Δευτέρα 13 Ιουνίου 2016

"«ΓΙΑ ΜΙΑ ΝΕΑ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ» : ΑΝΑΓΚΑΙΑ Η ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ" [Του Αντώνη Π. Αργυρού, τ.Υπουργού Επικρατείας,Δικηγόρου ΑΠ]


ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ  ΚΑΙ ΤΟΝ ΘΕΣΜΙΚΟ ΕΚΣΥΧΡΟΝΙΣΜΟ
ΑΘΗΝΑΙ 2016  ΙSBN:978-960-93-8160-4
Ι.ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ
 Το Σύνταγμα του 1975[1] ήταν πραγματικά πρωτοποριακό Σύνταγμα για την εποχή του. Δυστυχώς όμως υπήρξε μη συνετή εφαρμογή του σε πολλές περιπτώσεις, οφειλομένη κυρίως σε εκείνους που είχαν ταχθεί να το τηρούν.
Η σημερινή κρίση είναι αδιάψευστος μάρτυρας της αποτυχίας: «Το Σύνταγμα του 1975 αντιμετώπισε αποτελεσματικά το συνολικό πρόβλημα της κρίσης των θεσμών που βασάνιζε τη χώρα. Ενταφίασε τον εθνικό διχασμό και εδραίωσε τη Δημοκρατία. Εξασφάλισε στη χώρα ένα ισχυρό κράτος ως εργαλείο για τη μεταρρύθμιση και την ανάπτυξη. Περιέλαβε ευρύτατη δέσμη δικαιωμάτων που συνέβαλαν στον κοινωνικό εκσυγχρονισμό[2]. Διευκόλυνε την είσοδο της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή οικογένεια και εξασφάλισε στη χώρα ομαλό κοινοβουλευτικό βίο, πρωτόγνωρο στα χρονικά του τόπου. Περιείχε όμως και φλύαρες διατάξεις, διακηρύξεις και ασάφειες που δεν πρέπει να απαντούν στο σύντομο και λιτό κείμενο ενός Συντάγματος. Υπέστη αναθεωρήσεις, οι οποίες το φόρτωσαν ακόμη περισσότερο και ανέτρεψαν τις ισορροπίες του. Πάνω απ’ όλα, όμως, δεν εφαρμόσθηκε πάντοτε με τον καλύτερο τρόπο»[3].
 Αμέσως  μετά τη θέση σε ισχύ του νέου Συντάγματος (Το από 7 Ιουνίου 1975 Ψήφισμα[4] της Ε΄ Αναθεωρητικής  Βουλής των Ελλήνων  «περί ψηφίσεως και θέσεως, εις ισχύν του νέου Συντάγματος της Χώρας») ο Κ. Καραμανλής υπέβαλε επισήμως αίτηση ένταξης της Ελλάδας στην ΕΟΚ στις 12 Ιουνίου 1975. Η πρώτη προσπάθεια σύνδεσης της Ελλάδας με την Ευρωπαϊκή Κοινότητα πραγματοποιήθηκε με την υποβολή της αίτησης για Σύνδεση στις 8 Ιουνίου 1959, ενώ η Ελλάδα αποτέλεσε το πρώτο κράτος που υπέγραψε Συμφωνία Σύνδεσης με την Ε.Ο.Κ. στις 9 Ιουλίου του 1961, η οποία προβλέπει την πλήρη ένταξη της χώρας το 1984. Η εγκαθίδρυση της δικτατορίας στην Ελλάδα, τον Απρίλιο του 1967 ανάγκασε την Ευρωπαϊκή Κοινότητα να διακόψει τις διαδικασίες της ένταξης. Η αίτηση για πλήρη ένταξη έγινε δεκτή από το Συμβούλιο Υπουργών της ΕΟΚ, ένα χρόνο μετά, στις 9 Φεβρουαρίου 1976. Στις 28 Μαΐου 1979 υπογράφεται στην Αθήνα η Συνθήκη Ένταξης, το Ελληνικό Κοινοβούλιο κύρωσε την Πράξη Προσχώρησης της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα στις 28 Ιουνίου 1979, ενώ την 1η Ιανουαρίου 1981 επιτεύχθηκε τελικά η επίσημη ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα.
 ΙΙ. ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΟΥ 1975 ΠΗΓΗ ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ.
