Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2016

ΚΥΑ 12205/2016: Παροχή νομικής συνδρομής σε αιτούντες διεθνή προστασία


Με κοινή απόφαση των υπουργών Εσωτερικών και Δικαιοσύνης ορίζονται η διαδικασία και όλες οι σχετικές λεπτομέρειες αναφορικά με την παροχή νομικής συνδρομής σε αιτούντες διεθνή προστασία.
Σύμφωνα με την Κοινή Υπουργική Απόφαση 12205/9.9.2016, στους αιτούντες διεθνή προστασία παρέχεται δωρεάν νομική συνδρομή στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας σε δεύτερο βαθμό σύμφωνα με τα άρθρα 61 και 62 του Ν. 4375/2016 (Α’ 51), η οποία χρηματοδοτείται χρηματοδοτούμενη από την Υπηρεσία Ασύλου.
Με τους ίδιους όρους παρέχεται νομική συνδρομή και στις διαδικασίες ενώπιον των Επιτροπών στο πλαίσιο εφαρμογής της παρ. 27 του άρθρου 80 του Ν. 4375/2016.
Η νομική συνδρομή περιλαμβάνει:
α. τη σύνταξη και κατάθεση προσφυγής, εφόσον δεν έχει ήδη ασκηθεί,
β. την παράσταση ενώπιον της αρμόδιας Επιτροπής Προσφυγών, εφόσον ο αιτών κληθεί σε προφορική ακρόαση,
γ. τη σύνταξη και κατάθεση υπομνήματος και κάθε άλλου απαιτούμενου εγγράφου ή στοιχείου και
δ. την πραγματοποίηση συσκέψεων με τον αιτούντα για την κατάλληλη προετοιμασία της υπόθεσης του.
Προς το σκοπό της παροχής νομικής συνδρομής σε αιτούντες διεθνή προστασία, στην Υπηρεσία Ασύλου, τηρείται Μητρώο Δικηγόρων στο οποίο εγγράφονται δικηγόροι οι οποίοι πληρούν μία σειρά από προϋποθέσεις, έπειτα και από γραπτές εξετάσεις.
Η βαθμολόγηση των γραπτών και η επιλογή διενεργείται από τριμελή Επιτροπή, η οποία συγκροτείται από έναν υπάλληλο της Υπηρεσίας Ασύλου, κατηγορίας ΠΕ με πτυχίο νομικής, ο οποίος ορίζεται από το Διευθυντή της Υπηρεσίας Ασύλου, και ασκεί τα καθήκοντα του Προέδρου, έναν εκπρόσωπο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και έναν εκπρόσωπο της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, ως μέλη.
Ως προς την αμοιβή των δικηγόρων, αυτή ορίζεται σε ογδόντα (80) ευρώ πλέον ΦΠΑ ανά υπόθεση (ατομικό φάκελο αίτησης διεθνούς προστασίας) και καταβάλλεται από την Υπηρεσία Ασύλου.
Τέλος, η υπουργική απόφαση προβλέπει μία σειρά υποχρεώσεων για τους δικηγόρους, όπως η τήρηση του απορρήτου, η συμμετοχή σε εκπαιδευτικά προγράμματα και άλλες.

Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2016

ΕιρΑθ 771/2016 : "Υπερχρεωμένα νοικοκυριά - Ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων - Χρέη προς ασφαλιστικούς φορείς – Εξαίρεση ΟΑΕΕ - Αντισυνταγματικότητα ρύθμισης"


Αντισυνταγματική η υπαγωγή των ασφαλιστικών οργανισμών στο άρθρο 1§2β του Ν. 3869/2010 διότι αντίκειται στο άρθρο 22 του Συντάγματος που επιβάλλει την λειτουργία βιώσιμων ασφαλιστικών οργανισμών και υποχρεώνει τον νομοθέτη να προβαίνει σε ειδικές ρυθμίσεις με γνώμονα πάντοτε την προστασία του ασφαλιστικού κεφαλαίου και την προαγωγή της ίδιας της κοινωνικής ασφάλισης. Πέραν αυτού σχετικά με τα χρέη προς ασφαλιστικούς φορείς προηγήθηκε της μεταρρύθμισης του Ν. 3869/2010, ειδικός νόμος γενναίας περικοπής (άρθρο 10 Ν. 4374/2016) δια της οποίας δόθηκε η δυνατότητα στους ασφαλισμένους να προβούν σε ρυθμίσεις για την ελάφρυνση τους χρέους τους. Εξαιρεί τον ΟΑΕΕ από την ρύθμιση. Δέχεται κατά τα λοιπά την αίτηση.

ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΕΚΟΥΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ
ΑΡΘΡ.3 ΠΑΡ. 2 Ν.3869/2010

