Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #εκούσια δικαιοδοσία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #εκούσια δικαιοδοσία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 13 Απριλίου 2018

MονΠρΧαλκιδικής 43/18 : ΟΕ - Διατάραξη σχέσεων εταίρων- Λύση - Αποκλεισμός. Εκούσια δικαιοδοσία. Συνεκδίκαση αιτήσεων. Ομόρρυθμη εταιρία


MονΠρΧαλκιδικής 43/18 ΟΕ - Διατάραξη σχέσεων εταίρων- Λύση - Αποκλεισμός. Εκούσια δικαιοδοσία. Συνεκδίκαση αιτήσεων. Ομόρρυθμη εταιρία - Συνεκδίκαση λόγω συνάφειας της αιτήσεως περί δικαστικής λύσεως ΟΕ και της αιτήσεως αποκλεισμού ομόρρυθμων εταίρων. Με σκοπό τη διάσωση της ΟΕ κρίθηκε σκόπιμο να προβλεφθεί στο Ν. 4072/12, ότι σε περίπτωση αποχώρησης όλων των εταίρων, πλην ενός, υπάρχει δυνατότητα προσωρινής συνέχισης της λειτουργίας, μέχρι την είσοδο νέου εταίρου, η οποία πρέπει να πραγματοποιηθεί μέσα σε διάστημα τεσσάρων μηνών. Εν προκειμένω, καθίσταται πασιφανές ότι οι προσωπικές σχέσεις των διαδίκων - εταίρων, έχουν διαταραχθεί σε τέτοιο βαθμό, έχοντας εκλείψει η μεταξύ τους συνεργασία και κατανόηση, ώστε να υφίσταται αδυναμία πραγματοποίησης του εταιρικού σκοπού και δυσλειτουργία των εταιρικών υποθέσεων. Συνάγεται ότι η εν λόγω διατάραξη αποτελεί λόγο λύσης της ΟΕ. Επίσης, το Δικαστήριο κρίνει ότι τα προβλήματα της εταιρίας δεν είναι δυνατόν να υπερκερασθούν με τον αποκλεισμό των δύο εταίρων. Απορρίπτει την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος. Συνεπεία των ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση υπό στοιχείο α' αίτηση να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, να διαταχθεί η λύση της ΟΕ και να διοριστεί ως εκκαθαριστής ο προτεινόμενος από τους αιτούντες δικηγόρος, καθόσον, το Δικαστήριο κρίνει ότι το εν λόγω πρόσωπο διαθέτει ειδικές γνώσεις και θα εκτελέσει επιτυχώς τα καθήκοντα του. Τέλος, πρέπει να απορριφθεί η υπό στοιχείο β' αίτηση.


ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ
ΕΚΟΥΣΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
ΑΡΙΘΜΟΣ 43/2018

