Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #Ναρκωτικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #Ναρκωτικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 20 Μαρτίου 2018

"Ερμηνεύοντας την ουσιοεξάρτηση" [της Ζαχαρούλας (Χαρά) Βλαμάκη, δικηγόρου Αθηνών, μεταπτυχιακής φοιτήτριας «Εγκληματολογίας & Αντεγκληματικής Πολιτικής»]


* αναδημοσίευση απο το τεύχος #5 Φεβρουάριος 2018 της ηλεκτρονικής περιοδικής επιθεώρησης εγκληματολογίας και ποινικής δικαιοσύνης “CrimeTimes” http://www.crimetimes.gr


Πώς πραγματικά ορίζεται η εξάρτηση και πότε η χρήση ψυχοδραστικών ουσιών θεωρείται διαταραχή; Η αλήθεια είναι πως ένας ορισμός της εξάρτησης που θα στηριζόταν αποκλειστικά στις αλλοιώσεις της φυσιολογίας του οργανισμού εξαιτίας της έκθεσης του ατόμου σε μία ουσία, δεν θα ήταν ορθός, δεδομένου ότι θα παρέλειπε δύο πολύ σημαντικές συνιστώσες: τους ψυχολογικούς και τους κοινωνικούς παράγοντες.


Η ψυχοκοινωνική προσέγγιση λαμβάνει υπόψιν τις δύο αυτές κατηγορίες παραγόντων και σύμφωνα με αυτήν η εξάρτηση γίνεται αντιληπτή ως σύμπτωμα κοινωνικών και ψυχολογικών δυσλειτουργιών. Σύμφωνα με τον Matza, «η εγκατάστασή της […] προϋποθέτει τη συνάντηση μιας προσωπικής ψυχολογικής κρίσης με την κοινωνική […] αν αποσπαστεί από την κοινωνικοπολιτισμική μεταβλητή της δεν είναι παρά ένα πρόβλημα φαρμακοεξάρτησης, μια σχέση ατόμου-ουσίας, χάνοντας ένα μεγάλο μέρος του νοήματός της»[1].

Ο διευθυντής του νοσοκομείου Marmottan στο Παρίσι, είχε επίσης τονίσει πως μέσα στη διαδικασία της παραγωγής της τοξικοεξάρτησης είναι παρούσες η ουσία, η προσωπικότητα του χρήστη, καθώς και το κοινωνικό-πολιτισμικό πλαίσιο[2]. Η ψυχοκοινωνική προσέγγιση πρεσβεύει ότι το άτομο είναι δυνατόν να απεξαρτηθεί μετά από μία μακρόχρονη προσπάθεια και στάδια της δυναμικής αυτής διαδικασίας αποτελούν: η σωματική αποτοξίνωση, η ψυχική απεξάρτηση και η κοινωνική επανένταξη. Υπογραμμίζεται πως η υποτροπή θεωρείται εν προκειμένω αναπόσπαστο μέρος των προηγούμενων διαδικασιών.

Στον αντίποδα της ψυχοκοινωνικής βρίσκεται η ιατροκεντρική προσέγγιση, όπου η εξάρτηση θεωρείται «χρόνια υποτροπιάζουσα νόσος» ή αλλιώς η «ασθένεια του εγκεφάλου» (brain disease)[3]. Απηχεί τη φαρμακολογική διάσταση και ο εξαρτημένος θεωρείται ασθενής, ο οποίος χρήζει μακρόχρονης - αν όχι ισόβιας -  φαρμακευτικής αγωγής. Εν προκειμένω, εκτιμάται ότι δεν μπορεί να υπάρξει οριστική ίαση για την εξάρτηση και η παρεχόμενη θεραπεία απλώς αναβάλλει την υποτροπή.
Στο πλαίσιο της ιατροκεντρικής προσέγγισης, τα δύο κοινώς αποδεκτά ταξινομικά συστήματα, το Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο των Ψυχικών Διαταραχών της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρίας (DSM) αφενός και το σύστημα της Διεθνούς Ταξινόμησης των Νόσων της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας (ICD) αφετέρου, καταγράφουν τη διαδικασία διάγνωσης της εξάρτησης. Ειδικότερα, η τρίτη έκδοση του DSM το 1983 (DSM III) για πρώτη φορά αναγνωρίζει τη διάκριση μεταξύ κατάχρησης ουσιών και εξάρτησης ως δυο διαφορετικών διαγνωστικών αντικειμένων, περιλαμβάνοντας τόσο κοινωνικούς όσο και πολιτισμικούς παράγοντες[4].

