Η ΔΙΚΗ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΩΝ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ : ΝΟΜΟΤΕΧΝΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ, ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΕΣ ΛΥΣΕΙΣ
Κυρίες
και Κύριοι Σύνεδροι,
Στο
πλαίσιο εφαρμογής της συμφωνίας μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και των
αντισυμβαλλομένων της (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, Διεθνές
Νομισματικό Ταμείο, ESM) ψηφίσθηκε ο Ν. 4335/2015 (Φ.Ε.Κ. Α΄
87/23.7.2015) «Επείγοντα μέτρα εφαρμογής του ν. 4334/2015 (Α΄ 80)», δια
του οποίου εισήχθησαν σαρωτικές αλλαγές στον ΚΠολΔ, με σκοπό την επιτάχυνση της
απονομής της πολιτικής δικαιοσύνης. Ειδικότερα, εισήχθησαν, μεταξύ άλλων,
σημαντικές μεταβολές αναφορικώς με τη διαδικασία ασκήσεως και συζητήσεως της
αγωγής (τόσο στην τακτική, όσο και στις ειδικές διαδικασίες), με τη
διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, με την εκουσία δικαιοδοσία και με τη διαδικασία της
αναγκαστικής εκτελέσεως. Αντικείμενο της παρούσας εισηγήσεως είναι οι νέες
ρυθμίσεις αναφορικώς με τη συζήτηση κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του
Πολυμελούς και του Μονομελούς Πρωτοδικείου, θα λάβει δε χώρα παράθεση των εν
λόγω ρυθμίσεων, θα επιχειρηθεί ο εντοπισμός τυχόν νομοτεχνικών ατελειών και,
κυρίως, θα επισημανθούν οι αναμενόμενες δυσχέρειες εφαρμογής των νέων ρυθμίσεων
στην τρέχουσα δικαστηριακή πρακτική (με αναφορά στο μεγαλύτερο Πρωτοδικείο της
χώρας, το Πρωτοδικείο Αθηνών), ενώ θα σκιαγραφηθούν οι προτεινόμενες λύσεις στα ανακύπτοντα πρακτικά ζητήματα.
Ι. ΟΙ ΝΕΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ
Α. Η
νέα διάταξη του άρθρου 237 ΚΠολΔ αποτελεί το βασικό άξονα της νέας ρυθμίσεως
της συζητήσεως κατά την τακτική διαδικασία. Η εν λόγω διάταξη ρυθμίζει
λεπτομερώς τη διαδικασία από τη στιγμή της καταθέσεως της αγωγής ενώπιον του
Πολυμελούς και του Μονομελούς Πρωτοδικείου μέχρι και την περάτωση της δίκης σε
πρώτο βαθμό. Κατά την παρ. 1 του ως άνω άρθρου, εντός εκατό ( 100 ) ημερών από
την ημερομηνία της καταθέσεως της αγωγής οι διάδικοι υποχρεούνται να καταθέσουν
τις προτάσεις και να προσκομίσουν μετ’ επικλήσεως όλα τα αποδεικτικά μέσα και
διαδικαστικά έγγραφα, το αποδεικτικό επιδόσεως της αγωγής και την κατά τη
διάταξη του άρθρου 96 του ιδίου Κώδικος πληρεξουσιότητα προς τους δικηγόρους,
όχι όμως και το δικαστικό ένσημο, το οποίο πρέπει να κατατεθεί το αργότερο κατά
τη συζήτηση της υποθέσεως, η δε προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά τριάντα ( 30 )
ημέρες για όλους τους διαδίκους, εάν ο εναγόμενος ή οποιοσδήποτε από τους
ομοδίκους του διαμένει στο εξωτερικό ή είναι αγνώστου διαμονής. Ακολούθως, στην
παρ. 2 του νέου άρθρου 237 ΚΠολΔ ορίζεται ότι οι αμοιβαίες αντικρούσεις γίνονται
με προσθήκη στις προτάσεις, η οποία κατατίθεται εντός δεκαπέντε ( 15 ) ημερών
από τη λήξη της προαναφερομένης προθεσμίας των εκατό ( 100 ) ημερών, μετά δε
την παρέλευση του δεκαπενθημέρου κλείεται ο φάκελος της δικογραφίας. Με την
προσθήκη δύνανται να προταθούν νέοι ισχυρισμοί και να προσκομισθούν νέα
αποδεικτικά μέσα μόνο προς αντίκρουση περιεχομένων στις προτάσεις ισχυρισμών,
επαναλαμβάνεται δε ότι εκπρόθεσμες προτάσεις και προσθήκες δεν λαμβάνονται
υπόψη. Η παρ. 3 του νέου άρθρου 237 ΚΠολΔ ορίζει τον τρόπο της καταθέσεως των
προτάσεων και της προσθήκης στον αρμόδιο υπάλληλο της Γραμματείας, ο οποίος με
επισημείωσή του επί του σώματος αυτών βεβαιώνει τη χρονολογία της καταθέσεώς
τους, ορίζεται δε ότι έκαστος διάδικος δικαιούται να λάβει ατελώς με ίδιες
