Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #προσωπικά δεδομένα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #προσωπικά δεδομένα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2018

ΑΠ 252/2018 [Α2' Πολιτικό Τμήμα ] : Προϋποθέσεις για προσκόμιση ποινικής απόφασης σε αστική υπόθεση - προσωπικά δεδομένα


Αριθμός 252/2018 
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ' αριθμ. 64/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Β. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου. 
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Λ. του Ε., κατοίκου ..., 2) Β. Π. του Α., κατοίκου ... και 3) Ι. Σ. του Θ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. 
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-7-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 207/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 22/ΕΡ-ΔΙ/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-6-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 568 § 4 και 576 §§ 1-2 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι, επί ερημοδικίας στην αναιρετική δίκη, ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση ή αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε αρνητική περίπτωση κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση ως προς το διάδικο αυτό. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο δεν εμφανίσθηκαν ούτε παραστάθηκαν νόμιμα οι αναιρεσίβλητοι. Προς απόδειξη της κλητεύσεώς τους ο αναιρεσείων προσκομίζει τις υπ' αριθμ. ... ... και ... από 18-1-2017 εκθέσεις επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Χ. Α., από τις οποίες αποδεικνύεται ότι, μετά από παραγγελία του ιδίου, ακριβές αντίγραφο της από 21 Ιουνίου 2016 αιτήσεώς του για αναίρεση της 22/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βεροίας, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα σε καθέναν από τους αναιρεσίβλητους. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, παρά την απουσία των τελευταίων.
ΙΙ. Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βεροίας, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, απορριπτική της από 7-7-2015 εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 207/2015 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Βεροίας, που είχε δεχθεί εν μέρει κατ' ουσίαν την από 1-7-2014 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζητούσαν να υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει στον καθένα τους χρηματικό ποσό λόγω ηθικής βλάβης που είχαν υποστεί από τη συμπεριφορά του, που στοιχειοθετούσε εις βάρος τους το αδίκημα του άρθρου 22 § 4 του ν. 2472/1997. 
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν.4335/2016 και έχει εφαρμογή στην κρινόμενη υπόθεση, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου..., 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την αμέσως πιο πάνω διάταξη προκύπτει, ότι η απαρίθμηση των λόγων αναιρέσεως κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, είναι περιοριστική. Οι λόγοι αναιρέσεως είναι μόνο έξι και αντιστοιχούν προς τους λόγους αναιρέσεως που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους όμως δεν ταυτίζονται απολύτως. Έτσι, δεν ιδρύεται ο λόγος, όταν το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, όταν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν και όταν δεν κήρυξε παρά το νόμο ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Οι λόγοι, επομένως, της αναιρέσεως, με τους οποίους, υπό την επίκληση των αριθμών 10 και 11 περίπτ. γ', αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλονται οι πλημμέλειες, ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα (ένορκες βεβαιώσεις) που ο αναιρεσείων προσκόμισε και ότι δέχθηκε πράγματα (δηλ. ότι οι αντίδικοί του υπέστησαν ηθική βλάβη, καθώς επίσης ότι δεν ήταν ευρεία η δημοσιοποίηση της αναφερόμενης ποινικής αποφάσεως) ως αληθινά χωρίς απόδειξη, ακολούθως δε να δεχθεί την ένδικη αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, επικυρώνοντας, έτσι, κατά το κύριο μέρος της την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. 
IV. Επειδή, κατά το άρθρο 1 του ν. 2472/1997 "προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την οδηγία 95/46 ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης.10.1995, αντικείμενο του νόμου αυτού είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής. Στο άρθρο 2 του νόμου αυτού ορίζεται ότι για τους σκοπούς του νόμου τούτου νοούνται ως : α) "δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα κάθε είδους πληροφορίες που αναφέρονται στο υποκείμενο των δεδομένων ", β).., γ).., δ) "επεξεργασία κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση, η αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή", ε) (όπως ήδη αντικαταστάθηκε το εδάφιο αυτό με την § 2 του άρθρου 18 του ν. 3471/2006) "αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ("αρχείο") κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια", στ)..., ζ) "υπεύθυνος επεξεργασίας οποιοσδήποτε καθορίζει το σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", η) ..., θ) ..., ι) "αποδέκτης το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν είναι τρίτος ή όχι".... Εξ ετέρου, κατά τη διάταξη του άρθρου 3 § 1 του ανωτέρω