Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #αρχείο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #αρχείο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 4 Μαρτίου 2018

ΔιατΕισΠρΑμαλιάδας 20/2018 : Υποβολή έγκλησης με τηλεομοιοτυπία - Αρχειοθέτηση δικογραφίας


ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΑ ΠΡΩΤΟΔΙΚΩΝ ΑΜΑΛΙΑΔΑΣ
Αριθμός: 20
Προς: Τον κ. Εισαγγελέα Εφετών Πατρών
ΘΕΜΑ: Αρχειοθέτηση δικογραφίας
Έχω την τιμή να Σας υποβάλω τη συνημμένη δικογραφία (ΑΒΜ Β2017/69), σχηματισθείσα μετά τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης και Σας αναφέρω ότι την έθεσα, κατά τις προβλέψεις του άρθρου 43 παρ. 2 ΚΠΔ, στο Αρχείο για τους ακόλουθους λόγους:
Κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη η αποστολή έγγραφης έγκλησης τηλεγραφικά ή με τηλεομοιοτυπία ή με απλή ή συστημένη επιστολή δεν αποτελεί νομότυπο τρόπο υποβολής της έγκλησης, αφού η διάταξη του άρθρου 42 παρ. 2 ΚΠΔ (κατά παραπομπή του άρθρου 46 ιδίου Κωδικός) δε φαίνεται να επιτρέπει την υποβολή έγκλησης με τέτοιους τρόπους, οριζούσης ότι η «μήνυση γίνεται αμέσως στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών» (και όχι «απευθείας» ως ανεπιτυχώς αναφέρει το μεταγλωττισμένο κείμενο της δημοτικής» (Βλ. επ' αυτού ΜπέκαΣυστΕρμΠοινΚ, Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα Θεσσαλονίκη 2000, υπ' άρθρο 117 αριθ. 14). Πράγματι ο νομοθέτης δια του όρου «γίνεται αμέσως» είναι πρόδηλο ότι θέλησε να αποκλείσει την μεσολάβηση παντός μεταβιβαστικού της εγκλήσεως οργάνου απαιτών την αυτοπρόσωπη παράδοση της, η οποία προϋποθέτει εμφάνιση του εγκαλούντος ενώπιον του Εισαγγελέως ή ετέρου ανακριτικού υπαλλήλου, των ως άνω μάλιστα προσώπων όντων αποκλειστικώς αρμοδίων να δέχονται την έγκληση (Βλ. Αναφορά ΕισΠλημΑθηνών με αριθμό Γ 94/6439/94 ΠοινΧρ ME' σελ, 246 , ΣυμβΠλημ θεσ/νίκης 1521/1990, Υπεράσπιση 1991, σελ 246, ΣυμβΠλημΧαλκίδας 216/1989, ΠοινΧρ Μ' σελ. 226, ΣυμβΠλημ Πατρών 396/1976, ΠοινΧρ ΚΣΤ' σελ 776 επ., ΑναφΕισΠρωτΕδεσ με αριθ. 71/1979 ΠοινΧρ ΚΘ' σελ. 311 επ., Διάταξη ΕισΠρωτ Χανίων με αριθ. 43/1983, ΠοινΧρ ΛΔ' σελ. 765 επ., ΠλημΘεο/νίκης 907/1984, Αρμ. 1984 σελ 820, όπου και παρατηρήσεις Α. Μαργαρίτη, ακόμη Βλ. Μπέκαόπ.π., καθώς επίσης και Μαργαρίτη, σε Μαργαρίτη - Παρασκευόπουλου, Ποινολόγια, Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα - Θεσσαλονίκη 2000, σελ 246). Εάν δε. υπάρξει τέτοιος τρόπος υποβολής της έγκλησης, το περιεχόμενο του τηλεγραφήματος ή της τηλεμοιοτυπίας ή της επιστολής ισοδυναμεί με αναφορά «νόμω αστήρικτου» και τίθεται στο αρχείο, κατ' άρθρο 43 ΚΠΔ, χωρίο να χρειάζεται να εκδοθεί διάταξη κατά το άρθρο 47 ΚΠΔ (έτσι Μπέκαςόπ.π., Αναφ. ΕισΠρωτΕδεσ με αρ. 71/1979, όπ.π., που εγκρίθηκε από ΕισΕφετΘεσ/κης με 2719/1979 παραγγελία του).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση η συμβολαιογράφος....., ... του ..., δια τηλεομοιοτυπίας απέστειλε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών....... την από 2-1-2017 μηνυτήρια αναφορά της, με την οποία και κατήγγειλε την μη εύρυθμη λειτουργία του Υποθηκοφυλακείου ........, αποδίδοντας την στην αδυναμία της ..., αναπληρώτριας Υποθηκοφύλακα......., να ανταποκριθεί στα υπηρεσιακά της καθήκοντα. Ακολούθησε η διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης και από την επισκόπηση του συγκεντρωθέντος αποδεικτικού υλικού, στοιχεία εκ των οποίων να πιθανολογείται η διάπραξη αξιοποίνων πράξεων αυτεπαγγέλτως διωκομένων δεν προέκυψαν καθώς οι περιγραφόμενες παραλείψεις αποτελούν παράβαση των κανόνων οργάνωσης και λειτουργίας ενός Υποθηκοφυλακείου, στοιχειοθετούντων προς τούτο πειθαρχικό αδίκημα του άρθρου 44 του Νόμου 2830/2001. Σημειωτέον δε, ότι σε Βάρος της ανωτέρω Συμβολαιογράφου, έχει σχηματιστεί η με αριθμ. φακέλου …/2017 πειθαρχική προκαταρκτική δικογραφία στην οποία και συσχετίσθηκαν φωτοαντίγραφα της παρούσης. Για τους ανωτέρω λόγους έθεσα την παρούσα στο Αρχείο.
