Δευτέρα 15 Μαΐου 2017

"Υπόθεση Φραντζή, 30 χρόνια αργότερα" [του Δρ. Παναγιώτη Παπαϊωάννου, Δικηγόρου]


Τίποτε δεν προοιώνιζε ότι μια κοινή Πέμπτη με καύσωνα, η 25η Ιουνίου του 1987 θα σημάδευε για πάντα τα ελληνικά εγκληματολογικά χρονικά[1]. 11 μόλις ημέρες πριν ολόκληρη η χώρα είχε ξεχυθεί στους δρόμους σε μια ανεπανάληπτη έκρηξη εθνικής ανάτασης, καθώς η Εθνική ομάδα μπάσκετ είχε κατακτήσει το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα που διοργανωνόταν στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας. Οι Πανελλαδικές Εξετάσεις είχαν ολοκληρωθεί, με την ρήση από τα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη να έχει κεντρίσει τον δημόσιο διάλογο για το πώς επιλέγονται και το πώς διατυπώνονται τα θέματα στο μάθημα της Έκθεσης. Το συνδικαλιστικό όργανο των οδηγών απορριμματοφόρων είχε προκηρύξει απεργία σε ολόκληρη την Αττική, γεγονός που θα έκανε, για όσο θα διαρκούσε, το πιο ζεστό καλοκαίρι των τελευταίων δεκαετιών βαρύ και ανθυγειινό για τους κατοίκους της πρωτεύουσας.
Όχι όμως για όλους. Τις πρώτες πρωινές ώρες εκείνης της Πέμπτης, σε έναν ανατρεπόμενο κάδο απορριμμάτων του δήμου, επί της οδού Αιλιανού στα κάτω Πατήσια, ο ρακοσυλλέκτης Κωνσταντίνος Βουζίκας, επιχειρώντας να εκμεταλλευτεί το γεγονός, βρίσκεται προ μιας μακάβριας έκπληξης: ανάμεσα σε άχρηστα και αποφάγια, διπλωμένος σε σακκούλες σκουπιδιών, ένας ακέφαλος κορμός από γυναικείο σώμα.
Αμέσως κινητοποιείται η Αστυνομία και η αναπάντεχη όσο και τυχαία ανακάλυψη κάνει το γύρο των πανελλαδικής εμβέλειας Μ.Μ.Ε. της εποχής (κρατικό δελτίο ειδήσεων και κρατικό ραδιόφωνο). Πριν ακόμη πιστοποιηθεί η ταυτότητα του πτώματος, το ίδιο απόγευμα, ο 27χρονος Παναγιώτης Φραντζής παραδίδεται στα γραφεία της Γ.Α.Δ.Α. και ομολογεί : «Σκότωσα τη γυναίκα μου. Ήταν ατύχημα». Το τεμαχισμένο πτώμα ανήκει πράγματι στη Ζωή Φραντζή και ο δράστης υποδεικνύει πού είχε πετάξει τα διάφορα μέλη του. Το κύριο μέρος του κορμού του πτώματος ήταν αυτό που βρέθηκε λίγα μέτρα από το σπίτι του νεαρού ζεύγους.

Ο Παναγιώτης Φραντζής και η Ζωή Γαρμανή είχαν γνωριστεί τον Οκτώβριο του 1985. Ο πρώτος, 25 ετών τότε, ήταν φοιτητής της Α.Σ.Ο.Ε.Ε., δευτερότοκος γιος μιας αστικής οικογένειας που ζούσε στα Κάτω Πατήσια, με επίκεντρο μια οικογενειακή επιχείρηση (αντιπροσωπείες ενδυμάτων) που παρουσίαζε θετική οικονομική πορεία και προοπτική. Η δεύτερη, 16 ετών, κόρη ευκατάστατης αστικής οικογένειας που ζούσε τον Άγιο Νικόλαο Πατησίων, τελείωνε τότε το Λύκειο[2]. Σύμφωνα με τις καταθέσεις και τις δημόσιες τοποθετήσεις γνωστών, φίλων και συγγενών του Παναγιώτη Φραντζή, η γνωριμία του εκείνη με την Ζωή οδήγησε γρήγορα σ' έναν σφοδρό έρωτα. Προκειμένου να πλησιάσει, να γνωρίσει και να συνδεθεί ερωτικά με την νεαρή, διέλυσε έναν υφιστάμενο από πενταετίας αρραβώνα, κάνοντας με τον τρόπο αυτό την «επανάστασή» του μέσα στην οικογένειά του. Ο γάμος του ζευγαριού έγινε τον Δεκέμβριο του ’86, οπότε και εγκαταστάθηκαν σε δικό τους διαμέρισμα, στην οδό Αιλιανού, κοντά στην οικία της οικογένειας Φραντζή. Η συμβίωση των δυο νέων υπήρξε εξ αρχής δύσκολη και επεισοδιακή, μια αρχετυπική περίπτωση του κλισέ περί «ασυμφωνίας χαρακτήρων». Από τη μια πλευρά, ο νεαρός σύζυγος. Φοιτητής μόνο για τη εκπλήρωση των προσδοκιών της οικογένειάς του για πανεπιστημιακή πρόοδο, στις οποίες και ανταποκρίθηκε το 1979, πετυχαίνοντας μέσω των πανελλαδικών εξετάσεων την εισαγωγή του στην Α.Σ.Ο.Ε.. Από το '85 ήταν ενταγμένος πλήρως στην αγορά εργασίας, βοηθώντας «χωρίς ωράριο, όσες ώρες χρειαζόταν κάθε μέρα» στην οικογενειακή επιχείριση. Ένας «ευγενής» νεαρός, με αναπτυγμένη την αίσθηση της ευθύνης, όπως αυτή υπαγορευόταν από τον πάτερ – φαμίλια Σπύρο Φραντζή, έναν αυτοδημιούργητο έμπορο προς τον οποίο η οικογένεια έτρεφε αμέριστο αμέριστο σεβασμό. Από την άλλη πλευρά, η έφηβη σύζυγος: η «χαϊδεμένη κόρη» ενός συνταξιούχου εφοριακού και μιας «κυρίας εφοριακού», γεμάτη όρεξη για ζωή, με την αυταρέσκεια της ηλικίας, με επίγνωση του ότι συγκεντρώνει τα ανδρικά βλέμματα, που δεν σκέφτεται τίποτε άλλο, παρά μόνον «απλώς» να τελειώσει το σχολείο και να μπορεί «να περάσει καλά».