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Αναστασία Παπαδοπούλου, Πρωτοδίκη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Πρωτοδικείου Χαλκιδικής και από τη Γραμματέα Ευμορφία Χριστιανού.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του την 10η Ιανουαρίου 2018, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α' ΑΙΤΗΣΗ
ΤΩΝ ΑΙΤΟΥΝΤΩΝ : 1) … του …, κατοίκου Θεσσαλονίκης, στην οδό …, αριθμός … και κατόχου Α.Φ.Μ.: …και 2) … του …, κατοίκου Θεσσαλονίκης, στην οδό …, αριθμός … και κατόχου Α.Φ.Μ.: …, οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου ΕΜ (Δ.Σ.Θεσσαλονίκης: …), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΤΩΝ ΚΑΘ' ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ : 1) … του …, κατοίκου Θεσσαλονίκης, στην οδό …, αριθμός …και κατόχου Α.Φ.Μ.: …, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου ΛΞ (Δ.Σ.Θεσσαλονίκης: …), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και 2) … του .., κατοίκου Χαλκιδικής και κατόχου Α.Φ.Μ.: …, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο Δικαστήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο.
ΟΙ ΑΙΤΟΥΝΤΕΣ ζητούν να γίνει δεκτή η από 20/06/2017 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου …30-06-2017 αίτηση τους περί λύσης της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «… O.E.», που εδρεύει Χαλκιδικής, με Α.Φ.Μ.: …και ΓΕΜΗ: …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία αίτηση προσδιορίστηκε για να συζητηθεί, αρχικά κατά την δικάσιμο της 20/09/2017 και μετ' αναβολή κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, εγγραφομένη στο οικείο πινάκιο.
B' ΑΙΤΗΣΗ
ΤΩΝ ΑΙΤΟΥΝΤΩΝ : 1) … του …, κατοίκου Θεσσαλονίκης, στην οδό …, αριθμός …και κατόχου Α.Φ.Μ.: …, υπό την ιδιότητα του ως εταίρου της εδρεύουσας στο Δημοτικό Διαμέρισμα ..., της Δημοτικής Ενότητας …., του Δήμου …. Χαλκιδικής, ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «…Ο.Ε.», ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου ΛΞ (Δ.Σ. Θεσσαλονίκης: …), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και 2) … του …, κατοίκου Δημοτικού Διαμερίσματος..., της Δημοτικής Ενότητας …., του Δήμου … Χαλκιδικής και κατόχου Α.Φ.Μ.: …, υπό την ιδιότητα του ως εταίρου της εδρεύουσας στο Δημοτικό Διαμέρισμα..., της Δημοτικής Ενότητας …. του Δήμου …. Χαλκιδικής, ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «…O.E.», ο οποίος δεν παραστάθηκε στο Δικαστήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο.
ΤΩΝ ΚΑΘ' ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ: 1) … του …, κατοίκου Θεσσαλονίκης, στην οδό …, αριθμός … και κατόχου Α.Φ.Μ.: …, υπό την ιδιότητα του ως εταίρου της εδρεύουσας στο Δημοτικό Διαμέρισμα... , της Δημοτικής Ενότητας... , του Δήμου …. Χαλκιδικής, ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «… O.E.» και 2) … του …, κατοίκου Θεσσαλονίκης, στην οδό …, αριθμός …- και κατόχου Α.Φ.Μ.: ...., υπό την ιδιότητα του ως εταίρου της εδρεύουσας στο Δημοτικό Διαμέρισμα ..., της Δημοτικής Ενότητας …..του Δήμου … Χαλκιδικής, ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «… Ο.E.», οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου ΕΜ (Δ.Σ. Θεσσαλονίκης: …), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΟΙ ΑΙΤΟΥΝΤΕΣ ζητούν να γίνει δεκτή η από 06/06/2017 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου …/30-06-2017 αίτηση τους περί αποκλεισμού εταίρων της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «…. O.E.», που εδρεύει Χαλκιδικής, με Α.Φ.Μ.: …και ΓΕΜΗ: …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία αίτηση προσδιορίστηκε για να συζητηθεί, αρχικά κατά την δικάσιμο της 20/09/2017 και μετ' αναβολή κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, εγγραφομένη στο οικείο πινάκιο.
ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως αναφέρθηκε, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου εισάγονται : α) η από 20/06/2017 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου …/30-06-2017 αίτηση των … του ... και … του …, ως ομόρρυθμων μελών της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «…O.E.», που εδρεύει... Χαλκιδικής και εκπροσωπείται νόμιμα, κατά των … του .. και … του …, ως ομόρρυθμων μελών της ως άνω ομόρρυθμης εταιρίας, με αντικείμενο τη δικαστική λύση της και β) η από 06/06/2017 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου …/30-06-2017 αίτηση των … του … και ... του …, κατά των … του … και … του …, με αντικείμενο τον αποκλεισμό εταίρων O.E. της ως άνω ομόρρυθμης εταιρίας, οι οποίες πρέπει να ενωθούν και συνεκδικασθούν λόγω της συνάφειας που υπάρχει μεταξύ τους, λαμβανομένου υπόψη ότι διεξάγονται ανάμεσα στους αυτούς διαδίκους, δικάζονται με την ίδια διαδικασία και με τη συνεκδίκασή τους αφενός μεν διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης, αφετέρου δε επέρχεται μείωση των εξόδων αυτής (άρθρα 31, 246 και 741 του ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με το άρθρο 754 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο έκτο Ν. 4335/2015, και ισχύει από 01/01/2016 (σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του ιδίου νόμου) «Αν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στην ορισμένη για τη συζήτηση της αίτησης δικάσιμο δεν εμφανιστούν οι διάδικοι ή εμφανιστούν και δεν λάβουν κανονικά μέρος στη συζήτηση, η συζήτηση ματαιώνεται. Αν ο αιτών δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά, δεν μετέχει κανονικά στη συζήτηση και εμφανισθεί ο καθ' ου η αίτηση ή ο τρίτος που έχει κλητευθεί ή έχει παρέμβει, η συζήτηση προχωρεί σαν να είχε εμφανιστεί ο αιτών και το δικαστήριο εξετάζει την υπόθεση κατ' ουσίαν». Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του Ν. 4335/2015 (σελ. 16), σκοπός της νέας ρύθμισης της ερημοδικίας στην εκούσια δικαιοδοσία ήταν να αποφευχθεί η διατήρηση της εκκρεμοδικίας στην περίπτωση που δεν εμφανίζεται ο αιτών και εμφανίζεται ο καθ' ου ή ο τρίτος που έχει κλητευθεί ή παρέμβει και όχι η διαφοροποίηση της αντιμετώπισης της ερημοδικίας του καθ' ου. Ειδικότερα, κατά την προηγούμενη μορφή του, το άρθρο 754 ΚΠολΔ όριζε τα εξής: « 1 .Αν κατά την ορισμένη για τη συζήτηση της αίτησης δικάσιμο δεν εμφανιστεί ο αιτών ή εμφανιστεί και δεν λάβει κανονικά μέρος στη συζήτηση, η συζήτηση ματαιώνεται, ακόμη και αν παρίσταται ο τρίτος που κλητεύθηκε ή που είχε ασκήσει παρέμβαση χωρίς να κλητευθεί και εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 746. 2. Αν κατά την ορισμένη για τη συζήτηση της αίτησης δικάσιμο εμφανιστεί ο αιτών και λάβει κανονικά μέρος στη συζήτηση, ενώ δεν εμφανίζεται ή εμφανίζεται αλλά δεν μετέχει κανονικά στη συζήτηση ο τρίτος που έχει κλητευθεί ή έχει παρέμβει, η συζήτηση προχωρεί σαν αυτός να είχε εμφανιστεί». Στην αρχική της μορφή η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 754 ΚΠολΔ περιλάμβανε και δεύτερο εδάφιο που όριζε τα εξής: «Το τεκμήριο του άρθρου 271 § 3 δεν ισχύει στην περίπτωση αυτή», το οποίο καταργήθηκε από 160/09/2001 με το άρθρο 21 § 2 του νόμου 2915/2001, με τον οποίο καταργήθηκαν οι δυσμενείς συνέπειες της ερημοδικίας. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι δεν ήταν στις προθέσεις του νομοθέτη του Ν. 4335/2015 η επέλευση των δυσμενών συνεπειών της ερημοδικίας που επανεισήχθησαν στον ΚΠολΔ με τον Ν. 3994/2011 και στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας για την περίπτωση της ερημοδικίας του καθ' ου. Εάν υπήρχε τέτοιος σκοπός, ενόψει και της διαφορετικής ρύθμισης που ίσχυσε διαχρονικά καθ' όλη τη διάρκεια εφαρμογής του ΚΠολΔ, θα υπήρχε ρητή αναφορά της διάταξης του άρθρου 271 § 3 ΚΠολΔ στο κείμενο του νόμου ή, τουλάχιστον, της αιτιολογικής έκθεσης. Εξάλλου, ουδείς λόγος διαφορετικής αντιμετώπισης του καθ' ου υφίσταται σε σχέση με τη δικονομική μεταχείριση του αιτούντος σε περίπτωση ερημοδικίας του, για την οποία προκύπτει σαφώς, από το κείμενο του άρθρου 754 ΚΠολΔ, ότι αποκλείεται η εφαρμογή της διάταξης της παραγράφου 2 του άρθρου 272 ΚΠολΔ και ότι το δικαστήριο εξετάζει την υπόθεση στην ουσία, εφόσον επισπεύδει τη συζήτηση ή έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως. Σε κάθε περίπτωση, η επέλευση των δυσμενών συνεπειών της ερημοδικίας στην εκούσια δικαιοδοσία δεν συμβιβάζεται με το ανακριτικό σύστημα που καθιερώνεται με τα άρθρα 744 και 759 § 3 ΚΠολΔ και ισχύει για κάθε υπόθεση εκούσιας δικαιοδοσίας, γνήσιας ή μη (ΑΠ 1835/2007, ΝΟΜΟΣ). Συνακόλουθα, πρέπει να γίνει δεκτό ότι από προφανή παραδρομή παραλείφθηκε στο νέο άρθρο 754 ΚΠολΔ η ρύθμιση για την ερημοδικία του καθ' ου, η οποία περιλαμβανόταν στην προηγούμενη μορφή του άρθρου 754 § 2 ΚΠολΔ, ενόψει δε του σκοπού του νομοθέτη του Ν. 4335/2015 και της ratio των σχετικών διατάξεων του ΚΠολΔ, συστηματικά ερμηνευόμενων, πρέπει να αποκλεισθεί, στην περίπτωση της ερημοδικίας του καθ' ου στην εκούσια δικαιοδοσία, η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 271 § 3 ΚΠολΔ (όπως δηλαδή προβλεπόταν ρητά στην αρχική μορφή του άρθρου 754 ΚΠολΔ), η οποία προβλέπει τις δυσμενείς συνέπειες της ερημοδικίας του εναγομένου, ως μη προσαρμοζόμενη με τη διαδικασία αυτή κατ' άρθρο 741 ΚΠολΔ. Συνεπώς, στην περίπτωση ερημοδικίας του καθ' ου η αίτηση, ο οποίος έχει κλητευθεί νομίμως για να παραστεί στη συζήτηση της υπόθεσης, αυτή προχωρεί κανονικά σαν να είχε εμφανισθεί και το δικαστήριο εξετάζει την υπόθεση κατ' ουσία (ΠΠρΑΘ 470/2017, ΝΟΜΟΣ).
Εν προκειμένω, αναφορικά με την υπό στοιχείο α' αίτηση, σύμφωνα με την υπ' αριθμό .... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πολυγύρου ...., την οποία οι αιτούντες νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, αποδεικνύεται ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 20/09/2017, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον δεύτερο καθ' ου (άρθρα 122 § 1,123,124,130 § 1, 741, 748 § 1 ΚΠολΔ). Ο τελευταίος, ωστόσο, δεν εμφανίστηκε κατά την παραπάνω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο. Συνεπώς, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση ερήμην του δεύτερου καθ' ου, χωρίς την επέλευση δυσμενών συνεπειών ερημοδικίας εις βάρος του, εν όψει του ότι η αναβολή της συζήτησης και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο θεωρείται ως κλήτευση ως προς όλους τους διαδίκους (άρθρα 748 § 1 και 226 § 4 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, αναφορικά με την υπό στοιχείο β' αίτηση, ο δεύτερος αιτών δεν εμφανίστηκε κατά την παραπάνω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο, αν και ήταν ένας εξ αυτών που επίσπευσαν τη συζήτηση της υπόθεσης (σχετ. οι υπ' αριθμό ... και ... εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης....). Συνεπώς, η συζήτηση προχωρεί σαν να είχε εμφανιστεί ο δεύτερος αιτών και το δικαστήριο θα εξετάσει την υπόθεση κατ’ ουσία, δεδομένου ότι έχουν εμφανισθεί οι καθ' ων η αίτηση, κατ' άρθρο 754 ΚΠολΔ, όπως ισχύει.