νόμου, οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν στο αρχείο. Σύμφωνα με το άρθρο 5 § 2 ε' του ίδιου νόμου, "Κατ` εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν: ... ε) Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του έννομου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι, στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών". Τέτοια περίπτωση συνδρομής υπέρτερου εννόμου συμφέροντος συνιστά, ιδίως, η περίπτωση κατά την οποία τα στοιχεία που ζητούνται είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου. Το παραπάνω επιχείρημα αντλείται από το άρθρο 7 § 2 γ` του Ν 2472/1997 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 34 § 1 του Ν. 2915/2001), που αφορά την επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, αλλά εφαρμόζεται κατά μείζονα λόγο και στην επεξεργασία απλών προσωπικών δεδομένων, σύμφωνα με το οποίο, "Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, καθώς και η ίδρυση και λειτουργία σχετικού αρχείου, ύστερα από άδεια της Αρχής, όταν συντρέχουν μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: ... γ) Η επεξεργασία αφορά δεδομένα που δημοσιοποιεί το ίδιο το υποκείμενο ή είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου ή πειθαρχικού οργάνου". Προϋπόθεση για τη νόμιμη εφαρμογή της παραπάνω διάταξης είναι ότι τα δεδομένα, των οποίων ζητείται η χορήγηση ή για τα οποία πρόκειται η χρήση, πρέπει να είναι απολύτως αναγκαία και πρόσφορα για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου (αρχή της αναγκαιότητας), και δη ενόψει της συγκεκριμένης δίκης που εκκρεμεί. Η αναγκαιότητα δε υφίσταται όταν ο επιδιωκόμενος σκοπός δεν μπορεί να επιτευχθεί με άλλα ηπιότερα μέσα. Τα δεδομένα, επίσης, δεν πρέπει να είναι περισσότερα από όσα είναι απολύτως απαραίτητα για την υπεράσπιση του δικαιώματος (αρχή της αναλογικότητας). Κατά το άρθρο 7Α § 1 περίπτ. ε' του ίδιου νόμου, ως αντικαταστάθηκε τελικά με το άρθρο 23 § 1 του Ν. 3471/2006, "Ο υπεύθυνος επεξεργασίας απαλλάσσεται από την υποχρέωση γνωστοποίησης του άρθρου 6 και από την υποχρέωση λήψης άδειας του άρθρου 7 του παρόντος νόμου στις ακόλουθες περιπτώσεις: ...ε) . Όταν η επεξεργασία γίνεται από δικηγόρους, συμβολαιογράφους, άμισθους υποθηκοφύλακες και δικαστικούς επιμελητές ή εταιρείες των προσώπων αυτών και αφορά στην παροχή νομικών υπηρεσιών προς πελάτες τους, εφόσον ο υπεύθυνος επεξεργασίας και τα μέλη των εταιρειών δεσμεύονται από υποχρέωση απορρήτου που προβλέπει νόμος, και τα δεδομένα δεν διαβιβάζονται ούτε κοινοποιούνται σε τρίτους, εκτός από τις περιπτώσεις που αυτό είναι αναγκαίο και συνδέεται άμεσα με την εκπλήρωση εντολής του πελάτη". Τέλος, στο άρθρο 22 § 4 του ίδιου Ν. 2472/1997 προβλέπονται ποινικές κυρώσεις, για όποιον χωρίς δικαίωμα επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή ανακοινώνει ή καθιστά προσιτά τέτοια δεδομένα σε μη δικαιούμενα πρόσωπα, ενώ στη μεν § 1 του άρθρου 23 αυτού με τίτλο "αστική ευθύνη" ορίζεται, ότι "φυσικό ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που κατά παράβαση του παρόντος νόμου προκαλεί περιουσιακή βλάβη, υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση, αν δε προκάλεσε ηθική βλάβη, υποχρεούται σε χρηματική ικανοποίηση. Η ευθύνη υπάρχει και όταν ο υπόχρεος όφειλε να γνωρίζει την πιθανότητα να επέλθει βλάβη σε άλλον", στη δε § 2 ορίζεται ότι η κατά το άρθρο 932 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για παράβαση του νόμου τούτου ορίζεται κατ' ελάχιστο στο ποσό των 2.000.000 δραχμών (ήδη 5.869,40 ευρώ), εκτός αν ζητήθηκε από τον ενάγοντα μικρότερο ποσό ή η παράβαση οφείλεται σε αμέλεια (ΑΠ 476/2009). Ο καθορισμός βέβαια με τη διάταξη αυτή ελάχιστου ποσού χρηματικής ικανοποιήσεως σκοπό έχει να διασφαλίσει την προστασία των πολιτών από ιδιαίτερα έντονες προσβολές της τιμής και της υπολήψεώς τους και εντάσσεται στα μέτρα που λαμβάνει η Πολιτεία, υλοποιώντας την επιβαλλόμενη από το άρθρο 2 § 1 του Συντάγματος υποχρέωσή της για σεβασμό και προστασία της αξίας του ανθρώπου. Όμως, η ρύθμιση αυτή αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 25 § 1 εδ. δ' του Συντάγματος και την θεσμοθετούμενη με αυτήν αρχή της αναλογικότητας, καθόσον η καθιέρωση για τον καθορισμό του ελάχιστου ορίου χρηματικής ικανοποιήσεως στο, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ιδιαίτερα σημαντικό ποσό των 2.000.000 δραχμών, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το είδος και η βαρύτητα της προσβολής, δεν είναι εν στενή έννοια αναλογική, διότι η βλάβη που προκαλείται με την υποχρέωση καταβολής αυτού του χρηματικού ποσού είναι, στις περιπτώσεις ελαφρών εξ απόψεως είδους και βαρύτητας προσβολών, στις οποίες (περιπτώσεις) και αντιστοιχεί το εν λόγω κατώτατο όριο χρηματικής ικανοποιήσεως, δυσανάλογα επαχθέστερη από την επιδιωκόμενη ωφέλεια του σεβασμού και της προστασίας της αξίας του ανθρώπου, η τιμή και η υπόληψη του οποίου προσβλήθηκε.
Συνεπώς, η εν λόγω διάταξη ως αντισυνταγματική είναι ανίσχυρη και δεν πρέπει να εφαρμόζεται από το δικαστήριο της ουσίας, με την έννοια του προσδιορισμού στο καθοριζόμενο από αυτήν ποσό χρηματικής ικανοποιήσεως, όχι κρίνοντας αυτήν ως εύλογη, αλλά θεωρώντας ότι δεσμεύεται από την ανωτέρω διάταξη, μολονότι το είδος και η βαρύτητα της προσβολής δε δικαιολογούν τον καθορισμό του εν λόγω ποσού (βλ. Ολ.ΑΠ 6/2011). 

