Ι.ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

Το Σύνταγμα του 1975[1] ήταν πραγματικά πρωτοποριακό Σύνταγμα για την εποχή του. Δυστυχώς όμως υπήρξε μη συνετή εφαρμογή του σε πολλές περιπτώσεις, οφειλομένη κυρίως σε εκείνους που είχαν ταχθεί να το τηρούν.
Η σημερινή κρίση είναι αδιάψευστος μάρτυρας της αποτυχίας: «Το Σύνταγμα του 1975 αντιμετώπισε αποτελεσματικά το συνολικό πρόβλημα της κρίσης των θεσμών που βασάνιζε τη χώρα. Ενταφίασε τον εθνικό διχασμό και εδραίωσε τη Δημοκρατία. Εξασφάλισε στη χώρα ένα ισχυρό κράτος ως εργαλείο για τη μεταρρύθμιση και την ανάπτυξη. Περιέλαβε ευρύτατη δέσμη δικαιωμάτων που συνέβαλαν στον κοινωνικό εκσυγχρονισμό[2]. Διευκόλυνε την είσοδο της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή οικογένεια και εξασφάλισε στη χώρα ομαλό κοινοβουλευτικό βίο, πρωτόγνωρο στα χρονικά του τόπου. Περιείχε όμως και φλύαρες διατάξεις, διακηρύξεις και ασάφειες που δεν πρέπει να απαντούν στο σύντομο και λιτό κείμενο ενός Συντάγματος. Υπέστη αναθεωρήσεις, οι οποίες το φόρτωσαν ακόμη περισσότερο και ανέτρεψαν τις ισορροπίες του. Πάνω απ’ όλα, όμως, δεν εφαρμόσθηκε πάντοτε με τον καλύτερο τρόπο»[3].
Αμέσως μετά τη θέση σε ισχύ του νέου Συντάγματος (Το από 7 Ιουνίου 1975 Ψήφισμα[4] της Ε΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων «περί ψηφίσεως και θέσεως, εις ισχύν του νέου Συντάγματος της Χώρας») ο Κ. Καραμανλής υπέβαλε επισήμως αίτηση ένταξης της Ελλάδας στην ΕΟΚ στις 12 Ιουνίου 1975. Η πρώτη προσπάθεια σύνδεσης της Ελλάδας με την Ευρωπαϊκή Κοινότητα πραγματοποιήθηκε με την υποβολή της αίτησης για Σύνδεση στις 8 Ιουνίου 1959, ενώ η Ελλάδα αποτέλεσε το πρώτο κράτος που υπέγραψε Συμφωνία Σύνδεσης με την Ε.Ο.Κ. στις 9 Ιουλίου του 1961, η οποία προβλέπει την πλήρη ένταξη της χώρας το 1984. Η εγκαθίδρυση της δικτατορίας στην Ελλάδα, τον Απρίλιο του 1967 ανάγκασε την Ευρωπαϊκή Κοινότητα να διακόψει τις διαδικασίες της ένταξης. Η αίτηση για πλήρη ένταξη έγινε δεκτή από το Συμβούλιο Υπουργών της ΕΟΚ, ένα χρόνο μετά, στις 9 Φεβρουαρίου 1976. Στις 28 Μαΐου 1979 υπογράφεται στην Αθήνα η Συνθήκη Ένταξης, το Ελληνικό Κοινοβούλιο κύρωσε την Πράξη Προσχώρησης της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα στις 28 Ιουνίου 1979, ενώ την 1η Ιανουαρίου 1981 επιτεύχθηκε τελικά η επίσημη ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα.
ΙΙ. ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΟΥ 1975 ΠΗΓΗ ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ.
Το Σύνταγμα του 1975, λειτούργησε ικανοποιητικά και δεν δημιουργήθηκαν αντίστοιχα ζητήματα «ανωμαλίας »,όπως συνέβη με το Σύνταγμα του 1952. Το ισχύον Σύνταγμα διαθέτει αναμφισβήτητα πολιτική και ιστορική νομιμοποίηση, είναι σύγχρονο και προσαρμοσμένο στις διεθνείς εξελίξεις και παρέχον ένα πλήρες θεσμικό πλαίσιο για την Ελλάδα του 21ου αιώνα. Δυστυχώς όμως υπήρξε μη συνετή εφαρμογή του σε πολλές περιπτώσεις, οφειλομένη κυρίως σε εκείνους που είχαν ταχθεί να το τηρούν. Αυτοί είναι νομίζω οι λόγοι που το Σύνταγμα του 1975 δεν μπόρεσε να σταθεί εμπόδιο στο να αναπτυχθεί στη χώρα μια εξουσία που οδήγησε την Ελλάδα σε μείζονα οικονομική κρίση με κίνδυνο, μάλιστα, διασπάσεως του κοινωνικού ιστού, σε κρίση θεσμών και αξιών, αλλά και στα όρια της διεθνούς απαξίωσης. Για το πώς φθάσαμε έως εδώ, σίγουρα πάντως δεν είναι υπεύθυνοι οι συνταγματικοί θεσμοί.
