Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #ΕφΠατρών. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #ΕφΠατρών. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 25 Ιανουαρίου 2018

ΕφΠατρών 549/2017 : "Δικαστική συνδρομή σε αστικές υποθέσεις - Διεθνής δικαιοδοσία - Αναγνώριση κι εκτέλεση αλλοδαπής αποφάσεως - Εκούσια δικαιοδοσία – Διατροφή ανήλικου τέκνου"


Στις περιπτώσεις υποθέσεων διατροφής με στοιχεία αλλοδαπότητας όταν ο υπόχρεος σε διατροφή και εναγόμενος διαμένει στην ελληνική επικράτεια και ο δικαιούχος της διατροφής και ενάγων διαμένει στην Ουκρανία, τα ελληνικά δικαστήρια έχουν καταρχήν διεθνή δικαιοδοσία να επιληφθούν της υπόθεσης, αλλά δεν έχουν την αποκλειστική κατά τόπο αρμοδιότητα για την εκδίκασή της. Κατά τόπο αρμόδια να είναι τόσο τα ελληνικά δικαστήρια σύμφωνα με τη γενική δωσιδικία της κατοικίας του εναγομένου και υπόχρεου προς διατροφή, αλλά και τα ουκρανικά σύμφωνα με την ειδική δωσιδικία του τόπου εκπλήρωσης της παροχής, ήτοι της κατοικίας του δανειστή, δικαιούχου της διατροφής και ενάγοντος στη σχετική δίκη.
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ
Αποτελούμενο από τη Δικαστή, Ελένη Τοπούζη, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από τον Πρόεδρο Εφετών και από την Γραμματέα, Αφροδίτη Γεωργίου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2017 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των:
ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ-ΚΥΡΙΩΣ ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΟΝΤΟΣ : ..., κατοίκου ,,,,,,,,,,,,, του Νομού Ηλείας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, ΠΜ που κατέθεσε προτάσεις.
ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ-ΑΙΤΟΥΣΑΣ: ... κατοίκου Ουκρανίας (...), νομίμως εκπροσωπούμενης στην Ελλάδα από το Ελληνικό Δημόσιο και εν προκειμένω τους Υπουργούς Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, σύμφωνα με τη Συμφωνία μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Ουκρανίας για δικαστική συνδρομή σε αστικές υποθέσεις, που υπογράφηκε στο Κίεβο στις 2 Ιουλίου 2002 και κυρώθηκε με το Ν. 3281/2004 (ΦΕΚ Α' 207/1-11-2004) περί «Κυρώσεως της Συμφωνίας μεταξύ Ελλάδας και Ουκρανίας για δικαστική συνδρομή σε αστικές υποθέσεις» (άρθρο 3) και το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, σύμφωνα με το άρθρο 2 περ. δ' του Ν. 3086/2002 (ΦΕΚ Α' 324) «Οργανισμός Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και Κατάσταση των Λειτουργών και των υπαλλήλων του», η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον δικαστικό πληρεξούσιο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ΓΔ, που κατέθεσε προτάσεις.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΟΥΜΕΝΗΣ : στον κ. Εισαγγελέα Εφετών Πατρών, που δεν παραστάθηκε.
Η εφεσίβλητη-αιτούσα με την από 16.11.2012 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΜΕ289/27-11-2012 αίτηση της που απηύθυνε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ αυτή.
Ο κυρίως παρεμβαίνων-εκκαλών με την από 11.1.2013 και με αριθμό καταθέσεως ΜΕ7/11-1-2013 κύρια παρέμβαση του, που άσκησε στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο ζήτησε να γίνει δεκτή αυτή και να απορριφθεί η προαναφερόμενη αίτηση της αιτούσας. Επί των υποθέσεων αυτών, που συνεκδικάσθηκαν από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η με αριθμό 91/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, που δέχτηκε την αίτηση και απέρριψε την κύρια παρέμβαση.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ο ως άνω κυρίως παρεμβαίνων και ήδη εκκαλών με την από 11.6.2013 και με αριθ. εκθ. καταθ. της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Ηλείας 44/2013 έφεση του, της οποίας δικάσιμος ορίστηκε με την 114/2016 πράξη του Προέδρου Εφετών Πατρών η 12η Ιανουαρίου 2017, οπότε και αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (2.11.2017).
