Τρίτη 10 Μαΐου 2016

"Η ενδικοφανής διαδικασία επίλυσης διαφορών: αποτελεσματικό μέσο ελέγχου της Διοίκησης σε εποχή οικονομικής κρίσης;" [της Σταυρούλας Κτιστάκη, Αναπληρώτριας Καθηγήτριας του Τμήματος Κοινωνικής Διοίκησης του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης και Παρέδρου του ΣτΕ]


Εισαγωγή
Αποτελεί κοινό τόπο ότι η Διοίκηση στο πλαίσιο του σύγχρονου παρεμβατικού κράτους του 21ου αιώνα διαδραματίζει ένα σημαντικό ρόλο για την επίκαιρη, αποτελεσματική και ποιοτική άσκηση των δικαιωμάτων εκ μέρους των πολιτών. Η Διοίκηση δέχεται καθημερινά μεγάλο αριθμό αιτημάτων με ποικίλο περιεχόμενο, εκδίδει μεγάλο αριθμό διοικητικών πράξεων, αναπτύσσει δράσεις προς επίτευξη των στόχων των επιμέρους πολιτικών, προβαίνει σε σειρά υλικών ενεργειών προς εκτέλεση των διοικητικών πράξεων που έχει εκδώσει και εμφανίζει γενικότερα πολυδιάστατη δραστηριότητα. Τούτο έχει ως αναπόφευκτη συνέπεια βραδείς ρυθμούς στην άσκηση της διοικητικής λειτουργίας και την αναποτελεσματικότητα της Ελληνικής Δημόσιας Διοίκησης.

Πολλές προσπάθειες έχουν καταβληθεί με συνεχή προγράμματα διοικητικού εκσυγχρονισμού, χωρίς εμφανή τουλάχιστον θετικά αποτελέσματα. Ο αυτοέλεγχος της Διοίκησης και η προσπάθεια διόρθωσης των πλημμελειών των πράξεών της από τα δικά της όργανα αποτελεί κεντρικό στόχο πολλών εκσυγχρονιστικών τάσεων. Η παρούσα μελέτη επιχειρεί να αναλύσει τη σημασία της ενδικοφανούς προσφυγής ως μορφής αυτοελέγχου της Διοίκησης και να διαγνώσει εάν η καθιέρωση της υποχρεωτικής ενδικοφανούς διαδικασίας σε όλες τις διοικητικές διαφορές θα ήταν δυνατό να δώσει αποτελεσματικές λύσεις στις δυσλειτουργίες της Δημόσιας Διοίκησης την εποχή της κρίσης.
Ι. Η ενδικοφανής προσφυγή ως μορφή αυτοελέγχου της Διοίκησης
Ο θεσμός της ενδικοφανούς προσφυγής εντάσσεται στο πλαίσιο του διοικητικού αυτοελέγχου. Με τον όρο, δε, ενδικοφανής προσφυγή νοείται η διοικητική προσφυγή του άρθρου 25 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας [1], που παρέχει την εξουσία στη Διοίκηση να ελέγχει τις πράξεις της ως προς τη νομιμότητά τους αλλά και την ουσία της υπόθεσης. Η άσκηση της εν λόγω προσφυγής, όταν προβλέπεται από τον νόμο ως υποχρεωτική, αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης ακυρώσεως και των προσφυγών ουσίας. Πρόκειται, συνεπώς, για ένα μέσο δευτεροβάθμιου ελέγχου της υπόθεσης από την ίδια τη Διοίκηση και για ένα υποχρεωτικό στάδιο της διοικητικής διαδικασίας, η μη τήρηση του οποίου επιφέρει τις νόμιμες συνέπειες, ήτοι την απώλεια του δικαιώματος δικαστικής προστασίας. Ενδιαφέρον στο σημείο αυτό παρουσιάζει η συγκριτική προσέγγιση του θεσμού [2] σε δύο έννομες τάξεις κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), καθώς και η συνοπτική παρουσίαση των αναλογιών που παρουσιάζει ο θεσμός της ειδικής ένστασης, η οποία προβλέπεται από τον Κανονισμό Υπηρεσιακής Κατάστασης των υπαλλήλων της ΕΕ.