Παρακαλώ όπως Εγκρίνετε την ανωτέρω ενέργεια μου.
ΑΜΑΛΙΑΔΑ, 12/2/2018
Η Εισαγγελέας
ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΧΡ. ΚΥΡΙΑΖΗ
ΑΝΤΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΩΝ 

Πέμπτη 6 Απριλίου 2017

ΑρΠάγος (Ολ) 1/17 : "Απόρρητο επικοινωνίας - Αρχεία ηλεκτρονικών υπολογιστών. Αποδεικτικά στοιχεία. Πράξεις αθέμιτου ανταγωνισμού".








Ιγγλεζάκης Ιωάννης : Αν. Καθηγητής Δικαίου και Πληροφορικής

Μερικές πρώτες παρατηρήσεις στην απόφαση 1/2017 του ΑΠ, με την οποία κρίθηκε ότι δεν συνιστούν παράνομα αποδεικτικά μέσα αρχεία που αφορούσαν ηλεκτρονική αλληλογραφία υπαλλήλων επιχείρησης.
Καταρχήν, η απόφαση αναφέρεται στην από 2-3-2006 απόφαση του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου (https://www.bundesverfassungsgericht.de/…/rs20060302_2bvr20…) και λέει ότι με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι αποθηκευμένα μηνύματα δεν εμπίπτουν στην προστασία του απορρήτου της επικοινωνίας, αλλά στο νόμο για την προστασία προσωπικών δεδομένων. Αυτό δεν είναι ωστόσο ορθό, διότι η απόφαση του Γερμανικού Δικαστηρίου αναφέρεται μόνο στα δεδομένα κίνησης της τηλεπικοινωνίας και όχι στα δεδομένα περιεχομένου, όπως τα αρχεία που εξετάσθηκαν από πραγματογνώμονες για τη διαπίστωση αθέμιτης συμπεριφοράς των υπαλλήλων στην υπόθεση που έκρινε ο ΑΠ.
Επίσης, η απόφαση του ΑΠ παραπέμπει στην Γνωμοδότηση υπ' αριθ. 6/2008 του Εισ. ΑΠ που επίσης έχει διαφορετικό περιεχόμενο από αυτό που αποδίδει το Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, η Γνωμοδότηση αναφέρει κατά λέξη: "(...) ο σκληρός δίσκος ενός υπολογιστή, εξαρτήματα και σύνεργα αυτού ως και πειστήρια ήχου, δεν αποτελούν είδος επικοινωνίας. Κατ' ακολουθίαν τούτου, τα στοιχεία τα οποία βρίσκονται αποθηκευμένα στο σκληρό δίσκο ηλεκτρονικών υπολογιστών, σε εξαρτήματα αυτών, σε ψηφιακή φωτογραφική μηχανή ή σε άλλο φορέα που ανήκει στον ύποπτο τέλεσης ορισμένου εγκλήματος και τα οποία δεν αναφέρονται σε κάποιας μορφής ανταπόκριση ή επικοινωνία με οποιονδήποτε τρόπο, δεν εμπίπτουν στη προστατευτική σφαίρα του απορρήτου της επικοινωνίας με αποτέλεσμα, για την εργαστηριακή επεξεργασία των στοιχείων αυτών, να μην απαιτείται η διαδικασία άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών. Εάν όμως τα αποθηκευμένα στοιχεία αναφέρονται σε κάποιας μορφής ανταπόκρισης ή επικοινωνίας, το απόρρητο των επικοινωνιών καταλαμβάνει και τα στοιχεία αυτά και τότε για την επεξεργασία και χρήση των στοιχείων αυτών απαιτείται η τήρηση των όρων και της διαδικασίας της άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών, όπως προβλέπονται στο Ν. 2225/1994, το Ν. 3115/2003 και το ΠΔ 47/2005."
Πέραν του ότι η Γνωμοδότηση του ΕισΑΠ έχει άλλο περιεχόμενο από αυτό που της αποδίδει η απόφαση, έρχεται ασφαλώς σε διάσταση με την κρίση του Ανώτατου Ακυρωτικού.