Κατά τη δικάσιμο αυτή η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως προαναφέρθηκε, αναφέρθηκαν στις προτάσεις, που κατέθεσαν εμπρόθεσμα.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινομένη από 11.6.2013 (αριθμ κατ. δικ. 44/14-6-2013) έφεση κατά της υπ' αριθμ 91/2013 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 επ ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, γεγονός το οποίο δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους, ούτε από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει το αντίθετο, αρμοδίως δε φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 19, 495, 511, 513 παρ. 1, 518 παρ. 1 ΚΠολΔ και 741 ΚΠολΔ). Επομένως, εφόσον για το παραδεκτό της έχει καταβληθεί από τον εκκαλούντα, κατά την κατάθεση της, το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ.4 του ΚΠολΔ παράβολο ( ως αυτή ίσχυε πριν την τροποποίηση της με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν.4335/2015 και εφαρμόζεται εν προκειμένω, κατ άρθρο 44 του Ν.4446/2016), πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία (άρθρα 533 παρ.1, 741, 739 επ ΚΠολΔ), μετά και την τήρηση της νόμιμης προδικασίας, με την επίδοση αντιγράφου της, σύμφωνα με τα άρθρα 748 παρ. 2 και 760 ΚΠολΔ στον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Πατρών (βλ. υπ'αριθμ 2481/11.1.2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών, …).
Κατ άρθρο 905 παρ.1 ΚΠολΔ «με την επιφύλαξη αυτών που ορίζουν διεθνείς συμβάσεις και κανονισμοί της Ευρωπαϊκής Ενωσης μπορεί να γίνει στην Ελλάδα αναγκαστική εκτέλεση βασισμένη σε αλλοδαπό τίτλο από τότε που θα τον κηρύξει εκτελεστό απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου της περιφέρειας όπου βρίσκεται η κατοικία και, αν δεν έχει κατοικία, η διαμονή του οφειλέτη και, αν δεν έχει ούτε διαμονή, του Μονομελούς Πρωτοδικείου της πρωτεύουσας του κράτους». Ως εκ τούτου τα οριζόμενα στο ως άνω άρθρο σχετικά με την κήρυξη εκτελεστού αλλοδαπού τίτλου στην Ελλάδα τελούν υπό την επιφύλαξη αυτών που ορίζουν οι διεθνείς συμβάσεις, οι οποίες, κατ' άρθρ. 28 του Συντάγματος, υπερέχουν των άρθρων 323 και 905 ΚΠολΔ και συνεπώς τα άρθρα αυτά δεν εφαρμόζονται επί απόφασης δικαστηρίου χώρας, με την οποία η Ελλάδα έχει καταρτίσει διεθνή σύμβαση (ΑΠ 670/2013, δημοσιευμένη στη Νόμος). Με τις διατάξεις δε του Ν. 3281/2004 κυρώθηκε και έχει την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος η Συμφωνία μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Ουκρανίας για δικαστική συνδρομή σε αστικές υποθέσεις που υπογράφηκε στο Κίεβο στις 2/7/2002, όπου στην παρ. 3 του άρθρου 1 αυτού διευκρινίζεται ότι «για τους σκοπούς της παρούσας Συμφωνίας, ως αστικές υποθέσεις θεωρούνται οι υποθέσεις αστικού, οικογενειακού και εμπορικού δικαίου», ενώ στις διατάξεις των άρθρων 20 έως 23 του ως άνω νόμου ρυθμίζονται τα σχετικά με την αναγνώριση και εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων σε αστικές υποθέσεις, δηλαδή ορίζονται οι προϋποθέσεις (θετικές και αρνητικές) που πρέπει να συντρέχουν ώστε να αναγνωριστεί και να εκτελεστεί η απόφαση που εκδόθηκε σε ένα από τα Συμβαλλόμενα Μέρη από το έτερο Συμβαλλόμενο Μέρος. Ειδικότερα, στο άρθρο 20 παρ. 1 ορίζεται ότι «καθένα εκ των Συμβαλλομένων Μερών αναγνωρίζει και εκτελεί στην επικράτεια του τις ακόλουθες αποφάσεις οι οποίες έχουν εκδοθεί στην επικράτεια του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους, και έχουν κηρυχθεί εκτελεστές σύμφωνα με τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Μέρους: α) δικαστικές αποφάσεις επί αστικών υποθέσεων...», ήτοι αστικού, οικογενειακού και εμπορικού δικαίου (σύμφωνα με το άρθρο 3 του νόμου), στο άρθρο 21 ορίζεται ότι «1. Αρμόδια να αποφασίσουν επί αιτήματος για αναγνώριση και εκτέλεση δικαστικής απόφασης είναι τα δικαστήρια του Συμβαλλόμενου Μέρους εντός της επικράτειας του οποίου πρόκειται να εκτελεστεί η δικαστική απόφαση. 