Αντικείμενο της μελέτης[*] είναι η Στρατηγική Έμμεσης Μείωσης των Ποινών (ΣΕΜΠ), όρος με τον οποίο περιγράφεται ο ιδιαίτερος τρόπος χρήσης από τη νομοθετική κι εκτελεστική εξουσία μιας σειράς θεσμών ελαστικότητας του Ποινικού Κώδικα και του Σωφρονιστικού Κώδικα προς το σκοπό της αντιμετώπισης του υπερπληθυσμού των ελληνικών φυλακών. Η μελέτη καταγράφει και αναλύει την εν λόγω στρατηγική και τη ratio της, καθώς και τους λόγους προσκόλλησης νομοθέτη και διοίκησης σε αυτήν κατά την τελευταία τουλάχιστον εικοσιπενταετία «ανεξάρτητα συχνά ή και εις πείσμα προθέσεων (που έμειναν απραγματοποίητες)». Διερευνά ακόμη τις συνέπειες της στρατηγικής αυτής όσον αφορά τη μείωση των αριθμού των κρατουμένων αλλά και σε σχέση με βασικούς σκοπούς και αρχές του συστήματος ποινών και του Ποινικού Δικαίου γενικότερα. Η στρατηγική έμμεσης μείωσης των ποινών έχει επιφέρει σοβαρές μακροπρόθεσμες στρεβλώσεις στο σύστημα ποινών, αθροιστικό αποτέλεσμα των οποίων είναι και η δημιουργία ενός, παράλληλου προς τις (ήδη εμβαλωματικές) ρυθμίσεις του ΠΚ, πλέγματος μεταβατικών διατάξεων, χωρίς τις οποίες το σωφρονιστικό σύστημα δεν μπορεί πλέον να λειτουργήσει ούτε στοιχειωδώς ομαλά. Η, χαμηλών προδιαγραφών, διαχειριστική αυτή στρατηγική έχει έτσι καταστεί τελικώς αδιέξοδη και αντιπαραγωγική. Η αλλαγή παραδείγματος είναι κατά συνέπεια αναπόδραστη και επιπλέον επιτακτική τόσο για πραγματιστικούς όσο και για αυτονόητους δεοντολογικούς λόγους.
1. Εισαγωγή
Η νομοθετική πολιτική για τις ποινές κατά την τελευταία 25ετία κινείται σε δύο αντίθετες κατευθύνσεις. Η πρώτη κατεύθυνση είναι αυτή της ενίσχυσης της τιμωρητικότητας των ποινών σε επιλεγμένα πεδία αλλά και της διατήρησης του υψηλού (σε σύγκριση με τις δυτικοευρωπαϊκές χώρες) επιπέδου της εν γένει τιμωρητικότητας των απειλούμενων ποινών[1] παρά τις αντίθετες εισηγήσεις διαδοχικών επιτροπών αναθεώρησης του ΠΚ που ο ίδιος ο νομοθέτης έχει συστήσει[2]. Η δεύτερη κατεύθυνση είναι αυτή της εκτεταμένης χρήσης – και κατάχρησης εν τέλει από τον νομοθέτη – των θεσμών του ΠΚ και του ΣΚ, οι οποίοι μειώνουν αυτήν την ίδια την τιμωρητικότητα των νομοθετικά απειλούμενων κι επιβαλλόμενων από τα δικαστήρια ποινών, δηλαδή ιδίως της μετατροπής και της αναστολής, της ύφ’ όρον απόλυσης και του ευεργετικού υπολογισμού. Αντικείμενο του άρθρου είναι η ανάλυση της δεύτερης αυτής κατεύθυνσης του ποινικού νομοθέτη, της «στρατηγικής», δηλαδή, «έμμεσης μείωσης των ποινών» (ΣΕΜΠ). Οι εν λόγω θεσμοί αποτελούν εκφάνσεις της ελαστικότητας της ποινής υπέρ του καταδικασθέντος στο στάδιο της επιμέτρησης ή της εκτέλεσης αυτής[3]. Ωστόσο, κατά την υπό διερεύνηση περίοδο, οι συγκεκριμένοι θεσμοί ελαστικότητας χρησιμοποιήθηκαν από το νομοθέτη πρωτευόντως ή αποκλειστικά ως διαχειριστικά εργαλεία για τον περιορισμό του αριθμού των εισερχομένων στις φυλακές και τη μείωση της διάρκειας των ποινών τους. Με δεδομένη την εναλλακτική δυνατότητα του νομοθέτη να πετύχει, εν πολλοίς τουλάχιστον, το στόχο αυτόν με τον πιο ορθόδοξο τρόπο της ευθείας παρέμβασης στο είδος και ύψος των απειλούμενων ποινών οι εν λόγω θεσμοί αναφέρονται στο κείμενο αυτό εξ αντιδιαστολής και ως «θεσμοί έμμεσης μείωσης των ποινών». Στις