Πέμπτη 25 Ιανουαρίου 2018

ΕφΠατρών 549/2017 : "Δικαστική συνδρομή σε αστικές υποθέσεις - Διεθνής δικαιοδοσία - Αναγνώριση κι εκτέλεση αλλοδαπής αποφάσεως - Εκούσια δικαιοδοσία – Διατροφή ανήλικου τέκνου"


Στις περιπτώσεις υποθέσεων διατροφής με στοιχεία αλλοδαπότητας όταν ο υπόχρεος σε διατροφή και εναγόμενος διαμένει στην ελληνική επικράτεια και ο δικαιούχος της διατροφής και ενάγων διαμένει στην Ουκρανία, τα ελληνικά δικαστήρια έχουν καταρχήν διεθνή δικαιοδοσία να επιληφθούν της υπόθεσης, αλλά δεν έχουν την αποκλειστική κατά τόπο αρμοδιότητα για την εκδίκασή της. Κατά τόπο αρμόδια να είναι τόσο τα ελληνικά δικαστήρια σύμφωνα με τη γενική δωσιδικία της κατοικίας του εναγομένου και υπόχρεου προς διατροφή, αλλά και τα ουκρανικά σύμφωνα με την ειδική δωσιδικία του τόπου εκπλήρωσης της παροχής, ήτοι της κατοικίας του δανειστή, δικαιούχου της διατροφής και ενάγοντος στη σχετική δίκη.
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ
Αποτελούμενο από τη Δικαστή, Ελένη Τοπούζη, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από τον Πρόεδρο Εφετών και από την Γραμματέα, Αφροδίτη Γεωργίου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2017 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των:
ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ-ΚΥΡΙΩΣ ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΟΝΤΟΣ : ..., κατοίκου ,,,,,,,,,,,,, του Νομού Ηλείας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, ΠΜ που κατέθεσε προτάσεις.
ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ-ΑΙΤΟΥΣΑΣ: ... κατοίκου Ουκρανίας (...), νομίμως εκπροσωπούμενης στην Ελλάδα από το Ελληνικό Δημόσιο και εν προκειμένω τους Υπουργούς Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, σύμφωνα με τη Συμφωνία μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Ουκρανίας για δικαστική συνδρομή σε αστικές υποθέσεις, που υπογράφηκε στο Κίεβο στις 2 Ιουλίου 2002 και κυρώθηκε με το Ν. 3281/2004 (ΦΕΚ Α' 207/1-11-2004) περί «Κυρώσεως της Συμφωνίας μεταξύ Ελλάδας και Ουκρανίας για δικαστική συνδρομή σε αστικές υποθέσεις» (άρθρο 3) και το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, σύμφωνα με το άρθρο 2 περ. δ' του Ν. 3086/2002 (ΦΕΚ Α' 324) «Οργανισμός Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και Κατάσταση των Λειτουργών και των υπαλλήλων του», η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον δικαστικό πληρεξούσιο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ΓΔ, που κατέθεσε προτάσεις.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΟΥΜΕΝΗΣ : στον κ. Εισαγγελέα Εφετών Πατρών, που δεν παραστάθηκε.
Η εφεσίβλητη-αιτούσα με την από 16.11.2012 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΜΕ289/27-11-2012 αίτηση της που απηύθυνε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ αυτή.
Ο κυρίως παρεμβαίνων-εκκαλών με την από 11.1.2013 και με αριθμό καταθέσεως ΜΕ7/11-1-2013 κύρια παρέμβαση του, που άσκησε στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο ζήτησε να γίνει δεκτή αυτή και να απορριφθεί η προαναφερόμενη αίτηση της αιτούσας. Επί των υποθέσεων αυτών, που συνεκδικάσθηκαν από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η με αριθμό 91/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, που δέχτηκε την αίτηση και απέρριψε την κύρια παρέμβαση.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ο ως άνω κυρίως παρεμβαίνων και ήδη εκκαλών με την από 11.6.2013 και με αριθ. εκθ. καταθ. της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Ηλείας 44/2013 έφεση του, της οποίας δικάσιμος ορίστηκε με την 114/2016 πράξη του Προέδρου Εφετών Πατρών η 12η Ιανουαρίου 2017, οπότε και αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (2.11.2017).
Κατά τη δικάσιμο αυτή η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως προαναφέρθηκε, αναφέρθηκαν στις προτάσεις, που κατέθεσαν εμπρόθεσμα.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινομένη από 11.6.2013 (αριθμ κατ. δικ. 44/14-6-2013) έφεση κατά της υπ' αριθμ 91/2013 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 επ ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, γεγονός το οποίο δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους, ούτε από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει το αντίθετο, αρμοδίως δε φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 19, 495, 511, 513 παρ. 1, 518 παρ. 1 ΚΠολΔ και 741 ΚΠολΔ). Επομένως, εφόσον για το παραδεκτό της έχει καταβληθεί από τον εκκαλούντα, κατά την κατάθεση της, το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ.4 του ΚΠολΔ παράβολο ( ως αυτή ίσχυε πριν την τροποποίηση της με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν.4335/2015 και εφαρμόζεται εν προκειμένω, κατ άρθρο 44 του Ν.4446/2016), πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία (άρθρα 533 παρ.1, 741, 739 επ ΚΠολΔ), μετά και την τήρηση της νόμιμης προδικασίας, με την επίδοση αντιγράφου της, σύμφωνα με τα άρθρα 748 παρ. 2 και 760 ΚΠολΔ στον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Πατρών (βλ. υπ'αριθμ 2481/11.1.2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών, …).