Δευτέρα 4 Δεκεμβρίου 2017

ΑΠΔΠΧ Απόφαση 126/2017: Εσωκομματικές προκριματικές εκλογές και προστασία προσωπικών δεδομένων


Απόφαση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα.
Για την διεξαγωγή της εκλογικής διαδικασίας επιλογής του επικεφαλής ενός υπό ίδρυση νέου πολιτικού φορέα –ο οποίος δεν έχει ακόμη μετασχηματισθεί σε πολιτικό κόμμα και δεν έχει εγγεγραμμένα μέλη– μπορεί να καταρτιστεί αρχείο ψηφισάντων, προκειμένου αφενός να αποδεικνύεται η συμμετοχή στην ψηφοφορία και αφετέρου να προκύπτει, διά της υπογραφής των ψηφιζόντων, η συγκατάθεσή τους ως προς την επεξεργασία των ευαίσθητων προσωπικών τους δεδομένων. Το εν λόγω αρχείο μπορεί να χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά για τον έλεγχο του αδιάβλητου της ψηφοφορίας και για τον λόγο αυτόν η τήρηση και η λειτουργία του πρέπει να περιορίζεται στο απολύτως αναγκαίο χρονικό διάστημα για τη διενέργεια των απαιτούμενων εξακριβώσεων, το οποίο κατά την κρίση της ΑΠΔΠΧ, δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δύο μήνες μετά την ολοκλήρωση του δεύτερου γύρου των προκριματικών εκλογών.
Περαιτέρω, επιτρέπεται η δημιουργία ιδιαίτερου αρχείου μελών του νέου πολιτικού φορέα, στο οποίο θα καταχωρίζονται τα στοιχεία ταυτότητας και επικοινωνίας όσων από τους ψηφίζοντες δηλώσουν ότι επιθυμούν τη συμμετοχή τους στις περαιτέρω διεργασίες για τη συγκρότηση του νέου πολιτικού φορέα. Τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στο εν λόγω αρχείο μπορούν να τηρηθούν επ’ αόριστον, δεδομένου ότι ο σκοπός του συγκεκριμένου αρχείου είναι η συγκρότηση του πρώτου πυρήνα των μελών και των εκλογέων του νέου πολιτικού φορέα και υπάρχει ειδική συγκατάθεση των προσώπων αυτών για τον συγκεκριμένο σκοπό επεξεργασίας. Απαγορεύεται η καθ΄ οιονδήποτε τρόπο διάδοση των προσωπικών δεδομένων που περιέχονται στο αρχείο αυτό και κυρίως η διάδοσή τους μέσω διαδικτύου.
Τέλος, όσον αφορά το αρχείο εθελοντών επιτρέπεται η τήρηση και η λειτουργία του, αλλά μόνο για χρονικό διάστημα δύο μηνών μετά την ολοκλήρωσή του δεύτερου γύρου των προκριματικών εκλογών, ενώ και στην περίπτωση αυτήν απαγορεύεται η καθ΄ οιονδήποτε τρόπο διάδοση των προσωπικών δεδομένων που περιέχονται στο αρχείο αυτό.
Σύνθεση:
Κ. Μενουδάκος (Πρόεδρος)Χ. Ανθόπουλος (Εισηγητής), Κ. Χριστοδούλου, Α. Συμβώνης, Σ. Βλαχόπουλος, Κ. Λαμπρινουδάκης και Ε. Μαρτσούκου (τακτικά μέλη), Κ. Καρβέλη, Ε.Ε.Π.- Δικηγόρος (βοηθός εισηγητή), Ε. Παπαγεωργοπούλου (γραμματέας).
Νομικές διατάξεις: Άρθρα 29 παρ. 1 Συντ., 7 παρ. 1, 2 και 3, 7Α παρ. 1 στοιχ. γ΄ ν. 2472/1997, 8 παρ. 1 και 2 στ. δ΄ Οδηγίας 95/46/ΕΚ.
Διαβάστε την απόφαση εδώ ΑΠΔΠΧ Απόφαση 126/2017

Τρίτη 14 Νοεμβρίου 2017

ΠολΠρΑθ 1260/17 : Άρση τραπεζικού απορρήτου - Διενέργεια ανάκρισης για κακούργημα. Προσωπικά δεδομένα


ΠολΠρΑθ 1260/17 : Άρση τραπεζικού απορρήτου - Διενέργεια ανάκρισης για κακούργημα. Προσωπικά δεδομένα. Υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων να συνεργάζονται με τις αρχές που είναι υπεύθυνες για την καταπολέμηση του ξεπλύματος βρώμικου χρήματος και γι' αυτό το λόγο αίρεται το απόρρητο για την παροχή πληροφοριών που είναι αναγκαίες για την ανίχνευση κακουρηματικών πράξεων. Εν προκειμένω η τράπεζα, βασιζόμενη στο έγγραφο του Ειδικού Εφέτη Ανακριτή, καλόπιστα προέβη στη γνωστοποίηση των αιτούμενων πληροφοριών, μετά από άρση του τραπεζικού και χρηματιστηριακού απορρήτου του ενάγοντος και του τραπεζικού απορρήτου της συζύγου του που διατηρούσε κοινούς λογαριασμούς με αυτόν, εφόσον κατ’ εντολή του ως άνω δικαστικού λειτουργού ζητήθηκαν οι χορηγηθείσες πληροφορίες, λόγω της διενέργειας ανάκρισης για τις πράξεις της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα , ενώ η χορήγηση των πληροφοριών αυτών  δεν αντίκειται στις διατάξεις περί προστασίας του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Απορρίπτει τις αγωγές.


ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ 1260/2017

Δικαστές: Χ. Ζώη, Π. Μελανούρης, Ν. Ξελυσσακτή (Εισηγήτρια)

[...] Ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου εισάγονται προς συζήτηση α) η από 25.11.2010 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου .... αγωγή και η από 5.3.2013 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου .... ανακοίνωση δίκης, β) η από 26.11.2010 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου .... αγωγή και η από 5.3.2013 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ...ανακοίνωση δίκης, οι οποίες πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικαστούν, διότι αφενός μεν είναι συναφείς, υπάγονται στην αρμοδιότητα του ίδιου Δικαστηρίου και στην ίδια διαδικασία, αφετέρου δε από τη συνεκδίκασή τους διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 31 παρ. 3, 246 και 285 εδ. α’ του ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ΝΔ 1059/1971 οι κάθε μορφής καταθέσεις είναι απόρρητες. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 2, 5 και 9 του Συντάγματος, 57, 361 και 288 ΑΚ, προκύπτει ότι η Τράπεζα είναι υποχρεωμένη, με απειλή ποινικής κύρωσης των υπευθύνων φυσικών προσώπων της, να τηρεί το απόρρητο των πάσης φύσης καταθέσεων και λογαριασμών και όχι μόνον των σε χρήμα καταθέσεων των πελατών της, έναντι παντός τρίτου και απαγορεύεται η παροχή οποιασδήποτε πληροφορίας ή γνωστοποίησης σχετικά με τις εν λόγω καταθέσεις και λογαριασμούς (βλ. ΑΠ Ολ 3/1993 ΕλλΔνη 34, 1459, ΕφΑθ 1664/2001 ΕλλΔνη 43, 1703). Από την γραμματική διατύπωση της διάταξης του άρθρου 1 του ΝΔ 1059/1971 προκύπτει ότι αντικείμενο του ειδικού απορρήτου αποτελούν «οι κάθε μορφής καταθέσεις σε πιστωτικά ιδρύματα». Συνεπώς μπορούν να θεωρηθούν ως αντικείμενο του ειδικού απορρήτου όλες οι συμβάσεις κατάθεσης με τη μορφή ανώμαλης παρακαταθήκης (άρθρο 830 εδ. α’ ΑΚ), οι οποίες συνάπτονται μεταξύ τραπεζών και πελατών, δοθέντος ότι αυτό (δηλαδή το της ανώμαλης παρακαταθήκης) είναι το τρέχον εννοιολογικό περιεχόμενο της σύμβασης τραπεζικής κατάθεσης, το οποίο έχει επικρατήσει στο τραπεζικό δίκαιο, ήτοι έχει επικρατήσει όπως η κατάθεση χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων από τον παρακαταθέτη πελάτη - σε περίπτωση αμφιβολίας - λογίζεται ως δάνειο εφόσον η θεματοφύλακας τράπεζα έχει την εξουσία να τα χρησιμοποιεί, με παράλληλη υποχρέωση της τράπεζας για απόδοση στον καταθέτη των αξιών αυτών με τους συμφωνημένους τόκους (άρθρο 830 ΑΚ σε συνδ. με άρθρα 806-809 ΑΚ). Καταλαμβάνονται από το ειδικό απόρρητο αφ’ ενός μεν οι πάσης φύσης χρηματικές καταθέσεις [ελεύθερες ή δεσμευμένες, όψεως, ταμιευτηρίου, προθεσμιακές ή σε τρεχούμενο λογαριασμό], αφ’ ετέρου δε και οποιαδήποτε άλλη κατάθεση τίτλων, δηλαδή κινητών αξιών (λ.χ. μετοχών, ομολογιών, άλλων χρεογράφων) πραγματοποιηθείσα πάντοτε με την μορφή ανώμαλης παρακαταθήκης (βλ. ΣυμβΠλημΠειρ 390/2006 ΠοινΧρ ΝΖ’, 2007, 175, ΣυμβΠλημΛιΒαδ 19/2001, ΠοινΧρ ΝΒ’, 2002, 71). Συνακόλουθα δεν εμπίπτουν στη μείζονα προστασία του ειδικού απορρήτου των τραπεζικών καταθέσεων σύμφωνα με το ΝΔ 1059/1971 εκείνες οι συμβάσεις με Τράπεζες που έχουν τον χαρακτήρα ομαλής παρακαταθήκης, έστω και αν οι συμβάσεις αυτές χαρακτηρίζονται από τα μέρη ή από την συναλλακτική πρακτική ως καταθέσεις. Έτσι δεν υπάγονται στο ειδικό απόρρητο του ΝΔ 1059/1971 αλλά στα ισχύοντα περί γενικού απορρήτου - ενδεικτικά - οι περιπτώσεις όπου η τράπεζα φυλάττει με την ιδιότητα του θεματοφύλακα τίτλους μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου κατά τα άρθρο 3 αρ. 3, 8, 12 παρ. 3 περ. β’ του Ν 3283/2004, καθόσον τα μερίδια των οργανισμών συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες απλώς φυλάσσονται από την τράπεζα ως θεματοφύλακα για λογαριασμό των δικαιούχων - κομιστών των μεριδίων ως παρακαταθετών, χωρίς η τράπεζα να έχει εξουσία χρήσης των μεριδίων αυτών. 
Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 3 του ΝΔ 1059/1971, όπως αυτό αντικαταστάθηκε αρχικά με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 3 του Ν 1858/1989 και μεταγενέστερα από τη διάταξη του άρθρου 27 παρ. 1 του Ν 1868/1989, προκύπτει ότι το απόρρητο των καταθέσεων σε ελληνικά πιστωτικά ιδρύματα, επιτρέπεται εξαιρετικά να αρθεί για την παροχή πληροφοριών των ευρισκόμενων χρηματικών ή άλλης μορφής καταθέσεων σε αυτά, κατόπιν ειδικά αιτιολογημένης παραγγελίας ή αίτησης ή απόφασης του αρμοδίου για την άσκηση ποινικής δίωξης ή τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης ή κύριας ανάκρισης οργάνου, διά του δικαστικού συμβουλίου ή του δικαστηρίου, στην έδρα του οποίου διενεργείται η σχετική διαδικασία, εφόσον η παροχή των πληροφοριών αυτών είναι απολύτως αναγκαία για την ανίχνευση και τον κολασμό κακουργήματος. Γίνεται δεκτό ότι η άρση του απορρήτου των τραπεζικών καταθέσεων ορισμένου προσώπου περιλαμβάνει και τις καταθέσεις του σε κοινό λογαριασμό με άλλα άσχετα περί το διερευνούμενο κακούργημα άτομα, τα οποία ως αναγκαστικώς εμπλεκόμενα δεν δικαιούνται να αντιταχθούν στο άνοιγμα του λογαριασμού. Αντίθετη εκδοχή θα επέτρεπε την καταστρατήγηση των διατάξεων και του σκοπού του νόμου, διότι έτσι η άρση του απορρήτου θα γινόταν μόνο στην απίθανη περίπτωση που όλοι οι συνδικαιούχοι συγκέντρωναν τις νόμιμες προϋποθέσεις άρσης του, ενώ ο ενδιαφερόμενος για να αποφύγει την αποκάλυψη του κακουργήματος θα μπορούσε να ανοίξει κοινό λογαριασμό στο όνομα περισσοτέρων ατόμων αμέτοχων στο έγκλημα και αγνοούντων ενδεχομένως το λογαριασμό, αφού ο κοινός λογαριασμός μπορεί να ανοιχθεί χωρίς την παρουσία όλων των συνδικαιούχων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 Ν 5638/1932, όπως αντικ. με το άρθρο 1 ΝΔ 956/1977, σε συνδ. με άρθρο 2 παρ. 1 εδ. α ΝΔ της 17/6 - 13.8.1923 (βλ. ΣυμβΠλημΚατερ 27/2011 Nomos, ΣυμβΠλημΡόδου 5/2005 Nomos, ΣυμβΠλημΚαΒ 161/1996).

Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2016

"ΜΜΕ και προσωπικά δεδομένα δημοσίων προσώπων" [του Γεωργίου Αργυρόπουλου, Δικηγόρου, Υπ. Διδ. Νομικής Σχολής Αθηνών]

   
 Το δημόσιο ενδιαφέρον για την πληροφόρηση είναι εντονότερο και δικαιολογεί μεγαλύτερη διείσδυση στον ιδιωτικό βίο του προσώπου, όταν το άτομο ανήκει στην κατηγορία των «δημόσιων προσώπων». Δημόσια πρόσωπα θεωρούνται γενικά εκείνα στα οποία έχει ανατεθεί δημόσια εξουσία, αλλά και τα πρόσωπα «απόλυτης επικαιρότητας», τα πρόσωπα δηλαδή που κατέχουν μια ιδιαίτερη θέση στην κοινωνία με ισχύ και επιρροή στα κοινωνικά δρώμενα, όπως πολιτικοί, καλλιτέχνες, αθλητές κτλ. και ενδιαφέρουν εν γένει το κοινό, καθώς και τα πρόσωπα σχετικής επικαιρότητας.
   Η ενσυνείδητη ή μη επιλογή του ατόμου για αυτοέκθεση και ενεργό συμμετοχή στο δημόσιο βίο καθιστά εύλογο το ενδιαφέρον του κοινού για πληροφόρηση επί του προσώπου του και αναμενόμενη την έρευνα σχετικά με τη δραστηριότητά του από τον Τύπο[1]. Τα πρόσωπα, μάλιστα, της απόλυτης επικαιρότητας πρέπει να ανέχονται δραστικές επεμβάσεις στην προσωπική τους σφαίρα κάτι που δεν ισχύει για κάθε πρόσωπο επικαιρότητας. Το ΕΔΔΑ έχει ασχοληθεί σε μια σειρά αποφάσεών του με τη σύγκρουση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ με το άρθρο 10 αυτής, μεταξύ δηλαδή του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή και του δικαιώματος ενημέρωσης του τύπου. Όσον αφορά τα δημόσια πρόσωπα η πιο διάσημη απόφαση του ΕΔΔΑ είναι η απόφαση της Καρολίνας του Μονακό (Von Hannover κατά Γερμανίας, 24/6/2004). Υποστήριξε κατ’ αρχήν ότι το δικαίωμα ενημέρωσης του κοινού υπερέχει του δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής των απόλυτων προσωπικοτήτων έστω και αν η δημοσίευση αποβλέπει στην ψυχαγωγία και όχι στη strict sensu ενημέρωση των αναγνωστών. Εξέφρασε, όμως, έντονες αμφιβολίες ως προς το αν η Καρολίνα είναι πρόσωπο απόλυτης επικαιρότητας, με περιορισμένη, συνεπώς, προστασία της ιδιωτικής της ζωής αφού αν και είναι μέλος πριγκηπικής οικογένειας, δεν ασκεί επίσημα καθήκοντα. Σύμφωνα με το ΕΔΔΑ, τα εθνικά δικαστήρια πρέπει πάντα να προβαίνουν σε στάθμιση των άρθρων 8 και 10 ΕΣΔΑ και πρέπει να εξετάζεται κατά πόσον η επαπειλούμενη προσβολή της ιδιωτικής ζωής συμβάλλει στην προαγωγή μιας συζήτησης γενικού ενδιαφέροντος, που δε συνέβαινε στη συγκεκριμένη περίπτωση
Τελικά, όμως, σύμφωνα με το ΕΔΔΑ για τη δημοσίευση μιας πληροφορίας που αφορά την ιδιωτική ζωή του ατόμου κρίσιμο στοιχείο δεν είναι αν το πρόσωπο είναι απόλυτης ή σχετικής επικαιρότητας ή αν η πληροφορία αφορά τον πυρήνα ή την περιφέρεια της ιδιωτικής του ζωής αλλά αν η πληροφορία είναι ευθέως πρόσφορη για την ενημέρωση της κοινής γνώμης. Η Καρολίνα του Μονακό προσέφυγε εκ νέου στο ΕΔΔΑ για τη μη συμμόρφωση των γερμανικών αρχών με την προηγούμενη απόφασή του καθώς υπήρξε δημοσίευση νέων φωτογραφιών της στον Τύπο. Στην υπόθεση Von Hannover κατά Γερμανίας ΙΙ[2] της 7ης Φεβρουαρίου 2012, το Δικαστήριο έκρινε ότι αυτή τη φορά τα γερμανικά δικαστήρια προέβησαν σε σωστή στάθμιση του δικαιώματος ενημέρωσης των ΜΜΕ και του δικαιώματος ιδιωτικής ζωής της προσφεύγουσας αφού ακολούθησαν τις αρχές που έθεσε το ΕΔΔΑ στην προηγούμενη απόφαση.
   Στο άρθρο 7§2 του ν. 2472/97 προβλέπονται οι περιπτώσεις εξαίρεσης από την αρχή της απαγόρευσης επεξεργασίας των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων ύστερα, όμως, από άδεια της Αρχής. Στην περ. ζ’ ειδικά προβλέπεται η επεξεργασία δεδομένων δημοσίων προσώπων, εφόσον συνδέονται με την άσκηση δημόσιου λειτουργήματος ή τη διαχείριση συμφερόντων τρίτων και πραγματοποιείται αποκλειστικά για την άσκηση του δημοσιογραφικού επαγγέλματος και εφόσον η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την εξασφάλιση του δικαιώματος πληροφόρησης επί θεμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος. Γίνεται δεκτό ότι εκτός του πεδίου εφαρμογής μένουν τα πρόσωπα απόλυτης επικαιρότητας, καθώς όπως ειπώθηκε ανωτέρω, ως εκ της ιδιαίτερης θέσης τους στην κοινωνία με τη βαρύνουσα συμμετοχή στη διαμόρφωση του δημόσιου βίου, πρέπει να ανέχονται δραστικές επεμβάσεις στην ιδιωτική τους σφαίρα. Τα πρόσωπα σχετικής επικαιρότητας οφείλουν να ανέχονται επεμβάσεις στην ιδιωτική τους ζωή μόνο κατά το διάστημα που βρίσκονται στην επικαιρότητα. Η απόφαση ΣτΕ 3545/02 έκρινε ότι δεν υπάγονται στην περ. ζ’ τα πρόσωπα απόλυτης και σχετικής επικαιρότητας. Ο νόμος ορίζει ότι η άδεια της Αρχής δίνεται μόνο για την επεξεργασία των ευαίσθητων εκείνων δεδομένων που σχετίζονται με την άσκηση του δημόσιου αξιώματος του δημοσίου προσώπου ή τη διαχείριση των συμφερόντων τρίτων και μόνο όσα είναι απολύτως αναγκαία για την εξασφάλιση του δικαιώματος πληροφόρησης επί θεμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος. Είναι εύλογο ότι πρέπει πάντοτε να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας. Το δικαίωμα πληροφόρησης και το δημόσιο ενδιαφέρον δεν μπορεί ποτέ να οδηγήσει στην ανοχή της διαπόμπευσης ή του εξευτελισμού του ατόμου.
   Η δράση της Αρχής προς την επαύξηση της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τη δράση του τύπου είναι φανερή ιδιαίτερα στις αποφάσεις της σχετικά με τη χρήση προσωπικών δεδομένων για τις ανάγκες τηλεοπτικής εκπομπής, όταν αποφάσισε ότι η τοποθέτηση σε αρχείο και η χρήση τόσο βιντεοταινίας που αφορούσε ιδιωτικές στιγμές γνωστού τραγουδιστή όσο και ημερολογίου γνωστού σχεδιαστή μόδας αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας και της προσφορότητας σε σχέση με το σκοπό της επεξεργασίας[3].