σελίδες που ακολουθούν θα διερευνηθεί αρχικά σε ένα γενικό επίπεδο η σχέση μεταξύ της εν λόγω στρατηγικής και της τιμωρητικότητας του ποινικού νομοθέτη, ζήτημα που διατρέχει πάντως το άρθρο στο σύνολο του. Θα ακολουθήσει η καταγραφή και η ανάλυση της ΣΕΜΠ ως «μοτίβου» στις αλλεπάλληλες νομοθετικές τροποποιήσεις των θεσμών ελαστικότητας και τις σχετιζόμενες με αυτούς ενέργειες της διοίκησης. Θα διερευνηθούν οι λόγοι της σταθερής και μακρόχρονης προσκόλλησης της νομοθετικής κι εκτελεστικής εξουσίας σε αυτήν, εστιάζοντας αρχικά στα χαρακτηριστικά και την οξύτητα της κρίσης του Σωφρονιστικού Συστήματος και στη συνέχεια στη φύση της πολιτικής που ακολουθήθηκε για την αντιμετώπιση της κρίσης (η οποία και προσέδωσε στη ΣΕΜΠ τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της) καθώς και στα συγκριτικά πλεονεκτήματα της ΣΕΜΠ για τον νομοθέτη και τη διοίκηση έναντι εναλλακτικών αυτής πολιτικών. Θα επιχειρηθεί τέλος μια αποτίμηση της εν λόγω στρατηγικής όσον αφορά τόσο την αποτελεσματικότητά της στο πεδίο μείωσης του αριθμού κρατουμένων και αντιμετώπισης του υπερπληθυσμού των φυλακών όσο και την (σωρευτική) επίδρασή της στην καθόλου λειτουργία του ισχύοντος συστήματος ποινών και στο αξιολογικό του υπόβαθρο. Το άρθρο καταλήγει σε μια αρνητική συνολικά αποτίμηση της ΣΕΜΠ, η οποία δεν αφορά την καταρχήν ορθότητα και σκοπιμότητα της αξιοποίησης των θεσμών ελαστικότητας (και) για τη μείωση του αριθμού κρατουμένων αλλά τον καταχρηστικό, κοντόφθαλμο και ελλειμματικό τρόπο νομοθέτησης κι εφαρμογής τους στα πλαίσια της ελληνικής έννομης τάξης.
2. Τιμωρητικότητα και στρατηγική έμμεσης μείωσης των ποινών. Διπολικότητα ή διγλωσσία;
Κεντρικό επιχείρημα του άρθρου είναι ότι ο σχιζοειδής χαρακτήρας της ποινικής πολιτικής (συνύπαρξη κι εναλλαγή τιμωρητικών τάσεων με μια κατά πολύ ηπιότερη διαχειριστική προσέγγιση) υπηρετεί παράλληλα δύο κύριες λειτουργίες : πρώτον, τη, διά της χρήσης των θεσμών ελαστικότητας, προσωρινή έστω αποφόρτιση του σωφρονιστικού συστήματος και δεύτερον, τη συντήρηση και προβολή μιας πολιτικά αποδεκτής εικόνας για το ρόλο του κράτους στο πεδίο αντιμετώπισης της εγκληματικότητας – της εικόνας δηλαδή ενός κράτους που αντιδρά σθεναρά και αποφασιστικά στην εγκληματικότητα και τους δράστες της και το οποίο δεν υπαναχωρεί σε ζητήματα που άπτονται της φυσικής ή οικονομικής ασφάλειας των πολιτών, παρά τις όποιες αντίξοες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, ίσως και ιδίως ενόψει αυτών. Αναλόγως της υφιστάμενης σχέσης μεταξύ των δύο παραπάνω λειτουργιών η εκ πρώτης όψεως αντιφατικότητα της ποινικής πολιτικής μπορεί μεταφορικά να χαρακτηριστεί ως διπολικότητα ή ως διγλωσσία. Διπολικότητα υπάρχει όταν η ποινική πολιτική ενσωματώνει, ταυτόχρονα ή διαδοχικά, δύο αυτόνομες κι ανταγωνιστικές μεταξύ τους τάσεις, δηλαδή εν προκειμένω αυτήν της κλιμάκωσης κι αυτήν της αποκλιμάκωσης της ποινικής αντίδρασης στο έγκλημα, στο βαθμό που έκαστη εξ αυτών εκπροσωπεί μια διακριτή πολιτικοϊδεoλογική θέση. Η διπολικότητα της ποινικής πολιτικής εκφράζεται επομένως μέσω των αντικρουόμενων επιλογών διαφορετικών ατόμων, φορέων ή κυβερνήσεων που συμμετέχουν καθοριστικά στη διαμόρφωση της.