Όλα αυτά τα γεγονότα διοχετεύονταν σε δόσεις μέσα από μακροσκελή ρεπορτάζ. Άλλο όμως ήταν το στοιχείο η δημοσιοποίηση του οποίου άφησε εποχή. Δύο μέρες μετά την ανακάλυψη του πτώματος, η εφημερίδα «ΈΘΝΟΣ» δημοσιεύει στο δισέλιδο «σαλόνι» της το τεμαχισμένο πτώμα, πάνω στην ιατροδικαστική κλίνη, σε μια από τις πλέον θλιβερές ημέρες για την ελληνική δημοσιογραφία. Από την 26η Ιουνίου 1987 και δέκα περίπου ημέρες, όσο θα διαρκέσει η κυρία ανάκριση, θα καταγραφεί το συντριπτικότερο μέχρι τότε media overkill που είχε καταγραφεί στον εθνικό τύπο[3], σε βάρος ενός κατηγορουμένου για την τέλεση ενός, όπως επικράτησε να λέγεται, «εγκλήματος ερωτικού πάθους»[4].
Ο σοκαρισμένος δράστης, εν μέσω ασυναρτησιών, ψυχολογικών μεταπτώσεων και παραληρηματικών αφηγήσεων, δηλώνει αρχικά ότι δεν θυμάται τι ακριβώς έγινε κατά τη διάρκεια ενός από τους συχνούς με τη σύζυγό του καυγάδες, που είχε ξεσπάσει μετά τα μεσάνυκτα της 24ης προς την 25η Ιουνίου. Στη συνέχεια, αποσπασματικά ανασυνθέτει το σκηνικό : Από το απόγευμα της ίδιας ημέρας, το ζεύγος Φραντζή είχε αρχίσει να παίζει το προσφιλές του παιχνίδι, αυτό των ερωτικών αλληλοαπορρίψεων». Ο καθένας επιχειρούσε «να σπάσει τα νεύρα του άλλου», με τις πιο ασήμαντες αφορμές. Έπαθλο και των δύο πλευρών ήταν, κατά κανόνα, η συμφιλίωση, μέσα από τη σεξουαλική επαφή. Όμως για τον συντηρητικό και ήπιο Φραντζή, αυτό το παιχνίδι είχε καταστεί πλέον ψυχοφθόρο, ενώ ο ίδιος είχε υπερτιμήσει τις αντοχές του. Επιστρέφοντας από μια έξοδο με φίλους, ο καυγάς τους πράγματι καταλήγει σε ερωτική συνεύρεση. Η Ζωή, για να του περάσει το μήνυμα ότι για κείνη ό,τι έγινε δεν είχε κανένα ενδιαφέρον, τον προσβάλει : «Είσαι ανίκανος, εγώ φταίω που σε παντρεύτηκα». Γι’ αυτήν το παιχνίδι δεν έχει λήξει, είχε μόλις ξαναρχίσει. Ο Φραντζής δεν δίστασε από την πρώτη του ανωμοτί εξέταση να αναπαραστήσει, σχεδόν λεπτό προς λεπτό, την ψυχική του κατάσταση εκείνες τις μοιραίες στιγμές. Η απόπειρά του να εκλογικεύσει σκέψεις και συναισθήματα εκείνης της νύχτας πρόκειται να βαρύνει καθοριστικά εις βάρος του : «Είχε θιγεί ο εγωισμός μου και είχα ζωστεί από κατώτερες και πεζές σκέψεις και συναισθήματα (…). Όταν μού’ δειξε την αδιαφορία, φαρμακώθηκα σα να μου είχαν κάνει τη μεγαλύτερη αδικία. Παρ’ ότι έτρεμα ολόκληρος από τα νεύρα μου, θεώρησα καλό να μην αντιδράσω, να μη δώσω συνέχεια, γιατί καταλάβαινα πως δεν θα μπορούσα να ελέγξω τον εαυτό μου, ήταν και δύο η ώρα το βράδυ»[5]Η δηλητηριώδης λογομαχία εξελίχθηκε σε ανταλλαγή ύβρεων με σφιγμένα δόντια, κραυγές, χαστούκια και σπρωξίματα. Μέσα σε ούτε δύο λεπτά της ώρας, το μοιραίο είχε συμβεί. Η κατάληξη υπήρξε δραματική, οποιαδήποτε από τις δύο -ακραίως αντίθετες- εκδοχές πολιτικής αγωγής και υπεράσπισης κι αν επισκοπήσει κανείς, είτε αυτήν του δράστη, είτε εκείνην που αποτυπώθηκε στο παραπεμπτικό βούλευμα που ακολούθησε.

Πέμπτη 11 Μαΐου 2017

ΤρΕφΠατρ 67/2017 : Αυτοκινητικό ατύχημα - Ανακοπή ερημοδικίας - Ανώτερη βία - Υπαιτιότητα - Οδήγηση χωρίς άδεια - Αυτογνώμων κατάληψη