Το Σύνταγμα του 1975, λειτούργησε ικανοποιητικά και δεν δημιουργήθηκαν αντίστοιχα ζητήματα «ανωμαλίας »,όπως συνέβη με το Σύνταγμα του 1952. Το ισχύον Σύνταγμα διαθέτει αναμφισβήτητα πολιτική και ιστορική νομιμοποίηση,  είναι σύγχρονο και προσαρμοσμένο στις διεθνείς εξελίξεις και παρέχον ένα πλήρες θεσμικό πλαίσιο για την Ελλάδα του 21ου αιώνα. Δυστυχώς όμως υπήρξε μη συνετή εφαρμογή του σε πολλές περιπτώσεις, οφειλομένη κυρίως σε εκείνους που είχαν ταχθεί να το τηρούν. Αυτοί είναι νομίζω οι λόγοι που το Σύνταγμα του 1975 δεν μπόρεσε να σταθεί εμπόδιο στο να αναπτυχθεί στη χώρα μια εξουσία που οδήγησε την Ελλάδα σε μείζονα οικονομική κρίση με κίνδυνο, μάλιστα, διασπάσεως του κοινωνικού ιστού, σε κρίση θεσμών και αξιών, αλλά και στα όρια της διεθνούς απαξίωσης. Για το πώς φθάσαμε έως εδώ, σίγουρα πάντως δεν είναι υπεύθυνοι οι συνταγματικοί θεσμοί.
 ΙΙΙ.ΟΙ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΑΝΑΘΩΡΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ 1975
 Το Σύνταγμα του 1975[5] υπέστη εξαιρετικά αδόκιμες προσπάθειες αναθεωρήσεώς του. Με την  πρώτη αναθεώρηση[6] του 1986[7]συντελέσθηκε η παντελής αποδυνάμωση[8] των αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Δημοκρατίας[9] και η μεταβολή του συστήματος σε «Πρωθυπουργοκεντρικό», το 2001[10] η Συνταγματική Αναθεώρηση[11], που ήταν πολύ εκτεταμένη, δεν είχε  όμως τα προσδοκώμενα αποτελέσματα. Η Αναθεώρηση του 2008 από την Η' Αναθεωρητική Βουλή, ουδέν ουσιαστικό προσέφερε. Η τελευταία αναθεώρηση περατώθηκε με τη δημοσίευση του από 27.5.2008 σχετικού ψηφίσματος στο ΦΕΚ, η οποία έγινε στις 2.6.2008. Επομένως, η επόμενη αναθεώρηση δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί  πριν από τον Ιούνιο του 2013.
 ΙV. Η ΚΡΙΣΗ «saluspopulisupremalexesto»- ΤΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΕΚΤΑΚΤΟΥ ΑΝΑΓΚΗΣ.
Η ετυμολογία της λέξης ανάγκη κατά τον Αριστοτέλη στο έργο του «Μετά τα Φυσικά» ορίζεται ως: «…η ανάγκη είναι αρχή κινούσα ή εμποδίζουσα την πράξη που προέρχεται από την   ελεύθερη βούληση και η σκέψη…».
Κατά το Θαλή το Μηλίσιο: «Δεινής ανάγκης ουδέν ισχυρότερον..».
Η πρώτη αναφορά στο δίκαιο της ανάγκης καταγράφεται στον Κικέρωνα (450 π.Χ.) ως “salus populi suprema lex esto”  η σωτηρία της πατρίδος ο υπέρτατος νόμος . Σύμφωνα με τη Ρωμαϊκή Δωδεκάδελτο η Σύγκλητος είχε την εξουσία, όταν επιβάλ-λονταν από λόγους εξαιρετικής απειλής κατά της δημόσιας τάξεως και ασφάλειας να παραβλέπει τις διατάξεις του ρωμαϊκού δικαίου εκδίδοντας “Senatum Consultum Ultimum” (SCU). Το  SCU αποτελούσε διαπιστωτική πράξη νομοθετικού περιεχομένου με την οποία διαπιστωνόταν η πραγματική κατάσταση που έδινε τη δυνατότητα να παρακάμπτεται η αρχή της νομιμότητας .
Δίκαιο έκτακτης ανάγκης[12], συνιστούν οι νόμοι του μνημονίου[13]συνεργασίας, απήντησε η Κυβέρνηση[14] στις  Αιτήσεις Ακυρώσεως που είχαν καταθέσει στο ΣτΕ, ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών, η ΑΔΕΔΥ και άλλοι φορείς κατά του μνημονίου, επί των οποίων εκδόθηκε  η με αριθμό 668/2012[15]. Ενόψει της συζήτησης των Αιτήσεων Ακυρώσεως αυτών, στις 23 Νοεμβρίου 2010,  το υπουργείο Οικονομικών κατέθεσε στην Ολομέλεια του ΣτΕ έκθεση, με τις θέσεις του, αναφέροντας μεταξύ άλλων ότι «οι ρυθμίσεις των νόμων 3833/2010 και 3845/2010 συνιστούν δίκαιο έκτακτης ανάγκης θεσπισμένο για την προστασία του εθνικού συμφέροντος[16] και ειδικότερα για την προστασία της ελληνικής οικονομίας[17] από την κατάρρευση και τη διασφάλιση χρηματοδοτήσεως των δημόσιων πολιτικών στους τομείς της εθνικής ασφάλειας, της παιδείας, της υγείας και της κοινωνικής ασφάλισης»