ΙΙΙ.ΟΙ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΑΝΑΘΩΡΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ 1975
Το Σύνταγμα του 1975[5] υπέστη εξαιρετικά αδόκιμες προσπάθειες αναθεωρήσεώς του. Με την πρώτη αναθεώρηση[6] του 1986[7]συντελέσθηκε η παντελής αποδυνάμωση[8] των αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Δημοκρατίας[9] και η μεταβολή του συστήματος σε «Πρωθυπουργοκεντρικό», το 2001[10] η Συνταγματική Αναθεώρηση[11], που ήταν πολύ εκτεταμένη, δεν είχε όμως τα προσδοκώμενα αποτελέσματα. Η Αναθεώρηση του 2008 από την Η' Αναθεωρητική Βουλή, ουδέν ουσιαστικό προσέφερε. Η τελευταία αναθεώρηση περατώθηκε με τη δημοσίευση του από 27.5.2008 σχετικού ψηφίσματος στο ΦΕΚ, η οποία έγινε στις 2.6.2008. Επομένως, η επόμενη αναθεώρηση δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί πριν από τον Ιούνιο του 2013.
ΙV. Η ΚΡΙΣΗ «saluspopulisupremalexesto»- ΤΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΕΚΤΑΚΤΟΥ ΑΝΑΓΚΗΣ.
Η ετυμολογία της λέξης ανάγκη κατά τον Αριστοτέλη στο έργο του «Μετά τα Φυσικά» ορίζεται ως: «…η ανάγκη είναι αρχή κινούσα ή εμποδίζουσα την πράξη που προέρχεται από την ελεύθερη βούληση και η σκέψη…».
Κατά το Θαλή το Μηλίσιο: «Δεινής ανάγκης ουδέν ισχυρότερον..».
Η πρώτη αναφορά στο δίκαιο της ανάγκης καταγράφεται στον Κικέρωνα (450 π.Χ.) ως “salus populi suprema lex esto” η σωτηρία της πατρίδος ο υπέρτατος νόμος . Σύμφωνα με τη Ρωμαϊκή Δωδεκάδελτο η Σύγκλητος είχε την εξουσία, όταν επιβάλ-λονταν από λόγους εξαιρετικής απειλής κατά της δημόσιας τάξεως και ασφάλειας να παραβλέπει τις διατάξεις του ρωμαϊκού δικαίου εκδίδοντας “Senatum Consultum Ultimum” (SCU). Το SCU αποτελούσε διαπιστωτική πράξη νομοθετικού περιεχομένου με την οποία διαπιστωνόταν η πραγματική κατάσταση που έδινε τη δυνατότητα να παρακάμπτεται η αρχή της νομιμότητας .
Δίκαιο έκτακτης ανάγκης[12], συνιστούν οι νόμοι του μνημονίου[13]συνεργασίας, απήντησε η Κυβέρνηση[14] στις Αιτήσεις Ακυρώσεως που είχαν καταθέσει στο ΣτΕ, ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών, η ΑΔΕΔΥ και άλλοι φορείς κατά του μνημονίου, επί των οποίων εκδόθηκε η με αριθμό 668/2012[15]. Ενόψει της συζήτησης των Αιτήσεων Ακυρώσεως αυτών, στις 23 Νοεμβρίου 2010, το υπουργείο Οικονομικών κατέθεσε στην Ολομέλεια του ΣτΕ έκθεση, με τις θέσεις του, αναφέροντας μεταξύ άλλων ότι «οι ρυθμίσεις των νόμων 3833/2010 και 3845/2010 συνιστούν δίκαιο έκτακτης ανάγκης θεσπισμένο για την προστασία του εθνικού συμφέροντος[16] και ειδικότερα για την προστασία της ελληνικής οικονομίας[17] από την κατάρρευση και τη διασφάλιση χρηματοδοτήσεως των δημόσιων πολιτικών στους τομείς της εθνικής ασφάλειας, της παιδείας, της υγείας και της κοινωνικής ασφάλισης»