Έννοια ανωτέρας βίας στο πλαίσιο της ανακοπής ερημοδικίας. Καθυστέρηση προσέλευσης του πληρεξουσίου δικηγόρου στο ακροατήριο. Αοριστία λόγου ανακοπής ερημοδικίας. Δεν εκτίθεται πότε πληροφορήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του και υπό ποιες συνθήκες ότι αυτός θα καθυστερήσει να προσέλθει στο δικαστήριο αλλά και για ποιαν αιτία, ώστε να μπορεί το δικαστήριο να κρίνει αν ο ανακόπτων, λόγω και του γεγονότος ότι δεν γνωρίζει την ελληνική γλώσσα, είχε τον χρόνο να επιμεληθεί προκειμένου να συνεπικουρείται από άλλο πρόσωπο, που θα είχε τη δυνατότητα να τον εκπροσωπήσει. Πρόκληση σοβαρού τραυματισμού οδηγού δίκυκλης μοτοσικλέτας σε αυτοκινητικό ατύχημα αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου. Υπερβολική ταχύτητα. Οδηγός ανήλικος στερούμενος της απαιτούμενης άδειας ικανότητας οδήγησης. Λειτουργία απαλλακτικής ρήτρας υπέρ του ασφαλιστή. Ο ασφαλιστής δεν απαλλάσσεται από την ευθύνη προς αποζημίωση του ζημιωθέντος τρίτου, αλλά έχει το δικαίωμα να εναγάγει τον ασφαλισμένο για να αξιώσει από αυτόν είτε με αυτοτελή είτε με παρεμπίπτουσα αγωγή την αποζημίωση που κατέβαλε ή θα καταβάλει στον τρίτο. Παθητικά υποκείμενα του εν λόγω δικαιώματος αναγωγής του ασφαλιστή είναι ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ο αντισυμβαλλόμενος και ο ασφαλισμένος. Ευθύνη ιδιοκτήτη αυτοκινήτου. «Αυτογνώμων κατάληψη»: απαιτείται γνώση από την πλευρά του δράστη αλλά χωρίς τη γνώση και θέληση του κυρίου ή του προσώπου που δικαιούται να χρησιμοποιεί το αυτοκίνητο. Εν προκειμένω κρίθηκε ότι κατά τον χρόνο πρόκλησης του ατυχήματος κάτοχος του ζημιογόνου αυτοκινήτου δεν ήταν η ιδιοκτήτρια εταιρία, αλλά ο οδηγός του ο οποίος το είχε καταλάβει αυτογνωμόνως. Προσδιορισμός εξόδων νοσηλείας και αποκατάστασης του τραυματισθέντος οδηγού της μοτοσικλέτας, ενάγοντος. Απώλεια εισοδημάτων εκ της εργασίας του ενάγοντος. Κονδύλιο για την καταστροφή της μοτοσικλέτας.

Αριθμός απόφασης 67/2017
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου 
α) Η από 22-7-2014 (αρ. εκθ. κατ 2/2014) ανακοπή ερημοδικίας, με την οποία ο ανακόπτων Ρ. Β. ζητεί την εξαφάνιση της υπ' αριθμ 438/2013 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία απορρίφθηκε η από 31-3-2009 (αρ. εκθ. κατ.39/2009) έφεση του ως ανυποστήρικτη λόγω της ερημοδικίας του. 
β) Η από 18-9-2009 (αρ. πραξ. κατ. 101/2009) έφεση του Δ. Π., πρώτου εναγόμενου με την από 15-5-2005 (αρ. πραξ. κατ. 166/2005) κύρια αγωγή που άσκησε ο Ρ. Β. και συνάμα εναγόμενου με την από 17-11-2005 (αρ. πραξ. κατ. 271/2005) παρεμπίπτουσα αγωγή που άσκησε η ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία «Συνεταιριστική Α.Ε.Ε.Γ.Α.» και με την από 23-1-2006 (αρ. πραξ. κατ. 13/2006) παρεμπίπτουσα αγωγή που άσκησε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «Γ. Π. Πτηνοτροφικές Επιχειρήσεις - Ζωοτροφές -Αγροτικά Προϊόντα Ανώνυμος Εταιρία», που επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 30-5-2016 (αρ. πραξ. κατ. 40/2016) κλήση, 
γ) Η από 18-9-2009 (αρ. πραξ. Κατ. 102/2009) έφεση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «Γ. Π. Πτηνοτροφικές Επιχειρήσεις - Ζωοτροφές - Αγροτικά Προϊόντα Ανώνυμος Εταιρία», δεύτερης εναγομένης με την από 15-5-2005 ( αρ. πραξ. κατ. 166/2005) κύρια αγωγή που άσκησε ο Ρ. Β., εναγόμενης με την από 17-11-2005 (αρ. πραξ. κατ. 271/2005) παρεμπίπτουσα αγωγή που άσκησε η ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία «Συνεταιριστική Α.Ε.Ε.Γ.Α.», αλλά και παρεμπίπτοντος ενάγουσα με την από 23-1-2006 (αρ. πραξ. κατ. 13/2006) παρεμπίπτουσα αγωγή που άσκησε σε βάρος του Δ. Π., που επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 30-5-2016 (αρ. πραξ. κατ. 41/2016) κλήση. 
δ) Η από 9-9-2009 (αρ. πραξ. κατ. 95/2009) έφεση της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «Συνεταιριστική ΑΕΕΓΑ», τρίτης εναγομένης με την από 15-5-2005 (αρ. πραξ. Κατ. 166/2005) κύρια αγωγή που άσκησε ο Ρ. Β. αλλά και παρεμπιπτόντως ενάγουσα με την από 17-11-2005 (αρ. πραξ. Κατ. 271/2005) παρεμπίπτουσα αγωγή που άσκησε σε βάρος του Δ. Π. και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «Γ. Π. Πτηνοτροφικές επιχειρήσεις Ζωοτροφές Αγροτικά Προϊόντα Ανώνυμος Εταιρία», που επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 30-6-2016 (αρ. πραξ. Κατ. 51/2016) κλήση. 
Τα ως άνω δικόγραφα φέρονται προς εκδίκαση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ 438/2013 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία α) Απορρίφθηκε η από 31-3-2009 (αρ. εκθ. Κατ. 39/2009) έφεση του Ρ. Β. ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας αυτού β) Κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση των από 18-9-2009 (αρ. πραξ. Κατ. 101/2009), 18-9-2009 (αρ. πραξ. Κατ. 102/2009) και 9-9-2009 (αρ. πραξ. Κατ. 95/2009) εφέσεων ως προς τον εφεσίβλητο Ρ. Β., καθώς οι παριστάμενοι εκκαλούντες δεν προσκόμισαν αντίγραφο των προτάσεων που είχε καταθέσει ο ως άνω απολιπόμενος εφεσίβλητος στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο γ) Aναβλήθηκε η συζήτηση των ως άνω εφέσεων ως προς τους κατ’ αντιμωλία δικαζόμενους διαδίκουςπρος το σκοπό της ενιαίας διεξαγωγής της κατέφεση δίκης και ως προς τον απολιπόμενο εφεσίβλητογια την ασφαλέστερη και καλύτερη διάγνωση της διαφοράς και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων.