δαπάνες αντίγραφα των προτάσεων, των αντικρούσεων και των προσκομισθέντων
εγγράφων και επιλύεται το πρακτικό ζήτημα του καθορισμού ετέρων προσώπων,
δυναμένων να ασκήσουν το σχετικό δικαίωμα ( ήτοι ο υπογράφων το δικόγραφο της
αγωγής, της παρεμβάσεως ή των προτάσεων δικηγόρος ή τρίτο πρόσωπο,
εξουσιοδοτημένο από τον ως άνω δικηγόρο ). Εν συνεχεία, στην παρ. 4 του ιδίου
άρθρου προβλέπεται η πορεία της υποθέσεως μετά το κλείσιμο του φακέλου της
δικογραφίας. Ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Δικαστηρίου ή
ο αρμόδιος κατά τον Κανονισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας αυτού Δικαστής υποχρεούται
εντός δεκαπέντε ( 15 ) ημερών από τη συμπλήρωση του συνολικού χρονικού
διαστήματος των εκατόν δεκαπέντε ( 115 ) ημερών με πράξη του να ορίσει τον
δικάζοντα Δικαστή για τις υποθέσεις αρμοδιότητος του Μονομελούς Πρωτοδικείου
και τη δικάζουσα σύνθεση για τις υποθέσεις αρμοδιότητος του Πολυμελούς
Πρωτοδικείου, οριζομένου στην τελευταία περίπτωση και του Εισηγητή της
υποθέσεως. Συγχρόνως ορίζεται ημέρα και ώρα συζητήσεως της υποθέσεως στο
ακροατήριο σε χρόνο όχι μεγαλύτερο των τριάντα ( 30 ) ημερών από τη λήξη της
τελευταίας δεκαπενθημέρου προθεσμίας. Η εν λόγω πρόβλεψη περί του χρόνου
ορισμού δικασίμου κάμπτεται, εάν ο προβλεπόμενος από τον Κανονισμό Εσωτερικής
Υπηρεσίας του Δικαστηρίου αριθμός υποθέσεων που αναλογεί σε κάθε Δικαστή
υπερκαλυφθεί, οπότε ο ορισμός Δικαστή και δικασίμου γίνεται εντός του απολύτως
αναγκαίου χρόνου. Αμέσως μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας αυτής χωρεί η
εγγραφή της υποθέσεως στο οικείο πινάκιο, το οποίο δυνατόν να τηρείται και
ηλεκτρονικώς, η δε εγγραφή αυτή γίνεται με πρωτοβουλία και ευθύνη του αρμοδίου
Γραμματέως και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προβλέπεται επίσης η
δυνατότητα του αρμοδίου Γραμματέως να γνωστοποιεί στους διαδίκους την ορισθείσα
δικάσιμο με ηλεκτρονικά μέσα ( αποστολή μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στην
αντίστοιχο ηλεκτρονική διεύθυνση ). Κατόπιν των ανωτέρω, η υπόθεση φέρεται προς
συζήτηση κατά την ορισθείσα δικάσιμο, εισαγομένων πλέον τριών ριζικών
καινοτομιών : α ) του κατ’ αρχήν αποκλεισμού της εξετάσεως μαρτύρων, β ) της
δυνητικής προόδου της συζητήσεως απουσία των διαδίκων ή των πληρεξουσίων
δικηγόρων τους και γ ) του πλήρους και ανεξαιρέτου αποκλεισμού της εφαρμογής
του άρθρου 241 ΚΠολΔ περί αναβολής για σπουδαίο λόγο. Όπως ρητώς προβλέπεται
από την αμέσως επομένη παρ. 5 του άρθρου 237 ΚΠολΔ, μετά την κατά τα
προεκτιθέμενα τυπική συζήτηση της αγωγής ακολουθεί η έκδοση της οριστικής
αποφάσεως βάσει των στοιχείων του φακέλου της δικογραφίας. Στην παρ. 6 του άρθρου
237 ΚΠολΔ κάμπτεται ο εισαγόμενος κανόνας της μη εξετάσεως μαρτύρων και
προβλέπεται η ευχέρεια του Πρόεδρου επί Πολυμελούς Πρωτοδικείου και του
δικάζοντος Δικαστή επί Μονομελούς Πρωτοδικείου και Ειρηνοδικείου, εάν κρίνει
απολύτως αναγκαία την εξέταση μαρτύρων στο ακροατήριο ( ενός για κάθε πλευρά
από εκείνους που έδωσαν ένορκο βεβαίωση ή, σε περίπτωση ανυπαρξία αυτών, από
τρίτους ), με απλή διάταξή του να διατάξει την επανάληψη της συζητήσεως στο
ακροατήριο σε χρόνο όχι συντομότερο των δεκαπέντε ( 15 ) ημερών για την εξέταση
των μαρτύρων ενώπιον του ήδη ορισμένου Δικαστή, σε τόπο, ημέρα και ώρα που
ορίζονται με τη διάταξη εντός του αυτού δικαστικού έτους, εκτός εάν αυτό είναι
χρονικώς αδύνατον. Η καταχώριση της διατάξεως δύναται να γνωστοποιηθεί με πρωτοβουλία
του αρμοδίου Γραμματέως στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων.
