Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #αυθαίρετη δόμηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #αυθαίρετη δόμηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 3 Μαρτίου 2017

ΣτΕ (Ε') 1869/16 : Πολεοδομία - Ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις. Αυθαίρετη δόμηση - Επιβολή προστίμου. Λόγοι έφεσης. Αυθαίρετες κατασκευές σε ξενοδοχειακό συγκρότημα - Επιβολή προστίμου. Έλεγχος νομιμότητας και επάρκειας της αιτιολογίας της έκθεσης αυτοψίας και της απόφασης της Επιτροπής Ενστάσεων


ΣτΕ  (Ε') 1869/16 : Πολεοδομία - Ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις. Αυθαίρετη δόμηση - Επιβολή προστίμου. Λόγοι έφεσης. Αυθαίρετες κατασκευές σε ξενοδοχειακό συγκρότημα - Επιβολή προστίμου. Έλεγχος νομιμότητας και επάρκειας της αιτιολογίας της έκθεσης αυτοψίας και της απόφασης της Επιτροπής Ενστάσεων. Με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του π.δ. 267/1998 θεσπίστηκαν κανόνες για την εκτίμηση της συμβατικής αξίας των αυθαιρέτων κτισμάτων και κατασκευών και τον υπολογισμό των προστίμων ανά κατηγορία αυτών, οι διατάξεις, όμως, αυτές καταργήθηκαν με το άρθρο 6 της 9732/27.2.2004 κοινής υπουργικής απόφασης. Η εκκαλούσα αναφορικά με τη νομιμότητα της επιβολής του ένδικου προστίμου υποστήριξε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ακυρωτέα, διότι εφαρμοστέες, εν προκειμένω, διατάξεις ήταν εκείνες του π.δ. 267/1998 και όχι της Κ.Υ.Α. 9732/2004, ενώ έχει εκδοθεί βάσει ανεπαρκούς αιτιολογίας και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση της τιμής ζώνης του ακινήτου. Παράθεση λόγων εφέσεως που δεν έρχονται σε αντίθεση - κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 12 του ν. 3900/2010 -, προς τη μνημονευόμενη στη σκέψη 6 της παρούσας αποφάσεως νομολογία του Δικαστηρίου. Απορρίπτει την έφεση.

Αριθμός 1869/2016
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Ε΄
 
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Δεκεμβρίου 2014, με την εξής σύνθεση: Ν. Ρόζος, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση της Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Μ. Γκορτζολίδου, Χρ. Ντουχάνης, Σύμβουλοι, Μ. Τριπολιτσιώτη, Χρ. Παπανικολάου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Π. Μπιρμπίλη.
Για να δικάσει την από 2 Ιουνίου 2014 έφεση:
της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «……………. Α.Ε.» και το διακριτικό τίτλο «……… ΑΕ», που εδρεύει στην Αθήνα (…………), η οποία παρέστη με την δικηγόρο ΓΣ (Α.Μ.........), που την διόρισε με πληρεξούσιο,
κατά του Δήμου ……………….Αττικής, ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο ΑΠ (Α.Μ. ......), που τον διόρισε με απόφαση η Οικονομική του Επιτροπή, και κατά της υπ' αριθμ. 1148/2014 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Χρ. Παπανικολάου.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την πληρεξουσία της εκκαλούσας εταιρείας, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους εφέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεση και τον πληρεξούσιο του εφεσιβλήτου Δήμου, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά τον Νόμο

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης εφέσεως καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (…… και …….. ειδικά έντυπα παραβόλου σειράς Α΄). 
