Κομβικό σημείο στην εφαρμογή του νόμου περί προστασίας προσωπικών δεδομένων αποτελεί η ύπαρξη αρχείου προσωπικών δεδομένων ή ο προορισμός της σχετικής πληροφορίας προς ένταξη σε αρχείο προσωπικών δεδομένων.
Τέτοιο συνιστά το σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας, και τα οποία τηρούνται είτε από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο. Κατά τη διατύπωση της παρ. 2 του άρθρου 18 του Ν. 3471/2006, με την οποία αντικαταστάθηκε το εδάφιο αυτό, κατά την έννοια του νόμου νοείται ως «αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» («αρχείο»), κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια». Συνεπώς, για να μπορεί να τελεστεί παράβαση του νόμου περί προσωπικών δεδομένων, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παρ 4 Ν 2472/1997, απαιτείται:
α) ύπαρξη δεδομένων που περιλαμβάνονται σε «αρχείο», ως τέτοιο δε θεωρείται κατ” άρθρο 2 περ. ε, το σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή μπορεί να αποτελούν αντικείμενο «επεξεργασίας» και τηρούνται κατά τα οριζόμενα στην πιο πάνω διάταξη,
β) υποκείμενο των δεδομένων, δηλαδή το φυσικό πρόσωπο, στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, και
γ) να πρόκειται για δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως αυτά ορίζονται με τις πιο πάνω διατάξεις.
Έτσι, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι δεν θεωρούνται δεδομένα οι πληροφορίες των οποίων κάνει κάποιος χρήση και οι οποίες περιήλθαν εις γνώση του, χωρίς να ερευνήσει αυτός κάποιο αρχείο ή χωρίς να τους τις έχει μεταδώσει τρίτος που επενέβη σε αρχείο, γιατί εκλείπει η προϋπόθεση του αρχείου ως στοιχείου της αντικειμενικής υπόστασης.
Τούτο συνάγεται επίσης ευθέως και από τη διατύπωση του άρθρου 22 παρ. 4, 5 και 6 του ως άνω νόμου, με τις οποίες απειλούνται ποινικές κυρώσεις σε περίπτωση παράνομης επεμβάσεως σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή αυθαίρετης χρησιμοποίησης του προϊόντος τέτοιας επεμβάσεως, όχι όμως και στην περίπτωση που δεν έχει γίνει τέτοια επέμβαση και ο φερόμενος ως δράστης γνωρίζει τα διαδιδόμενα από μόνος του, αφού στην περίπτωση αυτή δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικώς το εν λόγω έγκλημα (βλ. ΑΠ 1187/2009).
- Είναι αξιοσημείωτο το ότι, με βάση τη νομολογία του Ηνωμένου Βασιλείου, που με νόμο το 1998 έθεσε σε εφαρμογή την οδηγία 95/46/ΕΕ, κρίθηκε ότι το όνομα ενός προσώπου αποτελεί προσωπικό δεδομένο εκτός εάν είναι τόσο σύνηθες όνομα που χωρίς περαιτέρω πληροφόρηση, το πρόσωπο θα παρέμενε απροσδιόριστο.
Πιο συγκεκριμένα στην υπόθεση Bodil Lindqvist v Kammaraklagaren, C-101/01 το ΕΔΔΑ επιβεβαίωσε ότι το όνομα ενός προσώπου, σε συνδυασμό με πληροφορία για την εργασία του ανήκει στα προσωπικά δεδομένα. Έτσι για παράδειγμα, τα προσωπικά δεδομένα περιλαμβάνουν το όνομα ενός προσώπου σε συνδυασμό με τις συντεταγμένες του τηλεφώνου του, τις πληροφορίες σχετικά με την εργασία ή τις συνήθειές του. Η νομοθετική προστασία της Ελευθερία της Πληροφορίας (FOIA) δίνει τη δυνατότητα στα άτομα να τους παρέχονται πληροφορίες που διαχειρίζονται δημόσιες αρχές, εκτός εάν μία εξαίρεση πρέπει να εφαρμοστεί. Η αποκάλυψη της πληροφορίας με βάση τη FOIA γίνεται γενικά στο ευρύτερο κοινό. Όπου, με βάση τη νομοθεσία για την Ελευθερία της Πληροφορίας, υπάρχει ένα αίτημα για τα προσωπικά δεδομένα τρίτου προσώπου, τότε υπάρχει εξαίρεση από την αποκάλυψη των δεδομένων, εάν αυτή η αποκάλυψη εναντιώνεται σε μία από τις αρχές της νομοθεσίας για τα προσωπικά δεδομένα. Οπότε στην περίπτωση αυτή κυριαρχεί η προστασία των προσωπικών δεδομένων.