1. Συγκριτική παρουσίαση της υποχρεωτικής διοικητικής (ενδικοφανούς) προσφυγής
α) Στη Γερμανία
Στο γερμανικό διοικητικό σύστημα, η διαδικασία της διοικητικής προσφυγής ρυθμίζεται ως υποχρεωτική και αναγκαία προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση προσφυγής ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων. Συγκεκριμένα, η υποχρεωτική αυτή προσφυγή αφορά το σύνολο των διοικητικών διαφορών που υπάγονται στη δικαιοδοσία των φορολογικών δικαστηρίων, καθώς και των δικαστηρίων που είναι αρμόδια για τις υποθέσεις κοινωνικής ασφάλισης.
Σε τι συνίσταται, όμως, αυτή η υποχρεωτική διοικητική προσφυγή; Πρόκειται για ένα δεύτερο βαθμό κρίσης από τα ιεραρχικά προϊστάμενα διοικητικά όργανα, ο οποίος διενεργείται υπό τις πληρέστερες δυνατές διαδικαστικές εγγυήσεις για τον διοικούμενο. Ειδικότερα, ο ενδιαφερόμενος έχει δικαίωμα ενημέρωσης, πρόσβασης στο φάκελο, έχει ασφαλώς δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης, ενώ οι αποφάσεις των δευτεροβαθμίων οργάνων που αποφαίνονται επί της υποχρεωτικής προσφυγής πρέπει να είναι ειδικώς αιτιολογημένες. Κατά των αποφάσεων, δε, αυτών των δευτεροβαθμίων οργάνων χωρεί προσφυγή ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων.
Ωστόσο, από τα συγκεντρωτικά στατιστικά στοιχεία του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Γερμανίας, σε επίπεδο τόσο ομοσπονδιακού κράτους όσο και ομόσπονδων κρατών, προκύπτει ο καθοριστικός ρόλος της υποχρεωτικής αυτής προσφυγής ως διηθητικού εργαλείου των διοικητικών υποθέσεων που φθάνουν στα δικαστήρια. Ειδικά στους τομείς της φορολογίας και της κοινωνικής ασφάλισης, όπου εκδίδεται μεγάλος αριθμός διοικητικών πράξεων σε σύντομο χρόνο με αναπόφευκτη συνέπεια την παρείσφρηση σφαλμάτων και πρόκληση βλάβης από δυσμενείς πράξεις για τους πολίτες, η βλάβη αυτή είναι δυνατό, σε μεγάλο βαθμό, να αποφευχθεί με τη διόρθωση των λαθών από την ίδια τη Διοίκηση κατά τη διαδικασία της υποχρεωτικής προσφυγής. Λόγω της αποτελεσματικότητας του θεσμού της διοικητικής αυτής προσφυγής στους συγκεκριμένους τομείς διοικητικής δράσης, τα φορολογικά και κοινωνικοασφαλιστικά δικαστήρια στη Γερμανία επέδειξαν σταθερή προσήλωση στη διατήρηση του εν λόγω θεσμού, παρά τις αμφισβητήσεις του και την προσπάθεια που επιχειρήθηκε για την άρση του υποχρεωτικού του χαρακτήρα. Σε ορισμένα μάλιστα ομόσπονδα κράτη που προχώρησαν σε ολοκληρωτική κατάργηση της διοικητικής αυτής προδικασίας μετρήθηκε στατιστικά σημαντική αύξηση της ροής των σχετικών υποθέσεων στα δικαστήρια [3].
Συνεπώς, το γερμανικό παράδειγμα αφήνει να συναχθεί ένα πρώτο συμπέρασμα: η εξοικονόμηση δαπανών που επιχειρήθηκε με την κατάργηση της ενδικοφανούς διαδικασίας εκμηδενίστηκε με την αύξηση των εξόδων λόγω της εντατικότερης λειτουργίας της δικαιοσύνης, ενώ ταυτόχρονα αυξήθηκε ο όγκος των εκκρεμών υποθέσεων στα δικαστήρια. Στο μέτρο, μάλιστα, που είχε διαπιστωθεί ότι μόνο το 5 - 15% των απορριπτόμενων ενδικοφανών προσφυγών κατέληγαν στα δικαστήρια γίνεται αντιληπτό ότι στη χώρα αυτή ο θεσμός της υποχρεωτικής διοικητικής προσφυγής λειτούργησε και ως μέσο αποσυμφόρησης της διοικητικής δικαιοσύνης.

Σάββατο 7 Μαΐου 2016

ΕλΣ.Ολ Πρκτ 20/2016 : Γνωμοδότηση επί του σχεδίου του νόμου «Ενιαίο σύστημα κοινωνικής ασφάλειας - Εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης».


ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ
Π Ρ Α Κ Τ Ι Κ Α ΤΗΣ 1ης ΕΙΔΙΚΗΣ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗΣ ΤΗΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΤΗΣ 20ης ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2016

ΜΕΛΗ: Ανδρονίκη Θεοτοκάτου, Πρόεδρος, Φλωρεντία Καλδή, Ιωάννης Σαρμάς, Χρυσούλα Καραμαδούκη, Μαρία Βλαχάκη, Aννα Λιγωμένου, Γεωργία Μαραγκού και Αγγελική Μαυρουδή, Αντιπρόεδροι, Γεώργιος Βοΐλης, Βασιλική Ανδρεοπούλου, Μαρία Αθανασοπούλου, Ασημίνα Σαντοριναίου, Ελένη Λυκεσά, Ευαγγελία - Ελισάβετ Κουλουμπίνη, Σταμάτιος Πουλής, Κωνσταντίνα Ζώη, Δέσποινα Καββαδία - Κωνσταντάρα, Αγγελική Μυλωνά, Χριστίνα Ρασσιά, Θεολογία Γναρδέλλη, Βιργινία Σκεύη, Κωνσταντίνος Εφεντάκης, Βασιλική Σοφιανού, Αγγελική Πανουτσακοπούλου, Δέσποινα Τζούμα, Δημήτριος Τσακανίκας, Ευφροσύνη Παπαθεοδώρου, ΚωνσταντίνοςΠαραθύρας, Ασημίνα Σακελλαρίου, Αργυρώ Μαυρομμάτη, Ευαγγελία Σεραφή, Κωνσταντίνος Κρέπης και Ειρήνη Κατσικέρη, Σύμβουλοι.

Η Αντιπρόεδρος Σωτηρία Ντούνη και οι Σύμβουλοι Κωνσταντίνος Κωστόπουλος, Δημήτριος Πέππας, Γεωργία Τζομάκα και Βασιλική Προβίδη απουσίασαν δικαιολογημένα.
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΠΙΤΡΟΠΟΣ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ : Μιχαήλ Ζυμής.
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ   :   Ελένη   Αυγουστόγλου,   Επίτροπος,   Προϊσταμένη   της
Γραμματείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου

      Με την αρχή της συνεδρίασης, οι Σύμβουλοι Ελένη Λυκεσά, Δημήτριος Τσακανίκας και Ευφροσύνη Παπαθεοδώρου, που ορίστηκαν από την Πρόεδρο εισηγητές, φέρουν προς συζήτηση το σχέδιο νόμου «Ενιαίο σύστημα κοινωνικής ασφάλειας - Εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης», που στάλθηκε στο Ελεγκτικό Συνέδριο, με το 44838/0092/14.4.2016 έγγραφο του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, για να γνωμοδοτήσει επ' αυτού η Ολομέλεια, σύμφωνα με το άρθρο 73 παρ. 2 του Συντάγματος. Το σχέδιο αυτό έχει ως εξής :