Πέμπτη 9 Ιουνίου 2016

ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ: ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ ΜΕ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΣΥΧΝΟΤΗΤΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΑΠ, ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΕΡΧΟΜΕΝΕΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΘΕΣΜΟΥΣ ΤΗΣ ΕΕ


Κομβικό σημείο στην εφαρμογή του νόμου περί προστασίας προσωπικών δεδομένων αποτελεί η ύπαρξη αρχείου προσωπικών δεδομένων ή ο προορισμός της σχετικής πληροφορίας προς ένταξη σε αρχείο προσωπικών δεδομένων.
 Τέτοιο συνιστά το σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας, και τα οποία τηρούνται είτε από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο. Κατά τη διατύπωση της παρ. 2 του άρθρου 18 του Ν. 3471/2006, με την οποία αντικαταστάθηκε το εδάφιο αυτό, κατά την έννοια του νόμου νοείται ως «αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» («αρχείο»), κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια». Συνεπώς, για να μπορεί να τελεστεί παράβαση του νόμου περί προσωπικών δεδομένων, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παρ 4 Ν 2472/1997, απαιτείται:
α) ύπαρξη δεδομένων που περιλαμβάνονται σε «αρχείο», ως τέτοιο δε θεωρείται κατ” άρθρο 2 περ. ε, το σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή μπορεί να αποτελούν αντικείμενο «επεξεργασίας» και τηρούνται κατά τα οριζόμενα στην πιο πάνω διάταξη,
β) υποκείμενο των δεδομένων, δηλαδή το φυσικό πρόσωπο, στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, και
γ) να πρόκειται για δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως αυτά ορίζονται με τις πιο πάνω διατάξεις.
Έτσι, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι δεν θεωρούνται δεδομένα οι πληροφορίες των οποίων κάνει κάποιος χρήση και οι οποίες περιήλθαν εις γνώση του, χωρίς να ερευνήσει αυτός κάποιο αρχείο ή χωρίς να τους τις έχει μεταδώσει τρίτος που επενέβη σε αρχείο, γιατί εκλείπει η προϋπόθεση του αρχείου ως στοιχείου της αντικειμενικής υπόστασης.
Τούτο συνάγεται επίσης ευθέως και από τη διατύπωση του άρθρου 22 παρ. 4, 5 και 6 του ως άνω νόμου, με τις οποίες απειλούνται ποινικές κυρώσεις σε περίπτωση παράνομης επεμβάσεως σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή αυθαίρετης χρησιμοποίησης του προϊόντος τέτοιας επεμβάσεως, όχι όμως και στην περίπτωση που δεν έχει γίνει τέτοια επέμβαση και ο φερόμενος ως δράστης γνωρίζει τα διαδιδόμενα από μόνος του, αφού στην περίπτωση αυτή δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικώς το εν λόγω έγκλημα (βλ. ΑΠ 1187/2009).

  • Είναι αξιοσημείωτο το ότι, με βάση τη νομολογία του Ηνωμένου Βασιλείου, που με νόμο το 1998 έθεσε σε εφαρμογή την οδηγία 95/46/ΕΕ, κρίθηκε ότι το όνομα ενός προσώπου αποτελεί προσωπικό δεδομένο εκτός εάν είναι τόσο σύνηθες όνομα που χωρίς περαιτέρω πληροφόρηση, το πρόσωπο θα παρέμενε απροσδιόριστο.
Πιο συγκεκριμένα στην υπόθεση Bodil Lindqvist v Kammaraklagaren, C-101/01 το ΕΔΔΑ επιβεβαίωσε ότι το όνομα ενός προσώπου, σε συνδυασμό με πληροφορία για την εργασία του ανήκει στα προσωπικά δεδομένα. Έτσι για παράδειγμα, τα προσωπικά δεδομένα περιλαμβάνουν το όνομα ενός προσώπου σε συνδυασμό με τις συντεταγμένες του τηλεφώνου του, τις πληροφορίες σχετικά με την εργασία ή τις συνήθειές του. Η νομοθετική προστασία της Ελευθερία της Πληροφορίας (FOIA) δίνει τη δυνατότητα στα άτομα να τους παρέχονται πληροφορίες που διαχειρίζονται δημόσιες αρχές, εκτός εάν μία εξαίρεση πρέπει να εφαρμοστεί. Η αποκάλυψη της πληροφορίας με βάση τη FOIA γίνεται γενικά στο ευρύτερο κοινό. Όπου, με βάση τη νομοθεσία για την Ελευθερία της Πληροφορίας, υπάρχει ένα αίτημα για τα προσωπικά δεδομένα τρίτου προσώπου, τότε υπάρχει εξαίρεση από την αποκάλυψη των δεδομένων, εάν αυτή η αποκάλυψη εναντιώνεται σε μία από τις αρχές της νομοθεσίας για τα προσωπικά δεδομένα. Οπότε στην περίπτωση αυτή κυριαρχεί η προστασία των προσωπικών δεδομένων.
Στην προκειμένη περίπτωση τα γεγονότα που κρίθηκαν είναι τα εξής:
Ο Α υπέβαλλε ένα αίτημα με βάση την νομοθεσία της προστασίας της Ελευθερίας της Πληροφορίας για την παροχή πληροφοριών που τηρούνταν από την Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία του Ηνωμένου Βασιλείου για τον ίδιο,σχετικά με παράπονό του ότι η πιο πάνω υπηρεσία δεν διευθέτησε μία οικονομική του διαφορά με μία τράπεζα. Η σχετική Οικονομική Υπηρεσία στην απάντησή της απέκρυψε τα ονόματα τριών χαμηλόβαθμων υπαλλήλων που ασχολήθηκαν στην επεξεργασία του αιτήματος του παραπονούμενου αλλά δεν είχαν έρθει σε απευθείας επικοινωνία μαζί του καθώς δεν είχαν ρόλους για δημόσια εξυπηρέτηση του κοινού, Τα σβησμένα ονόματα ήταν σε λίγα εσωτερικά email είτε ως αποστολείς είτε ως παραλείπτες τους. Οι τρει υπάλληλοι δεν ήταν υπεύθυνοι για τη λήψη σοβαρών αποφάσεων σχετικά με τον έλεγχο επιχειρήσεων που ήταν στην δική τους αρμοδιότητα. Το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου έκρινε ότι τα ονόματα των υπαλλήλων δεν αποτελούσαν προσωπικά δεδομένα. Κατ’έφεση, το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ανέτρεψε την απόφαση, κρίνοντας ότι τα ονόματα αποτέλουσαν εμφανώς προσωπικά δεδομένα, καθώς δεν υπήρχε έννομο συμφέρον με βάση τη νομοθεσία για τα προσωπικά δεδομένα να αποκαλυφθούν αυτά, η δε αποκάλυψή τους θα συνιστούσε προσβολή της πρώτης αρχής της προστασίας προσωπικών δεδομένων, καθώς δεν ήταν θεμιτή και δικαιολογημένη.