Πέμπτη 9 Ιουνίου 2016

ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ: ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ ΜΕ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΣΥΧΝΟΤΗΤΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΑΠ, ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΕΡΧΟΜΕΝΕΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΘΕΣΜΟΥΣ ΤΗΣ ΕΕ


Κομβικό σημείο στην εφαρμογή του νόμου περί προστασίας προσωπικών δεδομένων αποτελεί η ύπαρξη αρχείου προσωπικών δεδομένων ή ο προορισμός της σχετικής πληροφορίας προς ένταξη σε αρχείο προσωπικών δεδομένων.
 Τέτοιο συνιστά το σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας, και τα οποία τηρούνται είτε από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο. Κατά τη διατύπωση της παρ. 2 του άρθρου 18 του Ν. 3471/2006, με την οποία αντικαταστάθηκε το εδάφιο αυτό, κατά την έννοια του νόμου νοείται ως «αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» («αρχείο»), κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια». Συνεπώς, για να μπορεί να τελεστεί παράβαση του νόμου περί προσωπικών δεδομένων, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παρ 4 Ν 2472/1997, απαιτείται:
α) ύπαρξη δεδομένων που περιλαμβάνονται σε «αρχείο», ως τέτοιο δε θεωρείται κατ” άρθρο 2 περ. ε, το σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή μπορεί να αποτελούν αντικείμενο «επεξεργασίας» και τηρούνται κατά τα οριζόμενα στην πιο πάνω διάταξη,
β) υποκείμενο των δεδομένων, δηλαδή το φυσικό πρόσωπο, στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, και
γ) να πρόκειται για δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως αυτά ορίζονται με τις πιο πάνω διατάξεις.
Έτσι, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι δεν θεωρούνται δεδομένα οι πληροφορίες των οποίων κάνει κάποιος χρήση και οι οποίες περιήλθαν εις γνώση του, χωρίς να ερευνήσει αυτός κάποιο αρχείο ή χωρίς να τους τις έχει μεταδώσει τρίτος που επενέβη σε αρχείο, γιατί εκλείπει η προϋπόθεση του αρχείου ως στοιχείου της αντικειμενικής υπόστασης.
Τούτο συνάγεται επίσης ευθέως και από τη διατύπωση του άρθρου 22 παρ. 4, 5 και 6 του ως άνω νόμου, με τις οποίες απειλούνται ποινικές κυρώσεις σε περίπτωση παράνομης επεμβάσεως σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή αυθαίρετης χρησιμοποίησης του προϊόντος τέτοιας επεμβάσεως, όχι όμως και στην περίπτωση που δεν έχει γίνει τέτοια επέμβαση και ο φερόμενος ως δράστης γνωρίζει τα διαδιδόμενα από μόνος του, αφού στην περίπτωση αυτή δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικώς το εν λόγω έγκλημα (βλ. ΑΠ 1187/2009).