Διγλωσσία της ποινικής πολιτικής υπάρχει αντίθετα όταν το ίδιο άτομο, φορέας ή κυβέρνηση, χρησιμοποιεί δύο διαφορετικές αλλά αλληλένδετες ποικιλίες μιας γλώσσας η μία των οποίων θεωρείται υψηλού γοήτρου και η άλλη χαμηλού γοήτρου. Η υψηλού γοήτρου, επίσημη, γλώσσα επιτελεί εν προκειμένω μια συμβολική κι επικοινωνιακή λειτουργία: εκφράζει τη σταθερή κι αδιαπραγμάτευτη στάση του «κυρίαρχου κράτους» απέναντι στις παραβιάσεις βασικών αξιών του (φυσική και οικονομική ασφάλεια των πολιτών, διασφάλιση νόμου και τάξης ή άλλων σημαντικών για κάθε κυβέρνηση αξιολογικών προταγμάτων). Η χαμηλού γοήτρου γλώσσα υπηρετεί αντίστοιχα τις ανάγκες διαχείρισης των καθημερινών προβλημάτων της λειτουργίας του ΣΠΔ (υπερφορτωμένες φυλακές και ανεπαρκής στελέχωση αυτών, κίνδυνοι εξεγέρσεων κλπ). Η χαμηλού γοήτρου γλώσσα τείνει να εκφέρεται χαμηλόφωνα και συχνά με μια αίσθηση αμηχανίας καθώς αφορά το πρακτικά αναγκαίο, το οποίο διαφέρει ή και συγκρούεται με το επιθυμητό ή το αξιολογικά δέον.
Η πολιτική του έλληνα ποινικού νομοθέτη εμφανίζει χαρακτηριστικά τόσο διπολικότητας όσο και, ιδίως, διγλωσσίας. Λαμβάνοντας ως δεδομένη την ύπαρξη του ενός από τα δύο άκρα του διπόλου, δηλαδή των (καταγεγραμμένων) τιμωρητικών τάσεων του έλληνα νομοθέτη στο διάστημα 1990-2015[4], η διπολικότητα της ποινικής πολιτικής μπορεί να ανιχνευθεί στις περιπτώσεις εκείνες όπου η νομοθετική διεύρυνση της χρήσης των θεσμών ελαστικότητας του ΠΚ και ΣΚ εξέφρασε μια ανταγωνιστική προς την τιμωρητική μάλλον παρά μια υποτελή προς αυτήν προσέγγιση. Τέτοιες είναι ιδίως οι περιπτώσεις όπου η αποκλιμάκωση των ποινών επιδιώχθηκε όχι μόνον εμμέσως διά παρεμβάσεων στη βαρύτητα των πράγματι εκτιόμενων ποινών αλλά και ευθέως διά της μείωσης των απειλούμενων ποινών για επί μέρους εγκλήματα (π.χ. ν.4139/2013 περί εξαρτησιογόνων ουσιών) ή και για ευρείες κατηγορίες εγκλημάτων (σύσταση αναθεωρητικών του ΠΚ επιτροπών ή και προσπάθειες για προώθηση προς ψήφιση έτοιμων σχεδίων ενός νέου ΠΚ με στόχο, μεταξύ άλλων, τη συντεταγμένη και μακροπρόθεσμη μείωση των ποινών). Η διπολικότητα της ποινικής πολιτικής μπορεί γενικότερα να ανιχνευθεί στις περιπτώσεις εκείνες όπου η επέκταση της χρήσης των θεσμών ελαστικότητας δικαιολογήθηκε ως μέρος μιας ευρύτερης – αναγκαίας αλλά και «ορθής» - πολιτικής αποκλιμάκωσης των ποινών εν γένει.