Στην εν λόγω έκδοση του DSM, ο ορισμός της εξάρτησης δίνει έμφαση στην ανοχή στις ουσίες και στο στερητικό σύνδρομο σαν δύο κεντρικές συνιστώσες της διάγνωσης ενώ η κατάχρηση ορίζεται ως προβληματική σχέση με κοινωνικές και επαγγελματικές βλαπτικές δυσλειτουργίες, η οποία, όμως, δεν συνοδεύεται από ανοχή του οργανισμού και συμπτώματα στέρησης. Το DSM-IV (APA, 1994, 2000) ορίζει την εξάρτηση ως σύνδρομο που συνδυάζει την καταναγκαστική χρήση με ή χωρίς ανοχή και στερητικά συμπτώματα, ενώ την κατάχρηση ουσιών ως προβληματική χρήση χωρίς καταναγκασμό, σημαντική ανοχή ή στερητικά συμπτώματα. Χωρίς ιδιαίτερες διαφορές, στο ICD-10 γίνεται διάκριση μεταξύ επιβλαβούς χρήσης και συνδρόμου εξάρτησης.

Η επιβλαβής χρήση ορίζεται ως η χρήση ψυχοδραστικών ουσιών που προκαλεί βλάβη (σωματική ή ψυχική), ενώ αντίθετα το σύνδρομο εξάρτησης περιγράφεται ως «μια δέσμη φυσιολογικών και νοητικών εκδηλώσεων ή εκδηλώσεων της συμπεριφοράς στις οποίες η χρήση κάποιας ουσίας ή ομάδας ουσιών για ένα συγκεκριμένο άτομο αποκτά πολύ άμεση προτεραιότητα σε σχέση με άλλες συμπεριφορές οι οποίες κάποτε είχαν μεγαλύτερη αξία για το άτομο αυτό». Κεντρικό χαρακτηριστικό είναι η έντονη και μερικές φορές ακατανίκητη επιθυμία για χρήση.

Όπως παρατήρησαν οι Grant και Dawson, εντοπίζεται μια διαφορά προσέγγισης στην οριοθέτηση της επιβλαβούς χρήσης ανάμεσα στο DSM-IV και την ICD-10. Η επιβλαβής χρήση στην ICD-10 χαρακτηρίζεται από ενεργά προβλήματα φυσιολογίας ή ψυχολογικής κατάστασης ενώ στο DSM-IV η κατάχρηση ουσιών περιλαμβάνει κοινωνικές, νομικές και επαγγελματικές συνέπειες. Ένα από τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξαν οι Grant και Dawson, ήταν ότι καμία από τις δύο κατηγοριοποιήσεις δεν λαμβάνει υπόψη της εναλλακτικές θεωρήσεις, όπως αυτή της κοινωνικής μάθησης.

Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2015

ΑΠ.Ολ (ποιν) 1/2015 : Εφαρμογή ηπιότερου νόμου - Παράβαση του νόμου για τα ναρκωτικά - Συμμετοχή - Διακεκριμένη περίπτωση -.


Εάν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκαση της υπόθεσης ίσχυσαν περισσότεροι νόμου εφαρμόζεται αυτός που είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο. Επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, δηλαδή, με βάση τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, επιφέρει στη συγκεκριμένη περίπτωση συνολικά ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές. Οι πράξεις της διακίνησης ναρκωτικών που τελέστηκαν κατ' επάγγελμα προ της ισχύος του ν. 4139/2013 και είχαν προσδοκώμενο όφελος ανώτερο των 75.000 ευρώ διατηρούν και υπό το νέο νομοθετικό καθεστώς το χαρακτήρα της διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών και τη δυνατότητα επιβολής της ποινής της ισοβίου κάθειρξης. Όταν η διακίνηση ναρκωτικών ουσιών διαπράττεται από περισσότερους από έναν δράστες "από κοινού", το προσδοκώμενο όφελος, το οποίο υπερβαίνει το ποσό των 75.000 ευρώ, θα προσδιορισθεί μια φορά και θα αντιστοιχεί σε όλους μαζί τους δράστες χωρίς να επιμερίζεται μεταξύ τους. Ο προσδιορισμός του ποσού είναι ανεξάρτητος από το μορφή της συμμετοχής κάθε δράστη, του πόσοι από αυτούς είναι γνωστής ταυτότητας σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση και πόσοι από αυτούς έχουν συλληφθεί ή έχουν παραπεμφθεί σε δίκη. Είναι αβάσιμη κατά τα παραπάνω η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης.


