Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #αναστολή εκτέλεσης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #αναστολή εκτέλεσης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2018

ΑΠ 59/2018: Χωρεί αναστολή εκτέλεσης και της ποινής κράτησης




ΑΡΙΘΜΟΣ 59/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Μαρία Γκανιάτσου και Γρηγόριο Κουτσοκώστα-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλικής Θεοδώρου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Σ. Σ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ξανθίππη Μωυσίδου, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθμ. 3846/2017 αποφάσεως του Πταισματοδικείου Θεσσαλονίκης.
Το Πταισματοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Μαΐου 2017 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...2017.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης μόνο κατά τη διάταξη μετατροπής ποινής και να απορριφθεί κατά τα λοιπά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 εδ. β’ του ΚΠοινΔ, "Αναίρεση κατά των αποφάσεων του πταισματοδικείου επιτρέπεται μόνο για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’, Γ’, Ε’, ΣΤ’ και Η’ ". Επομένως, ο προβλεπόμενος από τη διάταξη της παρ. 1 στοιχ. Δ’ του τελευταίου άρθρου (510 Κ.Ποιν.Δ.) λόγος αναίρεσης, δηλαδή η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, δεν παρέχει δικαίωμα προσβολής με αίτηση αναίρεσης των αποφάσεων των πταισματοδικείων, τυχόν δε προβαλλόμενος (κατ’ απόφασης πταισματοδικείου), απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Η ρύθμιση αυτή, κατά την οποία είναι ανεπίτρεπτη η άσκηση αίτησης αναίρεσης κατ’ απόφασης πταισματοδικείου για έλλειψη αιτιολογίας, δεν είναι αντίθετη με τη διάταξη του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος και μετά την τελευταία (κατά το έτος 2001) αναθεώρησή του, αφού η θέσπιση περιορισμών στην άσκηση των ένδικων μέσων είναι επιτρεπτή. Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της απόφασης 3846/25-4-2017 του Πταισματοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη κηρύχθηκε ένοχη για την αξιόποινη πράξη (πταίσμα) της παράβασης του άρθρου 45 παρ. 4 εδ. β’ του Ν. 2696/1999 και ειδικότερα για το ότι στον ... στις 23-5-2016 και περί ώρα 09.55’ καταλήφθηκε να οδηγεί το ιδιωτικής χρήσης επιβατικό αυτοκίνητο ... και να συμπεριφέρεται με λόγια υβριστικά προς το όργανο της Τροχαίας Κίνησης, που εκτελούσε υπηρεσία, λέγοντας σ’ αυτό "γι’ αυτό σας λένε μπάτσους παλιομαλάκα". 
Για την πράξη αυτή επιβλήθηκε στην αναιρεσείουσα ποινή κράτησης δέκα (10) ημερών και ποινή προστίμου διακοσίων (200) ευρώ και, συνεπώς, εφόσον, κατά τη διάταξη του άρθρου 489 παρ. 1 περ. α’ του ΚΠοινΔ, η απόφαση αυτή, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση, υπόκειται, κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 εδ. α’ του ίδιου Κώδικα, σε αίτηση αναίρεσης. Με τους λόγους αναίρεσης, που αναφέρονται με τα στοιχεία Α1Ι, Α1 ΙΙ (από προφανή παραδρομή αναφέρεται ως Α1Ι), Α1 ΙΙΙ, Α2 ΙΙ (ως προς το δεύτερο σκέλος του) και Β1 (ως προς το πρώτο σκέλος του) στην από 15-5-2017, με αρ. πρωτ. .../16-5-2017, έκθεση αναίρεσης, προβάλλεται από την αναιρεσείουσα ο προβλεπόμενος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ, λόγος αναίρεσης, ήτοι η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (ως προς το περί ενοχής σκεπτικό οι τρεις πρώτες αιτιάσεις, ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού περί αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. β’ του ΠΚ η τέταρτη και ως προς τη μη αναστολή της έκτισης της ποινής κράτησης η πέμπτη αιτίαση). Σύμφωνα, όμως, με όσα αναφέρονται στην αρχή της σκέψης αυτής, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, και, συνεπώς, απορριπτέοι, διότι δεν περιλαμβάνονται στους περιοριστικώς αναφερόμενους, στη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 εδ. β’ του ΚΠοινΔ, λόγους προσβολής με αίτηση αναίρεσης των αποφάσεων των πταισματοδικείων.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, επιφέρει, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ’ του ίδιου Κώδικα, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α’ του ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, διότι στερείται, έτσι, ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 του ΚΠοινΔ), εκτός αν τα έγγραφα αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα. Στα πρακτικά της απόφασης δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε ο συντάκτης αυτού ούτε και ο χρόνος σύνταξής τους, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκείνα, από τα οποία προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώστηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το συγκεκριμένο έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του εγγράφου, υπάρχει η ίδια ως άνω ακυρότητα. 