Η υπό κρίση ανακοπή ερημοδικίας ασκήθηκε εμπρόθεσμα, προ πάσης επιδόσεως, και νομότυπα (άρθρα 501 παρ 1, 502 παρ 1, 503 παρ 2 και 3 ΚΠολΔ), περιέχει όλα τα στοιχεία που ορίζουν τα άρθρα 118-120 ΚΠολΔ (505 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, όπως αποδεικνύεται από το υπ' αριθμ. 46573/22-7-2014 γραμμάτιο του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, ο ανακόπτων προκατέβαλε το παράβολο ερημοδικίας ποσού 290 ευρώ, που καθορίσθηκε με την ανακοπτόμενη απόφαση (505 παρ 2 ΚΠολΔ).

Επομένως, πρέπει, να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα του τρίτου και τέταρτου των λόγων της, αφού ο ανακόπτων παραιτήθηκε nομότυπα κατ’ άρθρα 294 και 297 ΚΠολΔ από τους πρώτο και δεύτερο των λόγων αυτήςμε το από 20-5-2016 δικόγραφο παραίτησηςπου κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου (αρ. εκθ. Κατ. 2/20166) και επιδόθηκε προς τους καθ' ων (υπ' αριθμ. 9634Στ/27-5-2016 και 9635Στ/27…, προς τους πληρεξούσιους δικηγόρους των καθ’ ων). Επίσηςοι ως άνω υπό κρίση εφέσεις κατά της υπ αριθμ. 12/2009 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείαςη οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκωνκατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681 Α τουΚΠολΔασκήθηκαν νομότυπαμε κατάθεση των σχετικών δικογράφων στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (άρθρα 495 επ. και 511 επΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα κατ' άρθρο 518 παρ. 1, εδ. α' του ΚΠολΔ, ήτοι εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας από την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως προς τους εναγόμενους - εκκαλούντες, που πραγματοποιήθηκε στις 22-7-2009, (υπ' αριθμ. 1362Β/22-7-2009, 1365Β/22-7-2009 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ηλείας ... και υπ' αριθμ. 6866/22-7-2009 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., που επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος Ρ. Β.). Παραδεκτά δε φέρονται στο Δικαστήριο αυτό, που είναι αρμόδιο για την εκδίκαση τους (άρθρο 19 ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε μέχρι την αντικατάσταση του με το άρθρο 4 παρ. 2 ν. 3994/2011), και επομένως πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να εξετασθούν, κατά το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους, με την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία κατά την οποία εκδόθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση (άρθρα 524 παρ. 1, 532, 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), και κατά το μέρος που μεταβιβάζεται με αυτές η υπόθεση στο παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, συνεκδικαζόμενες μεταξύ τους, αλλά και με την από 22-7-2014 (αρ. εκθ. κατ. 2/2014) ανακοπή ερημοδικίας, λόγω της πρόδηλης συνάφειας τους, καθώς με τον τρόπο αυτό, διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται, παραλλήλως, μείωση των εξόδων (άρθρα 524 και 240 του ΚΠολΔ). Ταυτόχρονα πρέπει να ερευνηθεί το βάσιμο των λόγων και της από 17.11.2016 αντέφεσης, που άσκησε παραδεκτά με τις κατατεθείσες πριν την έναρξη της συζήτησης προτάσεις του (άρθρ. 523, 674 παρ. 1 και 681 Α ΚΠολΔ), ο ενάγων με την κύρια αγωγή και εφεσίβλητος με τις ανωτέρω εκτιθέμενες εφέσεις Ρ. Β., οι οποίες (εφέσεις και αντέφεση) πρέπει επίσης να συνεκδικαστούν, λόγω τη μεταξύ τους συνάφειας (άρθρ. 31, 246 και 591 ΚΠολΔ).