  • Είναι αξιοσημείωτο το ότι, με βάση τη νομολογία του Ηνωμένου Βασιλείου, που με νόμο το 1998 έθεσε σε εφαρμογή την οδηγία 95/46/ΕΕ, κρίθηκε ότι το όνομα ενός προσώπου αποτελεί προσωπικό δεδομένο εκτός εάν είναι τόσο σύνηθες όνομα που χωρίς περαιτέρω πληροφόρηση, το πρόσωπο θα παρέμενε απροσδιόριστο.
Πιο συγκεκριμένα στην υπόθεση Bodil Lindqvist v Kammaraklagaren, C-101/01 το ΕΔΔΑ επιβεβαίωσε ότι το όνομα ενός προσώπου, σε συνδυασμό με πληροφορία για την εργασία του ανήκει στα προσωπικά δεδομένα. Έτσι για παράδειγμα, τα προσωπικά δεδομένα περιλαμβάνουν το όνομα ενός προσώπου σε συνδυασμό με τις συντεταγμένες του τηλεφώνου του, τις πληροφορίες σχετικά με την εργασία ή τις συνήθειές του. Η νομοθετική προστασία της Ελευθερία της Πληροφορίας (FOIA) δίνει τη δυνατότητα στα άτομα να τους παρέχονται πληροφορίες που διαχειρίζονται δημόσιες αρχές, εκτός εάν μία εξαίρεση πρέπει να εφαρμοστεί. Η αποκάλυψη της πληροφορίας με βάση τη FOIA γίνεται γενικά στο ευρύτερο κοινό. Όπου, με βάση τη νομοθεσία για την Ελευθερία της Πληροφορίας, υπάρχει ένα αίτημα για τα προσωπικά δεδομένα τρίτου προσώπου, τότε υπάρχει εξαίρεση από την αποκάλυψη των δεδομένων, εάν αυτή η αποκάλυψη εναντιώνεται σε μία από τις αρχές της νομοθεσίας για τα προσωπικά δεδομένα. Οπότε στην περίπτωση αυτή κυριαρχεί η προστασία των προσωπικών δεδομένων.
Στην προκειμένη περίπτωση τα γεγονότα που κρίθηκαν είναι τα εξής:
Ο Α υπέβαλλε ένα αίτημα με βάση την νομοθεσία της προστασίας της Ελευθερίας της Πληροφορίας για την παροχή πληροφοριών που τηρούνταν από την Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία του Ηνωμένου Βασιλείου για τον ίδιο,σχετικά με παράπονό του ότι η πιο πάνω υπηρεσία δεν διευθέτησε μία οικονομική του διαφορά με μία τράπεζα. Η σχετική Οικονομική Υπηρεσία στην απάντησή της απέκρυψε τα ονόματα τριών χαμηλόβαθμων υπαλλήλων που ασχολήθηκαν στην επεξεργασία του αιτήματος του παραπονούμενου αλλά δεν είχαν έρθει σε απευθείας επικοινωνία μαζί του καθώς δεν είχαν ρόλους για δημόσια εξυπηρέτηση του κοινού, Τα σβησμένα ονόματα ήταν σε λίγα εσωτερικά email είτε ως αποστολείς είτε ως παραλείπτες τους. Οι τρει υπάλληλοι δεν ήταν υπεύθυνοι για τη λήψη σοβαρών αποφάσεων σχετικά με τον έλεγχο επιχειρήσεων που ήταν στην δική τους αρμοδιότητα. Το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου έκρινε ότι τα ονόματα των υπαλλήλων δεν αποτελούσαν προσωπικά δεδομένα. Κατ’έφεση, το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ανέτρεψε την απόφαση, κρίνοντας ότι τα ονόματα αποτέλουσαν εμφανώς προσωπικά δεδομένα, καθώς δεν υπήρχε έννομο συμφέρον με βάση τη νομοθεσία για τα προσωπικά δεδομένα να αποκαλυφθούν αυτά, η δε αποκάλυψή τους θα συνιστούσε προσβολή της πρώτης αρχής της προστασίας προσωπικών δεδομένων, καθώς δεν ήταν θεμιτή και δικαιολογημένη.