2. Επειδή, με την υπό κρίση έφεση ζητείται η εξαφάνιση της 1148/2014 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση ακυρώσεως της ήδη εκκαλούσας εταιρείας κατά της …….. απόφασης της Επιτροπής Εκδίκασης Ενστάσεων Αυθαιρέτων της Διεύθυνσης Χωροταξίας - Πολεοδομίας Νότιου Τομέα (Τμήμα Πολεοδομίας …………) της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ανατολικής Αττικής, με την οποία απορρίφθηκε η από 12.11.2010 (αρ. πρωτ. ……..) ένσταση της εκκαλούσας κατά της από ……. έκθεσης αυτοψίας υπαλλήλων του Τμήματος Ελέγχου Κατασκευών της ως πάνω Διεύθυνσης. Με την τελευταία αυτή έκθεση είχαν χαρακτηριστεί ως αυθαίρετες και κατεδαφιστέες οι αναφερόμενες σ’ αυτήν κατασκευές στο ξενοδοχειακό συγκρότημα «…….» στο …….. χλμ της Παραλιακής Λεωφόρου …….., με φερόμενο ιδιοκτήτη την «Εταιρία ……….Α.Ε.» (Α.Ε...) και ανάδοχο την εκκαλούσα, και είχαν επιβληθεί σε βάρος αυτής πρόστιμα ανέγερσης και διατήρησης τα οποία υπολογίστηκαν σε 601.658 και 300.829 ευρώ αντίστοιχα.
3. Επειδή, μετά την τροποποίηση του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 283 του ν. 3852/2010 (Α΄ 87/7.6.2010) με το άρθρο 6 παρ. 13 του ν. 4071/2012 (Α΄ 85/11.4.2012), οι εκκρεμείς δίκες των πρώην Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων που έχουν ως αντικείμενο τον έλεγχο πράξεων ή παραλείψεων οργάνων τους, οι οποίες είχαν εκδοθεί ή συντελεστεί πριν από την ισχύ του ν. 3852/2010, κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας σχετικά με την έκδοση οικοδομικών αδειών, τον προέλεγχο αυτών, τον έλεγχο των σχετικών μελετών, καθώς και τον έλεγχο και την επιβολή προστίμων για τις αυθαίρετες κατασκευές σύμφωνα με το π.δ. 267/1998, συνεχίζονται μετά την 11.4.2012 αυτοδικαίως και χωρίς άλλη διατύπωση από τους δήμους, οι οποίοι ασκούν τις εν λόγω αρμοδιότητες (πρβλ. ΣτΕ 3757/2014, 865/2014, 4936/2013, 1164/2013).
4. Επειδή, η παρούσα δίκη, η οποία έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο της νομιμότητας πράξεων που εκδόθηκαν από όργανα της Ν.Α. Ανατολικής Αττικής πριν από το ν. 3852/2010, κατ’ εφαρμογή του π.δ. 267/1998 περί ελέγχου των αυθαιρέτων κατασκευών, συνεχίζεται αυτοδικαίως και χωρίς άλλη διατύπωση από τον Δήμο ……….., μέσα στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται οι φερόμενες ως αυθαίρετες κατασκευές της εκκαλούσας. Κατόπιν τούτων, νομίμως παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ο Δήμος ……...
5. Επειδή, στο άρθρο 58 παρ. 1 (εδάφιο δεύτερο) του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213) ορίζεται ότι «Η έφεση επιτρέπεται, μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο, με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο σχετικό δικόγραφο, ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου».