II. Ανακοπή κατά απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται να ασκήσει ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην, αν δεν κλητεύθηκε καθόλου ή νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας (άρθρο 501 ΚΠολΔ). Στην έννοια της ανώτερης βίας, που συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 152 ΚΠολΔ, περιλαμβάνεται οποιοδήποτε ανυπαίτιο γεγονός, εντελώς εξαιρετικής φύσεως, το οποίο δεν αναμενόταν, ούτε ήταν δυνατόν να προληφθεί ή να αποτραπεί από τον διάδικο, ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης, ανεξάρτητα αν το γεγονός είναι εσωτερικό ή όχι (ΟλΑΠ 29/1992, AΠ 219/2016, AΠ 67/2015, όλες δημ. στην ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»). Αν η ανακοπή ασκήθηκε εμπρόθεσμα και σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρα 503 § 1 και 505 § 1 ΚΠολΔ) και αν πιθανολογείται ότι είναι βάσιμος ο λόγος που προτάθηκε, τότε το δικαστήριο εξαφανίζει την ερήμην απόφαση που ανακόπηκε και τις πράξεις που ενεργήθηκαν μετά την απόφαση αυτή και διατάσσει να επιστραφεί το παράβολο (άρθρο 505 § 2 ΚΠολΔ) και αμέσως προχωρεί στην εξέταση της διαφοράς, αφού οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που εξαφανίστηκε. Αλλιώς, αν δηλαδή η ανακοπή δεν ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ή αν δεν πιθανολογείται η βασιμότητα του λόγου της, το δικαστήριο απορρίπτει την ανακοπή και διατάσσει να εισαχθεί το παράβολο στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 509 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις αυτές και με στόχο την ταχύτητα στην απονομή της δικαιοσύνης, προκύπτει ότι το δικαστήριο αποφαίνεται για την ουσιαστική βασιμότητα του λόγου της ανακοπής ερημοδικίας αμέσως, με την ίδια απόφαση με την οποία θα κρίνει και το τυπικά παραδεκτό και τη νομική βασιμότητα της ανακοπής (ΒαθρακοκοίληςΚΠολΔΕρμ Νομολ Ανάλυση, αρθρ 509 παρ 1), αρκούμενο σε πιθανολόγηση, για τη διαμόρφωση της οποίας δεν είναι υποχρεωμένο να διατάξει τη διεξαγωγή αποδείξεων (αρ 347 ΚΠολΔ) Το ελάττωμα της κλήτευσης ή η ύπαρξη του περιστατικού ανώτερης βίας, που προκάλεσαν την ερημοδικία του ανακόπτοντος, θα διαγνωστούν με βάση τα στοιχεία που επικαλούνται και προσκομίζουν προαποδεικτικά οι διάδικοι (ΕφΠειρ 35/2015, δημ στην ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ». ΕφΔωδ 6/2013, 182/2010. αδημ., 3/2007 ΝΟΜΟΣ, Ν.Νίκα τα ένδικα μέσα εκδ 2007 σελ. 106, Γ Διαμαντόπουλου, Η ανωτέρα βία ους λόγος ανακοπής ερημοδικίας, 1997, αρ IV 2 σελ. 159 επ. όπου λοιπές παραπομπές) Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 226§4 εδάφ. γ' και δ' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και επί εφέσεως (άρθρο 498 παρ.2 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ), αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. 

Κυριακή 7 Μαΐου 2017

ΕφΠατρών 124/2017 : Αμοιβή δικηγόρου - ΝΠΔΔ - Υπολογισμός - Τόκος - ΦΠΑ


Βάση για τον προσδιορισμό της αμοιβής που δικαιούται ο δικηγόρος του εναγομένου για τη σύνταξη προτάσεων επί της πρώτης συζητήσεως της αγωγής ή της εφέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου ή του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου πολιτικών ή διοικητικών, αποτελεί η αμοιβή που δικαιούται ο δικηγόρος του ενάγοντος για τη σύνταξη προτάσεων της πρώτης πρωτόδικης συζητήσεως και ανέρχεται στο διπλάσιο αυτής, δηλαδή σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής όταν πρόκειται περί αγωγής με αντικείμενο αποτιμητό σε χρήμα. Το δικαίωμα του δικηγόρου να αξιώσει αμοιβή προϋποθέτει ολοκληρωμένη ενέργεια σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση για την οποία προβλέπεται η καταβολή αμοιβής. Σε περίπτωση περιορισμού εκ μέρους των εναγόντων του αιτήματος σε εν μέρει καταψηφιστικό και εν μέρει αναγνωριστικό για τον υπολογισμό της δικηγορικής αμοιβής λαμβάνεται υπόψη το μετά τον περιορισμό του αιτήματος της αγωγής ποσό. Εν προκειμένω δεν συνήφθη μεταξύ του ενάγοντος δικηγόρου και του εναγόμενου ΝΠΔΔ έγγραφη σύμβαση που να καθορίζει την αμοιβή του δικηγόρου. Ελλείψει τέτοιας συμφωνίας ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει ανάλογη αμοιβή με αυτή που προβλέπεται για τη σύνταξη προτάσεων από εναγόμενο (2%) επί του αιτούμενου  με την αγωγή χρηματικού ποσού. Για την ύπαρξη υποχρέωσης του εναγομένου τοκοδοσίας της αμοιβής του ενάγοντος δικηγόρου απαιτείται όχληση κατά τις οικείες διατάξεις του ΑΚ ή συμβατικά ορισμένη για την καταβολή της αμοιβής δήλη ημέρα. Δικαίωμα του δικηγόρου να αιτηθεί από το εναγόμενο την καταβολή του αναλογούντος ΦΠΑ επί της αμοιβής του. Ο φόρος είναι απαιτητός κατά το χρόνο έκδοσης της απόδειξης. Ο εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει το οικείο ποσό με τον νόμιμο τόκο από την ημέρα εκδόσεως από τον ενάγοντα της σχετικής απόδειξης παροχής υπηρεσιών και παραδόσεώς της στον εναγόμενο μέχρι την πλήρη εξόφληση και όχι από της επιδόσεως της αγωγής.

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Μαριέττα Μαυρή, Εφέτη, που ορίστηκε από τον Πρόεδρο Εφετών και τη Γραμματέα Αφροδίτη Γεωργίου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 7 Μαΐου 2015 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: ..., Δικηγόρου και κατοίκου Πύργου Ηλείας, οδός ..., ο οποίος παραστάθηκε στο Δικαστήριο αυτοπροσώπως λόγω της άνω ιδιότητας του.

ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ  Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΔΗΜΟΣ ΠΥΡΓΟΥ» ως εκπροσωπείται νόμιμα και εδρεύει επί της οδού Τ. Πετροπούλου & Πατρών στον Πύργο Ηλείας, ως καθολικού διαδόχου του αρχικά εφεσίβλητου Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΑΙ ΑΘΛΗΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΔΗΜΟΥ ΠΥΡΓΟΥ» και αυτού ως καθολικού διαδόχου του αρχικά εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΔΗΜΟΤΙΚΩΝ ΚΕΝΤΡΩΝ ΑΘΛΗΣΕΩΣ ΔΗΜΟΥ ΠΥΡΓΟΥ», το οποίο παραστάθηκε στο Δικαστήριο με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΙΜΑ, δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του ΚΦ.