Κατ άρθρο 905 παρ.1 ΚΠολΔ «με την επιφύλαξη αυτών που ορίζουν διεθνείς συμβάσεις και κανονισμοί της Ευρωπαϊκής Ενωσης μπορεί να γίνει στην Ελλάδα αναγκαστική εκτέλεση βασισμένη σε αλλοδαπό τίτλο από τότε που θα τον κηρύξει εκτελεστό απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου της περιφέρειας όπου βρίσκεται η κατοικία και, αν δεν έχει κατοικία, η διαμονή του οφειλέτη και, αν δεν έχει ούτε διαμονή, του Μονομελούς Πρωτοδικείου της πρωτεύουσας του κράτους». Ως εκ τούτου τα οριζόμενα στο ως άνω άρθρο σχετικά με την κήρυξη εκτελεστού αλλοδαπού τίτλου στην Ελλάδα τελούν υπό την επιφύλαξη αυτών που ορίζουν οι διεθνείς συμβάσεις, οι οποίες, κατ' άρθρ. 28 του Συντάγματος, υπερέχουν των άρθρων 323 και 905 ΚΠολΔ και συνεπώς τα άρθρα αυτά δεν εφαρμόζονται επί απόφασης δικαστηρίου χώρας, με την οποία η Ελλάδα έχει καταρτίσει διεθνή σύμβαση (ΑΠ 670/2013, δημοσιευμένη στη Νόμος). Με τις διατάξεις δε του Ν. 3281/2004 κυρώθηκε και έχει την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος η Συμφωνία μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Ουκρανίας για δικαστική συνδρομή σε αστικές υποθέσεις που υπογράφηκε στο Κίεβο στις 2/7/2002, όπου στην παρ. 3 του άρθρου 1 αυτού διευκρινίζεται ότι «για τους σκοπούς της παρούσας Συμφωνίας, ως αστικές υποθέσεις θεωρούνται οι υποθέσεις αστικού, οικογενειακού και εμπορικού δικαίου», ενώ στις διατάξεις των άρθρων 20 έως 23 του ως άνω νόμου ρυθμίζονται τα σχετικά με την αναγνώριση και εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων σε αστικές υποθέσεις, δηλαδή ορίζονται οι προϋποθέσεις (θετικές και αρνητικές) που πρέπει να συντρέχουν ώστε να αναγνωριστεί και να εκτελεστεί η απόφαση που εκδόθηκε σε ένα από τα Συμβαλλόμενα Μέρη από το έτερο Συμβαλλόμενο Μέρος. Ειδικότερα, στο άρθρο 20 παρ. 1 ορίζεται ότι «καθένα εκ των Συμβαλλομένων Μερών αναγνωρίζει και εκτελεί στην επικράτεια του τις ακόλουθες αποφάσεις οι οποίες έχουν εκδοθεί στην επικράτεια του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους, και έχουν κηρυχθεί εκτελεστές σύμφωνα με τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Μέρους: α) δικαστικές αποφάσεις επί αστικών υποθέσεων...», ήτοι αστικού, οικογενειακού και εμπορικού δικαίου (σύμφωνα με το άρθρο 3 του νόμου), στο άρθρο 21 ορίζεται ότι «1. Αρμόδια να αποφασίσουν επί αιτήματος για αναγνώριση και εκτέλεση δικαστικής απόφασης είναι τα δικαστήρια του Συμβαλλόμενου Μέρους εντός της επικράτειας του οποίου πρόκειται να εκτελεστεί η δικαστική απόφαση. 2. Η αίτηση για αναγνώριση και εκτέλεση δικαστικής απόφασης δύναται να υποβληθεί απευθείας από τον αιτούντα προς το αρμόδιο δικαστήριο του Συμβαλλόμενου Μέρους στην επικράτεια του οποίου ζητείται να γίνει η αναγνώριση και η εκτέλεση της εν λόγω απόφασης. 3. Η αίτηση περιλαμβάνει τα ακόλουθα: α. Το όνομα και τη διεύθυνση του αιτούντος, β. Περίληψη του αιτήματος, γ. Κατάλληλη υπογραφή. 4. Η αίτηση συνοδεύεται από: α. Επικυρωμένο αντίγραφο της δικαστικής απόφασης, καθώς και πιστοποιητικό που θα βεβαιώνει ότι η εν λόγω απόφαση είναι πλήρως ή μερικώς εκτελεστή και οριστική, εφόσον οι πληροφορίες αυτές δεν περιέχονται στην ίδια τη δικαστική απόφαση, β. Πιστοποιητικό που θα βεβαιώνει ότι ο ηττηθείς διάδικος που δεν παραστάθηκε στη δίκη κλήθηκε κατά τα δέοντα σύμφωνα με τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Μέρους στην επικράτεια του οποίου εκδόθηκε η απόφαση, γ. Μετάφραση των εγγράφων που αναφέρονται στις προηγούμενες παραγράφους, καθώς και μετάφραση του αιτήματος, εάν το εν λόγω αίτημα δεν έχει συνταχθεί στη γλώσσα του Συμβαλλόμενου Μέρους στην επικράτεια του οποίου πρόκειται να αναγνωρισθεί και να εκτελεστεί η απόφαση», ενώ στο άρθρο 22 του ως άνω νόμου ορίζονται περιοριστικά οι περιπτώσεις που δεν μπορεί να γίνει δεκτή η αναγνώριση και η εκτέλεση δικαστικής απόφασης Συμβαλλόμενου Μέρους, σύμφωνα με το οποίο «η αναγνώριση και εκτέλεση μίας δικαστικής απόφασης μπορεί να μην γίνει δεκτή στις ακόλουθες περιπτώσεις: α. Εάν ο ηττηθείς διάδικος δεν παραστάθηκε στη δίκη επειδή δεν είχε κληθεί σύμφωνα με τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Μέρους στην επικράτεια του οποίου εκδόθηκε η απόφαση, β. Εάν μία οριστική απόφαση έχει εκδοθεί προγενέστερα μεταξύ των ίδιων διαδίκων σχετικά με την ίδια υπόθεση από δικαστήριο του Συμβαλλόμενου Μέρους στην επικράτεια του οποίου πρόκειται να αναγνωριστεί και να εκτελεστεί η απόφαση, γ. Εάν η απόφαση της οποίας η αναγνώριση ζητείται, είναι αντίθετη προς τη δημόσια τάξη του Συμβαλλόμενου Μέρους στην επικράτεια του οποίου πρόκειται να αναγνωριστεί και να εκτελεστεί η απόφαση». Η αντίθεση προς τη δημόσια τάξη, με την έννοια της διεθνούς δημόσιας τάξης, που διαλαμβάνεται στο άρθρο 33 του ΑΚ, κρίνεται όχι από την εφαρμογή ουσιαστικών διατάξεων, διαφορετικών από τις διατάξεις του ημεδαπού ουσιαστικού δικαίου, έστω και αν οι τελευταίες αφορούν την εσωτερική δημόσια τάξη και αποτελούν κανόνα αναγκαστικού δικαίου, αλλά από το εάν και κατά πόσο στη συγκεκριμένη περίπτωση η λύση που έδωσε η αλλοδαπή απόφαση αναπτύσσει στην Ελληνική Επικράτεια έννομες συνέπειες που προσκρούουν σε θεμελιώδεις αρχές, που κρατούν στην Ελλάδα σε ορισμένο χρόνο και απηχούν τις κοινωνικές, οικονομικές, πολιτειακές, πολιτικές, θρησκευτικές, ηθικές και άλλες κοινώς παραδεδεγμένες αντιλήψεις, οι οποίες διέπουν και ρυθμίζουν κατά τρόπο πάγιο τις βιοτικές σχέσεις στον Ελλαδικό χώρο και αποτελούν το φράγμα εφαρμογής στην ημεδαπή  κανόνων  αλλοδαπού  δικαίου, η οποία  μπορεί  να προξενήσει διαταραχή στο βιοτικό ρυθμό που κυριαρχεί στη χώρα (βλ. ΟλΑΠ 6/1990, ΑΠ 1314/1994, ΑΠ 108/ 2001, ΑΠ 1255/2006, δημοσιευμένες στη Νόμος). Γίνεται δε δεκτό ότι υπάρχει αντίθεση στη δημόσια τάξη λόγω εφαρμογής ορισμένης διάταξης του δικονομικού δικαίου αν η διάταξη αυτή δεν εξασφαλίζει επαρκή άμυνα στο διάδικο (βλ. ΕφΑΘ 6341/1999 ΑρχΝ 1999. 703). «δ. Εάν, σύμφωνα με τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Μέρους, εντός της επικράτειας του οποίου η δικαστική απόφαση πρόκειται να αναγνωρισθεί και να εκτελεστεί, τα δικαστήρια αυτού του Συμβαλλόμενου Μέρους έχουν την αποκλειστική αρμοδιότητα εκδίκασης της υπόθεσης».