2. Η αίτηση για αναγνώριση και εκτέλεση δικαστικής απόφασης δύναται να υποβληθεί απευθείας από τον αιτούντα προς το αρμόδιο δικαστήριο του Συμβαλλόμενου Μέρους στην επικράτεια του οποίου ζητείται να γίνει η αναγνώριση και η εκτέλεση της εν λόγω απόφασης. 3. Η αίτηση περιλαμβάνει τα ακόλουθα: α. Το όνομα και τη διεύθυνση του αιτούντος, β. Περίληψη του αιτήματος, γ. Κατάλληλη υπογραφή. 4. Η αίτηση συνοδεύεται από: α. Επικυρωμένο αντίγραφο της δικαστικής απόφασης, καθώς και πιστοποιητικό που θα βεβαιώνει ότι η εν λόγω απόφαση είναι πλήρως ή μερικώς εκτελεστή και οριστική, εφόσον οι πληροφορίες αυτές δεν περιέχονται στην ίδια τη δικαστική απόφαση, β. Πιστοποιητικό που θα βεβαιώνει ότι ο ηττηθείς διάδικος που δεν παραστάθηκε στη δίκη κλήθηκε κατά τα δέοντα σύμφωνα με τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Μέρους στην επικράτεια του οποίου εκδόθηκε η απόφαση, γ. Μετάφραση των εγγράφων που αναφέρονται στις προηγούμενες παραγράφους, καθώς και μετάφραση του αιτήματος, εάν το εν λόγω αίτημα δεν έχει συνταχθεί στη γλώσσα του Συμβαλλόμενου Μέρους στην επικράτεια του οποίου πρόκειται να αναγνωρισθεί και να εκτελεστεί η απόφαση», ενώ στο άρθρο 22 του ως άνω νόμου ορίζονται περιοριστικά οι περιπτώσεις που δεν μπορεί να γίνει δεκτή η αναγνώριση και η εκτέλεση δικαστικής απόφασης Συμβαλλόμενου Μέρους, σύμφωνα με το οποίο «η αναγνώριση και εκτέλεση μίας δικαστικής απόφασης μπορεί να μην γίνει δεκτή στις ακόλουθες περιπτώσεις: α. Εάν ο ηττηθείς διάδικος δεν παραστάθηκε στη δίκη επειδή δεν είχε κληθεί σύμφωνα με τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Μέρους στην επικράτεια του οποίου εκδόθηκε η απόφαση, β. Εάν μία οριστική απόφαση έχει εκδοθεί προγενέστερα μεταξύ των ίδιων διαδίκων σχετικά με την ίδια υπόθεση από δικαστήριο του Συμβαλλόμενου Μέρους στην επικράτεια του οποίου πρόκειται να αναγνωριστεί και να εκτελεστεί η απόφαση, γ. Εάν η απόφαση της οποίας η αναγνώριση ζητείται, είναι αντίθετη προς τη δημόσια τάξη του Συμβαλλόμενου Μέρους στην επικράτεια του οποίου πρόκειται να αναγνωριστεί και να εκτελεστεί η απόφαση». Η αντίθεση προς τη δημόσια τάξη, με την έννοια της διεθνούς δημόσιας τάξης, που διαλαμβάνεται στο άρθρο 33 του ΑΚ, κρίνεται όχι από την εφαρμογή ουσιαστικών διατάξεων, διαφορετικών από τις διατάξεις του ημεδαπού ουσιαστικού δικαίου, έστω και αν οι τελευταίες αφορούν την εσωτερική δημόσια τάξη και αποτελούν κανόνα αναγκαστικού δικαίου, αλλά από το εάν και κατά πόσο στη συγκεκριμένη περίπτωση η λύση που έδωσε η αλλοδαπή απόφαση αναπτύσσει στην Ελληνική Επικράτεια έννομες συνέπειες που προσκρούουν σε θεμελιώδεις αρχές, που κρατούν στην Ελλάδα σε ορισμένο χρόνο και απηχούν τις κοινωνικές, οικονομικές, πολιτειακές, πολιτικές, θρησκευτικές, ηθικές και άλλες κοινώς παραδεδεγμένες αντιλήψεις, οι οποίες διέπουν και ρυθμίζουν κατά τρόπο πάγιο τις βιοτικές σχέσεις στον Ελλαδικό χώρο και αποτελούν το φράγμα εφαρμογής στην ημεδαπή  κανόνων  αλλοδαπού  δικαίου, η οποία  μπορεί  να προξενήσει διαταραχή στο βιοτικό ρυθμό που κυριαρχεί στη χώρα (βλ. ΟλΑΠ 6/1990, ΑΠ 1314/1994, ΑΠ 108/ 2001, ΑΠ 1255/2006, δημοσιευμένες στη Νόμος). Γίνεται δε δεκτό ότι υπάρχει αντίθεση στη δημόσια τάξη λόγω εφαρμογής ορισμένης διάταξης του δικονομικού δικαίου αν η διάταξη αυτή δεν εξασφαλίζει επαρκή άμυνα στο διάδικο (βλ. ΕφΑΘ 6341/1999 ΑρχΝ 1999. 703). «δ. Εάν, σύμφωνα με τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Μέρους, εντός της επικράτειας του οποίου η δικαστική απόφαση πρόκειται να αναγνωρισθεί και να εκτελεστεί, τα δικαστήρια αυτού του Συμβαλλόμενου Μέρους έχουν την αποκλειστική αρμοδιότητα εκδίκασης της υπόθεσης».