Ο ενάγων και ήδη εκκαλών με την από 21-01-2011 και με αριθμό κατάθεσης 26/2011 αγωγή του, που άσκησε προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας κατά του αρχικού εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ «ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΔΗΜΟΤΙΚΩΝ ΚΕΝΤΡΩΝ ΑΘΛΗΣΕΩΣ ΔΗΜΟΥ ΠΥΡΓΟΥ», στη θέση του οποίου υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος του το Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία «ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΑΙ ΑΘΛΗΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΔΗΜΟΥ ΠΥΡΓΟΥ» αρχικά εφεσίβλητο ζήτησε να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ' αυτήν.

Το ανωτέρω Δικαστήριο αφού δίκασε την αγωγή εξέδωσε την υπ' αριθ. 145/2012 οριστική του απόφαση, με την οποία, δέχθηκε εν μέρει ως κατ" ουσίαν βάσιμη αυτή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο εκκαλών - ενάγων με την από 07-01-2013 έφεση του, προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 5/21-01-2014, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 131/12-3-2014 και ορίσθηκε δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, ζητώντας να γίνει δεκτή για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή.

Η υπόθεση αυτή εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις τους που ο πρώτος εξ αυτών κατέθεσε επί της έδρας και η δεύτερη προκατέθεσε νόμιμα και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα σε αυτές αναφέρονται.


ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ


Η υπό κρίση από 07-01-2013 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης 5/21-01-2014) έφεση του ενάγοντος κατά της υπ αριθ. 145/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας (άρθρα 677 έως 681 του ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού δεν προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας και ούτε γίνεται επίκληση επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης. Επομένως, πρέπει, να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρ. 495 παρ. 1, 511, 513 παρ. 1β, 516, 517 εδάφιο α', 518 παρ. 2, 520 του ΚΠολΔ) και να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Με την από 21-01-2011 (αριθ. κατ. Μει 26/2011) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, ο ενάγων και ήδη εκκαλών ιστορούσε ότι είναι νόμιμα διορισμένος δικηγόρος στο Πρωτοδικείο Ηλείας και μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Ηλείας. 
Ότι με την υπ' αριθ. 42/23-12-2005 απόφαση του Δ.Σ. του εναγόμενου Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΔΗΜΟΤΙΚΩΝ ΚΕΝΤΡΩΝ ΑΘΑΗΣΕΩΣ ΔΗΜΟΥ ΠΥΡΓΟΥ», όπως το περιεχόμενο αυτής αναφέρεται λεπτομερώς στην αγωγή, το τελευταίο του ανέθεσε στις 23-12-2005 την ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πύργου εκπροσώπηση του με την ιδιότητα του ως δικηγόρου και τη σύνταξη και κατάθεση υπομνήματος προς απόκρουση αγωγής αποζημίωσης των ................................... και ......................................  ατομικά και ως εκπροσώπων του ανηλίκου τέκνου τους ... σε βάρος του και σε βάρος του Δήμου Πύργου, με αντικείμενο διαφοράς αξίας 1.767.350,00 Μεταξύ αυτού και του εναγομένου καταρτίστηκεσύμβαση με την οποία συμφωνήθηκε ότι η αμοιβή του ανέρχεται στο ποσό που καθορίζεται ως ελάχιστη νόμιμη αμοιβή για τον δικηγόρο του εναγόμενου με βάση τον Κώδικα περί Δικηγόρων και την 3η γενική συνεδρίαση της 31ης-01-2002 της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Ότι σε εκτέλεση της άνω εντολής παραστάθηκε και κατέθεσε υπόμνημα ενώπιον του προαναφερόμενου Δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο της 19ης-01-2006, το εναγόμενο όμως αρνείται να του καταβάλει την ελάχιστη νόμιμη αμοιβή του, η οποία ανέρχεται, με βάση τις διατάξεις του ως άνω Κώδικα, στο ποσό των 35.347,00ήτοι σε ποσοστό 2% επί του αντικειμένου της αγωγήςκαθώς και ποσό των 8.129,816, που αναλογεί σε ΦΠΑ 23% επί του ως άνω ποσού. 
Η απαίτηση του κατέστη ληξιπρόθεσμη στις 24-01-2006, που κατέθεσε το υπόμνημα στο ως άνω δικαστήριο. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο, με απόφαση προσωρινά εκτελεστή, να του καταβάλει κυρίως από τη σύμβαση επικουρικά από τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων το συνολικό ποσό των 43.476,81με το νόμιμο τόκο ως προς το ποσό των 35.347,006 από 24-01-2006 άλλως από την επίδοση της αγωγής και ως προς το ποσό των 8.129,816 από την επίδοση της αγωγής και  μέχρι την πλήρη  και ολοσχερή  εξόφληση τους. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση του αφού απέρριψε ως μη νόμιμο το παρεπόμενο αίτημα της αγωγής περί τοκογονίας από 24-01-2006, δέχθηκε αυτή εν μέρει ως βάσιμη στην ουσία και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 5.052,006, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο ενάγων με την υπό κρίση έφεση του και ζητεί, για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους, οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ερμηνεία του νόμου, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης κατά το μέρος που απέρριψε την αγωγή του και την παραδοχή αυτής στο σύνολο της.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 91, 92 παρ.1, 98 και 100 παρ.1 του Κώδικα Περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/ 1954), που εφαρμόζεται εν προκειμένω λόγω του χρόνου γενέσεως της επίδικης αξιώσεως, συνάγεται ότι ο δικηγόρος, ως άμισθος δημόσιος λειτουργός που καθήκον έχει την αντιπροσώπευση και υπεράσπιση των υποθέσεων του εντολέα του ενώπιον κάθε δικαστηρίου και αρχής, δικαιούται να λάβει αμοιβής. Με το άρθρο 155 εδ. Β’ του ίδιου Κώδικα, όπως τούτο προσετέθη με το άρθρο 4 παρ. 2 του ν. 4507/1966 και του οποίου η εφαρμογή επεκτάθηκε με το άρθρο 8 του ν. 950/1970 και "επί των ενώπιον παντός διοικητικού δικαστηρίου και κατά πάσαν διαδικασίαν εκδικαζομένων υποθέσεων" ορίζεται ότι "Διά τας ενώπιον των φορολογικών δικαστηρίων, ήδη διοικητικών, υποθέσεις εφαρμόζονται αι διατάξεις αι αφορώσαι τας πολιτικός υποθέσεις, κατά την εξής διάκρισιν: α) Διά τας ενώπιον του μονομελούς πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αι διατάξεις αι αφορώσαι τας ενώπιον του Προέδρου Πρωτοδικών υποθέσεις, β) διάτας ενώπιον του Τριμελούς Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου αι διατάξεις αι αφορώσαι τας ενώπιον του πρωτοδικείου υποθέσεις και γ) διά τας ενώπιον του δευτεροβαθμίου φορολογικού Εφετείου [ανεξαρτήτως συνθέσεως], αι διατάξεις αι αφορώσαι τας ενώπιον του Εφετείου υποθέσεις". Από το συνδυασμό όλων των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι βάση για τον προσδιορισμό της αμοιβής που δικαιούται ο δικηγόρος του εναγομένου για τη σύνταξη Προτάσεων επί της πρώτης συζητήσεως της αγωγής ή της εφέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου ή του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, πολιτικών ή διοικητικών, αποτελεί η αμοιβή που δικαιούται ο δικηγόρος του ενάγοντος για τη σύνταξη προτάσεων της πρώτης πρωτόδικης συζητήσεως (107 παρ. 1) και ανέρχεται στο διπλάσιο αυτής, δηλαδή σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής, όταν πρόκειται περι αγωγής με αντικείμενο αποτιμητό σε χρήμα (ΕφΑΘ 8653/1999 ΕλλΔνη 2000.481). Το δικαίωμα του δικηγόρου να αξιώσει αμοιβή κατά τις άνω διατάξεις προϋποθέτει ολοκληρωμένη ενέργεια σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση για την οποία προβλέπεται η καταβολή αμοιβής, διότι μόνον αφού τελειωθεί η ενέργεια του δικηγόρου διασφαλίζονται τα συμφέροντα του εντολέα, στην προστασία των οποίων αποβλέπει η ενέργεια αυτή (Ολ ΑΠ 14/2008).