Αριθμός απόφασης 771/Φ 4195/2016 
ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Συγκροτήθηκε από τον Ειρηνοδίκη Αγγελο Κανά, τον οποίο όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Ειρηνοδικείου Αθηνών και τη γραμματέα Αποστολία Ιωάννου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 23.9.2016 για να δικάσει την υπόθεση:
ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ : ..., κατοίκου Δήμου Ελληνικού Αττικής, οδός ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Α Τ.
ΤΩΝ ΚΑΘ'ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ : 1) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «Τράπεζα EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.» που εδρεύει στην Αθήνα κι εκπροσωπείται νόμιμα όπως μετονομάσθηκε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «EFG EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.», η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της ΕΤ 2) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα κι εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία βρέθηκε απούσα 3) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία με την επωνυμία «HELLENIC POSTCREDIT Ανώνυμη Εταιρία Παροχής Πιστώσεων» που εδρεύει στην Παιανία Αττικής κι εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της ΜΓ 4) του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών Ο.Α.Ε.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα κι εκπροσωπείται νόμιμα από το Διοικητή του, το οποίο παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του ΔΣ 5) του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών και στην προκειμένη περίπτωση από τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ Ηλιούπολης, το οποίο παραστάθηκε δια του δικαστικού πληρεξουσίου του Ν.Σ.Κ. ΓΚ
Φέρεται προς συζήτηση η από 5.11.2015 με αρ. κατ. 4195/2015 αίτηση του άρθρ. 4 Ν. 3869/2010 με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Για τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής ορίσθηκε δικάσιμος η 10.3.2016 και ύστερα από αναβολή η ημερομηνία που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν στο ακροατήριο.
Το Δικαστήριο μετά την εκφώνηση της άνω υποθέσεως από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σε αυτό
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 1011 Β'/16.11.2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., που προσκομίζει κι επικαλείται η αιτούσα, αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην δεύτερη από τις καθ'ών, η οποία όμως δεν εμφανίσθηκε κατά την ανωτέρω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο. Πρέπει, συνεπώς, να δικαστούν ερήμην, να προχωρήσει, ωστόσο, η συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 754 § 2 περ. 1 ΚΠολΔ).
Με την κρινόμενη αίτηση η αιτούσα επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της - μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και χρέη προς το Δημόσιο και φορέα κοινωνικής ασφάλισης - ζητεί τη διευθέτηση τους από το δικαστήριο με την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας της, κατά το προτεινόμενο από αυτήν σχέδιο.
 Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η κρινόμενη αίτηση αρμόδια φέρεται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του δικαστηρίου (άρθρο 3 του Ν. 3869/2010) στην περιφέρεια του οποίου έχει την κατοικία της η άνω οφειλέτρια και σύμφωνα με την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 741 έως 781 σε συνδ. με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010. Για το παραδεκτό της αιτήσεως τηρήθηκαν όσα προβλέπονται στο άρθρ. 4 παρ. 2 Ν. 3869/2010 όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του από την παρ.4 του άρθρου 1 της υποπαρ. Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α 94/14-8-2015), και καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ.5 του άρθρου 2 της υποπαρ Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α 94/14-8-2015), τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά τις 19.8.2015, αφού προσκομίστηκαν τα αναφερόμενα στην ανωτέρω διάταξη έγγραφα, έκθεση επίδοσης της αίτησης προς την εγγυήτρια (1018Β/16.11.2015 του αυτού δικαστικού επιμελητή) καθώς επίσης και υπεύθυνη δήλωση της αιτούσας για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων της περιουσίας και τουν εισοδημάτων της, των πιστωτών της και των απαιτήσεων τους καθώς και για τις μεταβιβάσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων της  κατά την τελευταία τριετία. Επίσης, από την αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου στα τηρούμενα αρχεία, προέκυψε ότι δεν εκκρεμεί άλλη σχετική αίτηση της αιτούσας, ούτε έχει εκδοθεί σε προγενέστερο χρόνο απόφαση για ρύθμιση και απαλλαγή από τις οφειλές της (άρθρο 13 παρ.2 Ν.3869/2010). 
Περαιτέρω η κρινόμενη αίτηση στην οποία περιλαμβάνονται όλα τα απαραίτητα στοιχεία που προβλέπονται από το άρθρ. 4 παρ. 1 Ν.3869/2010, είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1,4,5,6 παρ.3, 8,9 και 11 του Ν.3869/2010, πλην του αιτήματος να ενταχθούν στη ρύθμιση και οι οφειλές της αιτούσας προς το 4ο καθ'ού ν.π.δ.δ. (φορέα κοινωνικής ασφάλισης) που πρέπει να απορριφθεί για τους παρακάτω λόγους.
Η μέριμνα για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων στην Ελλάδα εκδηλώνεται στο άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος, το οποίο προβλέπει σχετικά ότι «το Κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει». Με το άρθρο αυτό κατοχυρώνεται μια θεσμική εγγύηση, που οριοθετεί τη διακριτική ευχέρεια του νομοθέτη. Η εγγύηση αυτή διασφαλίζει το θεσμό της κοινωνικής ασφάλισης παρεμποδίζοντας την αλλοίωση του οργανωτικού πυρήνα του, χωρίς όμως να αποκλείεται η αναδιάρθρωση του, η αυστηροποίηση των προϋποθέσεων απονομής ασφαλιστικών παροχών, το ύψος ή η έκταση τους. Συνεπώς, ο κοινός νομοθέτης οφείλει να παραμείνει σύμφωνος με τις Βασικές αρχές, οι οποίες είναι σύμφυτες με την οργάνωση της κοινωνικής ασφάλισης και προσδίδουν τη διαχρονική ταυτότητα του θεσμού αυτού. Η πολιτειακή εγγύηση του θεσμού της κοινωνικής ασφάλισης διασφαλίζεται με τη λειτουργία Βιώσιμων ασφαλιστικών οργανισμών, που στηρίζονται σε υγιείς οικονομικές βάσεις, και υποχρεώνει το ασφαλιστικού κεφαλαίου και την προαγωγή της ίδιας της κοινωνικής ασφάλισης.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρ. 1 παρ. 2 εδ.β Ν. 3869/2010 όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με την παρ.1 του άρθρου 1 της υποπαρ. Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α 94/14-8-2015), και καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ.5 του άρθρου 2 της υποπαρ.Α.4 του άρθρου 2 του ιδίου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του προβλέπεται ότι πλέον "Στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου περιλαμβάνονται επίσης: α) οι βεβαιωμένες οφειλές στην Φορολογική Διοίκηση σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ.), τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.) και τον Τελωνειακό Κώδικα, όπως έχουν διαμορφωθεί με βάση τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής που τις επιβαρύνουν, β) οι βεβαιωμένες οφειλές προς τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.T.A.) α' και β' βαθμού και τα νομικά πρόσωπα αυτών, όπως έχουν διαμορφωθεί με βάση τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής, συμπεριλαμβανομένων των οφειλών που προκύπτουν από εισφορά σε χρήμα ή την μετατροπή εισφοράς γης σε χρήμα των προς ένταξη ή και των ήδη ενταγμένων ιδιοκτησιών, σύμφωνα με το ν.1337/1983 από φόρους και τέλη προς το Δημόσιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και γ) ασφαλιστικές οφειλές προς τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης, όπως έχουν διαμορφωθεί με βάση τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής. Τα αναφερόμενα στα στοιχεία α', β' και γ' πρόσωπα, δεν επιτρέπεται να συνιστούν το σύνολο των πιστωτών του αιτούντος και οι οφειλές του προς αυτά υποβάλλονται σε ρύθμιση κατά τον παρόντα νόμο μαζί με τις οφειλές του προς τους ιδιώτες πιστωτές". Εν προκειμένω  με την νομοθετική ρύθμιση του άρθρου 1 της υποπαρ. Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 με την οποία εντάχθηκαν στο Ν. 3869/2010 και οι ασφαλιστικές εισφορές προς τους Ο.Κ.Α. όπως έχουν διαμορφωθεί με Βάση τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής, παρέχεται η δυνατότητα σε μία κατηγορία ασφαλισμένων των φορέων κοινωνικής ασφάλισης και ειδικότερα σε εκείνους των οποίων οι οφειλές έναντι των εν λόγω οργανισμών  (από ασφαλιστικές εισφορές) συντρέχουν με οφειλές προς ιδιώτες πιστωτές να ζητήσουν και να επιτύχουν ακόμη και την πλήρη διαγραφή των οφειλομένων από αυτούς ασφαλιστικών εισφορών. Με το σοβαρό πλήγμα που προκάλεσε η μείωση κατά 53% (ύψους 18,7 δις ευρώ) της ονομαστικής αξίας των ομολόγων στα οποία είχαν επενδύσει τα ασφαλιστικά ταμεία η οποία και ολοκληρώθηκε με τη 2η φάση του PSI με περαιτέρω μείωση η οποία ανήλθε στο ποσό των 1,2 δις ευρώ (βλ. το υπ' αριθμ. 13.6.8.12/Β/1168 έγγραφο Γενικής Δ/νσης Οικονομικής Πολιτικής Δ/νση Πιστ. και Δημ/κών Υποθέσεων Υπουργείου Οικονομικών στο οποίο επισυνάπτεται το με αρ. πρωτ. 222/2.8.2012 έγγραφο της δ/νσης ανθρώπινου δυναμικού και οργάνωσης της Τράπεζας της Ελλάδος ) τα αποθεματικά των Ο.Κ.Α. έχουν περιοριστεί σημαντικά, ενώ στην μείωση των εσόδων και στην αύξηση των ελλειμμάτων τους που σημειώθηκε κατά τα τελευταία έτη λόγω της αύξησης των δεικτών ανεργίας, της αδήλωτης εργασίας κ.λπ. έρχεται να προστεθεί η ανωτέρω διάταξη του άρθρ. 1 παρ. 2 εδ.β περ. γ' του Ν. 3869/2010 η εφαρμογή της οποίας σημαίνει ότι θα επέλθουν  νέα σημαντικά ελλείμματα που θα οδηγήσουν σε περαιτέρω συρρίκνωση τα αποθεματικά τους. Συνακόλουθα, με την ένταξη των ασφαλιστικών οφειλών προς τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης στο άρθρ. 1 παρ. 2 εδ.β Ν. 3869/2010 παραβιάζεται ευθέως η πολιτειακή εγγύηση που κατοχυρώνεται στο άρθρ. 22 παρ. 5 του Συντάγματος και αφορά το θεσμό της κοινωνικής ασφάλισης η οποία διασφαλίζεται με τη λειτουργία βιώσιμων ασφαλιστικών οργανισμών και υποχρεώνει το νομοθέτη να προβαίνει σε ειδικές ρυθμίσεις με γνώμονα πάντοτε την προστασία του  ασφαλιστικού  κεφαλαίου και την προαγωγή της ίδιας της κοινωνικής ασφάλισης . Για τους παραπάνω λόγους η διάταξη αυτή είναι ανίσχυρη επειδή   κρίνεται  ως αντισυνταγματική από το παρόν Δικαστήριο χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται έτσι η αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, την οποία θεσπίζουν τα άρθρα 1, 26, 73 επ. και 87 επ. του Συντάγματος (Ολ ΑΠ 3/2013, 46/2005, 9/2004). Σημειωτέον δε ότι όσον αφορά τα χρέη προς τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης προηγήθηκε της μεταρρύθμισης του Ν. 3869/2010 με το Ν. 4336/2010 ειδικός νόμος γενναίας περικοπής (άρθρ. 10 Ν. 4374/2016) με τον οποίο δόθηκε η δυνατότητα στα αναφερόμενα σε αυτόν πρόσωπα να προβούν σε ρυθμίσεις για την ελάφρυνση του χρέους τους προς τους φορείς αυτούς.