«Μεταρρύθμιση ασφαλιστικού - συνταξιοδοτικού συστήματος Κεφάλαιο Α' - Αρχές και όργανα του Ενιαίου Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλειας ʼρθρο 1 Θεμελιώδεις αρχές του Ενιαίου Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλειας
1. Οι κοινωνικές παροχές της Πολιτείας χορηγούνται στο πλαίσιο Ενιαίου Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλειας, με σκοπό την εξασφάλιση αξιοπρεπούς διαβίωσης και κοινωνικής προστασίας, με όρους ισότητας, κοινωνικής δικαιοσύνης, αναδιανομής και αλληλεγγύης των γενεών. Το Ενιαίο Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλειας περιλαμβάνει το Εθνικό Σύστημα Υγείας για τις παροχές υγείας, το Εθνικό Σύστημα Κοινωνικής Αλληλεγγύης για τιςπρονοιακές παροχές και το Εθνικό Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλισης για τις ασφαλιστικές παροχές, όπως ρυθμίζεται από το νόμο αυτό.
2. Η κοινωνική ασφάλιση και η κοινωνική πρόνοια αποτελούν δικαίωμα όλων των Ελλήνων Πολιτών και όσων διαμένουν μόνιμα και νόμιμα στην Ελλάδα. Το Κράτος έχει υποχρέωση για την εξασφάλιση της βιωσιμότητας του Ενιαίου Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλειας και για την απονομή των σχετικών παροχών σε όλους όσοι πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις.
3. Το Εθνικό Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλισης λειτουργεί με ενιαίους κανόνες για όλους χωρίς διάκριση.
ʼρθρο 2 Εννοιολογικοί προσδιορισμοί

1.         Από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του νόμου αυτού, με την επιφύλαξη
ειδικότερων διατάξεων του νόμου αυτού, η κύρια σύνταξη λόγω γήρατος, αναπηρίας
και θανάτου υπολογίζεται ως το άθροισμα δύο τμημάτων: της εθνικής σύνταξης των
άρθρων 7 και της ανταποδοτικής σύνταξης των άρθρων 8 του παρόντος.
2. Η Εθνική Σύνταξη δεν χρηματοδοτείται από ασφαλιστικές εισφορές, αλλά απευθείας από τον κρατικό προϋπολογισμό.
3. Το ανταποδοτικό μέρος της σύνταξης υπολογίζεται βάσει των αποδοχών επί των οποίων καταβλήθηκαν εισφορές και του ποσοστού αναπλήρωσης σύμφωνα με το άρθρο 8 του παρόντος. Το άθροισμα της εθνικής και της ανταποδοτικής σύνταξης αποσκοπεί στην εξασφάλιση αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης, όσο το δυνατό εγγύτερα προς εκείνο που είχε ο ασφαλισμένος κατά τη διάρκεια του εργασιακού του βίου.
4. Το ποσό της κατά τα ανωτέρω κανονισθείσας σύνταξης καταβάλλεται ανά μήνα.
5. Το κράτος έχει πλήρη εγγυητική υποχρέωση για το σύνολο των ασφαλιστικών παροχών. Ειδικές διατάξεις σχετικές με την κρατική χρηματοδότηση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης καταργούνται.

ʼρθρο 3 Εθνικό Συμβούλιο Κοινωνικής Ασφάλειας

1.         Συστήνεται Εθνικό Συμβούλιο Κοινωνικής Ασφάλειας (Ε.ΣΥ.ΚΑ.) ως
συμβουλευτικό όργανο των Υπουργείων Υγείας, Οικονομικών και Εργασίας,
Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης για τη χάραξη των εθνικών
πολιτικών, στο πλαίσιο του Ενιαίου Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλειας. Όργανα του
Ε.ΣΥ.ΚΑ. είναι ο Πρόεδρος, η Ολομέλεια και το Εκτελεστικό Συμβούλιο.

2.         Η Ολομέλεια του Ε.ΣΥ.ΚΑ έχει ως αποστολή:

α. Τη διαρκή παρακολούθηση των θεμάτων κοινωνικής ασφάλειας, τη δημόσια ενημέρωση και την προώθηση της σχετικής με το πεδίο αυτό έρευνας β. Την ανταλλαγή εμπειριών σε διεθνές επίπεδο διατηρώντας παράλληλα μόνιμη συνεργασία και επικοινωνία με διεθνείς οργανισμούς και παρεμφερή όργανα άλλων χωρών
γ. Την υποβολή συστάσεων, προτάσεων και εκπόνηση μελετών και εκθέσεων για τη λήψη νομοθετικών, διοικητικών ή άλλων μέτρων που συμβάλλουν στη βελτίωση της κοινωνικής ασφάλειας.
3. Συγκροτείται με κοινή απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και του Υπουργού Υγείας και αποτελείται από τα εξής μέλη:
α. Τον Πρόεδρο του Ε.ΣΥ.ΚΑ., ο οποίος είναι μέλος Διδακτικού -Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.) Πανεπιστημίου ή ομότιμος καθηγητής, ή προσωπικότητα εγνωσμένου κύρους με ιδιαίτερη εμπειρία σε θέματα κοινωνικής Προστασίας και ορίζεται ύστερα από γνώμη της αρμόδιας κατά τον Κανονισμό της Βουλής Επιτροπής

β. Το Γενικό Γραμματέα Κοινωνικών Ασφαλίσεων

γ. τέσσερις (4) εκπροσώπους, ένας ανά υπουργείο, ήτοι (1) εκπρόσωπος του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, του Οικονομικών, του Υγείας, του Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης με τους αναπληρωτές τους, που ορίζονται με απόφαση του αρμοδίου Υπουργού