Παρασκευή 5 Μαΐου 2017

"Προϋποθέσεις απόλυσης υπό όρο για λόγους υγείας" [Ευστράτιος Παπαθανασόπουλος, Λέκτορας Εγκληματολογίας-Σωφρονιστικής ΕΚΠΑ Αντεισαγγελέας Εφετών Πειραιώς]

ΒΟΥΛΕΥΜΑ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΕΦΕΤΩΝ ΠΕΙΡΑΙΩΣ 134/2016

Για την εφαρμογή του άρθρου 110Α Π.Κ η αξιολόγηση του ΚΕΠΑ προς διαπίστωση του ποσοστού μόνιμης ή πρόσκαιρης αναπηρίας είναι απαραίτητη η εξέταση του αιτούντος κρατουμένου και όχι η γνωμάτευση βάσει μόνο ιατρικών εγγράφων εκ του φακέλου του κρατουμένου. Κατά την εφαρμογή του άρθρου 110Α Π.Κ η δυνατότητα επιβολής του μέτρου της ηλεκτρονικής επιτήρησης θα πρέπει να επεκταθεί γεωγραφικώς και εκτός Αττικής και Θεσσαλονίκης, για τη διαφύλαξη της δημόσιας ασφάλειας.
Με τα διαλαμβανόμενα στο υπ’ αριθμ. 134/2016 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς έγιναν δεκτά τα ακόλουθα:
Με την προεκτεθείσα, υπ'αριθμ. 124/27-09-2016, πρόταση του Εισαγγελέα νόμιμα φέρεται ενώπιον του Συμβουλίου τούτου (άρθρα 32§1, 138 εδάφ. β' ΚΠΔ, 110Α ΠΚ) η από 16-03-2016 (αριθμ. πρωτ. 2761/17-03-2016) αίτηση του καταδίκου, κρατουμένου στο Νοσοκομείο Κρατουμένων Κορυδαλλού «Ο Άγιος Παύλος» Κ.Τ. του Α. και της Α., κατοίκου, σε καθεστώς ελευθερίας, της Τοπικής Κοινότητας του Δ.Α., η οποία διαβιβάστηκε αρμοδίως με το από 28- 03-2016 (αριθμ. πρωτ. 2761/28-03-2016) έγγραφο της διευθύντριας του ανωτέρω σωφρονιστικού καταστήματος και με την οποία ζητεί την απόλυσή του από το σωφρονιστικό κατάστημα, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 110Α §3 ΠΚ. Σημειώνεται ότι η ανωτέρω αίτηση επανεισάγεται ενώπιον του συμβουλίου τούτου, μετά την έκδοση του υπ’ αριθμ. 101/2016 βουλεύματος του Συμβουλίου τούτου, με το οποίο αναβλήθηκε η εκφορά οριστικής κρίσεως επί της αιτήσεως εωσότου, με επιμέλεια του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, επισυναφθεί, στον σχηματισθέντα με αφορμή την υποβολή της ένδικης αιτήσεως φάκελο, αντίγραφο της γνωματεύσεως της Β΄θμιας υγειονομικής επιτροπής, στην οποία έμελλε να εισαχθεί η περίπτωση του αιτούντος, ώστε να δύναται να κριθεί από το Συμβούλιο τούτο αν ο εξεταζόμενος αιτών πληροί τις προϋποθέσεις για την αναγνώριση των ευεργετημάτων που προβλέπονται στη διάταξη του νόμου την οποία επικαλείται (άρθρο 110Α§3 ΠΚ).
Στις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου 110Α ΠΚ ορίζονται τα ακόλουθα: (στην §3) «3. Σε περίπτωση ισόβιας κάθειρξης ο κρατούμενος που έχει ποσοστό αναπηρίας ογδόντα τοις εκατό (80%) και άνω αν έχει εκτίσει με οποιονδήποτε τρόπο πέντε (5) έτη στην περίπτωση που το έγκλημά του δεν ενέχει ανθρωποκτονία, ή δέκα (10) έτη σε κάθε άλλη περίπτωση, εκτίει το υπόλοιπο της ποινής του στην κατοικία του, με ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 56§3. Στην περίπτωση αυτή δύναται να επιβληθεί ηλεκτρονική επιτήρηση, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 283Α του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Επίσης, είναι δυνατή η επιβολή όρων κατά ανάλογη εφαρμογή του άρθρου παράγραφοι 2 και 3 του Ποινικού Κώδικα.», (στην §4) «4. Η διακρίβωση των προηγούμενων προϋποθέσεων γίνεται μετά από αίτηση του κρατούμενου από το συμβούλιο πλημμελειοδικών ή, στην περίπτωση κρατούμενου που εκτίει ποινή ισόβιας κάθειρξης, από το συμβούλιο εφετών. Ο εισαγγελέας, μετά την υποβολή της αίτησης, διατάσσει ειδική πραγματογνωμοσύνη για τη διακρίβωση των προϋποθέσεων των προηγούμενων παραγράφων και την πιστοποίηση του ποσοστού αναπηρίας, αν αυτό δεν έχει βεβαιωθεί από το Κέντρο Πιστοποίησης Αναπηρίας (ΚΕ.Π.Α.). Η κατά τα άνω ειδική πραγματογνωμοσύνη ή η βεβαίωση από το ΚΕ.Π.Α. υποβάλλεται από τον εισαγγελέα στο αρμόδιο συμβούλιο μαζί με την πρότασή του. Κατά του βουλεύματος του συμβουλίου εφετών μπορεί να ασκηθεί αναίρεση. Οι λεπτομέρειες σχετικά με την ως άνω ειδική πραγματογνωμοσύνη καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Υγείας. Η ειδική πραγματογνωμοσύνη ή η βεβαίωση του ΚΕ.Π.Α. υποχρεωτικά προσδιορίζουν εάν η αναπηρία είναι μόνιμη ή πρόσκαιρη και αναφέρουν στην περίπτωση της πρόσκαιρης αναπηρίας τον χρόνο διάρκειάς της και το ποσοστό της. Εάν πρόκειται για πρόσκαιρη αναπηρία, ο αρμόδιος εισαγγελέας υποβάλει ένα (1) μήνα πριν από τη λήξη του προσδιοριζόμενου χρόνου αναπηρίας στο αρμόδιο συμβούλιο την πρότασή του για την επανεξέταση της χορηγηθείσας απόλυσης υπό όρο. Για τον λόγο αυτό δύο (2) μήνες πριν τη συμπλήρωση του χρόνου της προσδιορισθείσας αναπηρίας διατάσσει ειδική πραγματογνωμοσύνη, είτε παραπομπή στο αρμόδιο ΚΕ.Π.Α. για την εκ νέου διακρίβωση των προϋποθέσεων για την πιστοποίηση του ποσοστού αναπηρίας. Εάν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των προηγούμενων παραγράφων, διατάσσεται η συνέχιση της εκτέλεσης της ποινής. Ο χρόνος που μεσολάβησε από την απόλυση υπό όρο λογίζεται ως πραγματικός χρόνος έκτισης της ποινής. επανεξέταση της αναπηρίας και η διακρίβωση των προϋποθέσεων του άρθρου αυτού περατώνεται στο χρονικό διάστημα που προβλέπει το άρθρο 109».