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, μεταξύ των εγγράφων, τα οποία μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο και τα οποία έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής της αναιρεσείουσας, περιλαμβάνεται και το έγγραφο με προσδιοριστική της ταυτότητάς του ένδειξη "η από 10-6-2006 έκθεση Αρχής". Με την αναφορά αυτή, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητα του εν λόγω εγγράφου και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού του (ονόματος συντάκτη, τίτλου αρχής, αντικειμένου κλπ), αφού, με την ανάγνωσή του, κατέστη αυτό γνωστό και κατά το περιεχόμενό του στην αναιρεσείουσα και έτσι αυτή, η οποία, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, δεν προέβαλε καμία αντίρρηση για την ανάγνωση του εγγράφου αυτού, είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό του, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται αυτό στα πρακτικά της δίκης, ενόψει και του ότι δεν δημιουργείται αμφιβολία για το αναλλοίωτο της ταυτότητάς του. Έτσι, ορθώς το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το εν λόγω έγγραφο και δεν επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Κατά συνέπεια, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης Α2Ι, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, συνισταμένη στο ότι δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα του ως άνω εγγράφου, είναι αβάσιμος και, συνεπώς, απορριπτέος.

Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2017

ΜΠρΠειρ 229/2016 : "Περιορισμός της δυνατότητας αναστολής εκτέλεσης βάσει επιταγής συνταχθείσας μετά την 1.1.2016"


(...) Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 937 ΚΠολΔ, όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίηση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας με τον ν. 4335/2016 και εφαρμόζεται ως προς τις διατάξεις του για την αναγκαστική εκτέλεση όταν η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση διενεργήθηκε μετά τις 1.1.2016, στις δίκες τις σχετικές με την εκτέλεση: α) Έχει δικαίωμα να παρέμβει κάθε δανειστής εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, β) Σε περίπτωση εκτέλεσης που στηρίζεται σε δικαστική απόφαση ή διαταγή πληρωμής, κατά της απόφασης που εκδίδεται επί της ανακοπής επιτρέπεται η άσκηση μόνο έφεσης.
Στις λοιπές περιπτώσεις των εκτελεστών τίτλων του άρθρου 904 παράγραφος 2, κατά της απόφασης που εκδίδεται επί της ανακοπής επιτρέπεται η άσκηση όλων των ένδικων μέσων πλην της ανακοπής ερημοδικίας.
Στις περιπτώσεις των προηγούμενων εδαφίων, η άσκηση ένδικου μέσου δεν αναστέλλει την πρόοδο της εκτέλεσης, εκτός αν το δικαστήριο του ένδικου μέσου, μετά από αίτηση του ασκούντος αυτό, που υποβάλλεται και αυτοτελώς, δικάζοντας με τη διαδικασία των άρθρων 686επ, διατάξει την αναστολή, με παροχή ή και χωρίς παροχή εγγύησης, εφόσον κρίνει ότι η ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογεί την ευδοκίμηση του ένδικου μέσου. Επίσης μπορεί να διαταχθεί να προχωρήσει η αναγκαστική εκτέλεση αφού δοθεί εγγύηση. Ειδικά, όταν ζητείται η αναστολή πλειστηριασμού, αυτή είναι απαράδεκτη, αν δεν κατατεθεί το αργότερο πέντε (5) εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού. Η απόφαση πρέπει να δημοσιεύεται έως τις 12:00 ́ το μεσημέρι της Δευτέρας που προηγείται του πλειστηριασμού.