--------------------------------------------------------------------------------------------------------

Απόρρητο επικοινωνίας - Αρχεία ηλεκτρονικών υπολογιστών. Αποδεικτικά στοιχεία. Πράξεις αθέμιτου ανταγωνισμού. Αίτηση αναίρεσης. Η αναιρεσείουσα είχε ασκήσει αγωγές κατά των αναιρεσιβλήτων πρώην εργαζομένων της για αποζημίωση από πράξεις αθέμιτου ανταγωνισμού, στις οποίες είχαν προβεί οι τελευταίοι σε βάρος της, επικαλούμενη (η αναιρεσείουσα) στοιχεία που είχε ανασύρει από τα προσωπικά αρχεία των εταιρικών ηλεκτρονικών υπολογιστών των αναιρεσιβλήτων. Στο πρωτοβάθμιο, αλλά και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίθηκε ότι τα ως άνω στοιχεία - έγγραφα, αποκτήθηκαν κατά παράβαση του απορρήτου των επικοινωνιών και συνιστούν παράνομα αποδεικτικά μέσα. Με την υπό κρίση αίτηση προβάλλονται ως λόγοι αναίρεσης, η εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 19 παρ. 1 του Σ. και η παρά το νόμο μη λήψη υπόψη των ανωτέρω στοιχείων. Κρίση ότι η αποκάλυψη των κρίσιμων δεδομένων, προκειμένου η αναιρεσείουσα να διασφαλισθεί το δικαίωμα της επιχειρηματικής ελευθερίας της είναι καθ’ όλα θεμιτή, η δε, κατά τα άρθρα 9 και 9 Α του Σ. και το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, επίκληση των πρώην υπαλλήλων της αναιρεσείουσας των δικαιωμάτων στην ιδιωτική ζωή και την προστασία των προσωπικών δεδομένων, είναι αθέμιτη, αφού η άσκησή τους προσβάλλει δικαιώματα της αναιρεσείουσας που υπερέχουν προφανώς. Ειδικότερα, τα δικαιώματα της αναιρεσείουσας, που απορρέουν από το άρθρο 5 παρ.1 Σ. και η διασφάλιση της εμπορικής πίστης και του ελεύθερου ανταγωνισμού, που η αποτελεσματική υπεράσπισή τους ενώπιον δικαστηρίου, επέβαλε την απόδειξη της αθέμιτης και επιζήμιας για την αναιρεσείουσα συμπεριφοράς των αναιρεσιβλήτων πρώην υπαλλήλων της. Άρα η ανάσυρση των κρισίμων αρχείων από τους εταιρικούς υπολογιστές που αυτοί χρησιμοποιούσαν και η χρήση τους ενώπιον του δικαστηρίου ήταν νόμιμη. Αντίθετη μειοψηφία. Δεκτή η αίτηση αναιρέσεως.


Αριθμός 1/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΕ ΠΛΗΡΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

(...) Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 11-5-2007 δύο αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας και την από 5-2-2008 αγωγή των 1ου, 2ου, 4ης και 5ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά και συνεκδικάστηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5284/2009 μη οριστική που κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, 4370/2011 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 3963/2012 μη οριστική και 5901/2013 οριστική του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 25-2-2014 αίτησή της (με αριθμό κατάθεσης ...28-2-2014), επί της οποίας εκδόθηκε η 1155/2015 απόφαση του Α2’ Πολιτικού Τμήματος, η οποία παρέπεμψε στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τους πρώτο και δεύτερο από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 11 γ’ Κ.Πολ.Δ. λόγους της από 25 Φεβρουαρίου 2014 αίτησης της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΕ ..." περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ. 5901/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Με την από 16 Οκτωβρίου 2015 κλήση της αναιρεσείουσας η υπόθεση φέρεται στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Απόστολος Παπαγεωργίου ανέγνωσε την από 22 Aπριλίου 2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των παραπεμφθέντων στην Πλήρη Ολομέλεια του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου πρώτου και δευτέρου λόγων, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 11 γ’ Κ.Πολ.Δ., της από 28-2-2014 αίτησης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΕ ..." για αναίρεση της υπ’ αριθ. 5901/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Οι πληρεξούσιοι των παραστάντων διαδίκων, αφού έλαβαν, κατά σειρά, το λόγο από την Πρόεδρο, ανέπτυξαν προφορικά τους σχετικούς ισχυρισμούς τους, οι οποίοι αναφέρονται και στις προτάσεις τους και ζήτησαν ο μεν της αναιρεσείουσας την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, οι δε των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική τους δαπάνη.
Ο Εισαγγελέας ακολούθως, αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο, πρότεινε να γίνουν δεκτοί οι λόγοι της από 28-2-2014 αίτησης της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΕ ..." για αναίρεση της υπ’ αριθ. 5901/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών γιατί είναι βάσιμοι.
Κατόπιν αυτών ο Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο στους πιο πάνω πληρεξουσίους, οι οποίοι αναφέρθηκαν σε όσα προηγουμένως είχαν αναπτύξει.
