Στις περιπτώσεις υποθέσεων διατροφής με στοιχεία αλλοδαπότητας όταν ο υπόχρεος σε διατροφή και εναγόμενος διαμένει στην ελληνική επικράτεια και ο δικαιούχος της διατροφής και ενάγων διαμένει στην Ουκρανία, τα ελληνικά δικαστήρια έχουν καταρχήν διεθνή δικαιοδοσία να επιληφθούν της υπόθεσης, αλλά δεν έχουν την αποκλειστική κατά τόπο αρμοδιότητα για την εκδίκασή της. Κατά τόπο αρμόδια να είναι τόσο τα ελληνικά δικαστήρια σύμφωνα με τη γενική δωσιδικία της κατοικίας του εναγομένου και υπόχρεου προς διατροφή, αλλά και τα ουκρανικά σύμφωνα με την ειδική δωσιδικία του τόπου εκπλήρωσης της παροχής, ήτοι της κατοικίας του δανειστή, δικαιούχου της διατροφής και ενάγοντος στη σχετική δίκη.
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ
Αποτελούμενο από τη Δικαστή, Ελένη Τοπούζη, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από τον Πρόεδρο Εφετών και από την Γραμματέα, Αφροδίτη Γεωργίου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2017 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των:
ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ-ΚΥΡΙΩΣ ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΟΝΤΟΣ : ..., κατοίκου ,,,,,,,,,,,,, του Νομού Ηλείας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, ΠΜ που κατέθεσε προτάσεις.
ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ-ΑΙΤΟΥΣΑΣ: ... κατοίκου Ουκρανίας (...), νομίμως εκπροσωπούμενης στην Ελλάδα από το Ελληνικό Δημόσιο και εν προκειμένω τους Υπουργούς Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, σύμφωνα με τη Συμφωνία μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Ουκρανίας για δικαστική συνδρομή σε αστικές υποθέσεις, που υπογράφηκε στο Κίεβο στις 2 Ιουλίου 2002 και κυρώθηκε με το Ν. 3281/2004 (ΦΕΚ Α' 207/1-11-2004) περί «Κυρώσεως της Συμφωνίας μεταξύ Ελλάδας και Ουκρανίας για δικαστική συνδρομή σε αστικές υποθέσεις» (άρθρο 3) και το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, σύμφωνα με το άρθρο 2 περ. δ' του Ν. 3086/2002 (ΦΕΚ Α' 324) «Οργανισμός Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και Κατάσταση των Λειτουργών και των υπαλλήλων του», η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον δικαστικό πληρεξούσιο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ΓΔ, που κατέθεσε προτάσεις.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΟΥΜΕΝΗΣ : στον κ. Εισαγγελέα Εφετών Πατρών, που δεν παραστάθηκε.
Η εφεσίβλητη-αιτούσα με την από 16.11.2012 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΜΕ289/27-11-2012 αίτηση της που απηύθυνε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ αυτή.
Ο κυρίως παρεμβαίνων-εκκαλών με την από 11.1.2013 και με αριθμό καταθέσεως ΜΕ7/11-1-2013 κύρια παρέμβαση του, που άσκησε στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο ζήτησε να γίνει δεκτή αυτή και να απορριφθεί η προαναφερόμενη αίτηση της αιτούσας. Επί των υποθέσεων αυτών, που συνεκδικάσθηκαν από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η με αριθμό 91/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, που δέχτηκε την αίτηση και απέρριψε την κύρια παρέμβαση.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ο ως άνω κυρίως παρεμβαίνων και ήδη εκκαλών με την από 11.6.2013 και με αριθ. εκθ. καταθ. της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Ηλείας 44/2013 έφεση του, της οποίας δικάσιμος ορίστηκε με την 114/2016 πράξη του Προέδρου Εφετών Πατρών η 12η Ιανουαρίου 2017, οπότε και αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (2.11.2017).
Κατά τη δικάσιμο αυτή η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως προαναφέρθηκε, αναφέρθηκαν στις προτάσεις, που κατέθεσαν εμπρόθεσμα.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινομένη από 11.6.2013 (αριθμ κατ. δικ. 44/14-6-2013) έφεση κατά της υπ' αριθμ 91/2013 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 επ ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, γεγονός το οποίο δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους, ούτε από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει το αντίθετο, αρμοδίως δε φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 19, 495, 511, 513 παρ. 1, 518 παρ. 1 ΚΠολΔ και 741 ΚΠολΔ). Επομένως, εφόσον για το παραδεκτό της έχει καταβληθεί από τον εκκαλούντα, κατά την κατάθεση της, το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ.4 του ΚΠολΔ παράβολο ( ως αυτή ίσχυε πριν την τροποποίηση της με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν.4335/2015 και εφαρμόζεται εν προκειμένω, κατ άρθρο 44 του Ν.4446/2016), πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία (άρθρα 533 παρ.1, 741, 739 επ ΚΠολΔ), μετά και την τήρηση της νόμιμης προδικασίας, με την επίδοση αντιγράφου της, σύμφωνα με τα άρθρα 748 παρ. 2 και 760 ΚΠολΔ στον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Πατρών (βλ. υπ'αριθμ 2481/11.1.2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών, …).