Στο ιδιαίτερο αυτό στάδιο της διαδικασίας ο αρμόδιος Δικαστής αποφασίζει για
όλα τα σχετικά με την απόδειξη διαδικαστικά ζητήματα. Εάν ο χρόνος προς
διεξαγωγή των αποδείξεων δεν επαρκεί, επιτρέπεται μόνο διακοπή για άλλη ημέρα
και ώρα ενώπιον του ιδίου Δικαστή, με προφορική ανακοίνωση, καταχωριζομένη στα
πρακτικά και επέχουσα θέση κλητεύσεως απάντων των διαδίκων, ακόμη και των μη
παρισταμένων. Όταν ολοκληρωθεί η ανωτέρω περιγραφομένη διαδικασία της εξετάσεως
των μαρτύρων, θεωρείται συντελεσμένη και η επανάληψη της συζητήσεως.
Προβλέπεται, τέλος, ότι εάν για οποιονδήποτε λόγο ο χρόνος εξετάσεως των
μαρτύρων ορισθεί εντός του επομένου δικαστικού έτους και η ενώπιον του συγκεκριμένου
Δικαστή εξέταση των μαρτύρων δεν είναι πλέον δυνατή για φυσικούς ή νομικούς
λόγους, η υπόθεση διαγράφεται από τη χρέωση του συγκεκριμένου Δικαστή και
ακολουθεί νέα χρέωση για την εξέταση των μαρτύρων και την έκδοση της αποφάσεως,
στη θέση δε της διαγραφείσας υποθέσεως ανατίθεται στον Εισηγητή ή τον Δικαστή
του Μονομελούς Πρωτοδικείου ή του Ειρηνοδικείου άλλη υπόθεση. Η επομένη παρ. 7
του άρθρου 237 ΚΠολΔ ορίζει ότι εντός οκτώ ( 8 ) εργασίμων ημερών από της
εξετάσεως των μαρτύρων οι διάδικοι δικαιούνται
με προσθήκη να προβούν σε αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και
διευκρινίζεται ότι νέοι ισχυρισμοί και νέα αποδεικτικά μέσα δεν λαμβάνονται
υπόψη, ενώ δεν κατατίθενται νέες προτάσεις. Η παρ. 8 του ιδίου άρθρου προβλέπει
την υποχρέωση των διαδίκων να αναλάβουν όλα τα σχετικά τους μετά την περάτωση
της δίκης και την αντίστοιχο υποχρέωση του Γραμματέως να βεβαιώσει επί των
προτάσεων εκάστου διαδίκου ότι ανέλαβε τα έγγραφά του, προβλέπεται δε και η
δυνατότητα αναλήψεως συγκεκριμένου εγγράφου προ της περατώσεως της δίκης, υπό
την όρο της καταθέσεως επικυρωμένου αντιγράφου και επαναλαμβάνεται ότι οι
προτάσεις παραμένουν στο αρχείο του Δικαστηρίου. Οι νέες παρ. 9, 10 και 11
προβλέπουν : α ) τη δυνατότητα καταθέσεως των προτάσεων, της προσθήκης και των
σχετικών, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 119 του ιδίου Κώδικος, β ) την κατόπιν
αυτεπαγγέλτου ενεργείας ή αιτήματος των διαδίκων δυνατότητα διεξαγωγής της
δίκης « εξ αποστάσεως », δηλαδή σε άλλο τόπο, όπου διενεργούνται οι αναγκαίες
διαδικαστικές πράξεις από τους διαδίκους και τους πληρεξούσιους δικηγόρους
τους, με ταυτόχρονο αναμετάδοση ήχου και εικόνας στην αίθουσα συνεδριάσεως του
Δικαστηρίου και γ ) την κατόπιν αυτεπαγγέλτου ενεργείας ή αιτήματος των
διαδίκων δυνατότητα εξετάσεως μαρτύρων, πραγματογνωμόνων και διαδίκων, χωρίς
αυτοί να παρίστανται στην αίθουσα συνεδριάσεως, της αποφάσεως αυτής του
Δικαστηρίου μη υποκειμένης σε ένδικα μέσα. Η εξέταση αυτή θεωρείται ότι
διεξάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου και έχει την ίδια αποδεικτική ισχύ με την
εξέταση στο ακροατήριο.