δ. Το Διοικητή του ΟΑΕΔ, με τον αναπληρωτή του

ε. Το Διοικητή του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ) με τον αναπληρωτή του

στ. Το Διοικητή του ΟΓΑ, με τον αναπληρωτή του

ζ. Τον Πρόεδρο του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικής Αλληλεγγύης, με τον αναπληρωτή του

η. Τον Πρόεδρο του ΕΟΠΥΥ, με τον αναπληρωτή του θ. Έναν (1) εκπρόσωπο από φορείς εποπτευόμενους από το Υπουργείο Υγείας που ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Υγείας.
ι. Τον Συνήγορο του Πολίτη, με αναπληρωτή του το Βοηθό Συνήγορο με αρμοδιότητα την Κοινωνική Προστασία
ια. Έναν (1) εκπρόσωπο της ΓΣΕΕ, με τον αναπληρωτή του ιβ. Έναν (1) εκπρόσωπο της ΑΔΕΔΥ, με τον αναπληρωτή του
ιγ. Έναν (1) εκπρόσωπο του ΣΕΒ και του ΣΕΤΕ, που υποδεικνύεται από κοινού από τις δύο οργανώσεις, με τον αναπληρωτή του
ιδ. Έναν (1) εκπρόσωπο της ΕΣΕΕ και της ΓΣΕΒΕΕ που υποδεικνύεται από κοινού από τις δύο οργανώσεις, με τον αναπληρωτή του
ιε. Έναν (1) εκπρόσωπο των συνταξιούχων που υποδεικνύεται από την Ανώτατη Γενική Συνομοσπονδία Συνταξιούχων Ελλάδος (ΑΓΣΕΕ), την Ομοσπονδία Συνταξιούχων ΙΚΑ, την Πανελλήνια Ομοσπονδία Συνταξιούχων ΟΑΕΕ (ΠΟΣ ΟΑΕΕ) και την Πανελλήνια Ομοσπονδία Πολιτικών Συνταξιούχων (ΠΟΠΣ), εκ περιτροπής ανά θητεία, με τον αναπληρωτή του
ιστ. Έναν (1) εκπρόσωπο της Εθνικής Συνομοσπονδίας Ατόμων με Αναπηρία (ΕΣΑμεΑ), με τον αναπληρωτή του
ιζ. Έναν (1) εκπρόσωπο της ΚΕΔΕ και της Ένωσης Περιφερειών Ελλάδας που υποδεικνύεται από κοινού από τις δύο οργανώσεις, με τον αναπληρωτή του
ιη. Δύο (2) ειδικούς επιστήμονες επί θεμάτων κοινωνικής ασφάλισης και προστασίας που ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης
ιθ. Έναν (1) ειδικό επιστήμονα επί θεμάτων υγείας και κοινωνικής προστασίας που ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Υγείας κ. έναν (1) εκπρόσωπο του Τεχνικού Επαγγελματικού Επιμελητηρίου, της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων και του Οικονομικού Επιμελητηρίου υποδεικνύεται από κοινού από τις οργανώσεις αυτές, με τον αναπληρωτή του
4. Σε περίπτωση, κατά την οποία οι αρμόδιοι φορείς των περιπτώσεων ια' έως ιζ' της προηγούμενης παραγράφου δεν υποδείξουν εντός δύο μηνών από σχετική πρόσκληση των Υπουργών Υγείας, Οικονομικών, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης τους εκπροσώπους τους, η Ολομέλεια του Ε.ΣΥ.ΚΑ. λειτουργεί νόμιμα και χωρίς την συμμετοχή τους.
5. α. Η Εκτελεστική Επιτροπή του Ε.ΣΥ.ΚΑ. αποτελείται από τον Πρόεδρό του και τα μέλη των περιπτώσεων ιη' και ιθ' της προηγούμενης παραγράφου και συγκροτείται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Οικονομικών και Υγείας.
β. Η εκτελεστική επιτροπή ασκεί όσες αρμοδιότητες της ανατίθενται από την Ολομέλεια και, παράλληλα, λειτουργεί ως παρατηρητήριο της εφαρμογής της νομοθεσίας κοινωνικής προστασίας, εισηγούμενη προς τον αρμόδιο Υπουργό επί θεμάτων επιχειρησιακού σχεδιασμού, οργανωτικού και λειτουργικού εκσυγχρονισμού των φορέων του Ενιαίου Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλειας.

6.         α. Η θητεία των μελών του Ε.ΣΥ.ΚΑ. είναι τριετής και δύναται να παρατείνεται μετά
τη λήξη της αυτοδικαίως, όχι όμως πέρα από ένα εξάμηνο. Σε περίπτωση
αντικατάστασης μέλους κατά τη διάρκεια της θητείας του, το νέο μέλος ορίζεται για το
υπόλοιπο της θητείας του προκατόχου του.

β. Με την απόφαση της συγκρότησης της Ολομέλειας ορίζεται ως Αντιπρόεδρος ένα από τα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής των περιπτώσεων ιη' ή ιθ', με σκοπό την αναπλήρωση του Προέδρου όταν αυτός κωλύεται να ασκήσει τα καθήκοντα του στην Ολομέλεια ή την Εκτελεστική Επιτροπή.

γ. Χρέη γραμματέα της Ολομέλειας και της Εκτελεστικής Επιτροπής ασκεί υπάλληλος του Υπουργείου Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ο οποίος ορίζεται, μαζί με τον αναπληρωτή του στην απόφαση συγκρότησης.
7.         Ο Πρόεδρος ή ο αναπληρωτής του συντάσσει την ημερήσια διάταξη της Ολομέλειας
και της Εκτελεστικής Επιτροπής, εισηγείται τα θέματα προς συζήτηση ή ορίζει
εισηγητές, διευθύνει τις εργασίες τους και φροντίζει για την εύρυθμη λειτουργία τους.
8.         Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και
Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Υγείας και Οικονομικών ορίζεται η αποζημίωση των μελών
της Ολομέλειας και της Εκτελεστικής Επιτροπής ανά συνεδρίαση.