Δευτέρα 19 Δεκεμβρίου 2016

"Βασικά θέματα της εκουσίας δικαιοδοσίας" (Υλικό προς μελέτη και σημειώσεις παραδόσεων - Φεβρουάριος/Ιούνιος 2016) [του Βασιλείου Α. Χατζηιωάννου, Λέκτορα της Νομικής Σχολής - ΔΗΜΟΚΡΙΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΡΑΚΗΣ ΝΟΜΙΚΗ ΣΧΟΛΗ, ΤΟΜΕΑΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟΎ ΔΙΚΑΙΟΥ]


1. Oρισμοί αμφισβητουμένης κι εκουσίας δικαιοδοσίας

(α) Ορισμοί
Για την αμφισβητουμένη δικαιοδοσία ο Κώστας Μπέης (ΠολΔ, εισαγωγή στην εκουσία δικαιοδοσία, σ. 13) αναφέρει: «Ο όρος τούτος, που προσδιορίζει τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ως αμφισβητούμενη, δεν έχει το νόημα ότι οι διάδικοι οπωσδήποτε αντιδικούν. Το αληθινό νόημα του χαρακτηρισμού της (…) εντοπίζεται σε τούτο, ότι δηλαδή κατά την εκδίκαση κάθε διαφοράς (του ιδιωτικού δικαίου ή της πολιτικής δικονομίας) ο ενάγων, και γενικά εκείνος που υποβάλλει αίτηση δικαστικής προστασίας, ζητεί πάντοτε και οπωσδήποτε να δημιουργηθεί η δέσμευση του δεδικασμένου σε βάρος του αντιδίκου του, δηλαδή κατά τρόπο νομικώς βλαπτικό για εκείνον, αναφορικά με την ισχύ ή μη της επίδικης έννομης σχέσης, κυρίως του ιδιωτικού δικαίου και ενδεχομένως, καθώς σημειώθηκε, του αστικού δικονομικού δικαίου. Και αν ακόμη ο αντίδικος - συνήθως ο εναγόμενος - ομολογεί τα κρίσιμα πραγματικά γεγονότα ή αναγνωρίσει το επίδικο δικαίωμα (του ιδιωτικού δικαίου), η απόφαση που θα εκδοθεί θα τον δεσμεύει με το δεδικασμένο της, παραμερίζοντας κάθε περιθώριο αμφιβολίας ή αμφισβήτησης. Και ακριβώς πάνω σ' αυτήν τη δεσμευτική διάγνωση, για την οποία ενδεχόμενα δεν προηγήθηκε αντιδικία, θα στηριχτεί η έκδοση εκτελεστού τίτλου, σε περίπτωση καταψηφιστικής αγωγής, ή η συντέλεση της δικαστικής διάπλασης της επίδικης έννομης σχέσης, σε περίπτωση διαπλαστικής αγωγής. Με αυτή λοιπόν την ειδική έννοια η δικαιοδοσία για τη δεσμευτική διάγνωση έννομων σχέσεων χαρακτηρίζεται ως αμφισβητούμενη.»