 Από την ανώμοτη κατάθεση της αιτούσας που περιέχεται στα πρακτικά της δίκης, από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) σε συνδυασμό με την αυτεπάγγελτη έρευνα των γεγονότων (αρ. 744 ΚΠολΔ) και την επ’ ακροατηρίου προφορική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:

Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2016

ΠΠολΘεσ 738/16 : Τράπεζες - Δάνειο σε ελβετικό φράγκο - Αλλαγή ισοτιμίας - Όροι σύμβασης. Σύναψη δανείου σε ελβετικό φράγκο. Αγωγή για αναγνώριση ακυρότητας της πράξης τροποποίησης σύμβασης στεγαστικού δανείου


ΠΠολΘεσ 738/16 : Τράπεζες - Δάνειο σε ελβετικό φράγκο - Αλλαγή ισοτιμίας - Όροι σύμβασης. Σύναψη δανείου σε ελβετικό φράγκο. Αγωγή για αναγνώριση ακυρότητας της πράξης τροποποίησης σύμβασης στεγαστικού δανείου. Για το ορισμένο της εν λόγω αγωγικής βάσης, θα πρέπει να προσβάλλονται με αυτήν συγκεκριμένα επιμέρους κονδύλια του τηρηθέντος λογαριασμού. Επίσης, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί η χορήγηση του δανείου αυτού ως επενδυτική υπηρεσία, αφού σκοπός της ένδικης σύμβασης, ήταν η λήψη δανείου σε ξένο νόμισμα με ευνοϊκούς όρους, και όχι η βέλτιστη απόδοση ορισμένου κεφαλαίου. Κρίση περί νομιμότητας των όρων της συμβάσεως. Ο όρος ξένου νομίσματος δεν προσκρούει a priori στα χρηστά ήθη, όπως απαιτεί το άρθρο 178 ΑΚ, ενώ δε συντρέχει ούτε η προϋπόθεση του άρθρου 179 ΑΚ περί δυσαναλογίας παροχής - αντιπαροχής, αφού η ρήτρα μετατροπής σε ξένο νόμισμα, στην ένδικη περίπτωση, δεν ήταν εξαρχής και per definitionem σε βάρος της ενάγουσας, αλλά η αύξηση της οφειλόμενης δόσης επήλθε μετά την ανατροπή της ισοτιμίας ευρώ - ελβετικού φράγκου.


ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΑΡΙΘΜΟΣ 738/2016

Πρόεδρος : Θεοκτή Νικολαίδου
Εισηγητής : Αντώνιος Βαθρακοκοίλης, Πρωτοδίκης
Δικηγόροι : Απ. Λούβρος, Δέσπ. Χαραλαμπίδου

Με την ένδικη αγωγή η ενάγουσα εκθέτει, ότι συνήψε στις 19 Σεπτεμβρίου 2005 με την εναγόμενη τράπεζα, στο υποκατάστημα αυτής στη Διαγώνιο Θεσσαλονίκης, τη με αριθμό ........... σύμβαση στεγα­στικού δανείου, για την αγορά και επισκευή κατοικίας, ποσού 321.540,00 ευρώ, διάρκειας 360 μηνών από την ημερομηνία της εφάπαξ εκταμίευσης του δανειακού προϊόντος, στις 20.9.2005, με όρους που είχαν προδιατυπωθεί από την εναγομένη, κατά τους οποίους το ποσό του δανείου θα εκτοκιζόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο, όπως αναλυτικά αναφέρεται σε αυτή. Ότι, περί τα τέλη του έτους 2006, οι υπάλληλοι της εναγομένης προέτρε­ψαν αυτή να μετατρέψει το ανωτέρω δάνειο σε δάνειο με ελβετικό φράγκο, παρουσιάζοντάς της την προο­πτική αυτή ως πολύ συμφέρουσα για την ίδια, λόγω του χαμηλού επιτοκίου και της μικρότερης μηνιαίας δόσης, που θα συνεπαγόταν, τονίζοντας μάλιστα, ότι αυτή αφορούσε μόνο τους συνεπείς και ενήμερους πελάτες, χωρίς όμως να γίνει ουδεμία άλλη επισήμανση σχετικά με τους κινδύνους της μετατροπής αυτής και ιδίως ως προς τον κίνδυνο ανατροπής των συναλλαγματικών ισοτιμιών και των επιπτώσεων αυτής στο ύψος της μηνιαίας δόσης και στο υπόλοιπο του άληκτου κεφα­λαίου και χωρίς να της προταθεί πρόγραμμα αντιστάθ­μισης του συναλλαγματικού κινδύνου. 
Ότι η προσφορά αυτή διαφημιζόταν από την εναγόμενη, ακόμα και με σύντομα τηλεοπτικά διαφημιστικά φιλμ. Ότι με τον τρόπο αυτόν η εναγόμενη, εκμεταλλευόμενη την απει­ρία της ως προς τις αγορές συναλλάγματος, την έπεισε με παραπειστικό τρόπο, και με αθέμιτη παρασιώπηση των σχετικών κινδύνων, να συμφωνήσει στη μετατροπή του νομίσματος της δανειακής σύμβασης. Ότι στις 15 Δεκεμβρίου 2006, στο ίδιο παραπάνω υποκατάστημα της εναγομένης, κατήρτισε με την τελευταία, η οποία εκπροσωπούνταν από τους υπαλλήλους της, ΑΘ.Χ. και Φ.Τ., οι οποίοι όμως δεν διέθεταν πιστοποιητικό τύπου Β1, τη με αριθμό ............ πράξη τρο­ποποίησης σύμβασης στεγαστικού δανείου, με την οποία συμφωνήθηκε, ότι το υπόλοιπο του ληφθέντος δανείου, ποσού 314.000,00 ευρώ, θα μετατρεπόταν, στις 23.1.2007, στο ποσό των 509.500,94 ελβετικών φράγκων, με διάρκεια 308 μηνών, από την ημερομηνία μετατροπής, το οποίο θα εκτοκιζόταν, κατά τη διάρκεια της πρώτης τριετίας, με σταθερό επιτόκιο LIBOR, και μετά τις 23.1.2010 με κυμαινόμενο επιτόκιο LIBOR 360 ημερών. 
Ότι με τη σύναψη της εν λόγω σύμβασης επι­θυμούσε να λάβει στεγαστικό δάνειο με ευνοϊκούς όρους αποπληρωμής. Ότι δεν γνώριζε ότι με τη σύμ­βαση αυτή σε συνάλλαγμα, ήτοι σε ελβετικό φράγκο, αναλάμβανε τον κίνδυνο της διακύμανσης συναλλάγ­ματος. Ότι, μετά τη μετατροπή αυτή, το δάνειο δεν ήταν απλό στεγαστικό, αλλά όπως αντιλήφθηκε τον Απρίλιο του έτους 2014, μετά τη χορήγηση σχετικών εγγράφων από την εναγόμενη, επενδυτικό προϊόν με συναλλαγμα­τικό κίνδυνο, το οποίο απαιτούσε εξειδικευμένη ενημέρωσή της από πιστοποιημένους προς τούτο υπαλλήλους, πλην όμως οι υπάλληλοι, οι οποίοι υπέγραψαν για λογαριασμό της εναγομένης την ένδικη σύμβαση, δεν ήταν εξειδικευμένοι και δεν είχαν λάβει τη σχετική πιστοποίηση. 
Ότι η χορήγηση σε αυτήν, άνευ οποιοσ­δήποτε ενημέρωσής της, στεγαστικού δανείου σε συνάλλαγμα και χωρίς την πρόβλεψη προστασίας της έναντι του συναλλαγματικού κινδύνου, έρχεται σε αντί­θεση με τη βασική υποχρέωση της εναγομένης για ενη­μέρωση και διαφώτιση αυτής της ίδιας ως πελάτη της και παροχή συμβουλών προς όφελος της. Ότι η μηνιαία δόση που έπρεπε να καταβάλει στην εναγομένη για την αποπληρωμή του δανείου δεν ήταν σταθερή, αλλά μεταβαλλόταν κάθε μήνα, χωρίς να είναι σε θέση αυτή να γνωρίζει εκ των προτέρων το ποσό της εκάστοτε μηνιαίας δόσης, που όφειλε να καταβάλει στην εναγο­μένη. 
Ότι αν και αυτή προβαίνει με συνέπεια στις μηνι­αίες καταβολές έναντι του δανείου, εντούτοις το αρχικό κεφάλαιο αυτού δεν ελαττώνεται, λόγω της ανατροπής της συναλλαγματικής ισοτιμίας μεταξύ ευρώ και ελβετι­κού φράγκου, η οποία δεν μπορούσε να προβλεφθεί. Ότι, εάν γνώριζε όλους τους κινδύνους, που εγκυμο­νούσε η μετατροπή του νομίσματος της δανειακής της σύμβασης, και κυρίως τη μετακύλιση του συναλλαγμα­τικού κινδύνου σε αυτή, δεν θα προέβαινε σε αυτή, αφού η σύμβαση αυτή φέρει τα χαρακτηριστικά της παροχής επενδυτικού προϊόντος, ενόψει του ότι συνδέει την οφειλή της με τη διεθνή αγορά συναλλάγματος, χωρίς να υφίστανται βεβαιώσεις αγοράς συναλλάγμα­τος και χωρίς να δύναται αυτή να καταβάλει σε αυτού­σιο συνάλλαγμα τις οφειλόμενες δόσεις, οι οποίες, σύμ­φωνα με τους συμβατικούς όρους προσδιορίζονταν στο ισάξιο σε ευρώ ποσό με βάση την τρέχουσα συναλλαγ­ματική ισοτιμία αυτού προς το ελβετικό φράγκο. 