Τρίτη 2 Μαΐου 2017

"Ζητήματα ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου από την ανάρτηση των δασικών χαρτών" [Παναγιώτης Καποτάς, Δικηγόρος Πατρών, ΜΔΕ Δημοσίου Δικαίου ΕΚΠΑ, ΜΔΕ Δασολογίας ΑΠΘ, ΜΔΕ Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Πατρών, υπ. Διδ. Πολυτεχνείου Κρήτης]


Στους δασικούς χάρτες θα πρέπει να συμπεριληφθούν οι εκτάσεις γης, οι οποίες χαρακτηρίζονται ως δάση ή δασικές εκτάσεις, ήτοι κατά κύριο λόγο αυτές του άρθρου 3 παρ. 1, 2, 3, 4 και 5 ν. 998/1979, στον οποίο καθορίζονται οι έχουσες δασικό χαρακτήρα εκτάσεις γης. Κατά το άρθρο 23 του νόμου εξαιρούνται της ανάρτησης οι οικισμοί. 
Αντιρρήσεις κατά της ανάρτησης μπορούν να προβάλλουν, όσον αφορά τις περιληφθείσες στον αναρτηθέντα δασικό χάρτη εκτάσεις, φυσικά και νομικά πρόσωπα δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, καθώς και το Ελληνικό Δημόσιο και οι οικείοι ΟΤΑ πρώτου και δευτέρου βαθμού, εφ΄ όσον επικαλούνται για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντός τους εμπράγματα ή ενοχικά δικαιώματα στις ανωτέρω εκτάσεις. Η απόδειξη του εννόμου συμφέροντος εξειδικεύθηκε στην συνέχεια με Υ.Α. πιθανόν να είναι είναι πέραν της εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 21 παρ. 1 εδάφ. γ΄, το οποίο δεν παρέχει καμία τόσο εξειδικευμένη εξουσιοδότηση στον Υπουργό. 
Πιθανότατα στην συνέχεια  θα ανακύψουν ζητήματα ιδιοκτησίας μετά την κύρωση των δασικών χαρτών. Το ζήτημα που αναφύεται είναι η φύση του κυρωμένου χάρτη ως κανονιστικής διοικητικής πράξης ή γενικής ατομικής διοικητικής πράξης. Σε ανάλογες περιπτώσεις, όταν δηλαδή κηρυσσόταν μια περιοχή αναδασωτέα, η πράξη αυτή παγίως κρίνεται από το ΣτΕ ως έχουσα, γενικό ατομικό χαρακτήρα.

Ανάτυπο από το «ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΔΙΚΑΙΟ» Τεύχος 4 / Έτος 2016, διαβάστε την μελέτη εδώ
πηγή : http://www.constitutionalism.gr