Στην προκειμένη περίπτωση τα γεγονότα που κρίθηκαν είναι τα εξής:
Ο Α υπέβαλλε ένα αίτημα με βάση την νομοθεσία της προστασίας της Ελευθερίας της Πληροφορίας για την παροχή πληροφοριών που τηρούνταν από την Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία του Ηνωμένου Βασιλείου για τον ίδιο,σχετικά με παράπονό του ότι η πιο πάνω υπηρεσία δεν διευθέτησε μία οικονομική του διαφορά με μία τράπεζα. Η σχετική Οικονομική Υπηρεσία στην απάντησή της απέκρυψε τα ονόματα τριών χαμηλόβαθμων υπαλλήλων που ασχολήθηκαν στην επεξεργασία του αιτήματος του παραπονούμενου αλλά δεν είχαν έρθει σε απευθείας επικοινωνία μαζί του καθώς δεν είχαν ρόλους για δημόσια εξυπηρέτηση του κοινού, Τα σβησμένα ονόματα ήταν σε λίγα εσωτερικά email είτε ως αποστολείς είτε ως παραλείπτες τους. Οι τρει υπάλληλοι δεν ήταν υπεύθυνοι για τη λήψη σοβαρών αποφάσεων σχετικά με τον έλεγχο επιχειρήσεων που ήταν στην δική τους αρμοδιότητα. Το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου έκρινε ότι τα ονόματα των υπαλλήλων δεν αποτελούσαν προσωπικά δεδομένα. Κατ’έφεση, το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ανέτρεψε την απόφαση, κρίνοντας ότι τα ονόματα αποτέλουσαν εμφανώς προσωπικά δεδομένα, καθώς δεν υπήρχε έννομο συμφέρον με βάση τη νομοθεσία για τα προσωπικά δεδομένα να αποκαλυφθούν αυτά, η δε αποκάλυψή τους θα συνιστούσε προσβολή της πρώτης αρχής της προστασίας προσωπικών δεδομένων, καθώς δεν ήταν θεμιτή και δικαιολογημένη.
- Στη βάση της δικαιολογημένης χρήσης της προσωπικής πληροφορίας είναι αξιοσημείωτες οι γενόμενες παρατηρήσεις της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων στην υπ’αριθμών 15/2015 Απόφασή της:
Από τις διατάξεις του άρθρου 7 του Ν. 2472/1997 σαφώς προκύπτει ότι η συλλογή και επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται, καταρχήν, εφόσον το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του.
Ωστόσο, η συλλογή και επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται, κατ’ εξαίρεση, και χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 7 παρ. 2 στοιχ. (γ΄) του Ν. 2472/1997, δηλαδή, εφόσον η επεξεργασία αφορά δεδομένα, που δημοσιοποιεί το ίδιο το υποκείμενο ή είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου ή πειθαρχικού οργάνου.
Όπως προκύπτει από την τελευταία διάταξη, η οποία, όπως έχει κρίνει η Αρχή,
εφαρμόζεται πολλώ μάλλον και επί απλών δεδομένων, προκειμένου να επιτραπεί η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων και δη ευαίσθητων για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον Δικαστηρίου, πρέπει το δικαίωμα να έχει ασκηθεί με την έγερση στο αρμόδιο δικαστήριο του κατά περίπτωση ενδίκου βοηθήματος (αγωγής, αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, ενδίκου μέσου) ή την προσφυγή στις αρμόδιες για κίνηση της ποινικής διώξεως ή εκδίκαση της ποινικής υποθέσεως εισαγγελικές και δικαστικές αρχές, αντίστοιχα και να εκκρεμεί προς κρίση στο αρμόδιο δικαστήριο πολιτικό ή ποινικό. Η άσκηση δε ή η εκκρεμότητα του ενδίκου βοηθήματος ή της υποθέσεως πρέπει να προκύπτει από το σχετικό δικόγραφο, ή άλλο έγγραφο της ποινικής διαδικασίας, το οποίο θα επισυνάπτεται στην αίτηση, με την οποία ζητείται η άδεια για την διενέργεια της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων. Τούτο τυγχάνει απαραίτητο προκειμένου η Αρχή να κρίνει αν η αιτούμενη επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων και ο σκοπός που διώκεται με την διενέργεια της είναι σύμφωνος με την ανωτέρω στην σκέψη 1 αναλυθείσα αρχή της αναλογικότητας, ενόψει της θεμελιώσεως του δικαιώματος που ασκήθηκε, το οποίο η αιτούσα επιθυμεί να υπερασπίσει ή να αντικρούσει, ή να υπερασπισθεί ή αντικρούσει συγκεκριμένες κατηγορίες στο πλαίσιο ποινικής δίκης.