γ) Σε περίπτωση άμεσης εκτέλεσης το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί ανακοπή, μπορεί μετά από αίτηση του ανακόπτοντος, που δικάζει με τη διαδικασία των άρθρων 686επ, να διατάξει την αναστολή της εκτέλεσης με παροχή ή και χωρίς παροχή εγγύησης… 3. Στις δίκες σχετικά με την εκτέλεση για την εκδίκαση των ανακοπών εφαρμόζονται οι διατάξεις της διαδικασίας των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614επ. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 951 ΚΠολΔ, η αναγκαστική εκτέλεση για να ικανοποιηθεί χρηματική απαίτηση γίνεται με κατάσχεση περιουσίας εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση ή με αναγκαστική διαχείριση ή με προσωπική κράτηση. Όταν πρόκειται για ένωση προσώπων του άρθρου 62 § 2, η αναγκαστική εκτέλεση γίνεται στην κοινή περιουσία τους. 2. Η κατάσχεση δεν επιτρέπεται να επεκταθεί σε περισσότερα από όσα χρειάζονται για να ικανοποιηθεί η απαίτηση και για να καλυφθούν τα έξοδα της εκτέλεσης.
Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι η αίτηση αναστολής της διαδικασίας της εκτέλεσης για τις περιπτώσεις όπου η αναγκαστική εκτέλεση επισπεύδεται με βάση επιταγή που έχει συνταχθεί μετά την 1.1.2016 προβλέπεται και είναι παραδεκτή α) σε περίπτωση άμεσης εκτέλεσης ενώπιον του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί ανακοπή κατά της εκτέλεσης, που δικάζει με τη διαδικασία των άρθρων 686επ, το οποίο μπορεί να διατάξει την αναστολή της εκτέλεσης με παροχή ή και χωρίς παροχή εγγύησης και β) σε περίπτωση εκτέλεσης που στηρίζεται σε δικαστική απόφαση ή διαταγή πληρωμής, ενώπιον του Δικαστηρίου του ένδικου μέσου που τυχόν έχει ασκηθεί κατά της απόφασης που εκδίδεται επί της ανακοπής που δικάζει με τη διαδικασία των άρθρων 686επ, και το οποίο μπορεί να διατάξει την αναστολή, με παροχή ή και χωρίς παροχή εγγύησης, εφόσον κρίνει ότι η ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογεί την ευδοκίμηση του ένδικου μέσου.
Σύμφωνα δε με την αιτιολογική έκθεση που συντάχθηκε για τον ως άνω Νόμο με σκοπό τη βελτίωση και απλοποίηση του συστήματος της αναγκαστικής εκτέλεσης και την ταχύτερη διεξαγωγή της εκτελεστικής διαδικασίας, η Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή πρότεινε και ενσωμάτωσε σημαντικές αλλαγές, που συμβάλλουν στην ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης και ως εκ τούτου στην πληρέστερη ικανοποίηση της αξίωσης του δανειστή. Η γενική γραμμή στο πεδίο της αναγκαστικής εκτέλεσης ακολουθεί δύο βασικές κατευθύνσεις: η πρώτη θέλει να περιορίσει τον αριθμό των ένδικων βοηθημάτων που μπορούν να ασκηθούν κατά τη διενέργεια των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας και η δεύτερη να περιορίσει τον χρόνο που απαιτείται για να ολοκληρωθεί η υλοποίηση στην πράξη των εκτελεστών τίτλων. Το ισχύον πριν την ψήφιση του ν. 4335/2015 σύστημα προέβλεπε πλήθος ανακοπών και αναστολών που μπορούσαν να ασκή- σουν οι ενδιαφερόμενοι, προκειμένου να προβάλλουν τους ισχυρισμούς τους κατά την αναγκαστική εκτέλεση, ενώ η διαδικασία που ακολουθείτο προέβλεπε τη δυνατότητα στη συνέχεια άσκησης ένδικων μέσων κατά των αποφάσεων που εκδίδονταν σχετικά, ώστε πολλές φορές ο χρόνος που απαιτείτο για να ολο- κληρωθεί το στάδιο της αναγκαστικής εκτέλεσης να είναι ίσης διάρκειας με εκείνον που απαιτήθηκε, όταν ο εκτελεστός τίτλος είναι