  • Στη βάση της δικαιολογημένης χρήσης της προσωπικής πληροφορίας είναι αξιοσημείωτες οι γενόμενες παρατηρήσεις της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων στην υπ’αριθμών 15/2015 Απόφασή της:
Από τις διατάξεις του άρθρου 7 του Ν. 2472/1997 σαφώς προκύπτει ότι η συλλογή και επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται, καταρχήν, εφόσον το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του.
Ωστόσο, η συλλογή και επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται, κατ’ εξαίρεση, και χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 7 παρ. 2 στοιχ. (γ΄) του Ν. 2472/1997, δηλαδή, εφόσον η επεξεργασία αφορά δεδομένα, που δημοσιοποιεί το ίδιο το υποκείμενο ή είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου ή πειθαρχικού οργάνου.
Όπως προκύπτει από την τελευταία διάταξη, η οποία, όπως έχει κρίνει η Αρχή,
εφαρμόζεται πολλώ μάλλον και επί απλών δεδομένων, προκειμένου να επιτραπεί η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων και δη ευαίσθητων για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον Δικαστηρίου, πρέπει το δικαίωμα να έχει ασκηθεί με την έγερση στο αρμόδιο δικαστήριο του κατά περίπτωση ενδίκου βοηθήματος (αγωγής, αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, ενδίκου μέσου) ή την προσφυγή στις αρμόδιες για κίνηση της ποινικής διώξεως ή εκδίκαση της ποινικής υποθέσεως εισαγγελικές και δικαστικές αρχές, αντίστοιχα και να εκκρεμεί προς κρίση στο αρμόδιο δικαστήριο πολιτικό ή ποινικό. Η άσκηση δε ή η εκκρεμότητα του ενδίκου βοηθήματος ή της υποθέσεως πρέπει να προκύπτει από το σχετικό δικόγραφο, ή άλλο έγγραφο της ποινικής διαδικασίας, το οποίο θα επισυνάπτεται στην αίτηση, με την οποία ζητείται η άδεια για την διενέργεια της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων. Τούτο τυγχάνει απαραίτητο προκειμένου η Αρχή να κρίνει αν η αιτούμενη επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων και ο σκοπός που διώκεται με την διενέργεια της είναι σύμφωνος με την ανωτέρω στην σκέψη 1 αναλυθείσα αρχή της αναλογικότητας, ενόψει της θεμελιώσεως του δικαιώματος που ασκήθηκε, το οποίο η αιτούσα επιθυμεί να υπερασπίσει ή να αντικρούσει, ή να υπερασπισθεί ή αντικρούσει συγκεκριμένες κατηγορίες στο πλαίσιο ποινικής δίκης.
Την κρίση αυτή δεν μπορεί να την στηρίξει η Αρχή σε δηλώσεις που περιέχονται στην αίτηση περί του ότι έχει ασκηθεί το δικαίωμα ή ότι πρόκειται να ασκηθεί στο μέλλον από τον ίδιο (αιτούντα) ή από τον αντίδικό του, κατά περίπτωση. Η βασιμότητα ή η υλοποίηση της δηλώσεως αυτής, αντίστοιχα, δεν προκύπτει κατά πειστικό τρόπο, ούτε μπορεί να επιβεβαιωθεί κατά τον χρόνο που θα κριθεί το αίτημα και θα ληφθεί η απόφαση. Τα ευαίσθητα όμως προσωπικά δεδομένα θα έχουν περιέλθει στην κατοχή του αιτούντος και θα μπορέσει να τα χρησιμοποιήσει κατά το δοκούν και, ενδεχομένως, πέραν του σκοπού της εν λόγω διάταξης. Αντιθέτως η αυθαίρετη εκτός του σκοπού του νόμου χρήση περιορίζεται όταν στην απόφαση συνδέεται η επεξεργασία, η χορήγηση και χρήση των δεδομένων με δικαίωμα που ασκήθηκε με συγκεκριμένο δικόγραφο ή κατηγορία που πρέπει να υπερασπίσει ή να αντικρούσει η αιτούσα, κατά περίπτωσηΚατ εξαίρεση επιτρέπεται η αιτούμενη επεξεργασία και όταν δεν συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις, όταν με αυτή η αιτούσα θα λάβει γνώση των πραγματικών περιστατικών ή των στοιχείων εκείνων που θα αποτελέσουν την ιστορική βάση του ενδίκου βοηθήματός, με το οποίο θα λάβει χώρα η άσκηση δικαιώματος που επικαλείται, σε τρόπο ώστε να τυγχάνει πλήρως ορισμένο και νόμιμο. Την χρήση αυτή θα πρέπει να επικαλείται και να εξειδικεύει η αιτούσα. Αυτή την έννοια έχει και η αναφορά στη διάταξη, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που επιτρέπεται η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων και η ‘’άσκηση δικαιώματος’’, δηλαδή ότι τα προσωπικά δεδομένα του είναι απολύτως αναγκαία και πρόσφορα για την άσκηση του δικαιώματος που ισχυρίζεται ότι έχει (βλ. ΑΠΔΠΧ, Απόφαση 130/2012). Στην παρούσα περίπτωση, η αιτούσα Α δεν έχει ασκήσει, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως, κάποιο από τα ένδικα βοηθήματα που επικαλείται στην αίτησή της, αλλά αναφέρει ότι «πρόκειται να διενεργηθούν δίκες» προς ικανοποίηση των επικαλουμένων δικαιωμάτων της, αλλά την αιτούμενη επεξεργασία των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων του εν διαστάσει συζύγου της, που αφορούν στην ερωτική του ζωή, την ζητεί για να τα προσκομίσει στα αρμόδια δικαστήρια προς απόδειξη της βασιμότητας αυτών, όταν θα τα ασκήσει και ενόψει της μελλοντικής εκδικάσεως τους. Ούτε περαιτέρω με την αιτούμενη επεξεργασία θα λάβει γνώση των πραγματικών περιστατικών και των στοιχείων που τυγχάνουν αναγκαία για την θεμελίωση των ενδίκων βοηθημάτων που έχει πρόθεση να ασκήσει, αλλά και την άσκηση των δικαιωμάτων που επικαλείται, αφού, όπως η ίδια ισχυρίζεται, αυτά ήδη τα γνωρίζει από την εξαγωγή δεδομένων από το παλιό τηλέφωνο του συζύγου της. Κατ’ ακολουθία τούτων η παρούσα αίτηση ασκήθηκε προώρως και πρέπει να απορριφθεί. Πάντα ταύτα, ανεξαρτήτως των ζητημάτων που θα μπορούσαν να ανακύψουν, όσον αφορά, προεχόντως, την εφαρμογή του νόμου 2472/1997 στην εν λόγω επεξεργασία (άρθρο 3 παρ. 2 εδαφ. α΄), την νομιμότητα της κτήσεως των εν λόγω ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων και την δυνατότητα της περαιτέρω επεξεργασίας με τον επικαλούμενο τρόπο (χρήση αυτών ως αποδεικτικών μέσων ενώπιον δικαστηρίου), ζητήματα τα οποία δεν μπορούν να κριθούν στο στάδιο αυτό (βλ. και ΑΠΔΠΧ, Απόφαση 130/2012).

