* αναδημοσίευση απο το τεύχος #5 Φεβρουάριος 2018 της ηλεκτρονικής περιοδικής επιθεώρησης εγκληματολογίας και ποινικής δικαιοσύνης “CrimeTimes” http://www.crimetimes.gr
Πώς πραγματικά ορίζεται η εξάρτηση και πότε η χρήση ψυχοδραστικών ουσιών θεωρείται διαταραχή; Η αλήθεια είναι πως ένας ορισμός της εξάρτησης που θα στηριζόταν αποκλειστικά στις αλλοιώσεις της φυσιολογίας του οργανισμού εξαιτίας της έκθεσης του ατόμου σε μία ουσία, δεν θα ήταν ορθός, δεδομένου ότι θα παρέλειπε δύο πολύ σημαντικές συνιστώσες: τους ψυχολογικούς και τους κοινωνικούς παράγοντες.
Η ψυχοκοινωνική προσέγγιση λαμβάνει υπόψιν τις δύο αυτές κατηγορίες παραγόντων και σύμφωνα με αυτήν η εξάρτηση γίνεται αντιληπτή ως σύμπτωμα κοινωνικών και ψυχολογικών δυσλειτουργιών. Σύμφωνα με τον Matza, «η εγκατάστασή της […] προϋποθέτει τη συνάντηση μιας προσωπικής ψυχολογικής κρίσης με την κοινωνική […] αν αποσπαστεί από την κοινωνικοπολιτισμική μεταβλητή της δεν είναι παρά ένα πρόβλημα φαρμακοεξάρτησης, μια σχέση ατόμου-ουσίας, χάνοντας ένα μεγάλο μέρος του νοήματός της»[1].
Ο διευθυντής του νοσοκομείου Marmottan στο Παρίσι, είχε επίσης τονίσει πως μέσα στη διαδικασία της παραγωγής της τοξικοεξάρτησης είναι παρούσες η ουσία, η προσωπικότητα του χρήστη, καθώς και το κοινωνικό-πολιτισμικό πλαίσιο[2]. Η ψυχοκοινωνική προσέγγιση πρεσβεύει ότι το άτομο είναι δυνατόν να απεξαρτηθεί μετά από μία μακρόχρονη προσπάθεια και στάδια της δυναμικής αυτής διαδικασίας αποτελούν: η σωματική αποτοξίνωση, η ψυχική απεξάρτηση και η κοινωνική επανένταξη. Υπογραμμίζεται πως η υποτροπή θεωρείται εν προκειμένω αναπόσπαστο μέρος των προηγούμενων διαδικασιών.
Στον αντίποδα της ψυχοκοινωνικής βρίσκεται η ιατροκεντρική προσέγγιση, όπου η εξάρτηση θεωρείται «χρόνια υποτροπιάζουσα νόσος» ή αλλιώς η «ασθένεια του εγκεφάλου» (brain disease)[3]. Απηχεί τη φαρμακολογική διάσταση και ο εξαρτημένος θεωρείται ασθενής, ο οποίος χρήζει μακρόχρονης - αν όχι ισόβιας - φαρμακευτικής αγωγής. Εν προκειμένω, εκτιμάται ότι δεν μπορεί να υπάρξει οριστική ίαση για την εξάρτηση και η παρεχόμενη θεραπεία απλώς αναβάλλει την υποτροπή.
Στο πλαίσιο της ιατροκεντρικής προσέγγισης, τα δύο κοινώς αποδεκτά ταξινομικά συστήματα, το Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο των Ψυχικών Διαταραχών της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρίας (DSM) αφενός και το σύστημα της Διεθνούς Ταξινόμησης των Νόσων της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας (ICD) αφετέρου, καταγράφουν τη διαδικασία διάγνωσης της εξάρτησης. Ειδικότερα, η τρίτη έκδοση του DSM το 1983 (DSM III) για πρώτη φορά αναγνωρίζει τη διάκριση μεταξύ κατάχρησης ουσιών και εξάρτησης ως δυο διαφορετικών διαγνωστικών αντικειμένων, περιλαμβάνοντας τόσο κοινωνικούς όσο και πολιτισμικούς παράγοντες[4].
Στην εν λόγω έκδοση του DSM, ο ορισμός της εξάρτησης δίνει έμφαση στην ανοχή στις ουσίες και στο στερητικό σύνδρομο σαν δύο κεντρικές συνιστώσες της διάγνωσης ενώ η κατάχρηση ορίζεται ως προβληματική σχέση με κοινωνικές και επαγγελματικές βλαπτικές δυσλειτουργίες, η οποία, όμως, δεν συνοδεύεται από ανοχή του οργανισμού και συμπτώματα στέρησης. Το DSM-IV (APA, 1994, 2000) ορίζει την εξάρτηση ως σύνδρομο που συνδυάζει την καταναγκαστική χρήση με ή χωρίς ανοχή και στερητικά συμπτώματα, ενώ την κατάχρηση ουσιών ως προβληματική χρήση χωρίς καταναγκασμό, σημαντική ανοχή ή στερητικά συμπτώματα. Χωρίς ιδιαίτερες διαφορές, στο ICD-10 γίνεται διάκριση μεταξύ επιβλαβούς χρήσης και συνδρόμου εξάρτησης.
Η επιβλαβής χρήση ορίζεται ως η χρήση ψυχοδραστικών ουσιών που προκαλεί βλάβη (σωματική ή ψυχική), ενώ αντίθετα το σύνδρομο εξάρτησης περιγράφεται ως «μια δέσμη φυσιολογικών και νοητικών εκδηλώσεων ή εκδηλώσεων της συμπεριφοράς στις οποίες η χρήση κάποιας ουσίας ή ομάδας ουσιών για ένα συγκεκριμένο άτομο αποκτά πολύ άμεση προτεραιότητα σε σχέση με άλλες συμπεριφορές οι οποίες κάποτε είχαν μεγαλύτερη αξία για το άτομο αυτό». Κεντρικό χαρακτηριστικό είναι η έντονη και μερικές φορές ακατανίκητη επιθυμία για χρήση.
Όπως παρατήρησαν οι Grant και Dawson, εντοπίζεται μια διαφορά προσέγγισης στην οριοθέτηση της επιβλαβούς χρήσης ανάμεσα στο DSM-IV και την ICD-10. Η επιβλαβής χρήση στην ICD-10 χαρακτηρίζεται από ενεργά προβλήματα φυσιολογίας ή ψυχολογικής κατάστασης ενώ στο DSM-IV η κατάχρηση ουσιών περιλαμβάνει κοινωνικές, νομικές και επαγγελματικές συνέπειες. Ένα από τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξαν οι Grant και Dawson, ήταν ότι καμία από τις δύο κατηγοριοποιήσεις δεν λαμβάνει υπόψη της εναλλακτικές θεωρήσεις, όπως αυτή της κοινωνικής μάθησης.

