Παράλειψη από την Διοίκηση έκδοσης κανονιστικής διοικητικής πράξης (Προεδρικού Διατάγματος) για την αναγνώριση επαγγελματικών δικαιωμάτων των αποφοίτων. Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αγωγή αποζημίωσης σύμφωνα με το άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ. Δέχεται εν μέρει.
Αριθμός απόφασης 12852/2018
ΓΑΚ:…, /2012
ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΑΣ
Τμήμα 28ο Μονομελές
συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13.12.2017, με δικαστή τον Βασίλειο Ζαχαρόπουλο, Πρωτοδίκη Δ.Δ., και γραμματέα την Ανατολή Κυριαζίδου, δικαστική υπάλληλο,
για να εκδικάσει την αγωγή με χρονολογία κατάθεσης 08.10.2012,
των 1) ..., κατοίκου Τρικάλων (οδ.... αρ....) και 2)..., κατοίκου Αττικής (οδ.... αρ....), οι οποίοι παραστάθηκαν μαζί με τον πληρεξούσιο δικηγόρο ΝΣ,
κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο, αλλά παραστάθηκε με δήλωση, κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, της Δικαστικής Πληρεξουσίας Α΄ του Ν.Σ.Κ..
Κατά τη συζήτηση, οι διάδικοι που παραστάθηκαν ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν όσα αναφέρονται στα πρακτικά.
Αφού μελέτησε τη δικογραφία
Σκέφθηκε κατά το νόμο
1. Επειδή, με την κρινόμενη αγωγή, για την άσκηση της οποίας, μετά από τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 139Α του Κ.Δ.Δ., κατεβλήθησαν τα αναλογούντα τέλη δικαστικού ενσήμου (βλ. τα με κωδικούς … ηλεκτρονικά παράβολα του διαδικτυακού ιστοτόπου της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων, μετά των αποδεικτικών ηλεκτρονικής εισπράξεως της Εθνικής Τράπεζας), οι ενάγοντες, απόφοιτοι Τ.Ε.Ι., ζητούν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον καθένα τους, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 105 ΕισΝΑΚ, 57, 59 και 932 Α.Κ., χρηματική ικανοποίηση ύψους 30.000 ευρώ, νομιμοτόκως, από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την παράνομη, όπως υποστηρίζουν, παράλειψη των οργάνων του εναγόμενου να εκδώσουν εντός συγκεκριμένου χρόνου τα προεδρικά διατάγματα που είναι αναγκαία για την κατοχύρωση των επαγγελματικών δικαιωμάτων των αποφοίτων των Τ.Ε.Ι.
2. Επειδή, οι ενάγοντες ομοδικούν παραδεκτώς, σύμφωνα με το άρθρο 115 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α΄ 97), όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3226/2004 (Α΄ 24), που επιτρέπει την άσκηση κοινής αγωγής από περισσότερα πρόσωπα, εφόσον, μεταξύ άλλων, τα δικαιώματά τους στηρίζονται σε όμοια, κατά τα ουσιώδη, νομική και πραγματική βάση. Συνεπώς, η κρινόμενη αγωγή είναι εξεταστέα ως προς όλους τους ενάγοντες.
3. Επειδή, στο άρθρο 105 Εισ. Ν.Α.Κ. (π.δ. 456/1984, Α΄ 164) ορίζεται ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος…» και στο άρθρο 106 Εισ. Ν.Α.Κ. ότι: «Οι διατάξεις των δύο προηγούμενων άρθρων εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων … ή των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους».
4. Επειδή, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, για να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση λόγω πράξης ή παράλειψης των οργάνων του κατά την άσκηση της ανατεθειμένης σ’ αυτά δημόσιας εξουσίας, απαιτείται, μεταξύ άλλων, η πράξη ή παράλειψη να είναι παράνομη. Εκ του ότι δε ο νομοθέτης είτε με νόμο είτε με διοικητική κανονιστική πράξη που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση νόμου, καθορίζει γενικότερα τους όρους του αδίκου, παρέπεται ότι δεν μπορεί να προκύψει, έστω και αν προκαλείται ζημία σε τρίτο, ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., από την εκ μέρους της πολιτείας νομοθέτηση με τα αρμόδια αυτής όργανα ή από την παράλειψη των οργάνων αυτών να νομοθετήσουν, εκτός αν από τη νομοθέτηση ή την παράλειψή της γεννάται αντίθεση προς κανόνες δικαίου υπέρτερης τυπικής ισχύος (ΣτΕ 479-482/2018 Ολ., 4741/2014 Ολ., πρβλ. ΣτΕ 3901/2013, 2544/2013 επταμ.). Εξ άλλου, παράλειψη νομοθετήσεως συντρέχει και στην περίπτωση κατά την οποία η θέσπιση κατ’ ουσίαν κανόνων δικαίου έχει ανατεθεί, κατ’ εξουσιοδότηση νόμου, σε διοικητικό όργανο που καθίσταται αρμόδιο για την έκδοση κανονιστικής πράξεως, η οποία περιλαμβάνει κανόνες του εξ αντικειμένου δικαίου. Η παράλειψη, στην περίπτωση αυτή, είναι παράνομη όταν, είτε η νομοθετική εξουσιοδότηση επιβάλλει στην Διοίκηση την υποχρέωση για την έκδοση της κανονιστικής πράξεως, εφόσον συντρέχουν ορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις (όπως στην περίπτωση που ο ίδιος ο νόμος καθιερώνει αμέσως και ευθέως ένα δικαίωμα, καταλείπει δε απλώς στον εξουσιοδοτούμενο από αυτόν κανονιστικό νομοθέτη να θεσπίσει συμπληρωματικούς κανόνες, αναγκαίους για τη ρύθμιση τεχνικών λεπτομερειών ή των όρων ασκήσεως του δικαιώματος) ή εντός ορισμένης προθεσμίας, είτε όταν η υποχρέωση της Διοικήσεως να προβεί σε κανονιστική ρύθμιση προκύπτει ευθέως εκ του Συντάγματος (πρβλ. ΣτΕ 2544/2013 επτ., 4917/2012, 211/2006, 1978/2002, 672/2002 επτ., 537/2002 επτ., 31/2002, 246 5/2001, 1394/2001 επτ., 326/2001 επτ., 5/2001 επτ., 2546/1999 επτ., 2818/1997 επτ., 4396/1996, 3255/1996, 300/1989 επτ., 4334/1976 Ολομ. κ.ά.). Εξάλλου, για τη θεμελίωση της ευθύνης προς αποζημίωση απαιτείται, μεταξύ άλλων, να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης ή υλικής ενέργειας και της επελθούσας ζημίας. Ο σύνδεσμος αυτός υφίσταται όταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και ενόψει των ειδικών συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης ήταν εξ αντικειμένου ικανή και πρόσφορη να επιφέρει το ζημιογόνο γεγονός (ΣτΕ 479-482/2018 Ολ., 4741/2014 Ολ., πρβλ. ΣτΕ 4100/2012, 3124/2011).