Ότι, άλλως είναι άκυροι οι με αριθμό 3.2, 4.5, 5.1 και 8.1 όροι της επίδικης σύμβασης, που είχαν προδιατυπωθεί από την εναγόμενη, και δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης, και επέτρεπαν σε αυτή να προσδιο­ρίζει μονομερώς το ύψος της εκάστοτε δόσης ή του εκά­στοτε υπολοίπου του δανείου, με βάση τη συναλλαγμα­τική ισοτιμία, και να προβαίνει μονομερώς στη μετα­τροπή του νομίσματος της σύμβασης, χωρίς να έχουν ορισθεί προς τούτο ειδικά και εύλογα κριτήρια, κατά παράβαση των άρθρων 2 παρ. 6, 7 ν. 2251/1994. Ότι επί­σης ο προδιατυπωμένος συμβατικός όρος, που προ­βλέπει τον υπολογισμό του τόκου με βάση υπολογισμού το έτος των 360 ημερών, είναι άκυρος, αφού αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 6 ν. 2251/1994. Ότι πάσχει ακυρότητας ο προδιατυπωμένος όρος 10 της σύμβα­σης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 7 ν. 2251/1994, στον οποίο περιλαμβανόταν η δήλωση των συμβαλλομένων περί ενημέρωσης ως προς το περιεχό­μενο της σύμβασης και τους κινδύνους από τη συναλ­λαγματική ισοτιμία, αφού η ενημέρωση, η οποία ουδέ­ποτε έλαβε χώρα, απαιτούσε να είναι εξειδικευμένη. Ότι ένεκα της συμπεριφοράς της εναγομένης προκλήθηκε σε αυτή ηθική βλάβη, για την οποία δικαιούται χρημα­τική ικανοποίηση. Με βάση δε το ιστορικό αυτό, ζητεί, επικαλούμενη έννομο συμφέρον, και κατά ορθή εκτί­μηση του ένδικου δικογράφου: α) να αναγνωριστεί η ανυπαρξία της με αριθμό .......... πράξης τροποποίησης σύμβασης στεγαστικού δανείου και ακο­λούθως, να αναγνωριστεί, ότι δεν οφείλει το ποσό των 509.500,94 ελβετικών φράγκων, β) άλλως και όλως επικουρικώς, να αναγνωριστεί η ακυρότητα της ανωτέρω πράξης ως αντιβαίνουσας ι) στις ΠΔΤΕ 1955/1991, 2325/1994, ιι) στη διάταξη του άρθρου 372 ΑΚ, ιιι) στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 6,7 ν. 2251/1994, που επιφέ­ρουν ακυρότητα των με αριθμό 3.2, 4.5, 5.1, 8.1 και 10 συμβατικών όρων, και κατά το άρθρο 181 ΑΚ όλης της σύμβασης, ιν) στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ν) στις διατάξεις των άρθρων 178,179 και 281 ΑΚ, γ) άλλως και όλως επικουρικώς, να ακυρωθεί η ανωτέρω πράξη λόγω απάτης, άλλως λόγω πλάνης, άλλως λόγω εικονικότητας, δ) να ακυρωθούν οι με αριθμό 1, 4.5, 5.1, και 8.1 συμβατικοί όροι της ως άνω πράξης και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να υπολογίζει τις δόσεις με την ισοτιμία ευρώ - ελβετικού φράγκου, που ίσχυε κατά την ημέρα μετατροπής του δανείου (23.1.2007), ε) άλλως και όλως επικουρικώς, να αναπροσαρμοστεί η οφειλή της στο ποσό των 229.813,87 ευρώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 388 ΑΚ, άλλως κατά τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, στ) να αναγνωριστεί, ότι το ποσό κεφαλαίου του χορηγηθέ­ντος από την εναγόμενη δανείου ανέρχεται στο ποσό των 321.540 ευρώ, κατά την ημέρα εκταμίευσής του, τη 19η.9.2005, το οποίο αυτή πρέπει να καταβάλει, καθώς επίσης να αναγνωριστεί, ότι η πράξη τροποποίησης σύμβασης στεγαστικού δανείου αφορά κεφάλαιο δανείου ποσού 314.800,11 ευρώ, την 20η.12.2006, ζ) να αναγνωριστεί, ότι έχει καταβάλει στην εναγόμενη, έως τις 27.1.2015, προς εξόφληση του κεφαλαίου του δανείου, το ποσό των 84.986,24 ευρώ, και ότι το άληκτο κεφάλαιο του δανείου αυτού ανέρχεται στο ποσό των 229.813,87 ευρώ, η) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το ποσό των 50.000 ευρώ ως χρηματική ικα­νοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, θ) να κηρυχθεί η τυχόν εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινά εκτελεστή και ι) να καταδικαστεί η εναγόμενη στη δικαστική της δαπάνη. 

Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2016

Συνταγματικώς ανεκτές οι διατάξεις του Ν. 4178/2013 για την αυθαίρετη δόμηση (ΣτΕ Ολ 1858/2015) [Ευγενία Β. Πρεβεδούρου, Αν. Καθηγήτρια Νομικής ΑΠΘ]


1. Με την πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας ΣτΕ Ολ 1858/2015 [ΣτΕ Ολ 1858.2015], το Συμβούλιο της Επικρατείας κατέληξε στη συνταγματικότητα των διατάξεων του Ν. 4178/2013 για την αντιμετώπιση της αυθαίρετης δόμησης. Η απόφαση αποτελεί συνέχεια της ΣτΕ Ολ 3341/2013, με την οποία κρίθηκε ότι οι διατάξεις του άρθρου άρθρου 24 του Ν. 4014/2011, Περιβαλλοντική αδειοδότηση έργων και δραστηριοτήτων, ρύθμιση αυθαιρέτων σε συνάρτηση με δημιουργία περιβαλλοντικού ισοζυγίου και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας ΥΠΕΚΑ (ΦΕΚ 209/Α΄) –ανεξαρτήτως του αν αναφέρονται σε αναστολή επιβολής των κυρώσεων που προβλέπονται από τις παγίως ισχύουσες γενικές διατάξεις για την αυθαίρετη δόμηση και όχι σε νομιμοποίηση ή σε εξαίρεση από την κατεδάφιση, με τις οποίες επιτρέπεται η επί μακρόν διατήρηση κατασκευών και χρήσεων που παραβιάζουν τις εκάστοτε ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, η αναστολή δε αυτή έχει εφαρμογή και σε κατασκευές μεταγενέστερες του ν. 1337/1983– έχουν ως συνέπεια να ανατρέπεται, και σε κάθε περίπτωση να νοθεύεται, ο επιβαλλόμενος από το άρθρο 24 του Συντάγματος ορθολογικός πολεοδομικός σχεδιασμός και να επέρχεται αλλοίωση της λειτουργικότητας των οικισμών και επιδείνωση των όρων διαβίωσης των κατοίκων, δεδομένου ότι η αναστολή αυτή επέρχεται με μόνη την υποβολή αίτησης του ενδιαφερομένου και των σχετικών δικαιολογητικών και την καταβολή του οριζόμενου στο νόμο ποσού ειδικού προστίμου, χωρίς την ειδική για κάθε αυθαίρετο κρίση αρμόδιου οργάνου της διοίκησης, ύστερα από εκτίμηση πολεοδομικών και κτιριολογικών κριτηρίων, που εξαρτώνται από το μέγεθος, τη χρήση, το είδος και τη σημασία της αυθαίρετης κατασκευής, καθώς και από τις επιπτώσεις της στο χώρο που την περιβάλλει, τη συνολική δηλαδή επιβάρυνση της περιοχής (σκέψη 18 της απόφασης ΣτΕ Ολ 3341/2013). 