Κατ άρθρο 905 παρ.1 ΚΠολΔ «με την επιφύλαξη αυτών που ορίζουν διεθνείς συμβάσεις και κανονισμοί της Ευρωπαϊκής Ενωσης μπορεί να γίνει στην Ελλάδα αναγκαστική εκτέλεση βασισμένη σε αλλοδαπό τίτλο από τότε που θα τον κηρύξει εκτελεστό απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου της περιφέρειας όπου βρίσκεται η κατοικία και, αν δεν έχει κατοικία, η διαμονή του οφειλέτη και, αν δεν έχει ούτε διαμονή, του Μονομελούς Πρωτοδικείου της πρωτεύουσας του κράτους». Ως εκ τούτου τα οριζόμενα στο ως άνω άρθρο σχετικά με την κήρυξη εκτελεστού αλλοδαπού τίτλου στην Ελλάδα τελούν υπό την επιφύλαξη αυτών που ορίζουν οι διεθνείς συμβάσεις, οι οποίες, κατ' άρθρ. 28 του Συντάγματος, υπερέχουν των άρθρων 323 και 905 ΚΠολΔ και συνεπώς τα άρθρα αυτά δεν εφαρμόζονται επί απόφασης δικαστηρίου χώρας, με την οποία η Ελλάδα έχει καταρτίσει διεθνή σύμβαση (ΑΠ 670/2013, δημοσιευμένη στη Νόμος). Με τις διατάξεις δε του Ν. 3281/2004 κυρώθηκε και έχει την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος η Συμφωνία μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Ουκρανίας για δικαστική συνδρομή σε αστικές υποθέσεις που υπογράφηκε στο Κίεβο στις 2/7/2002, όπου στην παρ. 3 του άρθρου 1 αυτού διευκρινίζεται ότι «για τους σκοπούς της παρούσας Συμφωνίας, ως αστικές υποθέσεις θεωρούνται οι υποθέσεις αστικού, οικογενειακού και εμπορικού δικαίου», ενώ στις διατάξεις των άρθρων 20 έως 23 του ως άνω νόμου ρυθμίζονται τα σχετικά με την αναγνώριση και εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων σε αστικές υποθέσεις, δηλαδή ορίζονται οι προϋποθέσεις (θετικές και αρνητικές) που πρέπει να συντρέχουν ώστε να αναγνωριστεί και να εκτελεστεί η απόφαση που εκδόθηκε σε ένα από τα Συμβαλλόμενα Μέρη από το έτερο Συμβαλλόμενο Μέρος. Ειδικότερα, στο άρθρο 20 παρ. 1 ορίζεται ότι «καθένα εκ των Συμβαλλομένων Μερών αναγνωρίζει και εκτελεί στην επικράτεια του τις ακόλουθες αποφάσεις οι οποίες έχουν εκδοθεί στην επικράτεια του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους, και έχουν κηρυχθεί εκτελεστές σύμφωνα με τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Μέρους: α) δικαστικές αποφάσεις επί αστικών υποθέσεων...», ήτοι αστικού, οικογενειακού και εμπορικού δικαίου (σύμφωνα με το άρθρο 3 του νόμου), στο άρθρο 21 ορίζεται ότι «1. Αρμόδια να αποφασίσουν επί αιτήματος για αναγνώριση και εκτέλεση δικαστικής απόφασης είναι τα δικαστήρια του Συμβαλλόμενου Μέρους εντός της επικράτειας του οποίου πρόκειται να εκτελεστεί η δικαστική απόφαση. 2. Η αίτηση για αναγνώριση και εκτέλεση δικαστικής απόφασης δύναται να υποβληθεί απευθείας από τον αιτούντα προς το αρμόδιο δικαστήριο του Συμβαλλόμενου Μέρους στην επικράτεια του οποίου ζητείται να γίνει η αναγνώριση και η εκτέλεση της εν λόγω απόφασης. 3. Η αίτηση περιλαμβάνει τα ακόλουθα: α. Το όνομα και τη διεύθυνση του αιτούντος, β. Περίληψη του αιτήματος, γ. Κατάλληλη υπογραφή. 