6. Επειδή, στις διατάξεις του άρθρου 22 (παρ. 1 και 3) του ν. 1577/1985 «Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός» (Α΄ 210) (ΓΟΚ/1985), το περιεχόμενο των οποίων αποδίδεται στα άρθρα 329 παρ. 1 και 381 παρ.1 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας (Κ.Β.Π.Ν.), που κυρώθηκε με το από 14.7/27.7.1999 π.δ. (Δ΄ 580), και όπως, περαιτέρω, τα τέσσερα τελευταία εδάφια της παρ. 3 του ως άνω άρθρου 22 του ΓΟΚ/1985 αντικαταστάθηκαν από την παρ. 3 του άρθρου 19 του ν. 2831/2000 (Α 140), ορίζονται τα εξής: «1. Για την εκτέλεση οποιοσδήποτε εργασίας δόμησης εντός ή εκτός οικισμού απαιτείται οικοδομική άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας. 2...3. Κάθε κατασκευή που εκτελείται α) χωρίς την άδεια της παρ.1 ή β) καθ’ υπέρβαση της άδειας ή γ) με βάση άδεια που ανακλήθηκε ή δ) κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων είναι αυθαίρετη και υπάγεται στις σχετικές για τα αυθαίρετα διατάξεις του ν. 1337/1983 όπως ισχύουν. Αυθαίρετη κατά το προηγούμενο εδάφιο κατασκευή, η οποία όμως δεν παραβιάζει τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις ή αυτές που ίσχυαν κατά τον χρόνο κατασκευής της είναι δυνατόν να νομιμοποιηθεί ύστερα από έκδοση ή αναθεώρηση οικοδομικής άδειας. Μετά την έκδοση ή αναθεώρηση της παραπάνω οικοδομικής άδειας η κατασκευή παύει να είναι κατεδαφιστέα και επιβάλλονται μόνο τα πρόστιμα που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου 17 του ν.1337/1983, όπως ισχύει. Το πρόστιμο διατήρησης επιβάλλεται για το διάστημα από τότε που κατά την κρίση της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας άρχισε η ανέγερση της κατασκευής έως την έκδοση της οικοδομικής αδείας. Δεν επιβάλλονται τα παραπάνω πρόστιμα σε περίπτωση αναθεώρησης οικοδομικής αδείας, που βρίσκεται σε ισχύ, εφόσον τηρείται το περίγραμμα της, ο συντελεστής δόμησης και ο συντελεστής όγκου. Στην περίπτωση αυτή, η αναθεώρηση πρέπει να εκδοθεί εντός τεσσάρων (4) μηνών από τη σχετική έγγραφη ειδοποίηση της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας ή από την υποβολή σχετικών δικαιολογητικών από τον υπόχρεο. 4. Κάθε αλλαγή της χρήσης κτιρίου ή τμήματός του κατά παράβαση του άρθρ. 5 είναι αυθαίρετη. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται κατ' αναλογία οι διατάξεις του άρθρου 17 του ν. 1337/1983, όπως ισχύει, μόνο ως προς την επιβολή του προστίμου. Αν για την αλλαγή της χρήσης έχουν εκτελεστεί δομικές κατασκευές, εκτός από την επιβολή προστίμου διατάσσεται και η κατεδάφισή τους». Με τις διατάξεις, εξάλλου, των παραγράφων 6 και 7 του άρθρου 17 του ν. 1337/1983 «Επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων, οικιστική ανάπτυξη και σχετικές ρυθμίσεις» (Α΄ 33) (όπως ίσχυαν προ της αντικαταστάσεως της πρώτης εξ αυτών με το άρθρο 9 παρ. 2 του ν. 3212/2003, Α΄ 308/31.12.2003), παρασχέθηκε νομοθετική εξουσιοδότηση για τη ρύθμιση, με την έκδοση προεδρικού διατάγματος, των όρων, των προϋποθέσεων και της διαδικασίας διαπιστώσεως και χαρακτηρισμού αυθαιρέτων, της μεθόδου και της διαδικασία εκτίμησης και αναπροσαρμογής της αξίας του αυθαιρέτου, του ύψος του επιβληθέντος προστίμου, του τρόπου βεβαιώσεώς του και της διαδικασίας εισπράξεώς του. Κατ’ εξουσιοδότηση των διατάξεων αυτών εκδόθηκε το π.δ. 267/1998 «Διαδικασία χαρακτηρισμού και κατεδάφισης νέων αυθαιρέτων κατασκευών, τρόπος εκτίμησης της αξίας και καθορισμός του ύψους των προστίμων αυτών» (Α΄ 195), με τις διατάξεις του άρθρου 1 του οποίου ορίζεται ότι «1. Η διαπίστωση και ο χαρακτηρισμός αυθαιρέτου με εξαίρεση τις περιπτώσεις του άρθρου 5 του παρόντος, γίνεται ύστερα από αυτοψία υπαλλήλου της κατά τόπο αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας, που συντάσσει επί τόπου σχετική έκθεση. Η έκθεση αυτή αφορά το αυθαίρετο και μόνο και όχι τον εκάστοτε ιδιοκτήτη, νομέα, κάτοχο ή κατασκευαστή του … . 2. Στην έκθεση αναφέρεται η θέση του αυθαιρέτου με οδοιπορικό σκαρίφημα, όπου απαιτείται, συνοπτική περιγραφή με σκαρίφημα, οι διαστάσεις του καθώς και οι πολεοδομικές διατάξεις που παραβιάσθηκαν.

Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2016

Συνταγματικώς ανεκτές οι διατάξεις του Ν. 4178/2013 για την αυθαίρετη δόμηση (ΣτΕ Ολ 1858/2015) [Ευγενία Β. Πρεβεδούρου, Αν. Καθηγήτρια Νομικής ΑΠΘ]


1. Με την πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας ΣτΕ Ολ 1858/2015 [ΣτΕ Ολ 1858.2015], το Συμβούλιο της Επικρατείας κατέληξε στη συνταγματικότητα των διατάξεων του Ν. 4178/2013 για την αντιμετώπιση της αυθαίρετης δόμησης. Η απόφαση αποτελεί συνέχεια της ΣτΕ Ολ 3341/2013, με την οποία κρίθηκε ότι οι διατάξεις του άρθρου άρθρου 24 του Ν. 4014/2011, Περιβαλλοντική αδειοδότηση έργων και δραστηριοτήτων, ρύθμιση αυθαιρέτων σε συνάρτηση με δημιουργία περιβαλλοντικού ισοζυγίου και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας ΥΠΕΚΑ (ΦΕΚ 209/Α΄) –ανεξαρτήτως του αν αναφέρονται σε αναστολή επιβολής των κυρώσεων που προβλέπονται από τις παγίως ισχύουσες γενικές διατάξεις για την αυθαίρετη δόμηση και όχι σε νομιμοποίηση ή σε εξαίρεση από την κατεδάφιση, με τις οποίες επιτρέπεται η επί μακρόν διατήρηση κατασκευών και χρήσεων που παραβιάζουν τις εκάστοτε ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, η αναστολή δε αυτή έχει εφαρμογή και σε κατασκευές μεταγενέστερες του ν. 1337/1983– έχουν ως συνέπεια να ανατρέπεται, και σε κάθε περίπτωση να νοθεύεται, ο επιβαλλόμενος από το άρθρο 24 του Συντάγματος ορθολογικός πολεοδομικός σχεδιασμός και να επέρχεται αλλοίωση της λειτουργικότητας των οικισμών και επιδείνωση των όρων διαβίωσης των κατοίκων, δεδομένου ότι η αναστολή αυτή επέρχεται με μόνη την υποβολή αίτησης του ενδιαφερομένου και των σχετικών δικαιολογητικών και την καταβολή του οριζόμενου στο νόμο ποσού ειδικού προστίμου, χωρίς την ειδική για κάθε αυθαίρετο κρίση αρμόδιου οργάνου της διοίκησης, ύστερα από εκτίμηση πολεοδομικών και κτιριολογικών κριτηρίων, που εξαρτώνται από το μέγεθος, τη χρήση, το είδος και τη σημασία της αυθαίρετης κατασκευής, καθώς και από τις επιπτώσεις της στο χώρο που την περιβάλλει, τη συνολική δηλαδή επιβάρυνση της περιοχής (σκέψη 18 της απόφασης ΣτΕ Ολ 3341/2013). 