Κεφάλαιο Β' Συντάξεις δημοσίων υπαλλήλων και στρατιωτικών

Aρθρο 4 Υπαγωγή στον Ενιαίο Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης των υπαλλήλων -λειτουργών του Δημοσίου καθώς και των στρατιωτικών

Πέμπτη 5 Μαΐου 2016

Απόφαση ΔΕΕ της 15ης Οκτωβριου 2015 στην υπόθεση C-167/14 - Αστικά λύματα - κυρώσεις


Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας-
Περίληψη:
Παράβαση κράτους μέλους — Οδηγία 91/271/ΕΟΚ — Επεξεργασία των αστικών λυμάτων — Απόφαση του Δικαστηρίου διαπιστώνουσα παράβαση — Μη εκτέλεση — Άρθρο 260, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ — Χρηματικές κυρώσεις — Κατ’ αποκοπήν ποσό και χρηματική ποινή

Δείτε το κείμενο της απόφασης εδώ : «Παράβαση κράτους μέλους — Οδηγία 91/271/ΕΟΚ — Επεξεργασία των αστικών λυμάτων — Απόφαση του Δικαστηρίου διαπιστώνουσα παράβαση — Μη εκτέλεση — Άρθρο 260, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ — Χρηματικές κυρώσεις — Κατ’ αποκοπήν ποσό και χρηματική ποινή»

Τρίτη 3 Μαΐου 2016

"Νομικά ζητήματα από την χρήση του διαδικτύου: η ελευθερία της έκφρασης στα ιστολόγια" [Παναγιώτης Μαντζούφας, Αν. Καθηγητής, Νομική Σχολή ΑΠΘ]