Την κρίση αυτή δεν μπορεί να την στηρίξει η Αρχή σε δηλώσεις που περιέχονται στην αίτηση περί του ότι έχει ασκηθεί το δικαίωμα ή ότι πρόκειται να ασκηθεί στο μέλλον από τον ίδιο (αιτούντα) ή από τον αντίδικό του, κατά περίπτωση. Η βασιμότητα ή η υλοποίηση της δηλώσεως αυτής, αντίστοιχα, δεν προκύπτει κατά πειστικό τρόπο, ούτε μπορεί να επιβεβαιωθεί κατά τον χρόνο που θα κριθεί το αίτημα και θα ληφθεί η απόφαση. Τα ευαίσθητα όμως προσωπικά δεδομένα θα έχουν περιέλθει στην κατοχή του αιτούντος και θα μπορέσει να τα χρησιμοποιήσει κατά το δοκούν και, ενδεχομένως, πέραν του σκοπού της εν λόγω διάταξης. Αντιθέτως η αυθαίρετη εκτός του σκοπού του νόμου χρήση περιορίζεται όταν στην απόφαση συνδέεται η επεξεργασία, η χορήγηση και χρήση των δεδομένων με δικαίωμα που ασκήθηκε με συγκεκριμένο δικόγραφο ή κατηγορία που πρέπει να υπερασπίσει ή να αντικρούσει η αιτούσα, κατά περίπτωσηΚατ εξαίρεση επιτρέπεται η αιτούμενη επεξεργασία και όταν δεν συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις, όταν με αυτή η αιτούσα θα λάβει γνώση των πραγματικών περιστατικών ή των στοιχείων εκείνων που θα αποτελέσουν την ιστορική βάση του ενδίκου βοηθήματός, με το οποίο θα λάβει χώρα η άσκηση δικαιώματος που επικαλείται, σε τρόπο ώστε να τυγχάνει πλήρως ορισμένο και νόμιμο. Την χρήση αυτή θα πρέπει να επικαλείται και να εξειδικεύει η αιτούσα. Αυτή την έννοια έχει και η αναφορά στη διάταξη, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που επιτρέπεται η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων και η ‘’άσκηση δικαιώματος’’, δηλαδή ότι τα προσωπικά δεδομένα του είναι απολύτως αναγκαία και πρόσφορα για την άσκηση του δικαιώματος που ισχυρίζεται ότι έχει (βλ. ΑΠΔΠΧ, Απόφαση 130/2012). Στην παρούσα περίπτωση, η αιτούσα Α δεν έχει ασκήσει, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως, κάποιο από τα ένδικα βοηθήματα που επικαλείται στην αίτησή της, αλλά αναφέρει ότι «πρόκειται να διενεργηθούν δίκες» προς ικανοποίηση των επικαλουμένων δικαιωμάτων της, αλλά την αιτούμενη επεξεργασία των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων του εν διαστάσει συζύγου της, που αφορούν στην ερωτική του ζωή, την ζητεί για να τα προσκομίσει στα αρμόδια δικαστήρια προς απόδειξη της βασιμότητας αυτών, όταν θα τα ασκήσει και ενόψει της μελλοντικής εκδικάσεως τους. Ούτε περαιτέρω με την αιτούμενη επεξεργασία θα λάβει γνώση των πραγματικών περιστατικών και των στοιχείων που τυγχάνουν αναγκαία για την θεμελίωση των ενδίκων βοηθημάτων που έχει πρόθεση να ασκήσει, αλλά και την άσκηση των δικαιωμάτων που επικαλείται, αφού, όπως η ίδια ισχυρίζεται, αυτά ήδη τα γνωρίζει από την εξαγωγή δεδομένων από το παλιό τηλέφωνο του συζύγου της. Κατ’ ακολουθία τούτων η παρούσα αίτηση ασκήθηκε προώρως και πρέπει να απορριφθεί. Πάντα ταύτα, ανεξαρτήτως των ζητημάτων που θα μπορούσαν να ανακύψουν, όσον αφορά, προεχόντως, την εφαρμογή του νόμου 2472/1997 στην εν λόγω επεξεργασία (άρθρο 3 παρ. 2 εδαφ. α΄), την νομιμότητα της κτήσεως των εν λόγω ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων και την δυνατότητα της περαιτέρω επεξεργασίας με τον επικαλούμενο τρόπο (χρήση αυτών ως αποδεικτικών μέσων ενώπιον δικαστηρίου), ζητήματα τα οποία δεν μπορούν να κριθούν στο στάδιο αυτό (βλ. και ΑΠΔΠΧ, Απόφαση 130/2012).