Τρίτη 7 Ιουνίου 2016

ΔιατΕισΕφΠατρών 5/2016: Προσφυγή κατά κλητηρίου θεσπίσματος - Παράβαση καθήκοντος -Κατʼ εξακολούθηση έγκλημα - Υπάλληλος - Μη επαρκείς ενδείξεις ενοχής

Ισχυρισμός του προσφεύγοντος για παντελή αοριστία του κλητηρίου θεσπίσματος, όσον αφορά στον καθορισμό της αξιόποινης πράξης που του αποδίδεται και ειδικότερα ως προς το υποκειμενικό στοιχείο αυτής, αφού, όπως είναι γνωστό, η παράβαση καθήκοντος είναι έγκλημα για την υποκειμενική στοιχειοθέτηση του οποίου απαιτείται άμεσος δόλος πρώτου βαθμού, ήτοι απαιτείται ο δράστης να έχει σκοπό οφέλους του ιδίου ή άλλου ή πρόκληση βλάβης της υπηρεσίας του. Κρίθηκε ότι δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του προσφεύγοντος για την αξιόποινη πράξη για την οποία παραπέμφθηκε. Και τούτο διότι ενώ του αποδίδεται με το κλητήριο θέσπισμα ότι μαζί με τα άλλα μέλη του Δ.Σ. δεν εφάρμοζαν τον κανονισμό της υπηρεσίας για την έγκαιρη σύνταξη των οικονομικών καταστάσεων απολογισμού κλπ., με αποτέλεσμα να μην υποβάλλονται έγκαιρα για έλεγχο και έγκριση από την εποπτεύουσα αρχή, δεν αναφέρει με ποιό τρόπο εβλάπτετο ο Γενικός Οργανισμός Εγγείων Βελτιώσεων (ΓΟΕΒ) ή ωφελούνταν οι τρίτοι (ποιοί τρίτοι;) καθώς και ο ίδιος από αυτή την μη έγκαιρη σύνταξη των ανωτέρω καταστάσεων. Επίσης δεν αναφέρει ποιά συγκεκριμένα προβλήματα υπηρεσιακής δυσλειτουργίας απέφερε η μη εφαρμογή διατάξεων του ανωτέρω κανονισμού  αναφορικά με τις αρμοδιότητες των υπαλλήλων, όταν ο ίδιος ο ελεγκτής στην σχετική του έκθεση αποδίδει αυτό το πρόβλημα στην υπολειτουργία του ΓΟΕΒ λόγω ελλείψεως προσωπικού. Τέλος, δεν ελήφθη υπόψιν ότι ο προσφεύγων ήταν απασχολημένος και με άλλα υπηρεσιακά καθήκοντα και συμμετείχε στα συμβούλια μετακινούμενος από την υπηρεσιακή του έδρα μόνο όταν εκαλείτο από τον πρόεδρο του Δ.Σ., όταν αυτός συγκαλούσε τα συμβούλια και συνεπώς δεν είχε άμεση γνώση του τρόπου λειτουργίας του οργανισμού ή της συμπεριφοράς των υπαλλήλων ή θεμάτων, όπως αυτών των καυσίμων ή των αναγκών για προμήθεια ειδών του οργανισμού.

 ΑΡΙΘΜΟΣ 5/2016
 ΔΙΑΤΑΞΗ
 Ο ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΕΦΕΤΩΝ ΠΑΤΡΩΝ
  
Αφού λάβαμε υπόψη την εμπροθέσμως και νομοτύπως ασκηθείσα, κατ' αρθρ. 322παρ.1 ΚΠΔ, υπ' αριθμ. 1/ 12-5-2016 προσφυγή του ...... του …, κατοίκου Πατρών, κατά του αριθμ. 541/2016 κλητηρίου θεσπίσματος του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Ηλείας, εκθέτουμε τα εξής:

Στην προκειμένη περίπτωση, με το προσβαλλόμενο κλητήριο θέσπισμα, ο προσφεύγων κατηγορούμενος παραπέμπεται με απευθείας κλήση ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηλείας κατά την δικάσιμο της 16-6-2016, προκειμένου να δικαστεί για την αξιόποινη πράξη της παραβάσεως καθήκοντος κατ' εξακολούθηση, που φέρεται ότι τέλεσε στον Πύργο Ηλείας κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2011 έως το έτος 2014, και συγκεκριμένα ότι κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο έχοντας την ιδιότητα του μέλους του Δ.Σ. του Γενικού Οργανισμού εγγείων βελτιώσεων (ΓΟΕΒ) Πηνειού-Αλφειού Ηλείας, μετά από ορισμό του στην θέση αυτή με την αριθμ. 102859/1236/5-11-2112 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοικήσεως Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδος και Ιονίων Νήσων, από κοινού με τα λοιπά μέλη του Δ.Σ του ανωτέρω οργανισμού, όντας και ο ίδιος υπάλληλος με την έννοια του άρθρου 13α του ΠΚ, παρέβη εξακολουθητικά το υπηρεσιακό του καθήκον με σκοπό να προσπορίσει όφελος στον ίδιο και λοιπούς τρίτους προς βλάβην του ανωτέρω δημοσίου οργανισμού στις παρακάτω εκτιθέμενες περιπτώσεις: 1) Δεν φρόντιζε, μαζί με τα λοιπά μέλη του ΔΣ και σύμφωνα με τον κανονισμό εσωτερικής υπηρεσίας, να λαμβάνουν τις απαραίτητες αποφάσεις για την έγκαιρη σύνταξη των οικονομικών καταστάσεων απολογισμού, ισολογισμού και αποτελεσμάτων χρήσης με αποτέλεσμα να μην υποβάλλονται εγκαίρως για έλεγχο και έγκριση από την εποπτεύουσα αρχή, β) δεν φρόντιζε να εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις του κανονισμού εσωτερικής υπηρεσίας και του ιδρυτικού νόμου του ΓΟΕΒ, όσον αφορά στα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες του υπαλληλικού προσωπικού με αποτέλεσμα να δημιουργούνται προβλήματα στην εύρυθμη λειτουργία του οργανισμού, γ) δεν εφάρμοζε τις προβλεπόμενες από τον εσωτερικό ως άνω κανονισμό διατάξεις αυτού σχετικά με την πραγματοποίηση δαπανών για την προμήθεια διαφόρων ειδών ή των διατάξεων περί δαπανών με τακτικό μειοδοτικό διαγωνισμό για την προμήθεια καυσίμων, δ) δεν πραγματοποιούσε, μαζί πάντα με τα λοιπά μέλη του Δ.Σ., διοικητικά συμβούλια προκειμένου να ληφθούν αποφάσεις σε διάφορα θέματα, όπως η παροχή εγκρίσεων συμψηφιστικών πράξεων των ΤΟΕΒ με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατόν να οριστικοποιηθούν οι εγγραφές στα βιβλία, ενώ από την χρήση του 2012 και εντεύθεν δεν συνετάγησανοι προβλεπόμενες οικονομικές καταστάσεις και ε) ενώ διαπίστωνε, από κοινού με τους λοιπούς συγκατηγορουμένους του, την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων τους από μέρους των υπαλλήλων του ΓΟΕΒ, παρέλειψαν να ασκήσουν την κατά περίπτωση πειθαρχική τους δικαιοδοσία, με αποτέλεσμα να μην προφυλάξουν τον οργανισμό από τις πλημμέλειες των ίδιων υπαλλήλων, οι οποίοι συνέχιζαν να εργάζονται απρόσκοπτα.
Κατά του ανωτέρωκλητηρίου θεσπίσματος στρέφεται ο προσφεύγων με την υπό κρίσιν προσφυγή του αντιμαχόμενος την παραπομπή του με αυτό στο δικαστήριο υποστηρίζοντας, καταρχήν, ότι το κλητήριο θέσπισμα είναι παντελώς αόριστο, όσον αφορά στον καθορισμό της αξιόποινης πράξης που του αποδίδεται και ειδικότερα ως προς το υποκειμενικό στοιχείο αυτής, αφού, όπως είναι γνωστό, η παράβαση καθήκοντος είναι έγκλημα για την υποκειμενική στοιχειοθέτηση του οποίου απαιτείται άμεσος δόλος πρώτου βαθμού, ήτοι απαιτείται ο δράστης να έχει σκοπό οφέλους του ιδίου ή άλλου ή πρόκληση βλάβης της υπηρεσίας του. Στην προκειμένου περίπτωση ουδέν περιστατικό αναφέρεται στο παραπεμπτικό γι' αυτόν κλητήριο θέσπισμα, από το οποίο να συνάγεται ο σκοπός αυτού να βλάψει τον οργανισμό, όπως η οποιαδήποτε σχέση αυτού με τρίτον, τον οποίο ήθελε να ωφελήσει ή κάποιο συμφέρον του ιδίου, το οποίο θα ικανοποιούσε παραβαίνοντας το καθήκον του σε κάποια εκ των ανωτέρω περιπτώσεων. Επίσης εκθέτει ότι το κλητήριο θέσπισμα δεν αναγράφει οποιαδήποτε διάταξη του κανονισμού της εσωτερικής υπηρεσίας του οργανισμού ή του ιδρυτικού νόμου αυτού, που να προβλέπει τα καθήκοντα, που φέρεται ότι παραβίασε. 

