Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2016

"Είναι συνταγματικώς επιτρεπτή η ανάθεση στον καθ’ ύλην αρμόδιο υπουργό της αρμοδιότητας διεξαγωγής ανοικτού διεθνούς διαγωνισμού για την αδειοδότηση παρόχων περιεχομένου επίγειας ψηφιακής τηλεοπτικής ευρυεκπομπής ελεύθερης λήψης;" (Γνωμοδότηση - Γιάννης Δρόσος, Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ)


  1. Από τον Υπουργό Επικρατείας κ. Νίκο Παππά τέθηκαν υπόψη μου με το υπ΄ αριθμ. 347 από 9.2.2016 έγγραφό του
(α) το εξής ιστορικό:
Με την παρ. Γ 2.1 ν. 4336/2015, Α’94 14/8/2015 ”Κύρωση του Σχεδίου Σύμβασης Οικονομικής Ενίσχυσης από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας [κ.λπ.]” αναλήφθηκε από την Ελλάδα η δέσμευση για αναγγελία προκήρυξης δημόσιου διεθνούς διαγωνισμού [international open tender] υποβολής προσφορών για την απόκτηση τηλεοπτικών αδειών. Η δέσμευση αυτή υλοποιήθηκε με τον ν. 4339/2015, Α΄ 133/29.10.2015 ”Αδειοδότηση παρόχων περιεχομένου επίγειας ψηφιακής τηλεοπτικής ευρυεκπομπής ελεύθερης λήψης”, δυνάμει του άρθρου 1 παρ. 1 του οποίου η αδειοδότηση των παραπάνω παρόχων διενεργείται από το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης [=ΕΣΡ] με διαγωνιστική διαδικασία σε υλοποίηση της σχετικής δέσμευσης της χώρας και σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζει ο νόμος αυτός. 
Όμως από τις 29.10.2015 δυνάμει του άρθρου 55 παρ. 10 του παραπάνω ν. 4339/2015 το ΕΣΡ δεν είναι πλέον συγκροτημένο επειδή έληξε αυτοδικαίως η θητεία τριών από τα εναπομείναντα τέσσερα μέλη του. Η συγκρότησή του ΕΣΡ μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 101Α του Συντάγματος, να λάβει χώρα μόνο με απόφαση της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής με ομοφωνία ή πάντως με την αυξημένη πλειοψηφία των 4/5 των μελών αυτής.
Η Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής συνεκλήθη επανειλημμένως χωρίς όμως να επιτύχει την συγκρότηση της παραπάνω απαιτούμενης πλειοψηφίας, ενώ μάλιστα, όπως προκύπτει από δηλώσεις προθέσεων κρισίμων παραγόντων, δεν διαφαίνεται ούτε προοπτική συγκρότησής της και
(β) τα εξής έγγραφα:
  1. Πρακτικά της από 19/01/2016 Συνεδρίασης της Διάσκεψης των Προέδρων (Περίοδος ΙΖ’- Σύνοδος Α’)
  2. Πρακτικά της 1/02/2016 Συνεδρίασης της Διάσκεψης των Προέδρων (Περίοδος ΙΖ’- Σύνοδος Α’)
  3. Απόσπασμα (Μη διορθωμένα) Πρακτικά της από 9/02/2016 Συνεδρίασης της Διάσκεψης των Προέδρων (Περίοδος ΙΖ’- Σύνοδος Α’)
  4. Πρακτικό της 2/02/2016 Συνεδρίασης της Ειδικής Μόνιμης Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας (Περίοδος ΙΖ’- Σύνοδος Α’)
  5. Αντίγραφο της από 9 Φεβρουαρίου 2016 γραπτής δήλωσης του κ. Προέδρου της Βουλής.
  1. Ενόψει των παραπάνω μου τέθηκε το εξής ερώτημα:
Είναι συνταγματικώς επιτρεπτή η ανάθεση, με διάταξη τυπικού νόμου, στον καθ΄ ύλη αρμόδιο Υπουργό της αρμοδιότητας για την διεξαγωγή διεθνούς ανοικτού διαγωνισμού για την αδειοδότηση παρόχων περιεχομένου επίγειας ψηφιακής τηλεοπτικής ευρυεκπομπής ελεύθερης λήψης;”
  1. Για να απαντηθεί το ερώτημα αυτό πρέπει να ληφθούν υπόψη (Α) η φύση του προς αδειοδότηση αντικειμένου και (Β) το συνταγματικό  πλαίσιο για την απάντηση της ερώτησης.