δικαστική απόφαση, για να εκδοθεί η τελευταία. Η ικανοποίηση των δύο αυτών αναγκών είναι εφικτή με το ακόλουθο σύστημα: όλα τα παράπονα που μπορούν να προβληθούν για πλημ- μέλειες της εκτελεστικής διαδικασίας θα ασκούνται μόνο σε δύο χρονικά σημεία: το πρώτο θα βρίσκεται πριν τον πλειστηριασμό και θα περιλαμβάνει όλους ανεξαιρέτως τους λόγους για τους οποίους τα μέρη της διαδικασίας ισχυρίζονται ότι η τελευταία πάσχει σε κάποιο σημείο της και το δεύτερο μετά τον πλει- στηριασμό. Ειδικότερα, αμέσως μετά την επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση και την επιβολή της κατάσχεσης θα διενεργούνται σε πολύ μικρό χρονικό πλαί- σιο όλες οι απαιτούμενες γνωστοποιήσεις και κοινο- ποιήσεις της προδικασίας του πλειστηριασμού και ο τελευταίος θα προσδιορίζεται να διενεργηθεί μέσα σε λίγους μήνες από την ημέρα της κατάσχεσης. Αφού, λοιπόν, όλες οι πράξεις θα ενεργούνται αμέσως μετά την κατάσχεση, ο ενδιαφερόμενος διάδικος θα μπορεί αλλά και θα πρέπει να συγκεντρώσει όλα τα παράπονά του κατά της μέχρι τώρα εκτελεστικής διαδικασίας σε μια ανακοπή, που θα εκδικάζεται πριν από τη διενέργεια του πλειστηριασμού. Η διαδικασία που θα τηρείται θα είναι εκείνη των περιουσιακών διαφορών και θα επιτρέπεται στη συνέχεια η άσκηση μόνο έφε-σης κατά της απόφασης που θα εκδίδεται, χωρίς να αναστέλλεται η περαιτέρω διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης. Θα υπάρχει όμως η δυνατότητα υπό προϋποθέσεις της άσκησης αίτησης αναστολής στο δικαστήριο του ένδικου μέσου, το οποίο θα μπορεί να διατάξει την αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης. Με τον τρόπο αυτόν πριν από τον πλειστηριασμό θα έχουν λυθεί όλα τα ζητήματα που ενδεχομένως θα έχουν ανακύψει σε αυτό το πρώτο στάδιο και δεν θα υπάρχει ο κίνδυνος καθυστερήσεων μέσω της άσκησης πολλών ένδικων βοηθημάτων, τα οποία συνόδευαν την άσκηση των ανακοπών κατά της εκτέλεσης. Έτσι, σύμφωνα με τον ισχύοντα Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, καταργείται η δυνατότητα της άσκησης αίτησης αναστολής της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, πριν την έκδοση απόφασης επί της ασκηθείσας ανακοπής, για τις περιπτώσεις της έμμεσης εκτέλεσης, στις οποίες περιλαμβάνεται η εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών αξιώσεων. Τυχόν δε ασκηθείσα με αυτό το περιεχόμενο αίτηση τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Με την κρινόμενη αίτηση, το αιτούν ζητά να ανασταλεί η αναγκαστική εκτέλεση που επισπεύδεται σε βάρος του, δυνάμει της από 7.3.2016 επιταγής προς εκτέλεση που συντάχθηκε κάτωθι της με αριθμό 769/2015 διαταγής πληρωμής που εξέδωσε η Δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και περιεβλήθη τον εκτελεστήριο τύπο με το με αριθμό 778/2015 απόγραφο, μέχρι την έκδοση απόφασης του Δικαστηρίου, επί της με αριθμό κατάθεσης 578/2016 ανακοπής κατά της εκτέλεσης αυτής, που έχει ασκήσει το αιτούν. Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθώς με αυτή ζητείται η αναστολή της διαδικασίας έμμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης από το Δικαστήριο, πριν την έκδοση απόφασης επί της ανακοπής και της άσκησης ενδίκου μέσου κατά αυτής. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της καθ’ ης πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αιτούντος, λόγω της απόρριψης της αίτησης.