Αριθμός 1/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΕ B' ΤΑΚΤΙΚΗ ΠΟΙΝΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της Β' Τακτικής Ποινικής Ολομέλειας: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Αικατερίνη Βασιλακόπουλου-Κατσαβριά, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Κωνσταντίνο Τσόλα, Εμμανουήλ Κλαδογένη, Χρυσούλα Παρασκευά, Βασίλειο Καπελούζο, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη-Εισηγητή, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Γεώργιο Κοντό, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Μαρία Χυτήρογλου, Ειρήνη Καλού, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αλτάνα Κοκκοβού, Δημήτριο Γεώργα, Ιωάννη Μαγγίνα, Δήμητρα Κοκοτίνη, και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) N. S. του M., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στις Φυλακές Λάρισας, που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του ΔΤ και ΜΔ και 2) A. S. του G., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ΜΔ, περί αναιρέσεως της 2584/2013 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: 1) T. A. του G. και 2) Σ. Α. του Μ..
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή. Οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 1 Νοεμβρίου 2013 και 4 Νοεμβρίου 2013 δύο αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1311/2013.
Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 1329/2014 απόφαση του Ζ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε την υπόθεση στην Β' Τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου αυτού.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε τα εξής: Με την υπ' αριθμ. 1329/2014 απόφαση του Ζ' Ποινικού Τμήματος, παραπέμφθηκαν στην Τακτική Ολομέλεια του δικαστηρίου σας, τα εξής ζητήματα που σχετίζονται με συναφείς λόγους αναιρέσεως των N. S. και A. S., και ειδικότερα το εάν :
α) Συνιστά εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 2 παρ.1 του Π.Κ και 23 παρ.2 του Ν 4139/2013, ταυτόχρονα δε και ανεπίτρεπτη μεταβολή κατηγορίας και χειροτέρευση της θέσης του κατηγορουμένου, με συνέπεια να ιδρύονται οι από τα άρθρα 510 παρ.1 στοιχεία Ε, Α και Η Κ.Π.Δ αντίστοιχοι λόγοι αναιρέσεως, η από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που επιλαμβάνεται, μετά από έφεση του κατηγορουμένου, της εκδίκασης υπόθεσης διακίνησης ναρκωτικών κατ’ επάγγελμα προσθήκη στο σκεπτικό και το διατακτικό της απόφασης του ότι το προσδοκώμενο όφελος του υπαιτίου από την πράξη υπερβαίνει το ποσό των 75.000 ευρώ, καίτοι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που είχε εκδικάσει την υπόθεση υπό την ισχύ του άρθρου 23 του Ν. 3459/2006 (Κ.Ν.Ν), δεν είχε διαλάβει οποιαδήποτε σχετική σκέψη περί τούτου, ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό της απόφασης του, β) συνιστά εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης και επομένως συγκροτεί τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχείο Ε του Κ.Π.Δ αναιρετικό λόγο, η παραδοχή ότι στην περίπτωση διακίνησης ναρκωτικών με την επιβαρυντική περίπτωση του άρθρου 23 του Ν 4139/.2013, δηλαδή της κατ' επάγγελμα τέλεσης και με προσδοκώμενο όφελος ανώτερο των 75.000 ευρώ, το τελευταίο υπολογίζεται μια φορά μόνο και αντιστοιχεί σε όλους τους συμμέτοχους, χωρίς να επιμερίζεται ανάλογα με τον αριθμό τους.