  1. Όσον αφορά στην φύση του προς αδειοδότηση αντικειμένου.
  1. Η αδειοδότηση στην οποία αναφέρεται το ερώτημα αφορά σε παροχή υπηρεσιών επίγειας ψηφιακής τηλεοπτικής ευρεκπομπής, η οποία, κατά διατύπωση της εισηγητικής έκθεσης αλλά και του άρθρου 1 παρ. 2 του παραπάνω ν. 4339/2015 αποτελεί
υπηρεσία γενικού οικονομικού συμφέροντος, όπως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 106 παρ. 2 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και συνίσταται στην παροχή στο κοινό τηλεοπτικών υπηρεσιών βάσει προϋποθέσεων όρων και διαδικασιών που διασφαλίζουν αφενός τη νομιμότητα, τη διαφάνεια, την πολιτική και πολιτισμική πολυμέρεια και πολυφωνία και τον ελεύθερο και ανόθευτο οικονομικό ανταγωνισμό στον ευρύτερο τομέα των μέσων ενημέρωσης και, αφετέρου, την παροχή στο κοινό υψηλού επιπέδου τηλεοπτικών υπηρεσιών.

  1. Η παροχή των παραπάνω υπηρεσιών είναι παροχή δημόσιας υπηρεσίας. Πράγματι, όπως ειδικότερα διαλαμβάνει το Πρακτικό Επεξεργασίας 188/2003 του Συμβουλίου της Επικρατείας ο συνταγματικός νομοθέτης, μετά την αναθεώρηση του 2001, από την διάταξη του άρθρου 15 παρ. 2 Σ
προκύπτει η ιδιαίτερη νομική φύση της ραδιοτηλεοπτικής εκπομπής, που αποτελεί περιεχόμενο δημοσίας υπηρεσίας με τη λειτουργική έννοια του όρου. Η δημόσια αυτή υπηρεσία μπορεί να ασκείται είτε από το ίδιο το Κράτος (κρατική ραδιοφωνία και τηλεόραση), είτε από ιδιώτες κατά παραχώρηση (ιδιωτική ραδιοφωνία και τηλεόραση), η άσκησή της δε γίνεται, κατά ρητή συνταγματική πρόβλεψη, υπό τον άμεσο έλεγχο του Κράτους. Ο έλεγχος αυτός καθιστά συνταγματικά ανεκτή την παρέμβαση του νομοθέτη στη νομική μορφή και σε εσωτερικά ζητήματα οργάνωσης και λειτουργίας των αναδόχων της δημόσιας υπηρεσίας που συνεπάγεται την επιβολή περιορισμών στην προστατευόμενη από το άρθρο 5 του Συντάγματος οικονομική ελευθερία.
  1. Τούτο άλλωστε γινόταν ήδη παραδεκτό και πριν την έκδοση του παραπάνω Πρακτικού Επεξεργασίας, αλλά και πριν την αναθεώρηση του 2001, η οποία εισήγαγε στα άρθρα 14 και 15 Σ την σημερινή τους μορφή, (βλ. αντί άλλων και Ν. ΑλιβιζάτουΚράτος και Ραδιοτηλεόραση, 1986, σελ. 42 επ.), όπως ενδεικτικά προκύπτει και από την εισηγητική έκθεση στον νόμο 2644/1998, όπου, παρά το ότι ο νόμος αναφερόταν στην συνδρομητική τηλεόραση, σημειώνεται χαρακτηριστικά ότι
Από την ίδια την έννοια της δημόσιας λειτουργίας, όπως είναι σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος η ραδιοφωνία και η τηλεόραση, απορρέει η ανάγκη υιοθέτησης ορισμένων κανόνων και αρχών για τον τρόπο με τον οποίο ασκείται μία δημόσια λειτουργία και παρέχεται στο κοινό η αντίστοιχη δημόσια υπηρεσία.
  1. Ο διαγωνισμός λοιπόν στον οποίο αναφέρεται το ερώτημα είναι διαγωνισμός για παραχώρηση δημόσιας υπηρεσίας με την λειτουργική έννοια του όρου.
  1. Όσον αφορά στο συνταγματικό πλαίσιο για την απάντηση της ερώτησης.

Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2016

«Υπέρβαση εξουσίας» - ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

• ΑΠ Ολ 2/2012 Αποδοχή έφεσης ασκηθείσας από µη δικαιούµενο προς τούτο πρόσωπο (ΝΟΜΟΣ)
Παράσταση πολιτικής αγωγής για χρηµατική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, από το σύνδικο. Προσωποπαγές δικαίωµα η αξίωση χρηµατικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, η οποία και δεν υπάγεται στην πτωχευτική περιουσία και δεν µπορεί να ασκηθεί από τους δανειστές. Νοµιµοποίηση µόνο της παθούσας πτωχευσάσης ανώνυµης εταιρείας, και όχι του συνδίκου, ο οποίος και νοµιµοποιείται για άσκηση πολιτικής αγωγής µόνο για διεκδίκηση αποζηµίωσης. Άσκηση εφέσεως εκ µέρους του συνδίκου. Απαράδεκτο εφέσεως. Αναίρεση. Λόγοι. Υπέρβαση εξουσίας. Αιτίαση περί υπέρβασης εξουσίας, λόγω αποδοχής της έφεσης του πολιτικώς ενάγοντος συνδίκου, καίτοι δεν δικαιούτο να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής για χρηµατική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Απαράδεκτη η έφεση του συνδίκου. Δέχεται την αναίρεση. Αναιρεί το προσβαλλόµενο βούλευµα. Απορρίπτει την έφεση του συνδίκου ως απαράδεκτη. Παραπέµφθηκε στην Ολοµέλεια µε την υπ` αριθµ. 1518/2011 απόφαση του Στ` Ποινικού Τµήµατος.

• ΑΠ Ολ 3/2009 Πρόσωπα ιδιάζουσας δωσιδικίας – περάτωση προανάκρισης (ΠΟΙΝΔ/ΝΗ 2009/885)

Ποινική Δικονοµία. Αναίρεση υπέρ του νόµου. Λόγος. Υπέρβαση εξουσίας. Πρόσωπα ιδιάζουσας δωσιδικίας. Δήµαρχος. Περάτωση της προανάκρισης επί πληµµεληµάτων όσον αφορά στα ως άνω πρόσωπα. Εισαγωγή της υποθέσεως στο Δικαστικό Συµβούλιο, ακόµη κι αν η πράξη υπάγεται στην αρµοδιότητα του Μονοµελούς Πληµµελειοδικείου. Αναιρεί το υπ΄αριθµ. 2266/2008 βούλευµα του Συµβουλίου Πληµµελειοδικών Αθηνών για τον ως άνω λόγο, αφού κρίθηκε αναρµόδιο να περατώσει την προανάκριση επί του πληµµελήµατος της αυθαίρετης δόµησης, τελεσθείσα από Δήµαρχο, επειδή η υπόθεση υπάγεται στο Μονοµελές Πληµµελειοδικείο, καίτοι ο Δήµαρχος αποτελεί πρόσωπο ιδιάζουσας δωσιδικίας και ως εκ τούτου η υπόθεση υπάγεται στην εξαιρετική αρµoδιότητα του Τριµελούς Πληµµελειοδικείου.

• ΟΛΑΠ 2/2009 Υπέρβαση εξουσίας από την οριστική παύση της δίωξης λόγω παραγραφής (ΠΟΙΝΔ/ΝΗ 2009/546)

Ποινική Δικονοµία. Αναίρεση. Λόγοι. Εσφαλµένη εφαρµογή και ερµηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Υπέρβαση εξουσίας. Αναιρεί διότι το Δικαστήριο δέχθηκε ότι το αδίκηµα, που τέλεσαν τα µέλη του ΔΣ της Κτηµατολόγιο ΑΕ, φέρει το χαρακτήρα της κοινής απιστίας και όχι της απιστίας της σχετικής µε την υπηρεσία µε τη σκέψη ότι η ελάττωση της δηµόσιας δεν συνδέεται µε τον προσδιορισµό, την είσπραξη ή τη διαχείριση των δηµόσιων εσόδων. Η παύση της ποινικής δίωξης λόγω παραγραφής της κοινής απιστίας συνιστά υπέρβαση εξουσίας, εφόσον η πράξη συνιστά το αδίκηµα της κακουργηµατικής απιστίας σχετικά µε την υπηρεσία και ως εκ τούτου δεν έχει παραγραφεί. Με µειοψηφία 15 µελών.