Την εκουσία δικαιοδοσία ο Γεώργιος Μητσόπουλος ορίζει ως εξής: «η αναγνωρισμένη εις τα τακτικά πολιτικά δικαστήρια εξουσία όπως ταύτα, εν καθοριστική λειτουργία δικαίου και άνευ υπάρξεως διαφοράς παρέχουν ένδικον προστασίαν δι’ ενέργειας πράξεων διαπλαστικής κυρίως αλλά και βεβαιωτικής μορφής, επί σκοπώ κατοχυρώσεως ή προστασίας ιδιωτικού συμφέροντος» (βλ. ΠολΔ Α’, 1972, σ. 122· ο ίδιος, Η έννοια της εκουσίας δικαιοδοσίας, Μελέται Γενικής Θεωρίας του Δικαίου και του Αστικού Δικονομικού Δικαίου Ι, 1983, 541 επ., σ. 555-556 = ΝΔ 1971. 333 επ.)

(β) «Αποκαταστατική» –vs- «καθοριστική λειτουργία δικαίου»
Στην αμφισβητουμένη δικαιοδοσία, η απόφαση του δικαστή ενεργεί «αποκαταστατικά», δηλαδή αίρει την διαταραχθείσα έννομη τάξη που ανέκυψε με την δημιουργία διαφοράς του ιδιωτικού δικαίου κι επιβάλλει την προβλεπόμενη στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου έννομη συνέπεια.
Παράδειγμα: Ο Α που χαστούκισε τον Β δημοσίως προσέβαλε την προσωπικότητα του Β, ο οποίος δικαιούται να απαιτήσει την άρση της προσβολής καθώς και την χρηματική ικανοποίησή του. Η μετά την διεξαγωγή της δίκης απόφαση του δικαστηρίου με την οποία αναγνωρίζεται η προσβολή και επιδικάζεται υπέρ του Β χρηματική ικανοποίηση 1000 ευρώ, επιτελεί αποκαταστατική λειτουργία της έννομης τάξης, μέσω της δικαστικής επιβολής κατά του παραβάτη Α των προβλεπόμενων εννόμων συνεπειών των άρθρ. 57, 59, 932 ΑΚ το πραγματικό των οποίων πληρούται εν προκειμένω.    

Αντιθέτως, κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα της εκουσίας δικαιοδοσίας είναι η «καθοριστική λειτουργία δικαίου», δηλαδή η απόφαση του δικαστή αναπληρώνει ελλείπον στοιχείο του πραγματικού, ώστε να καθίσταται εφικτή η επέλευση της έννομης συνέπειας
Παράδειγμα: Η επικύρωση της συμφωνίας λύσης του γάμου (ελλείπον στοιχείο) επέρχεται με δικαστική απόφαση που, εφόσον πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του πραγματικού του άρθρ. 1441 ΑΚ (έγγραφη συμφωνία των συζύγων, διάρκεια γάμου τουλάχιστον εξάμηνη, ρύθμιση επιμέλειας ανήλικων τέκνων, ειδικά πληρεξούσια, κλπ.), λύει τον γάμο (=καθοριστική λειτουργία δικαίου με ενέργεια διαπλαστικής μορφής).

(γ) «Γνήσιες» –vs- «μη γνήσιες υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας»
Είναι δυνατόν να υπαχθεί η επίλυση διαφορών και κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, αλλά όταν τούτο συμβεί, δεν πρόκειται για γνήσια υπόθεση εκουσίας δικαιοδοσίας, αλλά ουσιαστικά για αμφισβητουμένη δικαιοδοσία, που εκδικάζεται κατά την ελαστικότερη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (Μητσόπουλος, ΠολΔ, Α’ 1972 σ. 120). Η ελαστικότητα έγκειται στην υποχώρηση θεμελιωδών δικονομικών αρχών της αμφισβητουμένης δικαιοδοσίας. Υποχωρούν τα συστήματα συγκέντρωσης (με την δυνατότητα υποβολής ισχυρισμών και μετά την πρωτοβάθμια συζήτηση, 745 και 765 ΚΠολΔ), διάθεσης (με την εξουσία αυτεπάγγελτης εκκίνησης της διαδικασίας από το δικαστήριο 747 §4 ΚΠολΔ) και συζήτησης (με την καθιέρωση του ανακριτικού συστήματος στη συλλογή του πραγματικού υλικού [744] και των αποδείξεων, 759 §3 ΚΠολΔ). Επίσης, περιορίζεται εν μέρει η αρχή τήρησης προδικασίας (751, 752 § 2 ΚΠολΔ) και παρακάμπτεται ο δεσμευτικός χαρακτήρας της απόφασης μέσω της εξουσίας ανάκλησης των οριστικών (ή και τελεσίδικων ή ακόμα και αμετάκλητων) αποφάσεων, ώστε αυτές να προσαρμόζονται στις μεταβαλλόμενες συνθήκες της ρύθμισης (758 ΚΠολΔ) (Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Αρβανιτάκης), ΚΠολΔ ΙΙ, 2000, εισαγ. 739-866, αριθ. 4.    

2. Δικαιοδοσία του δικαστηρίου της εκουσίας δικαιοδοσίας

(α) Σχετικές διατάξεις
(Βλ. σχετ. άρθρα 739 επ. ΚΠολΔ καθώς και το άρθρο 94 § 2 Σ, όπου επαφίεται στον κοινό νομοθέτη η υπαγωγή ή μη στα πολιτικά δικαστήρια των υποθέσεων εκουσίας δικαιοδοσίας.)