Κατά την 12η Ιανουαρίου 2017, ημέρα που συγκροτήθηκε το Δικαστήριο αυτό προκειμένου να διασκεφθεί για την ανωτέρω υπόθεση, ήταν απόντες ο Αντιπρόεδρος Γεράσιμος Φουρλάνος και οι Αρεοπαγίτες Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ειρήνη Καλού, Παναγιώτης Κατσιρούμπας, Διονυσία Μπιτζούνη και Θωμάς Γκατζογιάννης, οι οποίοι είχαν δηλώσει κώλυμα αρμοδίως. Παρά ταύτα, παρισταμένων, πλην αυτών, πλέον των είκοσι εννέα (29) μελών εκ των συμμετασχόντων στη συζήτηση την υπόθεσης, κατ’ άρθρο 23 παρ.2 του ν. 1756/1988, όπως ισχύει με την τροποποίηση με το άρθρο 44 του ν. 3659/2008, το Δικαστήριο είχε την εκ του νόμου απαρτία για να διασκεφθεί.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295 παρ.1, 297 και 299 ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα 294 και 297 αντικαταστάθηκαν με την παράγραφο 2 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του ν.4335/2015, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει, ότι η παραίτηση του αναιρεσείοντος ολική ή μερική, από το δικόγραφο της αναίρεσης μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωσή του, χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσιβλήτου, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο, που καταχωρίζεται στα πρακτικά και επιφέρει αντίστοιχη (αναλόγως του περιεχομένου και της έκτασής της) κατάργηση της δίκης, για το κύρος δε της εν λόγω παραίτησης δεν είναι αναγκαία η κλήτευση του αναιρεσιβλήτου, αφού αυτός, και αν τυχόν είχε κληθεί και παρίστατο, δεν θα μπορούσε να αντιταχθεί σ` αυτή, εφόσον γίνεται προτού το δικαστήριο προχωρήσει στην έρευνα των λόγων της αναίρεσης (Ολ. ΑΠ 744/1982, ΑΠ 50/2014, ΑΠ 2249/2014, ΑΠ 1697/2008). Εξάλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 παρ. 1α, 287, 288 και 290 ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα 286 και 287 αντικαταστάθηκαν με την παράγραφο 2 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του ν.4335/2015, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 § 1 του ίδιου κώδικα, και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, εάν μέχρι πέρατος της προφορικής συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση αποβιώσει κάποιος από τους διαδίκους. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου της διακοπής και με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, που μπορεί να γίνει από πρόσωπο δικαιούμενο να επαναλάβει τη δίκη ή από τον πληρεξούσιο ή τον νόμιμο εκπρόσωπο του αποβιώσαντος. Επί απλής ομοδικίας η διακοπή επέρχεται μόνο ως προς τον αποβιώσαντα ομόδικο και δεν επηρεάζει τη δίκη ως προς τους λοιπούς, όπως τούτο συνάγεται εξ αντιδιαστολής του άρθρου 288 ΚΠολΔ ( ΑΠ 379/2015). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της, που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, παραιτήθηκε νόμιμα από το δικόγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ως προς τον δεύτερο (Γ. Π.), τέταρτη ανώνυμη εταιρεία (...) και πέμπτη ανώνυμη εταιρεία (...) των αναιρεσιβλήτων, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (καίτοι ούτοι δεν κλήθηκαν κατά την συζήτηση της υποθέσεως). Πρέπει, επομένως, να θεωρηθεί πως η εν λόγω αίτηση αναίρεσης δεν ασκήθηκε ως προς αυτούς και να απορριφθεί ως μη νόμιμο το περί του αντιθέτου αίτημα των πρώτου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων. II . Με την υπ’ αριθ. 1155/2015 ομόφωνη απόφαση του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου παραπέμφθηκαν στην Πλήρη Ολομέλεια, σύμφωνα με τα άρθρα 23 παρ.2 εδ. γ’ του Ν.1756/1988 και 563 παρ.2 εδ. β’ του ΚΠολΔ, λόγω γενικότερου ενδιαφέροντος, τα ζητήματα, α) της εκτάσεως της συνταγματικής προστασίας της επικοινωνίας, αν δηλαδή η προστασία αυτή περιορίζεται στο χρόνο της καθ εαυτής διεξαγωγής της επικοινωνίας ή εκτείνεται και στο μεταγενέστερο στάδιο αυτής και β) αν η συνταγματική προστασία της επικοινωνίας έχει εφαρμογή και στην περίπτωση που ο εργαζόμενος, χρησιμοποιώντας ηλεκτρονικό υπολογιστή του εργοδότη του, δημιουργεί και χρησιμοποιεί, πέραν της ηλεκτρονικής διεύθυνσης που έθεσε στη διάθεση του η επιχείρηση, προσωπική ηλεκτρονική διεύθυνση, λαμβάνοντας μέτρα που αποκλείουν την πρόσβαση σ’ αυτήν οιουδήποτε τρίτου, και δ’ αυτής αποστέλλει και δέχεται ηλεκτρονικά μηνύματα που δεν αφορούν την υπό στενή έννοια ιδιωτική του ζωή, αλλά αφορούν αθέμιτες και επιζήμιες για τα συμφέροντα της επιχείρησης στην οποία εργάζεται πράξεις. III. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα : Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, από το 1979 δραστηριοποιείται στην Ελλάδα στον τομέα εμπορίου ξυλείας, αντιπροσωπεύουσα μεγάλο αριθμό οίκων του εξωτερικού και εισάγει στην Ελληνική αγορά πολύ μεγάλο μερίδιο της εισαγόμενης στην Ελλάδα ξυλείας. Τον Σεπτέμβριο και Νοέμβριο του 2006 παραιτήθηκαν από την αναιρεσείουσα οι δύο πρώτοι εναγόμενοι και ήδη πρώτοι αναιρεσίβλητοι, από τους οποίους, ο μεν πρώτος από το έτος 1987 μέχρι την 29-9-2006 ήταν Γενικός Διευθυντής της και από το Μάιο του 1996 μέχρι την 29-9-2006 ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου της και Διευθύνων Σύμβουλος, ο δε δεύτερος, που προσλήφθηκε το έτος 1993, ως υπάλληλός της, ανέλαβε από το έτος 1996 τη διεύθυνση πωλήσεων και από τον Ιούνιο του 2005 εξελέγη και διετέλεσε, μέχρι την 15-11-2006, μέλος του διοικητικού συμβουλίου της. Οι δύο αυτοί αναιρεσίβλητοι προσχώρησαν στη συνέχεια ως υψηλόβαθμα στελέχη σε άλλη εταιρεία εμπορίας ξυλείας, ανταγωνιστική της αναιρεσείουσας, και έγιναν ο πρώτος πρόεδρος και ο δεύτερος αντιπρόεδρος αυτής. Ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, όταν κλήθηκε κατά την αποχώρησή του, να ενημερώσει και να παραδώσει στον επόμενο γενικό διευθυντή της αναιρεσείουσας το αρχείο των συμβάσεων πελατών, τη σχετική αλληλογραφία με τους αντιπροσωπευομένους οίκους και τους πελάτες, τις παραγγελίες και όλα τα σχετικά στοιχεία, όπως αυτά είχαν μηχανογραφηθεί και τύχει επεξεργασίας στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, που του είχε διαθέσει η αναιρεσείουσα και ήταν ιδιοκτησίας της, αρνήθηκε κάθε συνεργασία, υποστηρίζοντας ότι τα σχετικά αρχεία δεν υπήρχαν πλέον, διότι είχαν διαγραφεί και καταστραφεί από αυτόν. Τον Νοέμβριο του 2006, τρεις από τους σημαντικότερους οίκους, που η αναιρεσείουσα αντιπροσώπευε αποκλειστικά στην Ελλάδα, κατήγγειλαν την συνεργασία τους μαζί της. Ταυτόχρονα, αποφάσισαν να συνεργασθούν με την εταιρεία στην οποία είχαν προσχωρήσει οι άνω αναιρεσίβλητοι. Η αναιρεσείουσα ζήτησε στις 17-1-2007 από τρεις ειδικούς πραγματογνώμονες, διαπιστευμένους στο Υπουργείο Δικαιοσύνης για θέματα ηλεκτρονικού εγκλήματος, να επιχειρήσουν να αναζητήσουν και να επαναφέρουν από τους σκληρούς δίσκους των εταιρικών υπολογιστών των άνω αναιρεσιβλήτων τα διαγραμμένα αρχεία και να ταξινομήσουν τα αποτελέσματα στους αντίστοιχους φακέλους. Μετά από τη σχετική έρευνα οι πραγματογνώμονες παρέδωσαν στην αναιρεσείουσα το πόρισμά τους. Από το πόρισμα προέκυψε, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, ότι οι άνω αναιρεσίβλητοι, ήδη από το 2004, προέβησαν σε σωρεία αθέμιτων ανταγωνιστικών πράξεων σε βάρος της αναιρεσείουσας δια μέσου εταιρειών δικών τους συμφερόντων -μιας κυπριακής και μιας ελληνικής- και είχαν από έτους και πλέον μεθοδεύσει την μεταπήδησή τους στην ελληνική ανταγωνίστρια εταιρεία, παρασύροντες σε αυτήν ξένους οίκους, τους οποίους αντιπροσώπευε αποκλειστικά η αναιρεσείουσα. Στη συνέχεια, η αναιρεσείουσα άσκησε τις από 11-5-2007 δύο αγωγές κατά των παραιτηθέντων πρώην υπαλλήλων της, κατά της κυπριακής εταιρείας, κατά της ελληνικής ανταγωνιστικής εταιρείας στην οποία αυτοί προσχώρησαν, και κατά των ξένων οίκων που η αναιρεσείουσα προηγουμένως αντιπροσώπευε, διεκδικώντας αποζημίωση λόγω αθεμίτου ανταγωνισμού και λόγω ακυρότητας των γενομένων καταγγελιών των συμβάσεων εμπορικής αντιπροσωπείας. Οι δύο αγωγές απορρίφθηκαν με την 4370/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο αρνήθηκε να λάβει υπ’ όψη τα ανασυρθέντα έγγραφα από τους υπολογιστές των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, ως αποτελούντα παρανόμως συλλεγέντα αποδεικτικά στοιχεία. Ακολούθως, ασκήθηκε έφεση από την αναιρεσείουσα και το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε, ότι τα ως άνω έγγραφα, ως αποκτηθέντα κατά παράβαση του απορρήτου των επικοινωνιών, συνιστούν παράνομα αποδεικτικά μέσα και δεν τα έλαβε υπόψη του. Ειδικότερα σε σχέση με τους παραπεμφθέντες στην Ολομέλεια λόγους, το Εφετείο δέχθηκε, ότι η αναιρεσείουσα, για την απόδειξη των ισχυρισμών της, προσκομίζει και επικαλείται, εκτός των άλλων, αντίγραφα εκτυπώσεων ηλεκτρονικών αρχείων διαφόρων κειμένων και μηνυμάτων, τα οποία ,όπως αποδεικνύονται, από την προσκομιζόμενη με επίκληση από την από την ίδια, έκθεση ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης, αποτέλεσαν αντικείμενο ηλεκτρονικής αλληλογραφίας του δεύτερου αναιρεσίβλητου, με τρίτα, πλην της αναιρεσείουσας, πρόσωπα, που έλαβε χώρα διαμέσου προσωπικού λογαριασμού του τελευταίου, ενώ στη συνέχεια αποθηκεύθηκαν στους σκληρούς δίσκους υπολογιστών ιδιοκτησίας της αναιρεσείουσας αποκλειστικής χρήσης των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, από όπου και διαγράφηκαν πριν την παράδοση των υπολογιστών στην αναιρεσείουσα, ότι τα αρχεία αυτά περιήλθαν στη γνώση και την κατοχή της αναιρεσείουσας, χωρίς τη συναίνεση του δεύτερου αναιρεσίβλητου και χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας για την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών και ότι κατ’ ακολουθία, τα έγγραφα αυτά συνιστούν παράνομα αποδεικτικά μέσα και δεν λαμβάνονται υπόψη. Η τελευταία αυτή απόφαση πλήττεται από την αναιρεσείουσα, με την υπό κρίση αίτηση, δύο εκ των λόγων της οποίας και δη οι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 11 γ’ ΚΠολΔ ( ήτοι για εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 19 παρ.1 του Συντάγματος και για παρά το νόμο μη λήψη υπόψη των άνω εγγράφων), ως αναφερόμενοι σε ζήτημα γενικοτέρου ενδιαφέροντος παραπέμφθηκαν στην πλήρη Ολομέλεια.