  • Στη βάση της δικαιολογημένης χρήσης της προσωπικής πληροφορίας είναι αξιοσημείωτες οι γενόμενες παρατηρήσεις της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων στην υπ’αριθμών 15/2015 Απόφασή της:
Από τις διατάξεις του άρθρου 7 του Ν. 2472/1997 σαφώς προκύπτει ότι η συλλογή και επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται, καταρχήν, εφόσον το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του.
Ωστόσο, η συλλογή και επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται, κατ’ εξαίρεση, και χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 7 παρ. 2 στοιχ. (γ΄) του Ν. 2472/1997, δηλαδή, εφόσον η επεξεργασία αφορά δεδομένα, που δημοσιοποιεί το ίδιο το υποκείμενο ή είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου ή πειθαρχικού οργάνου.
Όπως προκύπτει από την τελευταία διάταξη, η οποία, όπως έχει κρίνει η Αρχή,
εφαρμόζεται πολλώ μάλλον και επί απλών δεδομένων, προκειμένου να επιτραπεί η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων και δη ευαίσθητων για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον Δικαστηρίου, πρέπει το δικαίωμα να έχει ασκηθεί με την έγερση στο αρμόδιο δικαστήριο του κατά περίπτωση ενδίκου βοηθήματος (αγωγής, αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, ενδίκου μέσου) ή την προσφυγή στις αρμόδιες για κίνηση της ποινικής διώξεως ή εκδίκαση της ποινικής υποθέσεως εισαγγελικές και δικαστικές αρχές, αντίστοιχα και να εκκρεμεί προς κρίση στο αρμόδιο δικαστήριο πολιτικό ή ποινικό. Η άσκηση δε ή η εκκρεμότητα του ενδίκου βοηθήματος ή της υποθέσεως πρέπει να προκύπτει από το σχετικό δικόγραφο, ή άλλο έγγραφο της ποινικής διαδικασίας, το οποίο θα επισυνάπτεται στην αίτηση, με την οποία ζητείται η άδεια για την διενέργεια της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων. Τούτο τυγχάνει απαραίτητο προκειμένου η Αρχή να κρίνει αν η αιτούμενη επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων και ο σκοπός που διώκεται με την διενέργεια της είναι σύμφωνος με την ανωτέρω στην σκέψη 1 αναλυθείσα αρχή της αναλογικότητας, ενόψει της θεμελιώσεως του δικαιώματος που ασκήθηκε, το οποίο η αιτούσα επιθυμεί να υπερασπίσει ή να αντικρούσει, ή να υπερασπισθεί ή αντικρούσει συγκεκριμένες κατηγορίες στο πλαίσιο ποινικής δίκης.
Την κρίση αυτή δεν μπορεί να την στηρίξει η Αρχή σε δηλώσεις που περιέχονται στην αίτηση περί του ότι έχει ασκηθεί το δικαίωμα ή ότι πρόκειται να ασκηθεί στο μέλλον από τον ίδιο (αιτούντα) ή από τον αντίδικό του, κατά περίπτωση. Η βασιμότητα ή η υλοποίηση της δηλώσεως αυτής, αντίστοιχα, δεν προκύπτει κατά πειστικό τρόπο, ούτε μπορεί να επιβεβαιωθεί κατά τον χρόνο που θα κριθεί το αίτημα και θα ληφθεί η απόφαση. Τα ευαίσθητα όμως προσωπικά δεδομένα θα έχουν περιέλθει στην κατοχή του αιτούντος και θα μπορέσει να τα χρησιμοποιήσει κατά το δοκούν και, ενδεχομένως, πέραν του σκοπού της εν λόγω διάταξης. Αντιθέτως η αυθαίρετη εκτός του σκοπού του νόμου χρήση περιορίζεται όταν στην απόφαση συνδέεται η επεξεργασία, η χορήγηση και χρήση των δεδομένων με δικαίωμα που ασκήθηκε με συγκεκριμένο δικόγραφο ή κατηγορία που πρέπει να υπερασπίσει ή να αντικρούσει η αιτούσα, κατά περίπτωσηΚατ εξαίρεση επιτρέπεται η αιτούμενη επεξεργασία και όταν δεν συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις, όταν με αυτή η αιτούσα θα λάβει γνώση των πραγματικών περιστατικών ή των στοιχείων εκείνων που θα αποτελέσουν την ιστορική βάση του ενδίκου βοηθήματός, με το οποίο θα λάβει χώρα η άσκηση δικαιώματος που επικαλείται, σε τρόπο ώστε να τυγχάνει πλήρως ορισμένο και νόμιμο. Την χρήση αυτή θα πρέπει να επικαλείται και να εξειδικεύει η αιτούσα. Αυτή την έννοια έχει και η αναφορά στη διάταξη, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που επιτρέπεται η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων και η ‘’άσκηση δικαιώματος’’, δηλαδή ότι τα προσωπικά δεδομένα του είναι απολύτως αναγκαία και πρόσφορα για την άσκηση του δικαιώματος που ισχυρίζεται ότι έχει (βλ. ΑΠΔΠΧ, Απόφαση 130/2012). Στην παρούσα περίπτωση, η αιτούσα Α δεν έχει ασκήσει, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως, κάποιο από τα ένδικα βοηθήματα που επικαλείται στην αίτησή της, αλλά αναφέρει ότι «πρόκειται να διενεργηθούν δίκες» προς ικανοποίηση των επικαλουμένων δικαιωμάτων της, αλλά την αιτούμενη επεξεργασία των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων του εν διαστάσει συζύγου της, που αφορούν στην ερωτική του ζωή, την ζητεί για να τα προσκομίσει στα αρμόδια δικαστήρια προς απόδειξη της βασιμότητας αυτών, όταν θα τα ασκήσει και ενόψει της μελλοντικής εκδικάσεως τους. Ούτε περαιτέρω με την αιτούμενη επεξεργασία θα λάβει γνώση των πραγματικών περιστατικών και των στοιχείων που τυγχάνουν αναγκαία για την θεμελίωση των ενδίκων βοηθημάτων που έχει πρόθεση να ασκήσει, αλλά και την άσκηση των δικαιωμάτων που επικαλείται, αφού, όπως η ίδια ισχυρίζεται, αυτά ήδη τα γνωρίζει από την εξαγωγή δεδομένων από το παλιό τηλέφωνο του συζύγου της. Κατ’ ακολουθία τούτων η παρούσα αίτηση ασκήθηκε προώρως και πρέπει να απορριφθεί. Πάντα ταύτα, ανεξαρτήτως των ζητημάτων που θα μπορούσαν να ανακύψουν, όσον αφορά, προεχόντως, την εφαρμογή του νόμου 2472/1997 στην εν λόγω επεξεργασία (άρθρο 3 παρ. 2 εδαφ. α΄), την νομιμότητα της κτήσεως των εν λόγω ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων και την δυνατότητα της περαιτέρω επεξεργασίας με τον επικαλούμενο τρόπο (χρήση αυτών ως αποδεικτικών μέσων ενώπιον δικαστηρίου), ζητήματα τα οποία δεν μπορούν να κριθούν στο στάδιο αυτό (βλ. και ΑΠΔΠΧ, Απόφαση 130/2012).