(β) Έννομη συνέπεια έλλειψης δικαιοδοσίας λόγω εισαγωγής της υπόθεσης σε εσφαλμένη διαδικασία

Εάν υπόθεση της εκουσίας διαδικασίας εισαχθεί εσφαλμένως κατά τις διατάξεις της αμφισβητούμενης κατά την κρατούσα πρακτική, το ένδικο βοήθημα απορρίπτεται ως απαράδεκτο, χωρίς να υπάρχει περιθώριο παραπομπής κατ’ άρθρ. 46 ΚΠολΔ, επειδή η υποβολή του κατά τα άρθρα 739 - 781 ΚΠολΔ δεν συνδέεται με δικονομικές ή ουσιαστικές συνέπειες που θα πρέπει διατηρούμενες να προστατευθούν (ΕφΑθ 1199/2008 ΕλλΔνη 2009. 246, ΕφΑθ 2169/1997 ΕλλΔνη 1998. 905, ΕφΑθ 6033/1995 ο.π., ΜΠρΚιλκίς 482/2013 ΝΟΜΟΣ, Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Αρβανιτάκης), ΚΠολΔ II, 2000, εισαγ. άρθρ. 739-781, αριθ. 5-7.)
Ωστόσο, για την οικονομία της δίκης και προς διάσωση του κύρους του ένδικου βοηθήματος που ασκήθηκε εσφαλμένως στην εκουσία δικαιοδοσία, υποστηριζόταν εξαιρετικώς η ανάλογη εφαρμογή του άρθρ. 591 § 6 ΚΠολΔ (πρώην άρθρ. 591 § 2), ώστε να διατάζεται από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως (και χωρίς έκδοση απόφασης ή διαταγή νέας συζήτησης) η εκδίκαση της υπόθεσης με την ορθή διαδικασία. Τούτο ήταν εφικτό πριν το ν. 4335/2015, εφόσον εξασφαλιζόταν ότι οι διαδικαστικές πράξεις των διαδίκων που είχαν ασκηθεί στο πλαίσιο των άρθρ. 739 επ. ΚΠολΔ τηρούσαν ταυτόχρονα τις (αυστηρότερες) διατυπώσεις προδικασίας της αμφισβητουμένης (τακτικής διαδικασίας) (π.χ. αναγραφή στο δικόγραφο της αίτησης του αντιδίκου κι εμπρόθεσμη επίδοση της σε αυτόν σύμφωνα με το άρθρ. 228 ΚΠολΔ, εμπρόθεσμη κατάθεση προτάσεων κλπ.) (ΕφΑθ 3537/1992 ΝοΒ 1992. 891, ΜΠρΡόδου 358/2005 ΝΟΜΟΣ). Τούτο πλέον μετά το ν. 4335/2015 είναι αδύνατον, διότι το επιλαμβανόμενο δικαστήριο της εκουσίας δικαιοδοσίας, το οποίο θα δικάζει την υπόθεση έχοντας υποχρέωση τήρησης προφορικής συζήτησης, δεν θα μπορεί να εφαρμόσει αυτεπαγγέλτως την τακτική διαδικασία, αφού η τελευταία έχει διαμορφωθεί με σοβαρές διαδικαστικές αποκλίσεις από την διαδικασία της εκουσίας [π.χ. διαφορετική έγγραφη προδικασία (237 ΚΠολΔ) και τυπική συζήτηση (115 § 2 σε συνδ. με 237 §4 εδ. έβδομο ΚΠολΔ)].
Το ίδιο ακριβώς θα ισχύει και για την αντίστροφη περίπτωση, δηλαδή εφόσον κατατέθηκε αίτηση στην εκουσία ενώ έπρεπε να κατατεθεί αγωγή στην αμφισβητουμένη.
Βλ. σχετ. ΕφΑθ 6033/1995 ΕλλΔνη 1996. 1148: «… Υπό τα ανωτέρω, όμως αποτελούντα περιεχόμενον της υπό κρίσιν αιτήσεως, περιστατικά (και αιτήματα), είναι πρόδηλον ότι οι δι’ αυτής εισαγόμενες προς επίλυση δι’ ερμηνείας της επίμαχης διαθήκης αμφισβητήσεις και ασάφειες ανάγονται σε θέματα μη σχετιζόμενα προς τα διαλαμβανόμενα στο προαναφερθέν άρθρο 825 ΚΠολΔ τοιαύτα (διάθεση αντικειμένων υπέρ κοινωφελών σκοπών) και επομένως η περί αυτών διαφορά υπάγεται στην αρμοδιότητα των τακτικών δικαστηρίων και ειδικότερα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το έχον, εν προκειμένω, εφαρμογήν άρθρο 30 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως εκ του ότι η διαθέτις κατά το θάνατό της ήταν κάτοικος Αθηνών (…), κατά την τακτική διαδικασία . Ενόψει τούτων και του … γεγονός ότι εν προκειμένω δεν μπορεί να εφαρμοσθεί το άρθρο 591 παρ 2 ΚΠολΔ [σ.σ. 591 §6 ΚΠολΔ μετά το ν. 4335/2015], αφού η υποβολή της αίτησης δεν μπορεί να επιφέρει τις δικονομικές και ουσιαστικές συνέπειες της άσκησης της αγωγής (άρθρα 215 επ. ΚΠολΔ), αφού δεν απευθύνεται κατά ορισμένου αντιδίκου και δεν έχει επιδοθεί σ’ αυτόν εμπρόθεσμα (…)πρέπει η υπό κρίση αίτηση να απορριφθεί για έλλειψη δικαιοδοσίας».