• ΟΛΑΠ 9/2008 Παραβίαση διατάξεων για την έναρξη της ποινικής δίωξης (Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΠΟΙΝΔ/ΝΗ 2008/1144)

Ποινική δικονοµία. Άσκηση ποινικής δίωξης. Έγκυρη η απορριπτική διάταξη του Εισαγγελέα Πληµµελειοδικών επί µηνύσεως έστω κι αν θεωρήθηκε αυτή ως έγκληση (αντί της αρχειοθετήσεως), αφού οι λόγοι απορρίψεως και το ελεγκτικό όργανο είναι τα ίδια, αλλά και για οικονοµία δικαστικών ενεργειών. Δυνατότητα επανεξέτασής της δια της προσφυγής στον Εισαγγελέα Εφετών. Απιστία σχετική µε την υπηρεσία. Θετική υπέρβαση εξουσίας του Συµβουλίου Πληµµελειοδικών λόγω ακύρωσης εισαγγελικής διατάξεως χωρίς να έχει αρµοδιότητα και αρνητική λόγω άρνησης να αποφασίσει επί της ουσίας. (Αναιρείται το 1663/2007 βούλευµα του Συµβ.Πληµ.Αθηνών).

• ΟΛΑΠ 1/2008 Επανάληψη άκυρης ανακριτικής πράξης-ακυρότητα παραποµπής στο ακροατήριο (Α` ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΠΟΙΝΧΡ 2008/305, ΠΟΙΝΔ/ΝΗ 2008/275, ΑΡΜ 2008/617, ΔΙΚΗ 2008/563, ΠΟΙΝΛΟΓ 2008/21)

Ποινική δικονοµία. Ακυρότητα πράξεων προδικασίας. Αρµοδιότητα του Δικαστικού Συµβουλίου για την κήρυξή τους. Οι ακυρότητες αυτές προτείνονται µέχρι την αµετάκλητη παραποµπή του κατηγορουµένου στο ακροατήριο, διαφορετικά καλύπτονται, µε αποτέλεσµα να µη µπορούν να ληφθούν υπόψη ούτε αυτεπαγγέλτως, αν δε προτάθηκαν και απορρίφθηκαν από το δικαστικό συµβούλιο δεν µπορούν να επαναφερθούν και να προταθούν και πάλι ενώπιον του δικαστηρίου που αναλαµβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. Κλητήριο θέσπισµα. Περιπτώσεις ακυρότητας. Δεν αποτελούν λόγο ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσµατος οι ακυρότητες της προδικασίας. Δύναται όµως τέτοια ακυρότητα, εφόσον δεν προτάθηκε ενώπιον του δικαστικού συµβουλίου, να προταθεί µε την κατ` άρθρο 322 ΚΠοινΔ προσφυγή ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών, εφόσον συνάπτεται µε τη βασιµότητα της παραποµπής του κατηγορουµένου στο ακροατήριο. Το δικαστήριο δεν µπορεί να κηρύξει την ακυρότητα της παραποµπής και να παραπέµψει και πάλι την υπόθεση στην ανάκριση, προκειµένου να επαναληφθεί ακύρως διενεργηθείσα ανακριτική πράξη (απολογία). Αναίρεση υπέρ του νόµου για αρνητική υπέρβαση εξουσίας. Με παρατηρήσεις Νάντιας Λαγού στην ΠοινΔ/νη.