Κυριακή 5 Ιουνίου 2016

"Διευκρινίσεις ως προς τις εκφάνσεις της αρχής της συνέχειας της δημόσιας διοίκησης (ΣτΕ 4643/2015 και 4646/2015)" [της Ευγενίας Β. Πρεβεδούρου, Αναπληρώτριας Καθηγήτριας Διοικητικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης]


Ανεκτή η άσκηση της προσφυγής κατά τελεσίδικων αποφάσεων πειθαρχικών συμβουλίων από τον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης του οποίου έληξε η θητεία, εφόσον συντρέχουν συνθήκες όλως εξαιρετικές, οι οποίες καθιστούν αδύνατη την έγκαιρη επιλογή νέου ΓΕΔΔ –  Περιεχόμενο της αρχής της συνέχειας των δημοσίων υπηρεσιών.
1. Με αφορμή τις προσφυγές που άσκησε ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης, 8 μήνες και 3 χρόνια, αντίστοιχα, μετά τη λήξη της θητείας του, ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατά τελεσίδικων αποφάσεων πειθαρχικών συμβουλίων για πειθαρχικά παραπτώματα στα οποία, κατά τη γνώμη του, πρέπει να επιβληθεί η ποινή της οριστικής παύσης ή του υποβιβασμού του υπαλλήλου, στο πλαίσιο της σχετικής αρμοδιότητας που του παρέχει ο Ν. 3074/2002, το Γ΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας, σε δύο παραπεμπτικές στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου αποφάσεις του, διευκρίνισε περαιτέρω την έννοια της αρχής της συνέχειας των δημοσίων υπηρεσιών. ΄Εκρινε, ειδικότερα ότι, «δεν είναι καταρχήν επιτρεπτή, μετά τη λήξη της θητείας του [Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης], η συνέχιση της αρμοδιότητάς του να ασκεί προσφυγές, ιδίως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατά τελεσίδικων αποφάσεων πειθαρχικών συμβουλίων. Και είναι μεν ανεκτή η άσκηση της εν λόγω αρμοδιότητας από Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης του οποίου έληξε η θητεία, μόνον, όμως, εφόσον συντρέχουν συνθήκες όλως εξαιρετικές, οι οποίες καθιστούν αδύνατη την έγκαιρη επιλογή νέου Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης από το Υπουργικό Συμβούλιο και, πάντως, όχι πέραν ενός ευλόγου χρονικού διαστήματος, το οποίο κρίνεται κατά τις εκάστοτε συντρέχουσες περιστάσεις.Διαφορετική ερμηνεία των [σχετικών] διατάξεων, η οποία θα επέτρεπε τη χωρίς χρονικό περιορισμό συνέχιση της άσκησης προσφυγών από τον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης μετά τη λήξη της θητείας του, δεν μπορεί να βρει έρεισμα στην αρχή της συνέχειας των δημοσίων υπηρεσιών, δεδομένου ότι η επίμαχη αρμοδιότητα του εν λόγω Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης ανάγεται στον εσωτερικό έλεγχο της Δημόσιας Διοίκησης, αποσκοπεί αποκλειστικά στην προστασία του δημοσίου συμφέροντος και δεν αφορά στην παροχή υπηρεσιών προς τους πολίτες ή στην προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων τους. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από την ανάγκη στενής ερμηνείας των [σχετικών] διατάξεων, ενόψει του ότι η άσκηση της δι’ αυτών καθιδρυόμενης αρμοδιότητας του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης μπορεί να οδηγήσει, …, στη χειροτέρευση της θέσης του πειθαρχικώς διωκομένου». 
Το Συμβούλιο της Επικρατείας συνδέει, δηλαδή, την αρχή της συνέχειας των δημοσίων υπηρεσιών ως δικαιολογητικό λόγο της άσκησης αρμοδιοτήτων μετά τη λήξη της θητείας του οικείου οργάνου με την παροχή υπηρεσιών στους πολίτες ή με την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων τους. Η αρχή της συνέχειας αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση ζωτικών αναγκών και θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών και όχι μόνο στην εύρυθμη λειτουργία της Διοίκησης η οποία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τον εσωτερικό έλεγχό της από τον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης. Δεδομένου, λοιπόν, ότι η άσκηση της ως άνω αρμοδιότητας του Γενικού Επιθεωρητή αποσκοπεί μόνο στην εύρυθμη αυτή λειτουργία, η οποία αποτελεί πτυχή του δημοσίου συμφέροντος, δεν εντάσσεται στη ρυθμιστική εμβέλεια της αρχής της συνέχειας των δημοσίων υπηρεσιών. Το Συμβούλιο της Επικρατείας εστιάζει, εν προκειμένω, στη λειτουργική έννοια της δημόσιας υπηρεσίας, δηλαδή στην αποστολή που έχει ανατεθεί στο συγκεκριμένο όργανο και στα διατιθέμενα σε αυτό για την εκπλήρωση της αποστολής αυτής μέσα. 
Από τη νομολογία φαίνεται να συνάγεται ότι μόνον εάν η αποστολή αυτή έγκειται στην εξυπηρέτηση ζωτικών αναγκών και θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών, η αρχή της συνέχειας μπορεί να στηρίξει την άσκηση των αρμοδιοτήτων του οργάνου μετά τη λήξη της θητείας του [βλ. συναφώς ΣτΕ Ολ 957/1978, η οποία αξιοποιεί την αρχή της συνέχειας των δημοσίων υπηρεσιών υπό λειτουργική έννοια προς δικαιολόγηση της επίταξης μεταφορικών μέσων κατόπιν εξαγγελίας ακινητοποίησής τους: «κατά την συνταγματικήν διάταξιν του άρθρου 18 παρ. 3, επίταξις ιδιοκτησίας επιτρέπεται, μεταξύ άλλων, και “προς θεραπείαν αμέσου κοινωνικής ανάγκης, δυναμένης να θέση εις κίνδυνον την δημοσίαν τάξιν”, ως τοιαύτη δε, κατά την αληθή της εν λόγω διατάξεως έννοιαν, δέον να θεωρηθή και η απειλή σοβαράς διαταράξεως της οικονομικής και κοινωνικής ζωής της χώρας, ήτις δύναται να συνίσταται και εις την διατάραξιν της συνεχούς και ομαλής λειτουργίας των υπό ουσιαστικήν έννοιαν δημοσίων υπηρεσιών, αίτινες εμφανίζουν ηυξημένον κοινωνικόν ενδιαφέρον και είναι απολύτως ουσιώδους σημασίας δια την ζωήν της ολότητος και απαραίτητοι δια την θεραπείαν των αναγκών του κοινού. Πράγματι, ο όρος “δημοσία τάξις”, εν τη ρηθείση συνταγματική διατάξει, τίθεται υπό την ευρείαν αυτού έννοιαν, περιλαμβάνουσαν, πέραν της δημοσίας ασφαλείας, και την τήρησιν της θεμελιώδους εν τω δημοσίω δικαίω αρχής της συνεχούς και αδιαταράκτου λειτουργίας των ειρημένων δημοσίων υπηρεσιών. Τοιαύτη δε ζωτικής σημασίας δημοσία υπηρεσία, υπό ουσιαστικήν έννοιαν, είναι και η αστική συγκοινωνία της περιοχής πρωτευούσης, η ακώλυτος διεξαγωγή της οποίας αποτελεί βασικήν ανάγκην δια σημαντικόν τμήμα του πληθυσμού της χώρας. Όθεν, η απειλή διακοπής της υπηρεσίας ταύτης, συσιστώσα περίπτωσιν σοβαράς διαταράξεως της οικονομικής και κοινωνικής ζωής της Χώρας, εμπίπτει εις την κατά την ειρημένην συνταγματικήν διάταξιν έννοιαν της αμέσου κοινωνικής ανάγκης, ήτις δύναται να θέση εις κίνδυνον την δημοσίαν τάξιν και, επομένως, εν τοιαύτη περιπτώσει, είναι συνταγματικώς επιτρεπτή η επίταξις των αναγκαίων υλικών μέσων προς διασφάλισιν της συνεχούς και αδιαταράκτου λειτουργίας τοιαύτης υπηρεσίας].