Παγίως (και χωρίς δεύτερες σκέψεις) απορριπτόταν ως απαράδεκτη η αίτηση όταν η υπόθεση που υπάγεται στην εκουσία δικαιοδοσία έχει εισαχθεί εσφαλμένα με την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Και τούτο, διότι η εφαρμογή του άρθρ. 591 § 6 δεν είναι εφικτή:
Βλ. σχετ. ΕιρΛαρ 21/2006 Δικογραφία 2006.410: «Το άρθρο 591 ΚΠολΔ (…) δεν εφαρμόζεται, όταν η υπόθεση που υπάγεται στην εκούσια δικαιοδοσία εισαχθεί λαθεμένα με την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, η προδικασία της οποίας είναι διαφορετική, αφού η αίτηση δεν εγγράφεται στο πινάκιο και στην οποία ο δικαστής αρκείται στην πιθανολόγηση των ισχυρισμών, ενώ στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας απαιτείται πλήρης απόδειξη, (…) το άρθρο 591 παρ. 2 [πλέον 591 § 6 ΚΠολΔ] δεν εφαρμόζεται στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, αφού αυτή δεν αποτελεί είδος των ειδικών διαδικασιών της διαγνωστικής δίκης και ρυθμίζεται μάλιστα σε άλλο (το πέμπτο) βιβλίο του ΚΠολΔ, ενώ το πιο πάνω άρθρο έχει τεθεί κάτω από τον τίτλο " Ειδικές διαδικασίες" του τέταρτου βιβλίου του ίδιου κώδικα (βλ. τις αμέσως πιο πάνω παραπομπές). 
Παρόμοια, εξάλλου, διάταξη προς τη διάταξη του αρθρ. 591 (§ 6) ΚΠολΔ δεν περιλαμβάνεται ούτε στο πέμπτο βιβλίο του ίδιου κώδικα, που ρυθμίζει τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, ούτε στο έκτο βιβλίο του, που ρυθμίζει τη διαδικασία των άρθρων 743 έως 781, της εκούσιας δικαιοδοσίας δηλαδή, εκτός αν είναι αντίθετα προς ειδικές διατάξεις, ή δεν προσαρμόζονται στη διαδικασία αυτή, ενώ παραλείπει να παραπέμψει και στο αμέσως επόμενο άρθρο, στο 591 δηλαδή. Τέλος, ενδεχόμενα να είναι διαφορετικό το αρμόδιο καθ` ύλην δικαστήριο, στη περίπτωση εκδίκασης της υπόθεσης με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (αρθρ. 682 επ. ΚΠολΔ), απ` αυτό της εκδίκασης της υπόθεσης με την εκούσια διαδικασία (αρθρ. 838 του ίδιου Κώδικα)».
ΜΠρΟρεστ 16/1993 Αρμ1993. 366: «όταν η υπόθεση της εκουσίας δικαιοδοσίας εισάγεται όχι στο μονομελές πρωτοδικείο που συγκροτείται από δικαστή και γραμματέα, αλλά στο δικαστή του μονομελούς πρωτοδικείου, που δικάζει χωρίς την σύμπραξη γραμματέα, αφού σ` αυτή την περίπτωση δεν υπάρχει νόμιμη συγκρότηση του Δικαστηρίου (ΜΠρΑθ 445/1990 Δ 21.583)».

3. Κατά τόπον αρμοδιότητα

Σε αντίθεση με την καθ’ υλιν αρμοδιότητα που ρυθμίζεται γενικώς στο άρθρ. 740 § 1 ΚΠολΔ [με την επιφύλαξη του δεύτερου εδαφίου περί των ειδικών διατάξεων και των ειδικών νόμων εκτός του ΚΠολΔ, π.χ. ΠτΚ (ν. 3588/2007), ν. 3869/2010 κλπ.], η κατά τόπον αρμοδιότητα δεν ρυθμίζεται στις διατάξεις της εκουσίας δικαιοδοσίας. Σε γενικές γραμμές, ακολουθείται ο κανόνας ότι, για τις υποθέσεις στις οποίες δεν προβλέπεται ειδική ρύθμιση για το κατά τόπον αρμόδιο δικαστήριο (βλ. ειδική ρύθμιση π.χ. 791 § 2, 810, 825, 826 ΚΠολΔ), γίνεται δεκτό ότι εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρ. 22 επ. ΚΠολΔ (Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Αρβανιτάκης), ΚΠολΔ ΙΙ, 2000, 740, αριθ. 6), διότι συμβιβάζεται με τον γενικό κανόνα του άρθρ. 741 ΚΠολΔ.
Πάντως, ο κανόνας αυτός δεν ακολουθείται με απόλυτο τρόπο. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των υποθέσεων του άρθρ. 782 ΚΠολΔ (σύνταξη ή διόρθωση ληξιαρχικής πράξης), όπου, παρά την εκεί προβλεπόμενη ειδική κατά τόπον αρμοδιότητα, αναγνωρίζεται και η συντρέχουσα αρμοδιότητα οποιουδήποτε δικαστηρίου (συνήθως της κατοικίας του αιτούντος) που μπορεί να παράσχει αποτελεσματική προστασία.
Βλ. σχετ. ΕφΑθ 1661/2005 ΕλλΔνη 2006.282: «…για το γεγονός γέννησης, του γάμου ή του θανάτου των ελλήνων υπηκόων στην αλλοδαπή, εφόσον δεν συντάχθηκε ληξιαρχική πράξη από την ελληνική προξενική αρχή στην αλλοδαπή ή την αρμόδια τοπική αλλοδαπή αρχή ή από το ληξίαρχο Αθηνών, ύστερα από άδεια του εισαγγελέα, όπου αυτό επιτρέπεται, μπορεί να υποβληθεί αίτηση για βεβαίωση αυτού του γεγονότος (για να συνταχθεί η σχετική ληξιαρχική πράξη) όχι μόνον ενώπιον του δικαστηρίου της πρωτεύουσας του κράτους, αλλά και ενώπιον του δικαστηρίου (…) της κατοικίας του αιτούντος, δεδομένου ότι έτσι επιτυγχάνεται ευχερέστερα (από την άποψη της συλλογής των αποδείξεων) ταχύτερα και με λιγότερες δαπάνες η τακτοποίηση από ληξιαρχική άποψη του γεγονότος αυτού, σκοπός που περιέχεται στην νομοθετική βούληση που υπαγόρευσε κατά τρόπο όχι αποκλειστικό στην παραπάνω περίπτωση (…) τη ρύθμιση της τοπικής αρμοδιότητας του δικαστηρίου (…), αφού μάλιστα δεν εξυπηρετείται και ο δικαιολογητικός σκοπός, για τον οποίο συνδέεται η τοπική αρμοδιότητα του δικαστηρίου με την τοπική αρμοδιότητα του ληξίαρχου (άρθρα 782 παρ. 1 ΚΠολΔ και 5 ν. 344/76) λόγω του ότι το γεγονός συνέβη στην αλλοδαπή. Τέλος όλα τα παραπάνω τα σχετικά με την αρμοδιότητα του δικαστηρίου που αφορούν τη σύνταξη της σχετικής ληξιαρχικής πράξεως έχουν εφαρμογή, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 782 ΚΠολΔ, και στην περίπτωση της διορθώσεώς της.»