Παρασκευή 5 Ιανουαρίου 2018

ΕφΠατρών 546/2017 : "Πτώχευση - Εξασφαλιστικά και προληπτικά μέτρα - Αναστολή ατομικών διώξεων - Βίαιη διακοπή της δίκης"


Αίτηση  για κήρυξη του οφειλέτη σε πτώχευση. Αίτηση λήψης προληπτικών μέτρων και χορήγησης προσωρινής διαταγής. Αναστολή ατομικών διώξεων. Έννοια αναστολής των ατομικών καταδιώξεων. Απαράδεκτη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων συνέχισης της δευτεροβάθμιας δίκης παρά την απαγόρευση που είχε διαταχθεί με την προσωρινή διαταγή. Απαράδεκτη και η δήλωση επανάληψης της βιαίως διακοπείσας λόγω θανάτου του αρχικώς ενάγοντος-εφεσιβλήτου δίκης. Η γνωστοποίηση του θανάτου του εν λόγω προσώπου δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 ΠτΚ, καθόσον αυτή δεν αποτελεί διαδικαστική ενέργεια για τη συνέχιση της δίκης, αλλά αναγκαία διαδικαστική πράξη για την επέλευση των αποτελεσμάτων της διακοπής της δίκης.

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ
Αριθμός απόφασης 546/2017
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ
Συγκροτούμενο από το Δικαστή Δημήτριο Κοντόπουλο, Εφέτη, ο οποίος ορίστηκε από τον Πρόεδρο Εφετών Πατρών και από τη Γραμματέα Αφροδίτη Γεωργίου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, στις 12 Ιανουαρίου 2017, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της καλούσας ..., κατοίκου Πατρών, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αρχικώς διαδίκου ... του ..., την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ΣΚ.
Της καθ' ης η κλήση εταιρίας με την επωνυμία «...............................AΒΕΤΤΕ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ..........» και το διακριτικό τίτλο «.............. ΑΒΕΤΤΕ», που εδρεύει στην Πάτρα (..............) και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ΑΤ βάσει δήλωσης του άρθρου 242 § 2 ΚΠολΔ.
Η ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών την από 18-1-2010 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 250/2010 αγωγή. Επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 83/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή.
Την παραπάνω απόφαση προσέβαλε η εναγομένη και ήδη καθ' ης η κλήση-εκκαλούσα με την από 26-6-2013 έφεσή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ενδίκου μέσου 159/2013 και συζητήθηκε στις 5-3-2015. Επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 101/2016 μη οριστική απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο.
Η παραπάνω έφεση επαναφέρεται προς συζήτηση από τη φερόμενη ως υπεισελθούσα στη δικονομική θέση του αρχικώς εφεσίβλητου με την από 15-6-2016 κλήση, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 36/2016 και προσδιορίστηκε να συζητηθεί κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω και κατέθεσαν σημειώματα.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 10 ΠτΚ (Ν. 3588/2007), «1. Μετά την υποβολή της αίτησης για κήρυξη του οφειλέτη σε πτώχευση, ο πρόεδρος του αρμόδιου κατά το άρθρο 4 δικαστηρίου, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 682 επ. ΚΠολΔ), μετά από αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, μπορεί να διατάξει όποιο μέτρο κρίνει αναγκαίο για να αποτραπεί κάθε επιζήμια για τους πιστωτές μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη ή μείωση της αξίας της, μέχρι να δημοσιευθεί η απόφαση επί της αίτησης για κήρυξη της πτώχευσης. Ο πρόεδρος μπορεί, ιδίως, να απαγορεύσει οποιαδήποτε διάθεση περιουσιακού στοιχείου από τον οφειλέτη ή προς αυτόν, να διατάξει την αναστολή των ατομικών διώξεων των πιστωτών, να ορίσει μεσεγγυούχο. Η απόφαση υποβάλλεται στη δημοσιότητα του άρθρου 8. 