Ιδιαίτερης μνείας χρήζει το γεγονός ότι, σε ειδικότερη γνώμη της Ολομέλειας, διατυπώνονται «συστάσεις» προς τον νομοθέτη, προκειμένου να ψηφίσει νομοθέτημα που θα καταλήξει σε συνταγματικώς ανεκτή εφάπαξ ρύθμιση του ζητήματος, προβλέπουσα ακόμη και αθρόα νομιμοποίηση αυθαιρέτων κατασκευών, με την εξαίρεση, βεβαίως, εκείνων που, κατά την υποκείμενη σε οριακό δικαστικό έλεγχο εκτίμηση του νομοθέτη, πλήττουν σε τέτοιο βαθμό το οικιστικό, φυσικό ή πολιτιστικό περιβάλλον, ώστε να μην είναι επιτρεπτή η διατήρησή τους. Στο πνεύμα ρεαλιστικής προσέγγισης, απαριθμούνται διεξοδικά συγκεκριμένες προϋποθέσεις που θα πρέπει να πληροί το μελλοντικό νομοθέτημα. Με άλλα λόγια, η επίμαχη διάταξη του άρθρου 24 του Ν. 40104/2011 δεν αντιβαίνει στις συνταγματικές διατάξεις διότι προβαίνει σε αθρόα νομιμοποίηση των αυθαιρέτων αλλά διότι, προβαίνοντας στη νομιμοποίηση αυτή, δεν την συνοδεύει με τα ανωτέρω υποδεικνυόμενα μέτρα και ρυθμίσεις. Η συμμόρφωση του νομοθέτη με τις ως άνω υποδείξεις θα επιφέρει, κατά τη γνώμη αυτή, μεταστροφή της μέχρι τώρα νομολογίας του Δικαστηρίου, η οποία θα εξυπηρετήσει καλύτερα τους θαλπόμενους από το άρθρο 24 του Συντάγματος σκοπούς και θα βοηθήσει στην εν γένει εμπέδωση του Κράτους δικαίου (σκέψη 18).
2. Τα θέματα της αυθαίρετης δόμησης ρυθμίστηκαν εκ νέου με τον Ν. 4178/2013, Αντιμετώπιση της Αυθαίρετης Δόμησης – Περιβαλλοντικό Ισοζύγιο και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ Α΄174). Στο πλαίσιο αίτησης ακύρωσης κατά υπουργικών αποφάσεων που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του νόμου αυτού και προβαίνουν σε εξειδίκευση και ρύθμιση των λεπτομερειών εφαρμογής του, το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε, με την απόφαση ΣτΕ Ολ 1858/2015, περί της συνταγματικότητας και των σχετικών διατάξεων. Αφού ανέλυσε τις νέες διατάξεις (σκέψεις 16-20 της απόφασης), το Δικαστήριο κατέληξε ότι οφείλει, «χωρίς να αναιρεί τη βασική γραμμή της νομολογίας, η οποία απαιτεί ως αναγκαία συνταγματική προϋπόθεση της δομήσεως τον σχεδιασμό, ….να λάβει υπ’ όψιν του το πασίδηλο γεγονός, το οποίο εκίνησε τον νομοθέτη στις λύσεις και στα μέτρα του ν. 4178/2013, τ.ε. αφ’ ενός το ανενεργό του μέτρου της κατεδαφίσεως επί σειρά δεκαετιών με τα αντίστοιχα αποτελέσματα και αφ’ ετέρου την μαθηματικώς διαπιστωμένη αντικειμενική αδυναμία υλοποιήσεως του μέτρου αυτού σήμερα, σε αναφορά με όγκο και επιφάνειες….». Εκκινώντας από τη βασική αυτή παραδοχή και λαμβάνοντας υπ’ όψιν τη δέσμη μέτρων που θεσμοθετούνται προς αποτροπή συνεχίσεως της άνομης οικοδομικής δραστηριότητος για το μέλλον, το Δικαστήριο έκρινε ότι «οι σχετικές ρυθμίσεις του νόμου, που αναφέρονται στα αυθαίρετα του παρελθόντος είναι συνταγματικώς ανεκτές». Σημαντική μειοψηφία πάντως έκρινε ότι οι επίμαχες ρυθμίσεις του Ν. 