1. Εισαγωγή
Πολλές σημαντικές αλλαγές στη παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών οφείλονται στις νέες τεχνολογίες και ιδίως στη πληροφοριακή επανάσταση, που συνίσταται στην γενίκευση της χρήσης των ηλεκτρονικών υπολογιστών ως μεθόδου επεξεργασίας των πληροφοριών. Οι νέες τεχνολογίες της πληροφορίας, υποκαθιστώντας παραδοσιακές δραστηριότητες, δημιουργούν νέα πεδία επικοινωνίας και ουσιαστικά οδηγούν σε μετασχηματισμό της κοινωνίας2. Αυτό συμβαίνει διότι στις συνθήκες του μεταβιομηχανικού καπιταλισμού των υπηρεσιών και του χρηματοπιστωτικού συστήματος η γνώση και η έγκαιρη πληροφόρηση διαδραματίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην οικονομική δραστηριότητα. Κάθε λόγος, εικόνα και ήχος μπορεί να μεταγραφεί στη γλώσσα της ψηφιακής τεχνολογίας (δηλαδή να μετατραπεί σε δυαδική μορφή) με αποτέλεσμα να διευρύνεται η δυνατότητα αποθήκευσης, επεξεργασίας, διακίνησης και αναπαραγωγής δεδομένων σε ψηφιακή μορφή3. Η καινοτομία της ψηφιακής τεχνολογία έγκειται στην ικανότητά της να ενσωματώνεται στις εφαρμογές ποικίλων τεχνολογικών κλάδων, κατά τρόπο που να μεταβάλλει ριζικά τα δεδομένα της παραγωγής, αλλά κυρίως της παροχής υπηρεσιών, πολλαπλασιάζοντας την ταχύτητα μετάδοσης δεδομένων και ουσιαστικά καταργώντας τους χρονικούς και χωρικούς περιορισμούς. Η ψηφιακή τεχνολογία δεν πρέπει να ταυτίζεται με το διαδίκτυο, το οποίο παραπέμπει σε ένα σύστημα διανομής πληροφοριών που θα μπορούσε να εξυπηρετήσει και το αναλογικό σύστημα. Ωστόσο, η ψηφιοποίηση μεταμόρφωσε το σύστημα διανομής σχεδόν όλων των προϊόντων των ΜΜΕ. Το διαδίκτυο δεν θα είχε ποτέ την δυνατότητα να προσφέρει βίντεο, μουσικά έργα και υπηρεσίες ενημέρωσης εάν αυτές οι υπηρεσίες δεν είχαν προηγουμένως μετατραπεί στο δυαδικό κώδικα.
Είnαι χαρακτηριστικό το παράδειγμα της εφαρμογής της ψηφιακής τεχνολογίας στον τομέα των τηλεπικοινωνιών και των μέσων μαζικής ενημέρωσης (ΜΜΕ). Εκεί παρατηρείται μια συνεχώς διευρυνόμενη τεχνολογική σύγκλιση -με άξονα την πληροφορική- που οδηγεί στην διασύνδεση υπολογιστών (τεχνολογία της πληροφορικής), του περιεχομένου (δηλαδή τα ΜΜΕ) και των τηλεπικοινωνιών σε ενιαίες τεχνολογικές δομές4 που συνεπιφέρει και μια εταιρική σύγκλιση με την έννοια ότι εταιρίες του ενός κλάδου εξαγοράζουν ή συγχωνεύονται με εταιρίες σε κάποιον άλλον από τους συγκλίνοντες κλάδους.
Στη περίπτωση του διαδικτύου, που εμφανίζεται ως «πλατφόρμα» της σύγκλισης, αποτυπώνονται με τον πλέον ευκρινή τρόπο όλα τα επίπεδα της τεχνολογικής και οικονομικής σύγκλισης: α) σύγκλιση των δικτύων επικοινωνίας, β) σύγκλιση των υπηρεσιών, γ) σύγκλιση των παροχέων υπηρεσιών καθώς παρατηρείται αύξουσα τάση συνένωσης και συνεργασίας μεταξύ των παροχέων υποδομής, πρόσβασης και περιεχομένων.
Το διαδίκτυο είναι το πρότυπο των παραπάνω εφαρμογών5, διότι έχει κατορθώσει να ενώσει σε ένα απέραντο και άκεντρο δίκτυο πληροφοριακών συστημάτων ένα τεράστιο αριθμό δεδομένων, που συνδέονται μεταξύ τους, δίνοντας έτσι την δυνατότητα στο χρήστη να έχει θεωρητικά πρόσβαση, μέσω των τηλεπικοινωνιών, σε όλες τις πληροφορίες αλλά και να επικοινωνεί με όλους. Το διαδίκτυο είναι συγχρόνως ένας παγκόσμιος πόρος διανομής περιεχομένου, ένας μηχανισμός διασποράς πληροφοριών και ένα μέσο συνεργασίας και αλληλεπίδρασης μεταξύ ιδιωτών και των υπολογιστών τους, ανεξάρτητα από την γεωγραφική τους θέση. Η τεχνική δυνατότητα της επικοινωνίας σε παγκόσμια κλίμακα χωρίς όρια ως προς τον χώρο και τον χρόνο, η εμβέλεια και το βάθος των αλλαγών που συνεπιφέρουν οι «λεωφόροι των πληροφοριών» στις δομές της διοίκησης, των κοινωνικών σχέσεων, της οικονομίας αλλά και στην παγκόσμια κατανομή της γνώσης, της εργασίας και της οικονομικής εξουσίας οδηγούν στη παγκοσμιοποίηση της κοινωνίας της πληροφορίας.
Επίσης, το διαδίκτυο χαρακτηρίζεται από μια πρωτοφανή ποικιλομορφία περιεχομένου και στο βαθμό που είναι το κατεξοχήν διαδραστικό μέσο, μπορεί να θεωρηθεί ως το λιγότερο επιθετικό και διεισδυτικό ΜΜΕ. Η επέκταση του διαδικτύου βασίζεται σε τρις πυλώνες: στον αριθμό των χρηστών, στον όγκο της παρεχόμενης πληροφορίας και στα τηλεπικοινωνιακά δίκτυα. Στο πεδίο του κυβερνοχώρου ενώ διατίθενται νέα συνεχώς εξελισσόμενα τεχνικά μέσα, απουσιάζουν στις περισσότερες περιπτώσεις, περιορισμοί στην πρόσβαση, οι δε χρήστες είναι διασπαρμένοι σε ένα παγκοσμιοποιημένο, πλην αποκεντρωμένο περιβάλλον. Σε αυτό το νέο περιβάλλον επικοινωνίας, η διαδικασία ανταλλαγής δεδομένων παράγει νέες πληροφορίες και έτσι το τεχνολογικό φαινόμενο μετατρέπεται σε κοινωνικό και οικονομικό. Μέσω της σύγκλισης των τεχνολογιών της πληροφορικής με αυτές των τηλεπικοινωνιών, στον άυλο κόσμο των δικτύων «μεταφέρονται» διαρκώς κοινωνικές σχέσεις, οικονομικές συναλλαγές και κατά συνέπεια έννομες σχέσεις.
Ειδικά στο πεδίο των ΜΜΕ, η επιρροή του διαδικτύου είναι σημαντική διότι συμβάλει στην σημαντική αύξηση της προσπελασιμότητας του περιεχομένου. Οι μηχανές αναζήτησης και οι υπερσύνδεσμοι μας επιτρέπουν -μέσω της περιήγησης στον παγκόσμιο ιστό- να δημιουργήσουμε μια νέα σύνθεση του υπάρχοντος υλικού εικόνας, ήχου και λόγου, ελκυστικότερη και απείρως ευκολότερη από αυτή που είχαμε συνηθίσει με τα παραδοσιακά ΜΜΕ. Το διαδίκτυο δεν αλλάζει τους όρους και το κόστος παραγωγής του περιεχομένου των παραδοσιακών ΜΜΕ, αλλά αλλάζει σημαντικά τους όρους προώθησης και διανομής αυτού του περιεχομένου καθιστώντας τη αποτελεσματικότερη και διεισδυτικότερη σε νέες ομάδες κοινού. Επιπλέον οι χρήστες του διαδικτύου, ιδίως μέσω της κοινωνικής δικτύωσης, δημιουργούν συνεχώς νέα περιεχόμενα (καθώς λόγω του διαδραστικού χαρακτήρα της επικοινωνίας στο Κυβερνοχώρο κάθε επικοινωνιακή συναλλαγή παράγει νέα πληροφορία), ενώ ευνοείται η δημοσίευση περιεχομένου
που μέχρι σήμερα δεν ήταν δυνατή λόγω κόστους. Ειδικότερα, ως προς την τηλεόραση, το διαδίκτυο σε συνδυασμό με την επέκταση της ψηφιοποίησης, ανοίγει ένα νέο κανάλι διανομής του περιεχομένου της, ενώ τα smartphones (τηλέφωνα με δυνατότητα σύνδεσης στο διαδίκτυο) αποτελούν σαφώς μια πλατφόρμα για την προσπέλαση ακόμα και σε τηλεοπτικές εκπομπές, η οποία βέβαια δεν θα αξιοποιείται με ένα γραμμικό-προκατασκευασμένο τρόπο, αλλά θα ανταποκρίνεται στις ειδικότερες επιλογές των χρηστών που θα μπορούν να δημιουργήσουν το ατομικό τους μπουκέτο προγραμμάτων.
Παρόλα αυτά, το μεγάλο ερώτημα στο πεδίο των ΜΜΕ για τους εκδότες είναι το πώς θα αποκομίσουν κέρδος από το διαδίκτυο μέσω της διαφήμισης, της πώλησης ειδήσεων και της πώλησης προϊόντων. Η διαφήμιση στο διαδίκτυο αναπτύσσεται με ταχείς ρυθμούς, ωστόσο τη μερίδα του λέοντος την αποσπούν οι παγκόσμιες διαδικτυακές πύλες όπως η GOOGLE, η Yahoo, η AOL και λιγότερο οι ιστοσελίδες των εφημερίδων, ενώ η πώληση ειδήσεων αφορά σε πολύ συγκεκριμένες εφημερίδες που παράγουν εξειδικευμένες οικονομικές και επιχειρηματικές πληροφορίες και αναλύσεις (π.χ NYT, FT με συνδρομή), ενώ περιορισμένη παραμένει η πώληση υπηρεσιών που δεν είναι ειδήσεις (σταυρόλεξα ωροσκόπια, συμβουλές υγείας και ομορφιάς). Το «άνοιγμα» λοιπόν του Διαδικτύου σε οικονομικές και επιχειρηματικές δραστηριότητες διεύρυνε σημαντικά τον αριθμό των συμμετεχόντων και των χρηστών, διαφοροποίησε τις χρήσεις του και τη φύση των περιεχομένων σε αυτό.