Ιδιαίτερης μνείας χρήζει το γεγονός ότι, σε ειδικότερη γνώμη της Ολομέλειας, διατυπώνονται «συστάσεις» προς τον νομοθέτη, προκειμένου να ψηφίσει νομοθέτημα που θα καταλήξει σε συνταγματικώς ανεκτή εφάπαξ ρύθμιση του ζητήματος, προβλέπουσα ακόμη και αθρόα νομιμοποίηση αυθαιρέτων κατασκευών, με την εξαίρεση, βεβαίως, εκείνων που, κατά την υποκείμενη σε οριακό δικαστικό έλεγχο εκτίμηση του νομοθέτη, πλήττουν σε τέτοιο βαθμό το οικιστικό, φυσικό ή πολιτιστικό περιβάλλον, ώστε να μην είναι επιτρεπτή η διατήρησή τους. Στο πνεύμα ρεαλιστικής προσέγγισης, απαριθμούνται διεξοδικά συγκεκριμένες προϋποθέσεις που θα πρέπει να πληροί το μελλοντικό νομοθέτημα. Με άλλα λόγια, η επίμαχη διάταξη του άρθρου 24 του Ν. 40104/2011 δεν αντιβαίνει στις συνταγματικές διατάξεις διότι προβαίνει σε αθρόα νομιμοποίηση των αυθαιρέτων αλλά διότι, προβαίνοντας στη νομιμοποίηση αυτή, δεν την συνοδεύει με τα ανωτέρω υποδεικνυόμενα μέτρα και ρυθμίσεις. Η συμμόρφωση του νομοθέτη με τις ως άνω υποδείξεις θα επιφέρει, κατά τη γνώμη αυτή, μεταστροφή της μέχρι τώρα νομολογίας του Δικαστηρίου, η οποία θα εξυπηρετήσει καλύτερα τους θαλπόμενους από το άρθρο 24 του Συντάγματος σκοπούς και θα βοηθήσει στην εν γένει εμπέδωση του Κράτους δικαίου (σκέψη 18).
2. Τα θέματα της αυθαίρετης δόμησης ρυθμίστηκαν εκ νέου με τον Ν. 4178/2013, Αντιμετώπιση της Αυθαίρετης Δόμησης – Περιβαλλοντικό Ισοζύγιο και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ Α΄174). Στο πλαίσιο αίτησης ακύρωσης κατά υπουργικών αποφάσεων που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του νόμου αυτού και προβαίνουν σε εξειδίκευση και ρύθμιση των λεπτομερειών εφαρμογής του, το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε, με την απόφαση ΣτΕ Ολ 1858/2015, περί της συνταγματικότητας και των σχετικών διατάξεων. Αφού ανέλυσε τις νέες διατάξεις (σκέψεις 16-20 της απόφασης), το Δικαστήριο κατέληξε ότι οφείλει, «χωρίς να αναιρεί τη βασική γραμμή της νομολογίας, η οποία απαιτεί ως αναγκαία συνταγματική προϋπόθεση της δομήσεως τον σχεδιασμό, ….να λάβει υπ’ όψιν του το πασίδηλο γεγονός, το οποίο εκίνησε τον νομοθέτη στις λύσεις και στα μέτρα του ν. 4178/2013, τ.ε. αφ’ ενός το ανενεργό του μέτρου της κατεδαφίσεως επί σειρά δεκαετιών με τα αντίστοιχα αποτελέσματα και αφ’ ετέρου την μαθηματικώς διαπιστωμένη αντικειμενική αδυναμία υλοποιήσεως του μέτρου αυτού σήμερα, σε αναφορά με όγκο και επιφάνειες….». Εκκινώντας από τη βασική αυτή παραδοχή και λαμβάνοντας υπ’ όψιν τη δέσμη μέτρων που θεσμοθετούνται προς αποτροπή συνεχίσεως της άνομης οικοδομικής δραστηριότητος για το μέλλον, το Δικαστήριο έκρινε ότι «οι σχετικές ρυθμίσεις του νόμου, που αναφέρονται στα αυθαίρετα του παρελθόντος είναι συνταγματικώς ανεκτές». Σημαντική μειοψηφία πάντως έκρινε ότι οι επίμαχες ρυθμίσεις του Ν. 4178/2013 παρουσιάζουν την αυτή ουσιώδη πλημμέλεια με τις διατάξεις των ν. 720/1977 (Α΄ 297), 3044/2002 (Α΄ 197) και 4014/2011 (Α΄ 209), που αποδοκιμάσθηκαν παγίως από το Δικαστήριο: εξαιρούν από την κατεδάφιση «συλλήβδην» αυθαίρετες κατασκευές και χρήσεις με μόνη την υποβολή δήλωσης και επιβολή προστίμων, με κριτήριο το συμπτωματικό γεγονός της ύπαρξης της αυθαίρετης κατασκευής και χρήσης σε ορισμένη χρονική στιγμή (28.7.2011), χωρίς προηγούμενη κρίση της διοίκησης που να διαμορφώνεται βάσει πολεοδομικών κριτηρίων συνδεομένων με το μέγεθος, το είδος και τη σημασία της αυθαίρετης κατασκευής, καθώς και με τη συνολική επιβάρυνση της περιοχής (σκέψη 24 της απόφασης ΣτΕ Ολ 1858/2015)Ειδικότερη μειοψηφούσα γνώμη επανέλαβε τη διατυπωθείσα και στην απόφαση ΣτΕ Ολ 3341/2013 άποψη ότι οι επίμαχες ρυθμίσεις, πέραν της αντίθεσής τους στο άρθρο 24 του Συντάγματος, αντίκεινται προεχόντως στις συνταγματικές αρχές του Κράτους δικαίου (άρθρο 25 παρ. 1) και της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1).
3. Θα πρέπει να επισημανθεί πάντως ότι η Ολομέλεια έκρινε αντισυνταγματική την παρέμβαση του νομοθέτη στα έργα της δικαστικής εξουσίας, η οποία συνίστατο εν προκειμένω στη θέσπιση κανόνων δικαίου με αναδρομική ισχύ, με τη βούληση αυτοί να καταλάβουν δικαιώματα, σχέσεις ή καταστάσεις που έχουν ήδη κριθεί από τα δικαστήρια. Ειδικότερα, έκρινε ότι οι διατάξεις του Ν. 4178/2013 (άρθρο 23 παρ. 6), κατά τις οποίες «στις ρυθμίσεις του παρόντος νόμου υπάγονται και κτίσματα που έχουν ανεγερθεί με άδεια που εκδόθηκε από την αρμόδια αρχή και η οποία μεταγενέστερα ανακλήθηκε ή ακυρώθηκε για οποιονδήποτε λόγο, εκτός εάν η ανάκληση ή η ακύρωση οφείλεται σε υποβολή αναληθών στοιχείων ή ανακριβείς αποτυπώσεις της υπάρχουσας κατάστασης κατά την έκδοσή τους» είναι ανίσχυρες, κατά το μέρος τους, στο οποίο περιλαμβάνονται και οι περιπτώσεις αδειών που ακυρώθηκαν με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, διότι έρχονται σε αντίθεση με την αρχή της διάκρισης των λειτουργιών (άρθρο 26 του Συντάγματος), το δικαίωμα παροχής αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας (άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος) και την υποχρέωση της Διοίκησης να συμμορφώνεται προς το περιεχόμενο ακυρωτικών δικαστικών αποφάσεων (άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος). (βλ. συναφώς www.prevedourou.gr Συνταγματικότητα αναδρομικής ρύθμισης (Εμβάθυνση Δημ. Δικαίου. Συμπλ. στη θεματική της «παρέμβασης της νομοθετικής εξουσίας στα έργα της δικαστικής εξουσίας» [ΣτΕ 3613/2013]). Είναι ενδιαφέρον ότι το Δικαστήριο κατέληξε στην αντισυνταγματικότητα των σχετικών ρυθμίσεων με μια λακωνική σκέψη, χωρίς να επικαλεσθεί την ΕΣΔΑ (ούτε επικουρικώς) και χωρίς παραπομπή σε προηγούμενη νομολογία του (σκέψη 26 της απόφασης.

Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2016

ΜΠρ (Ασφ.Μ.) Πειρ 501/2016 : "Στην περίπτωση εκδίκασης αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, όταν συντρέχει εκ των πραγμάτων επικείμενος κίνδυνος, δικαιολογείται η αυτοπρόσωπη παράσταση του αιτούντος"


ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ - ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ
Αριθμός 501/2016
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αλεξάνδρα Κ. Μητσοπούλου Πρόεδρο Πρωτοδικών, που ορίστηκε με κλήρωση σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3327/2005 και χωρίς τη σύμπραξη γραμματέως.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 22 Ιουνίου 2016, για να δικάσει την αίτηση:
Ι. Της αιτούσας: ......, κατοίκου ......., η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο αυτοπροσώπως
ΙΙ. Του καθʼ ου η αίτηση: ..... κατοίκου ......, ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του ..........     
Η αιτούσα ζητεί να γίνει δεκτή: α) Η από 18-4-2016 αίτησή της που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ......., εγγράφηκε στο έκθεμα και προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της ...... οπότε και συζητήθηκε (με αριθμό εκθέματος ...), β) η από 25-4-2016 αίτησή της που ... 
Τέλος ζητεί τη διαβίβαση αντιγράφων της δικογραφίας στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς διότι συντρέχει περίπτωση τέλεσης εκ μέρους του καθʼ ου σωρείας αξιόποινων πράξεων που διώκονται αυτεπαγγέλτως
Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα η κρινομένη αίτηση παραδεκτώς και αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ως εκ του ότι από το δικαστήριο αυτό εκδόθηκε η υπό ανάκληση απόφαση (683, 735 ΚΠολΔ). 
Είναι νόμιμη ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1510, 1511, 1518, 735 ΑΚ 106, 696, 947, 176 ΚΠολΔ
Καθ΄ ό όμως μέρος με την ένδικη αίτηση επιζητείται η ανάκληση της ανωτέρω υπʼ αριθμόν 928/2015 αποφάσεως του παρόντος δικαστηρίου για το λόγο ότι  παραβιάσθηκε το δεδικασμένο που αναδύεται από την υπʼ αριθμόν 1013/2010 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών άλλως από την υπʼ αριθμόν 125/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνώντούτη παρίσταται μη νόμιμη  και ως εκ τούτου απορριπτέα ενόψει της διάταξης του άρθρου 1536 ΑΚσύμφωνα με τα  αναφερόμενα στην υπʼ αριθμό 2 νομική σκέψηπου εισάγει τη δυνατότητα απόκλισης από την κατʼ αρχήν δεσμευτική ενέργεια του δεδικασμένου που απορρέει από τις δικαστικές αποφάσεις κατ΄άρθρο 321 ΚΠολΔεφόσον συντρέχουν νέες συνθήκες οι οποίες πρέπει να είναι μεταγενέστερες  της τελεσιδικίας της απόφασης που έκρινε επί των σχέσεων γονέων  τέκνου και δικαιολογούν διαφορετική κρίσημε γνώμονα πάντα το συμφέρον του ανηλίκουενώ σε επείγουσες περιπτώσειςδεν αποκλείεται ακόμη και η λήψη ασφαλιστικών μέτρων σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 735 ΚΠολΔ
Έτσι λοιπόν καθʼ ό μέρος η αιτούσα διατείνεται ότι παραβιάσθηκε το απορρέον από τις ανωτέρω αποφάσεις δεδικασμένο με την έκδοση της υπʼ αριθμόν 928/2015 απόφασης που της αφαίρεσε την ήδη δικαστικώς κατά το παρελθόν  απονεμηθείσα επιμέλεια η αίτηση αξιολογείται ως μη νόμιμη