4178/2013 παρουσιάζουν την αυτή ουσιώδη πλημμέλεια με τις διατάξεις των ν. 720/1977 (Α΄ 297), 3044/2002 (Α΄ 197) και 4014/2011 (Α΄ 209), που αποδοκιμάσθηκαν παγίως από το Δικαστήριο: εξαιρούν από την κατεδάφιση «συλλήβδην» αυθαίρετες κατασκευές και χρήσεις με μόνη την υποβολή δήλωσης και επιβολή προστίμων, με κριτήριο το συμπτωματικό γεγονός της ύπαρξης της αυθαίρετης κατασκευής και χρήσης σε ορισμένη χρονική στιγμή (28.7.2011), χωρίς προηγούμενη κρίση της διοίκησης που να διαμορφώνεται βάσει πολεοδομικών κριτηρίων συνδεομένων με το μέγεθος, το είδος και τη σημασία της αυθαίρετης κατασκευής, καθώς και με τη συνολική επιβάρυνση της περιοχής (σκέψη 24 της απόφασης ΣτΕ Ολ 1858/2015)Ειδικότερη μειοψηφούσα γνώμη επανέλαβε τη διατυπωθείσα και στην απόφαση ΣτΕ Ολ 3341/2013 άποψη ότι οι επίμαχες ρυθμίσεις, πέραν της αντίθεσής τους στο άρθρο 24 του Συντάγματος, αντίκεινται προεχόντως στις συνταγματικές αρχές του Κράτους δικαίου (άρθρο 25 παρ. 1) και της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1).
3. Θα πρέπει να επισημανθεί πάντως ότι η Ολομέλεια έκρινε αντισυνταγματική την παρέμβαση του νομοθέτη στα έργα της δικαστικής εξουσίας, η οποία συνίστατο εν προκειμένω στη θέσπιση κανόνων δικαίου με αναδρομική ισχύ, με τη βούληση αυτοί να καταλάβουν δικαιώματα, σχέσεις ή καταστάσεις που έχουν ήδη κριθεί από τα δικαστήρια. Ειδικότερα, έκρινε ότι οι διατάξεις του Ν. 4178/2013 (άρθρο 23 παρ. 6), κατά τις οποίες «στις ρυθμίσεις του παρόντος νόμου υπάγονται και κτίσματα που έχουν ανεγερθεί με άδεια που εκδόθηκε από την αρμόδια αρχή και η οποία μεταγενέστερα ανακλήθηκε ή ακυρώθηκε για οποιονδήποτε λόγο, εκτός εάν η ανάκληση ή η ακύρωση οφείλεται σε υποβολή αναληθών στοιχείων ή ανακριβείς αποτυπώσεις της υπάρχουσας κατάστασης κατά την έκδοσή τους» είναι ανίσχυρες, κατά το μέρος τους, στο οποίο περιλαμβάνονται και οι περιπτώσεις αδειών που ακυρώθηκαν με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, διότι έρχονται σε αντίθεση με την αρχή της διάκρισης των λειτουργιών (άρθρο 26 του Συντάγματος), το δικαίωμα παροχής αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας (άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος) και την υποχρέωση της Διοίκησης να συμμορφώνεται προς το περιεχόμενο ακυρωτικών δικαστικών αποφάσεων (άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος). (βλ. συναφώς www.prevedourou.gr Συνταγματικότητα αναδρομικής ρύθμισης (Εμβάθυνση Δημ. Δικαίου. Συμπλ. στη θεματική της «παρέμβασης της νομοθετικής εξουσίας στα έργα της δικαστικής εξουσίας» [ΣτΕ 3613/2013]). Είναι ενδιαφέρον ότι το Δικαστήριο κατέληξε στην αντισυνταγματικότητα των σχετικών ρυθμίσεων με μια λακωνική σκέψη, χωρίς να επικαλεσθεί την ΕΣΔΑ (ούτε επικουρικώς) και χωρίς παραπομπή σε προηγούμενη νομολογία του (σκέψη 26 της απόφασης.