Πέμπτη 9 Ιουνίου 2016

ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ: ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ ΜΕ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΣΥΧΝΟΤΗΤΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΑΠ, ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΕΡΧΟΜΕΝΕΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΘΕΣΜΟΥΣ ΤΗΣ ΕΕ


Κομβικό σημείο στην εφαρμογή του νόμου περί προστασίας προσωπικών δεδομένων αποτελεί η ύπαρξη αρχείου προσωπικών δεδομένων ή ο προορισμός της σχετικής πληροφορίας προς ένταξη σε αρχείο προσωπικών δεδομένων.
 Τέτοιο συνιστά το σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας, και τα οποία τηρούνται είτε από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο. Κατά τη διατύπωση της παρ. 2 του άρθρου 18 του Ν. 3471/2006, με την οποία αντικαταστάθηκε το εδάφιο αυτό, κατά την έννοια του νόμου νοείται ως «αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» («αρχείο»), κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια». Συνεπώς, για να μπορεί να τελεστεί παράβαση του νόμου περί προσωπικών δεδομένων, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παρ 4 Ν 2472/1997, απαιτείται:
α) ύπαρξη δεδομένων που περιλαμβάνονται σε «αρχείο», ως τέτοιο δε θεωρείται κατ” άρθρο 2 περ. ε, το σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή μπορεί να αποτελούν αντικείμενο «επεξεργασίας» και τηρούνται κατά τα οριζόμενα στην πιο πάνω διάταξη,
β) υποκείμενο των δεδομένων, δηλαδή το φυσικό πρόσωπο, στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, και
γ) να πρόκειται για δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως αυτά ορίζονται με τις πιο πάνω διατάξεις.
Έτσι, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι δεν θεωρούνται δεδομένα οι πληροφορίες των οποίων κάνει κάποιος χρήση και οι οποίες περιήλθαν εις γνώση του, χωρίς να ερευνήσει αυτός κάποιο αρχείο ή χωρίς να τους τις έχει μεταδώσει τρίτος που επενέβη σε αρχείο, γιατί εκλείπει η προϋπόθεση του αρχείου ως στοιχείου της αντικειμενικής υπόστασης.
Τούτο συνάγεται επίσης ευθέως και από τη διατύπωση του άρθρου 22 παρ. 4, 5 και 6 του ως άνω νόμου, με τις οποίες απειλούνται ποινικές κυρώσεις σε περίπτωση παράνομης επεμβάσεως σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή αυθαίρετης χρησιμοποίησης του προϊόντος τέτοιας επεμβάσεως, όχι όμως και στην περίπτωση που δεν έχει γίνει τέτοια επέμβαση και ο φερόμενος ως δράστης γνωρίζει τα διαδιδόμενα από μόνος του, αφού στην περίπτωση αυτή δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικώς το εν λόγω έγκλημα (βλ. ΑΠ 1187/2009).

  • Είναι αξιοσημείωτο το ότι, με βάση τη νομολογία του Ηνωμένου Βασιλείου, που με νόμο το 1998 έθεσε σε εφαρμογή την οδηγία 95/46/ΕΕ, κρίθηκε ότι το όνομα ενός προσώπου αποτελεί προσωπικό δεδομένο εκτός εάν είναι τόσο σύνηθες όνομα που χωρίς περαιτέρω πληροφόρηση, το πρόσωπο θα παρέμενε απροσδιόριστο.