Παρασκευή 29 Απριλίου 2016

"Ο Αυτεπαγγέλτως Διοριζόμενος Συνήγορος και το Δικαίωμα Αναβολής ή Διακοπής της Δίκης" [του Βίκτωρα Τσιλώνη, Δικηγόρου, Υπ. δρ Νομικής ΑΠΘ, αρχισυντάκτη του περιοδικού Intellectum]

[Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύεται στα Ποινικά Χρονικά στον τόμο NH/2008, σελ. 758-763]

Η παρούσα μελέτη* επιχειρεί να εξετάσει τον θεσμό του αυτεπαγγέλτως διοριζόμενου συνηγόρου, όχι μόνο μέσα από την ανάλυση του νομικού πλαισίου αλλά και από πρακτική σκοπιά, μέσα δηλαδή από τις περιπτώσεις που συνήθως αυτός λαμβάνει χώρα σήμερα. Η λειτουργία του θεσμού, ο οποίος κρίνεται ιδιαίτερα σημαντικός για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και την προάσπιση των δικαιωμάτων πολιτών- κατηγορουμένων χωρίς άλλη δυνατότητα νομικής συνδρομής, αποτελεί εκτός των άλλων κάτοπτρο του κύρους του δικηγορικού λειτουργήματος. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο ζήτημα αν ο αυτεπαγγέλτως διοριζόμενος συνήγορος έχει δικαίωμα να ζητήσει αναβολή ή διακοπή της δίκης ακόμη και παρά τη θέληση του κατηγορουμένου, ο οποίος στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων βρίσκεται ήδη έγκλειστος σε σωφρονιστικό κατάστημα και επιθυμεί διακαώς να (κατα)δικαστεί. Η σύγκρουση μεταξύ των επιθυμιών του κατηγορουμένου και της προβληματικής εφαρμογής του αυτεπάγγελτου διορισμού από τη μία πλευρά και των καθηκόντων του συνηγόρου και των λόγων ύπαρξης του θεσμού από την άλλη είναι εξόχως ενδιαφέρουσα αλλά και κρίσιμη. 

1. Οι από τον νόμο καθοριζόμενες περιπτώσεις αυτεπάγγελτου διορισμού συνηγόρου 
Οι περιπτώσεις αυτεπάγγελτου διορισμού συνηγόρου στη χώρα μας είναι ρητά περιορισμένες από το νόμο. Ειδικότερα, σύμφωνα με τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, αυτεπάγγελτος διορισμός συνηγόρου συμβαίνει μόνο όταν: α) ο κατηγορούμενος εμφανιστεί και αποχωρήσει λόγω σοβαρής διαταραχής της υγείας ή άλλων λόγων και η δίκη αφορά κακούργημα (άρθρο 344 και 348 ΚΠΔ)[1], β) τεθεί ζήτημα υποβολής του κατηγορουμένου σε ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη (άρθρο 200 ΚΠΔ), γ) ο κατηγορούμενος ζητήσει ρητά από τον ανακριτή τον διορισμό συνηγόρου (άρθρο 100 § 3 ΚΠΔ), δ) ο συλληφθείς- κατηγορούμενος για αυτόφωρα πλημμελήματα υποβάλει αίτηση στο αρμόδιο δικαστήριο (άρθρο 423 ΚΠΔ), ε) ο κατηγορούμενος ζητήσει διορισμό συνηγόρου στη συζήτηση για την αιτηθείσα έκδοσή του (άρθρο 448 § 1 εδ. β΄ ΚΠΔ), και τέλος στ) ο κατηγορούμενος δικάζεται για μία ή περισσότερες κακουργηματικές πράξεις και δεν έχει συνήγορο (άρθρα 340 § 1, 376 και 402 ΚΠΔ)[2], [3]. 

