω και με όρους. Όμως η αμνηστία
αφενός δεν παρέχεται επί κοινών εγκλημάτων μετά την τροποποίηση του Συντάγματος
(1975) (άρθρο 47 παρ. 4), αφετέρου ορθώς παρατηρείται ( από ποιον) ότι η υφ’ όρον παραγραφή τυπικά θίγει την
ποινική μεταχείριση και δεν αμνηστεύει το έγκλημα.
Ø ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ-ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΑΔΙΕΞΟΔΑ
- Ο δικαιολογητικός λόγος σύμφωνα
με τον νομοθέτη της ψήφισης των συγκεκριμένων νομοθετημάτων, είναι η επιτάχυνση
της απονομής δικαιοσύνης και η αποσυμφόρηση των πινακίων των ποινικών
δικαστηρίων, που ως αποδεικνύεται γίνεται κατά τρόπο νομικά παράδοξο και τούτο
διότι η επιβάρυνση του ποινικού συστήματος, προεχόντως οφείλεται στην τάση του
ιδίου του νομοθέτη να ποινικοποιεί ακατάσχετα ευκαιριακά και συστηματικά
απαράσκευα συμπεριφορές.
Στην πραγματικότητα ο νομοθέτης
με τα συγκεκριμένα νομοθετήματα άσκησε συγκυριακή πολιτική προκειμένου ν’
απαλλάξει τον Έλληνα Δικαστή από την εκδίκαση των πταισμάτων και των
πλημμελημάτων που ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής των νόμων της υφ’ όρον
παραγραφής, παραβιάζοντας ευθέως την αρχή της νομιμότητας και της ασφάλειας του
δικαίου.
Τούτο γίνεται απόλυτα κατανοητό,
εάν για παράδειγμα αναλογιστούμε ότι σύμφωνα με τον άρθρο 8 του Ν.4411/2016,
κάποιος που τέλεσε το αδίκημα της δυσφήμισης 362Π.Κ. (ουχί της δυσφήμισης δια
του τύπου για την οποία προβλέπεται ρητά εξαίρεση), όπου ο νόμος προβλέπει
ποινή φυλάκισης έως δύο έτη ή χρηματική ποινή, έως την 31.03.2016, το αξιόποινο
εξαλείφεται και παύει η εις βάρος του ποινική δίωξη. Αντιστοίχως εάν κάποιος
άλλος τέλεσε το ίδιο αδίκημα την 01.04.2016 η πράξη του είναι αξιόποινη και
ασκείται ποινική δίωξη κατ’ αυτού. Αυτό το νομικά παράδοξο εφεύρημα του Έλληνα
νομοθέτη, ο οποίος φαίνεται να έχει
διεθνώς πρωτοτυπήσει, ευρίσκεται στον αντίποδα των αρχών της νομιμότητας και
της δίκαιης δίκης.
Εδώ τίθενται κάποια εύλογα
ερωτήματα: Πως είναι δυνατόν ο πολίτης να αισθάνεται ασφάλεια δικαίου, όταν
ευκαιριακά ο νομοθέτης «αμνηστεύει» ποινικούς παραβάτες με μοναδικό σκοπό την
αποσυμφόρηση των πινακίων των δικαστηρίων και μόνον.
Πως ο ίδιος ο Δικαστής θα
αισθανθεί ότι υπηρετεί την ασφάλεια δικαίου, όταν την μια στιγμή καταδικάζει
ποινικούς παραβάτες και την άλλη παραγράφει υφ’ όρον άλλους για τις ίδιες
ποινικώς κολάσιμες πράξεις.
Πως ακόμα περισσότερο, το θύμα θα
προσφύγει στην δικαιοσύνη και θα ζητήσει έννομη προστασία όταν γνωρίζει ότι με την τηρούμενη, με ιδιαίτερη συχνότητα
νομοθετική πρακτική, ο ποινικός παραβάτης θα μείνει ή ενδέχεται να μείνει
ατιμώρητος. Για ποιο λόγο επί παραδείγματι να μην «ανεχθεί» το θύμα την
εξύβριση εις βάρος του, όταν βάσιμα πιθανολογεί ότι ο νομοθέτης δεν θα
τιμωρήσει ποτέ το παραβάτη, αντιθέτως θα τον «επιβραβεύσει» για την άδικη
συμπεριφορά του, με μοναδικό όρο εντός
διετίας να μην καταδικασθεί αμετάκλητα σε ποινή στερητική της ελευθερίας έξι
(6) μηνών. Τελικά πόσο σημασία στο συγκεκριμένο παράδειγμα έχει για τον
Έλληνα νομοθέτη η τιμή του συγκεκριμένου πολίτη ως προστατευόμενο έννομο αγαθό.
Τι ακριβώς θα απαντήσει ο
νομοθέτης στον Έλληνα γονιό του οποίου το ανήλικο τέκνο υπήρξε θύμα προσβολής
της γενετήσιας αξιοπρέπειάς του, πολύ δε περισσότερο στο ίδιο το ανήλικο θύμα
το οποίο θα ρωτήσει τον δικηγόρο ή/και τον δικαστή: «δηλαδή ο δράστης δεν θα τιμωρηθεί;» Τότε, είναι αδύνατον να το
κοιτάξεις κατάματα και να απαντήσεις «δυστυχώς,
έτσι λέει ο νόμος». Η μήπως η
πρόβλεψη εξαιρέσεως του συγκεκριμένου αδικήματος στον Ν.4411/2016, θεραπεύει το
παράλογο; Η απάντηση είναι σαφώς αρνητική όταν σκεφτεί κανείς ότι στα
προηγηθέντα όμοια νομοθετήματα δεν υπήρχε αντίστοιχη πρόβλεψη, γεγονός που
αποδεικνύει ότι τα συγκεκριμένα νομοθετήματα
προσβάλλουν την έννοια του ουσιαστικού ποινικού δικαίου και κατά
συνέπεια συνιστούν άρνηση δίκαιης
μεταχείρισης.