Πιο συγκεκριμένα στην υπόθεση Bodil Lindqvist v Kammaraklagaren, C-101/01 το ΕΔΔΑ επιβεβαίωσε ότι το όνομα ενός προσώπου, σε συνδυασμό με πληροφορία για την εργασία του ανήκει στα προσωπικά δεδομένα. Έτσι για παράδειγμα, τα προσωπικά δεδομένα περιλαμβάνουν το όνομα ενός προσώπου σε συνδυασμό με τις συντεταγμένες του τηλεφώνου του, τις πληροφορίες σχετικά με την εργασία ή τις συνήθειές του. Η νομοθετική προστασία της Ελευθερία της Πληροφορίας (FOIA) δίνει τη δυνατότητα στα άτομα να τους παρέχονται πληροφορίες που διαχειρίζονται δημόσιες αρχές, εκτός εάν μία εξαίρεση πρέπει να εφαρμοστεί. Η αποκάλυψη της πληροφορίας με βάση τη FOIA γίνεται γενικά στο ευρύτερο κοινό. Όπου, με βάση τη νομοθεσία για την Ελευθερία της Πληροφορίας, υπάρχει ένα αίτημα για τα προσωπικά δεδομένα τρίτου προσώπου, τότε υπάρχει εξαίρεση από την αποκάλυψη των δεδομένων, εάν αυτή η αποκάλυψη εναντιώνεται σε μία από τις αρχές της νομοθεσίας για τα προσωπικά δεδομένα. Οπότε στην περίπτωση αυτή κυριαρχεί η προστασία των προσωπικών δεδομένων.
Στην προκειμένη περίπτωση τα γεγονότα που κρίθηκαν είναι τα εξής:
Ο Α υπέβαλλε ένα αίτημα με βάση την νομοθεσία της προστασίας της Ελευθερίας της Πληροφορίας για την παροχή πληροφοριών που τηρούνταν από την Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία του Ηνωμένου Βασιλείου για τον ίδιο,σχετικά με παράπονό του ότι η πιο πάνω υπηρεσία δεν διευθέτησε μία οικονομική του διαφορά με μία τράπεζα. Η σχετική Οικονομική Υπηρεσία στην απάντησή της απέκρυψε τα ονόματα τριών χαμηλόβαθμων υπαλλήλων που ασχολήθηκαν στην επεξεργασία του αιτήματος του παραπονούμενου αλλά δεν είχαν έρθει σε απευθείας επικοινωνία μαζί του καθώς δεν είχαν ρόλους για δημόσια εξυπηρέτηση του κοινού, Τα σβησμένα ονόματα ήταν σε λίγα εσωτερικά email είτε ως αποστολείς είτε ως παραλείπτες τους. Οι τρει υπάλληλοι δεν ήταν υπεύθυνοι για τη λήψη σοβαρών αποφάσεων σχετικά με τον έλεγχο επιχειρήσεων που ήταν στην δική τους αρμοδιότητα. Το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου έκρινε ότι τα ονόματα των υπαλλήλων δεν αποτελούσαν προσωπικά δεδομένα. Κατ’έφεση, το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ανέτρεψε την απόφαση, κρίνοντας ότι τα ονόματα αποτέλουσαν εμφανώς προσωπικά δεδομένα, καθώς δεν υπήρχε έννομο συμφέρον με βάση τη νομοθεσία για τα προσωπικά δεδομένα να αποκαλυφθούν αυτά, η δε αποκάλυψή τους θα συνιστούσε προσβολή της πρώτης αρχής της προστασίας προσωπικών δεδομένων, καθώς δεν ήταν θεμιτή και δικαιολογημένη.

  • Στη βάση της δικαιολογημένης χρήσης της προσωπικής πληροφορίας είναι αξιοσημείωτες οι γενόμενες παρατηρήσεις της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων στην υπ’αριθμών 15/2015 Απόφασή της:
Από τις διατάξεις του άρθρου 7 του Ν. 2472/1997 σαφώς προκύπτει ότι η συλλογή και επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται, καταρχήν, εφόσον το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του.
Ωστόσο, η συλλογή και επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται, κατ’ εξαίρεση, και χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 7 παρ. 2 στοιχ. (γ΄) του Ν. 2472/1997, δηλαδή, εφόσον η επεξεργασία αφορά δεδομένα, που δημοσιοποιεί το ίδιο το υποκείμενο ή είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου ή πειθαρχικού οργάνου.
Όπως προκύπτει από την τελευταία διάταξη, η οποία, όπως έχει κρίνει η Αρχή,
εφαρμόζεται πολλώ μάλλον και επί απλών δεδομένων, προκειμένου να επιτραπεί η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων και δη ευαίσθητων για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον Δικαστηρίου, πρέπει το δικαίωμα να έχει ασκηθεί με την έγερση στο αρμόδιο δικαστήριο του κατά περίπτωση ενδίκου βοηθήματος (αγωγής, αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, ενδίκου μέσου) ή την προσφυγή στις αρμόδιες για κίνηση της ποινικής διώξεως ή εκδίκαση της ποινικής υποθέσεως εισαγγελικές και δικαστικές αρχές, αντίστοιχα και να εκκρεμεί προς κρίση στο αρμόδιο δικαστήριο πολιτικό ή ποινικό. Η άσκηση δε ή η εκκρεμότητα του ενδίκου βοηθήματος ή της υποθέσεως πρέπει να προκύπτει από το σχετικό δικόγραφο, ή άλλο έγγραφο της ποινικής διαδικασίας, το οποίο θα επισυνάπτεται στην αίτηση, με την οποία ζητείται η άδεια για την διενέργεια της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων. Τούτο τυγχάνει απαραίτητο προκειμένου η Αρχή να κρίνει αν η αιτούμενη επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων και ο σκοπός που διώκεται με την διενέργεια της είναι σύμφωνος με την ανωτέρω στην σκέψη 1 αναλυθείσα αρχή της αναλογικότητας, ενόψει της θεμελιώσεως του δικαιώματος που ασκήθηκε, το οποίο η αιτούσα επιθυμεί να υπερασπίσει ή να αντικρούσει, ή να υπερασπισθεί ή αντικρούσει συγκεκριμένες κατηγορίες στο πλαίσιο ποινικής δίκης.