Πέμπτη 2 Ιουνίου 2016

"Η πρακτική της προδικαστικής κράτησης: Παρακολούθηση εναλλακτικών λύσεων και δικαστικών αποφάσεων"


Περίοδος: Ιούνιος 2014 - Μάιος 2016

Πρόγραμμα : European Commission – DG Justice

Αντικείμενο Στόχος του προγράμματος είναι η ενίσχυση του σεβασμού του δικαιώματος στην ελευθερία των υπόπτων και κατηγορουμένων, με την μείωση της χρήσης της μεθόδου της προσωρινής κράτησης, εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όταν δεν είναι αναγκαία για την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων όπως η εξασφάλιση της συμμετοχής σε δίκη, η προστασία των αποδεικτικών στοιχείων ή μαρτύρων, ή η πρόληψη της εκ νέου παράβασης. 
Για να επιτευχθεί αυτό, θα δημιουργηθεί μια μοναδική βάση αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με το τι προκαλεί στην πράξη την εκτεταμένη χρήση της μεθόδου της προσωρινής κράτησης, καθώς και πληροφορίες σχετικά με καλές πρακτικές (πέραν της απλής αξιολόγησης του νομικού πλαισίου) σε 10 χώρες της ΕΕ και θα προχωρήσει σε διάδοση των αποτελεσμάτων σε φορείς χάραξης πολιτικής, δικαστές, εισαγγελείς και δικηγόρους υπεράσπισης σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Στο πλαίσιο του εν λόγω έργου το Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου εκπόνησε την έκθεση για τον θεσμό της προσωρινής κράτησης στην Ελλάδα. Η έκθεση, πέρα από το θεσμικό πλαίσιο, καταγράφει τις απόψεις συνηγόρων υπεράσπισης, δικαστών και εισαγγελέων σχετικά με τη διαδικασία, τα κριτήρια λήψης αποφάσεων, την αποτελεσματικότητα των εναλλακτικών της κράτησης μέτρων και τις συνθήκες επανεξέτασής της. Αποτελεί μία σε βάθος συμβολή στην υφιστάμενη γνώση για τον θεσμό της προσωρινής κράτησης και τον τρόπο με τον οποίον εφαρμόζεται στη χώρα μας.
Επιπλέον εκπονήθηκε και συγκριτική έκθεση των αποτελεσμάτων των ερευνών στα 10 κράτη που συμμετείχαν στο πρόγραμμα.
Για να δείτε τις εθνικές εκθέσεις των άλλων κρατών πιέστε εδώ : https://www.fairtrials.org/fair-trials-defenders/our-partners/
Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το πρόγραμμα πιέστε εδώ : https://www.fairtrials.org/press/update-on-fair-trials-pre-trial-detention-project/

Φορείς εκτέλεσης του έργου
  • Fair Trials International, Ηνωμένο Βασίλειο
  • Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου (ΚΕΣΔ), Ελλάδα
  • Human Rights Monitoring Institute, Λιθουανία
  • University of the West of England, Αγγλία
  • Hungarian Helsinki Committee, Ουγγαρία
  • Irish Penal Reform Trust, Ιρλανδία
  • Leiden University, Ολλανδία
  • Polish Helsinki Committee, Πολωνία
  • APDHE, Ισπανία
  • Associazione Antigone, Ιταλία

πηγή : http://cecl2.gr/index.php/el/