2. Τα διατασσόμενα μέτρα παύουν αυτοδικαίως με την έκδοση της απόφασης του δικαστηρίου επί της αίτησης για κήρυξη της πτώχευσης». Εξάλλου, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολαβώ από την κατάθεση της αίτησης του άρθρου 10 ΠτΚ έως τη συζήτηση της ή την έκδοση απόφασης επ' αυτής μπορούν να διαταχθούν τα ίδια εξασφαλιστικά και προληπτικά μέτρα από τον αρμόδιο Δικαστή με προσωρινή διαταγή, κατ' άρθρο 691 § 2 ΚΠολΔ (όπως ίσχυε πριν το Ν. 4335/2015), που καταχωρίζεται κάτω από την αίτηση, της οποίας τα αποτελέσματα επέρχονται έναντι παντός τρίτου πιστωτή, ανεξαρτήτως καλής ή κακής πίστης αυτού, με μόνη την παραπάνω καταχώρηση της, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 700 § 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 133/2004 ΝοΒ 52, 1549 - ΑΠ 561/1999 ΕλλΔνη 1999, 63 - ΕφΠατρ 1002/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), χωρίς να είναι αναγκαία η δημοσίευση της στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ταμείου Νομικών, αφού τέτοια δημοσίευση απαιτείται μόνο για την απόφαση που εκδίδεται επί της αίτησης του άρθρου 10 ΠτΚ. Περαιτέρω, όταν το Δικαστήριο διατάσσει γενικώς «την αναστολή των ατομικών διώξεων και των μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης», το περιεχόμενο των απαγορεύσεων αυτών ταυτίζεται με το περιεχόμενο της αρχής της «αναστολής των ατομικών καταδιώξεων», που ανέκαθεν ίσχυε στο πτωχευτικό δίκαιο και καθιερώθηκε ρητά στο άρθρο 25 § 1 ΠτΚ (Λ. Κοτσίρης, Η διαδικασία συνδιαλλαγής κατά τον Πτωχευτικό Κώδικα, έκδ. 2010, σελ. 58-59). Κατ' ακολουθίαν, η αναστολή των ατομικών καταδιώξεων συνεπάγεται τις εξής έννομες συνέπειες: α) η συζήτηση κάθε είδους ασκηθεισών, αναγνωριστικού ή καταψηφιστικού περιεχομένου, αγωγών των πιστωτών κηρύσσεται απαράδεκτη, β) η συνέχιση εκκρεμών δικών επί αγωγών αντίστοιχου χαρακτήρα αναστέλλεται αυτοδικαίως, γ) η έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης με την επίδοση επιταγής προς πληρωμή  θεωρείται άκυρη, δ) η διενέργεια  πράξεων συντηρητικής ή αναγκαστικής εκτέλεσης και η συνέχιση αντίστοιχων διαδικασιών κατά της περιουσίας του πτωχού αναστέλλονται, ε) η άσκηση και η εκδίκαση ενδίκων μέσων εκ μέρους των πιστωτών επί εγερθεισών αξιώσεών τους απαγορεύεται (ΛΠ 294/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Μάλιστα, το δικαστήριο οφείλει να ενεργήσει αυτεπαγγέλτως, εφαρμόζοντας την αναγκαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 25 ΠτΚ και κηρύσσοντας απαράδεκτη είτε τη συνέχιση της διαδικασίας είτε τη συζήτηση των εισαγωγικών δικογράφων και ενδίκων μέσων (ΑΠ 822/2015 ΔΕΕ 2015, 1124)
Εν προκειμένω, με την από 15-6-2016 κλήση φέρεται προς επανάληψη της συζήτησης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η από 26-6-2013 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ενδίκου μέσου 159/2013 έφεση της ερημοδικασθείσας στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας εναγομένης και ήδη εκκαλούσας εταιρίας, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 101/2016 απόφασης του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, προκειμένου να προσκομιστεί από τον αρχικώς ενάγοντα, ..., πιστοποιητικό του Επιμελητηρίου Αχαΐας για την ιδιότητα του αφενός μεν ως μέλους του συγκεκριμένου Επιμελητηρίου κατά τον Ιούνιο του έτους 2006 και αφετέρου ως επαγγελματία μεσίτη. Μετά την προφορική συζήτηση της έφεσης στη δικάσιμο της 5-3-2015, την οποία ακολούθησε η έκδοση της παραπάνω μη οριστικής απόφασης, έλαβαν χώρα τα ακόλουθα ουσιώδη, για τη διαδικαστική πορεία της δίκης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, περιστατικά:

Κυριακή 7 Μαΐου 2017

ΕφΠατρών 124/2017 : Αμοιβή δικηγόρου - ΝΠΔΔ - Υπολογισμός - Τόκος - ΦΠΑ


Βάση για τον προσδιορισμό της αμοιβής που δικαιούται ο δικηγόρος του εναγομένου για τη σύνταξη προτάσεων επί της πρώτης συζητήσεως της αγωγής ή της εφέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου ή του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου πολιτικών ή διοικητικών, αποτελεί η αμοιβή που δικαιούται ο δικηγόρος του ενάγοντος για τη σύνταξη προτάσεων της πρώτης πρωτόδικης συζητήσεως και ανέρχεται στο διπλάσιο αυτής, δηλαδή σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής όταν πρόκειται περί αγωγής με αντικείμενο αποτιμητό σε χρήμα. Το δικαίωμα του δικηγόρου να αξιώσει αμοιβή προϋποθέτει ολοκληρωμένη ενέργεια σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση για την οποία προβλέπεται η καταβολή αμοιβής. Σε περίπτωση περιορισμού εκ μέρους των εναγόντων του αιτήματος σε εν μέρει καταψηφιστικό και εν μέρει αναγνωριστικό για τον υπολογισμό της δικηγορικής αμοιβής λαμβάνεται υπόψη το μετά τον περιορισμό του αιτήματος της αγωγής ποσό. Εν προκειμένω δεν συνήφθη μεταξύ του ενάγοντος δικηγόρου και του εναγόμενου ΝΠΔΔ έγγραφη σύμβαση που να καθορίζει την αμοιβή του δικηγόρου. Ελλείψει τέτοιας συμφωνίας ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει ανάλογη αμοιβή με αυτή που προβλέπεται για τη σύνταξη προτάσεων από εναγόμενο (2%) επί του αιτούμενου  με την αγωγή χρηματικού ποσού. Για την ύπαρξη υποχρέωσης του εναγομένου τοκοδοσίας της αμοιβής του ενάγοντος δικηγόρου απαιτείται όχληση κατά τις οικείες διατάξεις του ΑΚ ή συμβατικά ορισμένη για την καταβολή της αμοιβής δήλη ημέρα. Δικαίωμα του δικηγόρου να αιτηθεί από το εναγόμενο την καταβολή του αναλογούντος ΦΠΑ επί της αμοιβής του. Ο φόρος είναι απαιτητός κατά το χρόνο έκδοσης της απόδειξης. Ο εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει το οικείο ποσό με τον νόμιμο τόκο από την ημέρα εκδόσεως από τον ενάγοντα της σχετικής απόδειξης παροχής υπηρεσιών και παραδόσεώς της στον εναγόμενο μέχρι την πλήρη εξόφληση και όχι από της επιδόσεως της αγωγής.

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Μαριέττα Μαυρή, Εφέτη, που ορίστηκε από τον Πρόεδρο Εφετών και τη Γραμματέα Αφροδίτη Γεωργίου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 7 Μαΐου 2015 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: ..., Δικηγόρου και κατοίκου Πύργου Ηλείας, οδός ..., ο οποίος παραστάθηκε στο Δικαστήριο αυτοπροσώπως λόγω της άνω ιδιότητας του.

ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ  Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΔΗΜΟΣ ΠΥΡΓΟΥ» ως εκπροσωπείται νόμιμα και εδρεύει επί της οδού Τ. Πετροπούλου & Πατρών στον Πύργο Ηλείας, ως καθολικού διαδόχου του αρχικά εφεσίβλητου Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΑΙ ΑΘΛΗΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΔΗΜΟΥ ΠΥΡΓΟΥ» και αυτού ως καθολικού διαδόχου του αρχικά εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΔΗΜΟΤΙΚΩΝ ΚΕΝΤΡΩΝ ΑΘΛΗΣΕΩΣ ΔΗΜΟΥ ΠΥΡΓΟΥ», το οποίο παραστάθηκε στο Δικαστήριο με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΙΜΑ, δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του ΚΦ.

Ο ενάγων και ήδη εκκαλών με την από 21-01-2011 και με αριθμό κατάθεσης 26/2011 αγωγή του, που άσκησε προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας κατά του αρχικού εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ «ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΔΗΜΟΤΙΚΩΝ ΚΕΝΤΡΩΝ ΑΘΛΗΣΕΩΣ ΔΗΜΟΥ ΠΥΡΓΟΥ», στη θέση του οποίου υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος του το Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία «ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΑΙ ΑΘΛΗΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΔΗΜΟΥ ΠΥΡΓΟΥ» αρχικά εφεσίβλητο ζήτησε να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ' αυτήν.

Το ανωτέρω Δικαστήριο αφού δίκασε την αγωγή εξέδωσε την υπ' αριθ. 145/2012 οριστική του απόφαση, με την οποία, δέχθηκε εν μέρει ως κατ" ουσίαν βάσιμη αυτή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο εκκαλών - ενάγων με την από 07-01-2013 έφεση του, προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 5/21-01-2014, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 131/12-3-2014 και ορίσθηκε δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, ζητώντας να γίνει δεκτή για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή.

Η υπόθεση αυτή εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις τους που ο πρώτος εξ αυτών κατέθεσε επί της έδρας και η δεύτερη προκατέθεσε νόμιμα και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα σε αυτές αναφέρονται.


ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ


Η υπό κρίση από 07-01-2013 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης 5/21-01-2014) έφεση του ενάγοντος κατά της υπ αριθ. 145/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας (άρθρα 677 έως 681 του ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού δεν προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας και ούτε γίνεται επίκληση επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης. Επομένως, πρέπει, να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρ. 495 παρ. 1, 511, 513 παρ. 1β, 516, 517 εδάφιο α', 518 παρ. 2, 520 του ΚΠολΔ) και να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Με την από 21-01-2011 (αριθ. κατ. Μει 26/2011) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, ο ενάγων και ήδη εκκαλών ιστορούσε ότι είναι νόμιμα διορισμένος δικηγόρος στο Πρωτοδικείο Ηλείας και μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Ηλείας. 
Ότι με την υπ' αριθ. 42/23-12-2005 απόφαση του Δ.Σ. του εναγόμενου Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΔΗΜΟΤΙΚΩΝ ΚΕΝΤΡΩΝ ΑΘΑΗΣΕΩΣ ΔΗΜΟΥ ΠΥΡΓΟΥ», όπως το περιεχόμενο αυτής αναφέρεται λεπτομερώς στην αγωγή, το τελευταίο του ανέθεσε στις 23-12-2005 την ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πύργου εκπροσώπηση του με την ιδιότητα του ως δικηγόρου και τη σύνταξη και κατάθεση υπομνήματος προς απόκρουση αγωγής αποζημίωσης των ................................... και ......................................  ατομικά και ως εκπροσώπων του ανηλίκου τέκνου τους ... σε βάρος του και σε βάρος του Δήμου Πύργου, με αντικείμενο διαφοράς αξίας 1.767.350,00 Μεταξύ αυτού και του εναγομένου καταρτίστηκεσύμβαση με την οποία συμφωνήθηκε ότι η αμοιβή του ανέρχεται στο ποσό που καθορίζεται ως ελάχιστη νόμιμη αμοιβή για τον δικηγόρο του εναγόμενου με βάση τον Κώδικα περί Δικηγόρων και την 3η γενική συνεδρίαση της 31ης-01-2002 της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Ότι σε εκτέλεση της άνω εντολής παραστάθηκε και κατέθεσε υπόμνημα ενώπιον του προαναφερόμενου Δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο της 19ης-01-2006, το εναγόμενο όμως αρνείται να του καταβάλει την ελάχιστη νόμιμη αμοιβή του, η οποία ανέρχεται, με βάση τις διατάξεις του ως άνω Κώδικα, στο ποσό των 35.347,00ήτοι σε ποσοστό 2% επί του αντικειμένου της αγωγήςκαθώς και ποσό των 8.129,816, που αναλογεί σε ΦΠΑ 23% επί του ως άνω ποσού. 
Η απαίτηση του κατέστη ληξιπρόθεσμη στις 24-01-2006, που κατέθεσε το υπόμνημα στο ως άνω δικαστήριο. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο, με απόφαση προσωρινά εκτελεστή, να του καταβάλει κυρίως από τη σύμβαση επικουρικά από τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων το συνολικό ποσό των 43.476,81με το νόμιμο τόκο ως προς το ποσό των 35.347,006 από 24-01-2006 άλλως από την επίδοση της αγωγής και ως προς το ποσό των 8.129,816 από την επίδοση της αγωγής και  μέχρι την πλήρη  και ολοσχερή  εξόφληση τους. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση του αφού απέρριψε ως μη νόμιμο το παρεπόμενο αίτημα της αγωγής περί τοκογονίας από 24-01-2006, δέχθηκε αυτή εν μέρει ως βάσιμη στην ουσία και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 5.052,006, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο ενάγων με την υπό κρίση έφεση του και ζητεί, για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους, οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ερμηνεία του νόμου, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης κατά το μέρος που απέρριψε την αγωγή του και την παραδοχή αυτής στο σύνολο της.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 91, 92 παρ.1, 98 και 100 παρ.1 του Κώδικα Περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/ 1954), που εφαρμόζεται εν προκειμένω λόγω του χρόνου γενέσεως της επίδικης αξιώσεως, συνάγεται ότι ο δικηγόρος, ως άμισθος δημόσιος λειτουργός που καθήκον έχει την αντιπροσώπευση και υπεράσπιση των υποθέσεων του εντολέα του ενώπιον κάθε δικαστηρίου και αρχής, δικαιούται να λάβει αμοιβής. Με το άρθρο 155 εδ. Β’ του ίδιου Κώδικα, όπως τούτο προσετέθη με το άρθρο 4 παρ. 2 του ν. 4507/1966 και του οποίου η εφαρμογή επεκτάθηκε με το άρθρο 8 του ν. 950/1970 και "επί των ενώπιον παντός διοικητικού δικαστηρίου και κατά πάσαν διαδικασίαν εκδικαζομένων υποθέσεων" ορίζεται ότι "Διά τας ενώπιον των φορολογικών δικαστηρίων, ήδη διοικητικών, υποθέσεις εφαρμόζονται αι διατάξεις αι αφορώσαι τας πολιτικός υποθέσεις, κατά την εξής διάκρισιν: α) Διά τας ενώπιον του μονομελούς πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αι διατάξεις αι αφορώσαι τας ενώπιον του Προέδρου Πρωτοδικών υποθέσεις, β) διάτας ενώπιον του Τριμελούς Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου αι διατάξεις αι αφορώσαι τας ενώπιον του πρωτοδικείου υποθέσεις και γ) διά τας ενώπιον του δευτεροβαθμίου φορολογικού Εφετείου [ανεξαρτήτως συνθέσεως], αι διατάξεις αι αφορώσαι τας ενώπιον του Εφετείου υποθέσεις". Από το συνδυασμό όλων των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι βάση για τον προσδιορισμό της αμοιβής που δικαιούται ο δικηγόρος του εναγομένου για τη σύνταξη Προτάσεων επί της πρώτης συζητήσεως της αγωγής ή της εφέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου ή του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, πολιτικών ή διοικητικών, αποτελεί η αμοιβή που δικαιούται ο δικηγόρος του ενάγοντος για τη σύνταξη προτάσεων της πρώτης πρωτόδικης συζητήσεως (107 παρ. 1) και ανέρχεται στο διπλάσιο αυτής, δηλαδή σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής, όταν πρόκειται περι αγωγής με αντικείμενο αποτιμητό σε χρήμα (ΕφΑΘ 8653/1999 ΕλλΔνη 2000.481). Το δικαίωμα του δικηγόρου να αξιώσει αμοιβή κατά τις άνω διατάξεις προϋποθέτει ολοκληρωμένη ενέργεια σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση για την οποία προβλέπεται η καταβολή αμοιβής, διότι μόνον αφού τελειωθεί η ενέργεια του δικηγόρου διασφαλίζονται τα συμφέροντα του εντολέα, στην προστασία των οποίων αποβλέπει η ενέργεια αυτή (Ολ ΑΠ 14/2008).