4. Η αίτηση συνοδεύεται από: α. Επικυρωμένο αντίγραφο της δικαστικής απόφασης, καθώς και πιστοποιητικό που θα βεβαιώνει ότι η εν λόγω απόφαση είναι πλήρως ή μερικώς εκτελεστή και οριστική, εφόσον οι πληροφορίες αυτές δεν περιέχονται στην ίδια τη δικαστική απόφαση, β. Πιστοποιητικό που θα βεβαιώνει ότι ο ηττηθείς διάδικος που δεν παραστάθηκε στη δίκη κλήθηκε κατά τα δέοντα σύμφωνα με τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Μέρους στην επικράτεια του οποίου εκδόθηκε η απόφαση, γ. Μετάφραση των εγγράφων που αναφέρονται στις προηγούμενες παραγράφους, καθώς και μετάφραση του αιτήματος, εάν το εν λόγω αίτημα δεν έχει συνταχθεί στη γλώσσα του Συμβαλλόμενου Μέρους στην επικράτεια του οποίου πρόκειται να αναγνωρισθεί και να εκτελεστεί η απόφαση», ενώ στο άρθρο 22 του ως άνω νόμου ορίζονται περιοριστικά οι περιπτώσεις που δεν μπορεί να γίνει δεκτή η αναγνώριση και η εκτέλεση δικαστικής απόφασης Συμβαλλόμενου Μέρους, σύμφωνα με το οποίο «η αναγνώριση και εκτέλεση μίας δικαστικής απόφασης μπορεί να μην γίνει δεκτή στις ακόλουθες περιπτώσεις: α. Εάν ο ηττηθείς διάδικος δεν παραστάθηκε στη δίκη επειδή δεν είχε κληθεί σύμφωνα με τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Μέρους στην επικράτεια του οποίου εκδόθηκε η απόφαση, β. Εάν μία οριστική απόφαση έχει εκδοθεί προγενέστερα μεταξύ των ίδιων διαδίκων σχετικά με την ίδια υπόθεση από δικαστήριο του Συμβαλλόμενου Μέρους στην επικράτεια του οποίου πρόκειται να αναγνωριστεί και να εκτελεστεί η απόφαση, γ. Εάν η απόφαση της οποίας η αναγνώριση ζητείται, είναι αντίθετη προς τη δημόσια τάξη του Συμβαλλόμενου Μέρους στην επικράτεια του οποίου πρόκειται να αναγνωριστεί και να εκτελεστεί η απόφαση». Η αντίθεση προς τη δημόσια τάξη, με την έννοια της διεθνούς δημόσιας τάξης, που διαλαμβάνεται στο άρθρο 33 του ΑΚ, κρίνεται όχι από την εφαρμογή ουσιαστικών διατάξεων, διαφορετικών από τις διατάξεις του ημεδαπού ουσιαστικού δικαίου, έστω και αν οι τελευταίες αφορούν την εσωτερική δημόσια τάξη και αποτελούν κανόνα αναγκαστικού δικαίου, αλλά από το εάν και κατά πόσο στη συγκεκριμένη περίπτωση η λύση που έδωσε η αλλοδαπή απόφαση αναπτύσσει στην Ελληνική Επικράτεια έννομες συνέπειες που προσκρούουν σε θεμελιώδεις αρχές, που κρατούν στην Ελλάδα σε ορισμένο χρόνο και απηχούν τις κοινωνικές, οικονομικές, πολιτειακές, πολιτικές, θρησκευτικές, ηθικές και άλλες κοινώς παραδεδεγμένες αντιλήψεις, οι οποίες διέπουν και ρυθμίζουν κατά τρόπο πάγιο τις βιοτικές σχέσεις στον Ελλαδικό χώρο και αποτελούν το φράγμα εφαρμογής στην ημεδαπή κανόνων αλλοδαπού δικαίου, η οποία μπορεί να προξενήσει διαταραχή στο βιοτικό ρυθμό που κυριαρχεί στη χώρα (βλ. ΟλΑΠ 6/1990, ΑΠ 1314/1994, ΑΠ 108/ 2001, ΑΠ 1255/2006, δημοσιευμένες στη Νόμος). Γίνεται δε δεκτό ότι υπάρχει αντίθεση στη δημόσια τάξη λόγω εφαρμογής ορισμένης διάταξης του δικονομικού δικαίου αν η διάταξη αυτή δεν εξασφαλίζει επαρκή άμυνα στο διάδικο (βλ. ΕφΑΘ 6341/1999 ΑρχΝ 1999. 703). «δ. Εάν, σύμφωνα με τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Μέρους, εντός της επικράτειας του οποίου η δικαστική απόφαση πρόκειται να αναγνωρισθεί και να εκτελεστεί, τα δικαστήρια αυτού του Συμβαλλόμενου Μέρους έχουν την αποκλειστική αρμοδιότητα εκδίκασης της υπόθεσης».