Πρέπει, επομένως κατά τα λοιπά και υπό τις διακρίσεις που προεκτέθηκαν να ερευνηθεί περαιτέρω κατʼ ουσία.
Ο καθʼ ου αρνείται την αίτηση περαιτέρω διατείνεται ότι η αιτούσα θα πρέπει να θεωρηθεί δικονομικώς απούσαστην δίκη αυτή ως εκ του ότι παραστάθηκε αυτοπροσώπως, χωρίς τη σύμπραξη πληρεξουσίου δικηγόρου ενώ τοιαύτη παράσταση δεν επιτρέπεται πλέον υπό την ισχύ της νέας διατάξεως του άρθρου 94 ΚΠολΔ που απάλειψε την περίπτωση β της παρ. 2. 
Επί του ισχυρισμού αυτού λεκτέα τα ακόλουθα: Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 94, ως ίσχυε μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 7 παρ. 1 του ν. 3994/2011 ΚΑΙ με το άρθρο 6 παρ. 7 του Ν.4055/2012: 
«1. Στα πολιτικά δικαστήρια και για την κατάρτιση της έγγραφης συμφωνίας του συναινετικού διαζυγίου οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. 
2. Επιτρέπεται η δικαστική παράσταση διαδίκου χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο: α) στο Ειρηνοδικείο, εφόσον το αντικείμενο της διαφοράς δεν υπερβαίνει το ποσό των δώδεκα χιλιάδων (12.000) ευρώ,  β) στα Ασφαλιστικά μέτρα, γ) για να αποτραπεί επικείμενο κίνδυνος.» 
3. Στις περιπτώσεις της παρ. 2 ο δικαστής έχει δικαίωμα, εκτιμώντας τις ιδιαίτερες περιπτώσεις, να υποχρεώσει το διάδικο να προσλάβει δικηγόρο». 
Ακολούθως με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο του Ν. 4335/2015 απαλείφθηκε η η περ. β της παρ.2 (ήτοι η δυνατότητα παράστασης του διαδίκου χωρίς τη σύμπραξη δικηγόρου στις υποθέσεις ασφαλιστικών μέτρων η δε περ. γ της παρ.2 αναριθμήθηκε σε β περίπτωση της παρ.2 εις τρόπον ώστε η υπό τη νέα μορφή του το άρθρο 94 παρ.2 έχει ως εξής: 2. Επιτρέπεται η δικαστική παράσταση διαδίκου χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο: α) στο Ειρηνοδικείο, εφόσον το αντικείμενο της διαφοράς δεν υπερβαίνει το ποσό των δώδεκα χιλιάδων (12.000) ευρώ, β) για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος». Και είναι μεν αλήθεια ότι εκ πρώτης αναγνώσεως παρέχεται η εντύπωση ότι ο νομοθέτης θέλησε οι διάδικοι να παρίστανται πλέον με δικηγόρο στις υποθέσεις ασφαλιστικών μέτρων, τούτο όμως δεν είναι δογματικά ακριβές. Ειδικότερα σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ανωτέρω νόμου η νέα ρύθμιση δικαιολογείται από το ότι οι αυξημένες απαιτήσεις που θέτει η δίκη είναι και ένας από τους λόγους για την καθιέρωση του θεσμού της υποχρεωτικής συμπράξεως δικηγόρου (ΒΛ ΣΕΛ. 4 αιτιολογικής εκθέσεως).
Περαιτέρω στη σελίδα 10 της ως άνω αιτιολογικής εκθέσεως στην κατʼ άρθρο επεξήγηση αναφέρεται ότι πλέον η άνευ δικηγόρου παράσταση επιτρέπεται μόνο  στις μικροδιαφορές ενώ παρέμεινε η ασφαλιστική δικλείδα της παρ.3 ήτοι η αποτροπή επικείμενου  κινδύνου.
Συνακόλουθα ο νομοθέτης θέλησε σε περίπτωση αυτοπρόσωπης εμφάνισης διαδίκου να μην απαγγέλλεται άνευ άλλου τινός η δικονομική απουσία του αλλά να εξετάζεται ως ασφαλιστική δικλείδα, όπως την ονόμασε, η αποτροπή επικείμενου κινδύνου.
Η ίδια ακριβώς φράση (αποτροπή επικείμενου κινδύνου) στο μόνο βιβλίου του ΚΠολΔ που επαναλαμβάνεται αυτουσίως είναι στο 5ο βιβλίο του υπό τον τίτλο «ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ». Ειδικότερα στο άρθρο 682 ΚΠολΔ προβλέπεται η δυνατότητα για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος να διαταχθεί ασφαλιστικό μέτρο για την εξασφάλιση ή τη διατήρηση δικαιώματος ή τη ρύθμιση μιας κατάστασης. Πως όμως είναι δυνατόν ενώ επιλαμβάνεται το δικαστήριο για να δικάσει εσπευσμένως αίτηση ασφαλιστικών μέτρων που σκοπεί στο να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος, παράλληλα να μην επιτρέψει την αυτοπρόσωπη παράσταση του διαδίκου διότι κρίνει ότι δεν συντρέχει επικείμενος κίνδυνος. Η έρευνα αυτή ενέχει μια εγγενή αντιφατικότητα, διότι επιλαμβανόμενος ο Δικαστής επί μίας και μοναδικής αιτήσεως θα πρέπει να κρίνει την αόριστη νομική έννοια του «επικείμενου κινδύνου» του άρθρου 94 ΚΠολΔ κατά τρόπο διαφορετικό από αυτήν του άρθρου 683 ΚΠολΔ. Τούτο όμως δεν ευσταθεί, διότι σκοπός του νομοθέτη που καθιέρωσε την υποχρεωτική παράσταση δικηγόρου ήταν η προστασία του διαδίκου από τις αυξημένες απαιτήσεις που θέτει η δίκη, όπως αναφέρεται στην προρηθείσα σελ. 4 της αιτιολογικής εκθέσεως του νόμου και όχι ο αρχήθεν αποκλεισμό του και μάλιστα επί υποθέσεων που χρήζουν αμεσότητας, ευελιξίας και ταχείας ρύθμισης, όπως αυτές των ασφαλιστικών μέτρων. Ενισχυτικό της κρίσης του Δικαστηρίου είναι και το γεγονός ότι στο κεφάλαιο IV της άνω εισηγητικής εκθέσεως και υπό τον τίτλο «ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ» (σελ. 7 αυτής) όπου επιχειρείται μία γενική θεώρηση του νέου νόμου για τις αλλαγές που επέφερε στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων,  ουδόλως αναφέρεται ως νέα καινοτόμος ρύθμιση η υποχρεωτική παράσταση του διαδίκου με δικηγόρο.                      
Συνακόλουθα υπό το φως των ανωτέρω σκέψεων στην προκειμένη περίπτωση που εκδικάζεται αίτηση ασφαλιστικών μέτρων συντρέχει εκ των πραγμάτων επικείμενος κίνδυνος που δικαιολογεί την αυτοπρόσωπη παράσταση της αιτούσας κάθε δε αντίθετος ισχυρισμός των καθʼ ων τυγχάνει αβάσιμος. []