Η διγλωσσία στα πλαίσια της ποινικής πολιτικής μπορεί αντίστοιχα να ανιχνευθεί κατ’ αρχάς στις περιπτώσεις εκείνες όπου η (δραστική ενίοτε) μείωση των πραγματικών ποινών διά των θεσμών επιεικείας συνδυάστηκε με μια τιμωρητική ρητορεία ή και τιμωρητική πολιτική (π.χ. φυλακές τύπου Γ, αυξήσεις ποινών για επιμέρους εγκλήματα). Μπορεί όμως ακόμη να ανιχνευθεί στην προτίμηση που κατά κανόνα επέδειξε ο έλληνας νομοθέτης υπέρ των έμμεσων τρόπων μείωσης των (πράγματι εκτιόμενων) ποινών έναντι άμεσων παρεμβάσεων στο ύψος των απειλούμενων ποινών. Ενδείξεις μιας τέτοιας προτίμησης αποτελούν π.χ. η επανειλημμένη αναβολή προώθησης στη Βουλή προς ψήφιση έτοιμων σχεδίων ενός νέου ΠΚ και η σύσταση κάθε φορά νέων επιτροπών ή η ευρεία αντικατάσταση των μελών της[5]. Τα κίνητρα των σχετικών επιλογών μπορεί βεβαίως να είναι διαφορετικά ή περισσότερο σύνθετα από εκείνο της αποφυγής μείωσης των ποινών, την οποία προέκριναν όλες οι συσταθείσες επιτροπές αναθεώρησης του ΠΚ. Ωστόσο η διαχρονική κατά την υπό εξέταση περίοδο μη προώθηση στη Βουλή των σχεδίων ενός νέου ΠΚ υποδηλώνει, ιδωμένη συνολικά, μια έντονη δυστοκία και απροθυμία της πολιτικής εξουσίας να παρέμβει στο ύψος των απειλούμενων ποινών παρά την ετοιμότητα που σταθερά επιδεικνύει να προβεί σε όλο και πιο εκτεταμένες μειώσεις των πραγματικών ποινών.
Παρά τις υπαρκτές και σημαντικές διαφορές ως προς τα κίνητρα και τις επιδιώξεις των συμμετεχόντων στη διαμόρφωση της νομοθετικής πολιτικής για τις ποινές, αξιοσημείωτη είναι η συμφωνία τους όσον αφορά τη σκοπιμότητα ή και αναγκαιότητα συνέχισης της πρακτικής έμμεσων μειώσεων των ποινών διά της ευρείας χρήσης των θεσμών ελαστικότητας. Μια λεπτομερής καταγραφή των πρακτικών αυτών, ιδίως δε της εξέλιξης τους στο χρόνο, σε συνδυασμό με την ανάλυση της ratio τους μας επιτρέπει, όπως θα επιχειρήσω να δείξω αμέσως παρακάτω, να τις αντιληφθούμε συνολικά ως μια «στρατηγική» και δη ως την κύρια στρατηγική που αναπτύχθηκε μέσα από τη συνεργασία εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας για την ποινική αντιμετώπιση των δραστών.
3. Η στρατηγική έμμεσης μείωσης των ποινών
Η σταθερή πρακτική των έμμεσων μειώσεων των ποινών που ακολουθήθηκε δεν πληροί τις προϋποθέσεις της στρατηγικής σύμφωνα με τον τρόπο με τον οποίο συνήθως αντιλαμβανόμαστε την έννοια αυτή. Ο όρος στρατηγική παραπέμπει παραδοσιακά κατ’ ελάχιστο «σε ένα σχέδιο - μια συνειδητή και σκόπιμη ενέργεια, μια κατευθυντήρια γραμμή (ή ένα σύνολο κατευθυντήριων γραμμών) για την αντιμετώπιση μιας κατάστασης»[6]. Ουσιώδη χαρακτηριστικά της στρατηγικής σύμφωνα με τον παραδοσιακό ορισμό της είναι επομένως η διαμόρφωσή της πριν από τις ενέργειες οι οποίες την υλοποιούν καθώς και η συνειδητή και σκόπιμη ανάπτυξή της[7]. Τούτα δεν φαίνεται να ισχύουν στην περίπτωση της στρατηγικής έμμεσης μείωσης των ποινών. Όμως, όπως ευρέως πλέον σήμερα αναγνωρίζεται, ο ορισμός της στρατηγικής «ως σχεδίου» δεν επαρκεί για να καλύψει τον πολυδιάστατο και σύνθετο χαρακτήρα της έννοιας και την ποικιλία των τρόπων με τους οποίους σιωπηρά επίσης την αντιλαμβάνονται πολλοί. Τον ορισμό της στρατηγικής ως σχεδίου έχει ως εκ τούτου συμπληρώσει ένας εκ των επιφανέστερων σύγχρονων θεωρητικών της στρατηγικής διαχείρισης και της θεωρίας των οργανώσεων, ο Henry Mintzberg, με τις ακόλουθες τέσσερις εκδοχές: στρατηγική ως μοτίβο (strategy as pattern), στρατηγική ως τέχνασμα (strategy as ploy), στρατηγική ως θέση του οργανισμού σε σχέση με το περιβάλλον του (strategy as position) και στρατηγική ως αντίληψη η κουλτούρα (strategy as perspective)[8]. Οι τέσσερις αυτοί συνολικά, ενίοτε ανταγωνιστικοί αλλά κατά κανόνα συμπληρωματικοί μεταξύ τους, ορισμοί παρέχουν, κατά την εκτίμηση μου, ένα ιδιαίτερα χρήσιμο εργαλείο για την εννοιολογική σύλληψη και ανάλυση της στρατηγικής έμμεσων μειώσεων των ποινών[9].