Ωστόσο, οι παραπάνω περιπτώσεις θα πρέπει σήμερα να ιδωθούν μέσα από το πρίσμα του άρθρου 7 του ν. 3226/2004 με τίτλο «Παροχή νομικής βοήθειας σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος και άλλες διατάξεις», που ορίζει ότι υποχρεωτικός διορισμός συνηγόρου λαμβάνει χώρα όταν: α) ο κατηγορούμενος βαρύνεται για κακουργηματικές πράξεις, τόσο κατά το στάδιο της ανάκρισης όσο και κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, β) ο κατηγορούμενος φέρεται να διέπραξε πλημμελήματα που ανήκουν στην αρμοδιότητα του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου για τα οποία ο νόμος προβλέπει ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο[4], γ) για εφέσεις κατά αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου, Τριμελούς Πλημμελειοδικείου και για παράσταση κατά την εκδίκαση αυτών ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου εφόσον πρωτοδίκως έχει επιβληθεί στερητική της ελευθερίας ποινή τουλάχιστον έξι μηνών, δ) για αναιρέσεις κατά αποφάσεων των ως άνω Δικαστηρίων και αποφάσεων του Μικτού Ορκωτού Εφετείου, του Πενταμελούς Εφετείου και του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων, εφόσον έχει επιβληθεί στερητική της ελευθερίας ποινή τουλάχιστον ενός έτους, ε) για αιτήσεις επανάληψης της διαδικασίας, εφόσον έχει επιβληθεί στερητική της ελευθερίας ποινή τουλάχιστον έξι μηνών, στ) για σύνταξη και υποβολή έγκλησης καθώς και παράσταση πολιτικής αγωγής σε κάθε βαθμό σε θύματα βασανιστηρίων και άλλων προσβολών της ανθρώπινης αξιοπρέπειας (άρθρα 137Α και 137Β ΠΚ), διακρίσεων και παραβιάσεων της ίσης μεταχείρισης, εγκλημάτων κατά της ζωής, κατά της προσωπικής ελευθερίας και της γενετήσιας ελευθερίας, οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, κατά της ιδιοκτησίας και των περιουσιακών δικαιωμάτων, σωματικών βλαβών και εγκλημάτων σχετικών με το γάμο και την οικογένεια. 

2. Ο θεσμός του αυτεπαγγέλτως διοριζόμενου συνηγόρου στα κακουργήματα 

Η παρούσα μελέτη θα περιοριστεί στην ανάλυση των θεμάτων που ανακύπτουν στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος βαρύνεται με κακουργηματικές κατηγορίες και η υπόθεση εισάγεται στο ακροατήριο σε πρώτο βαθμό, δεδομένου ότι πρακτικά αυτή είναι η πλέον συνήθης περίπτωση που οι δικαστικές αρχές προβαίνουν σε αυτεπάγγελτο διορισμό συνηγόρου[5]. 

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και του άρθρου 7 του ν. 3226/2004 καθίσταται εμφανές ότι όταν κάποιος κατηγορείται για κακούργημα, η ελληνική πολιτεία έχει πλέον κρίνει[6] ότι σε τόσο σοβαρές υποθέσεις η παράσταση συνηγόρου είναι υποχρεωτική προς το συμφέρον της ορθής απονομής δικαιοσύνης. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο έχει θεσπιστεί απαρέγκλιτα σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις ο αυτεπάγγελτος διορισμός συνηγόρου, όχι μόνο δηλαδή όταν ο κατηγορούμενος δεν διαθέτει την οικονομική δυνατότητα για την πρόσληψη συνηγόρου[7], αλλά ακόμη και όταν δεν έχει ζητήσει τον διορισμό συνηγόρου ή δεν επιθυμεί καν την υπεράσπισή του με συνήγορο[8]. Στις περιπτώσεις αυτές η παρουσία του συνηγόρου κρίνεται επιβεβλημένη, επειδή θεωρείται ότι η ενεργή συμμετοχή του συνηγόρου στην ακροαματική διαδικασία συμβάλλει ουσιωδώς στην προάσπιση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου καθώς και στην αποφυγή μιας ενδεχόμενης δικαστικής πλάνης που θα προσέβαλε καίρια το κύρος της δικαιοσύνης. 


Με βάση τα προαναφερθέντα ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας (όταν η διαδικασία δεν είναι αυτόφωρη[9] και ο κατηγορούμενος είναι παρών[10]) ρυθμίζει το ζήτημα του αυτεπάγγελτου διορισμού και ρητά θέτει σήμερα (στα άρθρα 340 § 1, 376 και 402 ΚΠΔ) την σωρευτική πλήρωση δύο μόνο προϋποθέσεων για τον διορισμό του συνηγόρου: 1) Η κατηγορία να αφορά κακούργημα και 2) ο κατηγορούμενος να μην έχει συνήγορο[11]. 

Αξίζει στο σημείο αυτό να επισημανθεί ότι στο παρελθόν (πριν δηλαδή την ψήφιση του ν. 3090/2002) είχε διαπιστωθεί ότι, όταν εμφανιζόταν ενώπιον του δικαστηρίου ένας κατηγορούμενος που βαρύνονταν για κακουργηματικές πράξεις, ο πρόεδρος του δικαστηρίου –βάσει της αρχής της δικαστικής βοήθειας προς τον κατηγορούμενο που συνίσταται στην εξήγηση των δικαιωμάτων του– συνήθιζε να τον ρωτά αν έχει συνήγορο. Εφόσον λάμβανε αρνητική απάντηση, διόριζε στον κατηγορούμενο ως συνήγορο έναν δικηγόρο απ’ όσους παρίσταντο στην αίθουσα (ανεξάρτητα, δηλαδή, από το εάν ο συγκεκριμένος συνήγορος ήταν εγγεγραμμένος στον ετήσιο κατάλογο του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου ή όχι)[12], μολονότι ευθέως σχετικό αίτημα εκ μέρους του κατηγορουμένου δεν είχε εξαρχής υποβληθεί[13]. Είτε επειδή η πρακτική αυτή έγινε σύντομα αντιληπτή είτε επειδή μεσολάβησε η κύρωση του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα με το ν. 2462/1997[14] είτε για άλλους λόγους[15], ο Έλληνας νομοθέτης αποφάσισε να προχωρήσει με το άρθρο 7 § 4 του ν. 3090/2002 στην τροποποίηση του άρθρο 340 § 1 ΚΠΔ και να ορίσει ρητά πλέον ότι ο διορισμός συνηγόρου σε κατηγορούμενο που φέρεται ότι διέπραξε κακουργηματικές πράξεις είναι υποχρεωτικός, ανεξαρτήτως δηλαδή από το αν το ζητήσει ο ίδιος ο κατηγορούμενος ή όχι.