Διάγραμμα
- Προλεγόμενα
- Το Δίκαιο και η άσκηση του ιατρικού λειτουργήματος
- Πραγματικό περιστατικό ελέγχου ιατρικής ευθύνης από αμέλεια
- Ποινική ευθύνη
- Αστική ευθύνη
- Πειθαρχική ευθύνη
- Ερωτήματα και προβληματισμοί περί την διερεύνηση της ιατρικής ευθύνης από αμέλεια
- Επίλογος
Ι. Προλεγόμενα
Εξ ορισμού εισαγωγική η πρώτη εισήγηση της ημερίδας, κατευθύνει τον ομιλούντα στη διατύπωση γενικών σκέψεων και επισημάνσεων αναφορικά με ζητήματα περί την ιατρική ευθύνη, που οι επόμενοι εισηγητές, αναλυτικά και εξειδικευμένα, θα παρουσιάσουν.
Σπεύδω να υπενθυμίσω ότι η Ιατρική Επιστήμη και η Επιστήμη του Δικαίου πάντοτε συγκαταλέγονταν στις ευγενέστερες επιστήμες. «Ιητρική τεχνέων μεν πασέων εστίν επιφανεστάτη» (η Ιατρική είναι από όλες τις τέχνες η πιο διακεκριμένη) τόνιζε ο Ιπποκράτης[1]. Αντίστοιχα, ας φέρουμε στη σκέψη μας τον Θέογνι και τον Φωκυλίδη: «εν δε δικαιοσύνη συλλήβδην πάσ’ αρετή εστίν»[2].
Σήμερα, τα κοινού επιστημονικού ενδιαφέροντος ζητήματα εμφανίζονται αιχμηρά στο πεδίο της ιατρικής ευθύνης από αμέλεια. Η αμέλεια είναι η μορφή υπαιτιότητας που κατά κανόνα απασχολεί τη Δικαιοσύνη στις υποθέσεις ιατρικής ευθύνης. Έτσι, στις συζητήσεις της ημερίδας θα υπάρχουν αναφορές στο λεγόμενο «ιατρικό σφάλμα»[3], ενώ δεν θα γίνει λόγος για εκ δόλου ευθύνη των γιατρών στο πλαίσιο της επαγγελματικής δράσης τους που να σχετίζεται με ένα βλαπτικό αποτέλεσμα για τον ασθενή.
ΙΙ. Το Δίκαιο και η άσκηση του ιατρικού λειτουργήματος
Το Δίκαιο φαίνεται να είναι ιδιαίτερα «απαιτητικό» ως προς την άσκηση του ιατρικού λειτουργήματος, αφού, με βασικό νομικό πλαίσιο το πλέγμα των κανόνων του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας (ΚΙΔ – Ν.3418/2005)[4] αξιώνει από τον γιατρό να μην διαπράξει ιατρικό σφάλμα, είτε με τη μορφή της διαγνωστικής αστοχίας (εκτίμηση των δεδομένων του ασθενούς), είτε με τη μορφή της θεραπευτικής αστοχίας (επιλογή ή εφαρμογή της θεραπευτικής μεθόδου), να ασκήσει την ιατρική LEGE ARTIS, δηλαδή (σύμφωνα με τον ΚΙΔ) με βάση τους γενικά παραδεκτούς (2 παρ.3, 10 παρ.1 ΚΙΔ) και ισχύοντες (2 παρ.3) κανόνες της ιατρικής επιστήμης, με κανόνες και μεθόδους (3 παρ.3) όπως αυτοί διαμορφώνονται με βάση τα αποτελέσματα της εφαρμοσμένης σύγχρονης επιστημονικής έρευνας (3 παρ.3), με τους κανόνες της τεκμηριωμένης και βασισμένης σε ενδείξεις ιατρικής επιστήμης (3 παρ.2γ), με βάση δε την πείρα και τις δεξιότητες που απέκτησε (3 παρ.2β) να συμμορφώνεται με ορισμένο «πρότυπο επιμέλειας», το οποίο ανταποκρίνεται στο μέσο συνετό γιατρό της ειδικότητάς του.[5]
Μία ατυχής έκβαση ιατρικής πράξης (θάνατος ή σωματική βλάβη του ασθενούς) μπορεί να αποτελέσει αφορμή για τη διερεύνηση της ευθύνης από αμέλεια των εμπλακέντων γιατρών σε τρία επίπεδα: ποινικό, αστικό και πειθαρχικό. Έτσι, γίνεται λόγος για ποινική[6], αστική[7] και πειθαρχική[8] ιατρική ευθύνη.
ΙΙΙ. Πραγματικό περιστατικό ελέγχου ιατρικής ευθύνης από αμέλεια
Καλύτερα, όμως, να συνδέσουμε, κατά το δυνατόν, τις αφηρημένες και γενικές επισημάνσεις με ένα καταγεγραμμένο στη νομολογία περιστατικό από την καθημερινή δικαστική πραγματικότητα.
Η (ποινική) απόφαση του Αρείου Πάγου 1659/2003[9] αναφέρεται στο ακόλουθο συμβάν (συνοπτικά): κατά τη διάρκεια εγχείρισης ανοικτής καρδιάς (διπλής αορτοστεφανιαίας παράκαμψης) σε δημόσιο νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης, ο καρδιοχειρουργός-θωρακοχειρουργός Χ, αναπληρωτής καθηγητής στο ΑΠΘ, χορήγησε αδρεναλίνη στη ρίζα της αορτής του ασθενούς χρησιμοποιώντας ειδική σύριγγα∙ μετά την έγχυση της αδρεναλίνης, αφαίρεσε αμέσως τη σύριγγα και στη βάση της αορτής παρέμεινε η βελόνη προκειμένου να εξασφαλισθεί η απομάκρυνση του τυχόν υπάρχοντος αέρος εντός της αορτής∙ στη συνέχεια, όμως, παρέλειψε να αφαιρέσει τη βελόνη, η οποία παρέμεινε εντός της περικαρδιακής κοιλότητας μετά τη σύγκλειση του χειρουργικού τραύματος και την ολοκλήρωση της επέμβασης, με συνέπεια, ο ασθενής, όταν παραπονούμενος για συνεχή βήχα και κόπωση, υποβλήθηκε σε ακτινογραφία θώρακος και πληροφορήθηκε το συμβάν, να υποστεί σοβαρό ψυχικό κλονισμό που εκδηλώθηκε αρχικά με λιποθυμία και κατόπιν η γνώση αυτή του προκάλεσε έντονη ανησυχία, φόβο και αγχώδη καταθλιπτική διαταραχή, για την αντιμετώπιση της οποίας έλαβε ειδική φαρμακευτική αγωγή με ψυχοφάρμακα.
Για το προαναφερθέν περιστατικό διερευνήθηκε, ή θα μπορούσε να έχει διερευνηθεί, η ύπαρξη ποινικής, αστικής και πειθαρχικής ευθύνης.[10]