Την κρίση αυτή δεν μπορεί να την στηρίξει η Αρχή σε δηλώσεις που περιέχονται στην αίτηση περί του ότι έχει ασκηθεί το δικαίωμα ή ότι πρόκειται να ασκηθεί στο μέλλον από τον ίδιο (αιτούντα) ή από τον αντίδικό του, κατά περίπτωση. Η βασιμότητα ή η υλοποίηση της δηλώσεως αυτής, αντίστοιχα, δεν προκύπτει κατά πειστικό τρόπο, ούτε μπορεί να επιβεβαιωθεί κατά τον χρόνο που θα κριθεί το αίτημα και θα ληφθεί η απόφαση. Τα ευαίσθητα όμως προσωπικά δεδομένα θα έχουν περιέλθει στην κατοχή του αιτούντος και θα μπορέσει να τα χρησιμοποιήσει κατά το δοκούν και, ενδεχομένως, πέραν του σκοπού της εν λόγω διάταξης. Αντιθέτως η αυθαίρετη εκτός του σκοπού του νόμου χρήση περιορίζεται όταν στην απόφαση συνδέεται η επεξεργασία, η χορήγηση και χρήση των δεδομένων με δικαίωμα που ασκήθηκε με συγκεκριμένο δικόγραφο ή κατηγορία που πρέπει να υπερασπίσει ή να αντικρούσει η αιτούσα, κατά περίπτωσηΚατ εξαίρεση επιτρέπεται η αιτούμενη επεξεργασία και όταν δεν συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις, όταν με αυτή η αιτούσα θα λάβει γνώση των πραγματικών περιστατικών ή των στοιχείων εκείνων που θα αποτελέσουν την ιστορική βάση του ενδίκου βοηθήματός, με το οποίο θα λάβει χώρα η άσκηση δικαιώματος που επικαλείται, σε τρόπο ώστε να τυγχάνει πλήρως ορισμένο και νόμιμο. Την χρήση αυτή θα πρέπει να επικαλείται και να εξειδικεύει η αιτούσα. Αυτή την έννοια έχει και η αναφορά στη διάταξη, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που επιτρέπεται η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων και η ‘’άσκηση δικαιώματος’’, δηλαδή ότι τα προσωπικά δεδομένα του είναι απολύτως αναγκαία και πρόσφορα για την άσκηση του δικαιώματος που ισχυρίζεται ότι έχει (βλ. ΑΠΔΠΧ, Απόφαση 130/2012). Στην παρούσα περίπτωση, η αιτούσα Α δεν έχει ασκήσει, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως, κάποιο από τα ένδικα βοηθήματα που επικαλείται στην αίτησή της, αλλά αναφέρει ότι «πρόκειται να διενεργηθούν δίκες» προς ικανοποίηση των επικαλουμένων δικαιωμάτων της, αλλά την αιτούμενη επεξεργασία των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων του εν διαστάσει συζύγου της, που αφορούν στην ερωτική του ζωή, την ζητεί για να τα προσκομίσει στα αρμόδια δικαστήρια προς απόδειξη της βασιμότητας αυτών, όταν θα τα ασκήσει και ενόψει της μελλοντικής εκδικάσεως τους. Ούτε περαιτέρω με την αιτούμενη επεξεργασία θα λάβει γνώση των πραγματικών περιστατικών και των στοιχείων που τυγχάνουν αναγκαία για την θεμελίωση των ενδίκων βοηθημάτων που έχει πρόθεση να ασκήσει, αλλά και την άσκηση των δικαιωμάτων που επικαλείται, αφού, όπως η ίδια ισχυρίζεται, αυτά ήδη τα γνωρίζει από την εξαγωγή δεδομένων από το παλιό τηλέφωνο του συζύγου της. Κατ’ ακολουθία τούτων η παρούσα αίτηση ασκήθηκε προώρως και πρέπει να απορριφθεί. Πάντα ταύτα, ανεξαρτήτως των ζητημάτων που θα μπορούσαν να ανακύψουν, όσον αφορά, προεχόντως, την εφαρμογή του νόμου 2472/1997 στην εν λόγω επεξεργασία (άρθρο 3 παρ. 2 εδαφ. α΄), την νομιμότητα της κτήσεως των εν λόγω ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων και την δυνατότητα της περαιτέρω επεξεργασίας με τον επικαλούμενο τρόπο (χρήση αυτών ως αποδεικτικών μέσων ενώπιον δικαστηρίου), ζητήματα τα οποία δεν μπορούν να κριθούν στο στάδιο αυτό (βλ. και ΑΠΔΠΧ, Απόφαση 130/2012).