• ΟΛΑΠ 8/2006 Κατηγορούµενος ωσεί παρών (ΠΟΙΝΔ/ΝΗ 2006/1116)

Ποινική δικονοµία. Απόρριψη ασκηθείσας έφεσης ως ανυποστήρικτης, λόγω απουσίας του εκκαλούντος στη µετ` αναβολή δικάσιµο, παρά το γεγονός ότι ο εκκαλών εµφανίστηκε κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ` έφεση δίκης. Αναίρεση προσβαλλοµένης απόφασης, λόγω υπέρβασης εξουσίας, εφόσον το δικαστήριο όφειλε κατά τη µετ` αναβολή δικάσιµο να θεωρήσει παρόντα τον εκκαλούντα και να δικάσει την υπόθεση κατ` ουσίαν.

• ΟΛΑΠ 10/2005 Αρνητική υπέρβαση εξουσίας από την κήρυξη αναρµοδιότητας (ΠΟΙΝΔ/ΝΗ 2006/132, ΠΟΙΝΧΡ 2006/120, ΝΟΒ 2006/453, ΠΟΙΝΛΟΓ 2005/1895, ΔΙΚΗ 2006/440).

Ποινική δικονοµία. Αναίρεση απόφασης πενταµελούς εφετείου για υπέρβαση εξουσίας, εφόσον έκρινε ότι το ίδιο είναι αναρµόδιο και παρέπεµψε την υπόθεση προς εκδίκαση σε πρώτο βαθµό ενώπιον του τριµελούς δικαστηρίου ανηλίκων. Άσκηση έφεσης και εισαγωγή αυτής προς εκδίκαση µετά την ισχύ του Ν. 3189/2003 που αύξησε το όριο ανηλικότητας από το 17ο στο 18ο έτος της ηλικίας. Θεµελίωση αρµοδιότητας δευτεροβαθµίου δικαστηρίου µόνο στο γεγονός ότι η υπόθεση εισήχθη πρωτοδίκως στο κατά την εισαγωγή της αρµόδιο δικαστήριο, ανεξαρτήτως µεταγενέστερης απόκτησης από τον κατηγορούµενο, κατά νοµοθετικό χαρακτηρισµό ή επαγγελµατική εξέλιξη, ορισµένης ιδιότητας ή διαφορετικού χαρακτηρισµού της πράξης από το νοµοθέτη. Αναιρεί υπέρ του νόµου την 357/2005 απόφαση του Πενταµελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

• ΟΛΑΠ 9/2005 Ειδική αιτιολογία εισαγγελικής έφεσης (Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΠΟΙΝΔ/ΝΗ 2006/13, ΠΟΙΝΧΡ 2006/117, ΠΟΙΝΛΟΓ 2005/1137, ΝΟΒ 2006/447)

Ποινική δικονοµία. Έφεση Εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης. Προϋποθέσεις παραδεκτού. Ειδική αιτιολογία των λόγων εφέσεως. Απόρριψη του ενδίκου µέσου που δεν περιέχει την απαιτούµενη αιτιολογία δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως για αρνητική υπέρβαση εξουσίας. Δικαίωµα παροχής έννοµης προστασίας και δίκαιης δίκης κατά το Σύνταγµα και την ΕΣΔΑ. Δεν αντίκειται στις σχετικές διατάξεις η διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3.

Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2016

ΑΠ 371/2012: "Κίνδυνος σύγχυσης στην περίπτωση σύγκρουσης διακριτικού γνωρίσματος και domain name" (σχόλιο Ι. Ιγγλεζάκης, Αν. Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ)


Περίληψη: Η δημιουργία στο διαδίκτυο (internet) μίας ηλεκτρονικής διεύθυνσης που επιτρέπει την πρόσβαση των υποψήφιων πελατών - χρηστών και την κατάρτιση συναλλαγών με τον κάτοχο αυτής, καλείται «domain name» (όνομα περιοχής) και επιτελεί μια οιονεί λειτουργία διακριτικού τίτλου και σήματος, λόγω του ότι οι κάτοχοι των «domain name», πρακτικά, εμφανίζονται στο διαδίκτυο με τα διακριτικά γνωρίσματα που είναι ήδη γνωστοί στον υλικό κόσμο. Ο κίνδυνος σύγχυσης στην περίπτωση σύγκρουσης διακριτικού γνωρίσματος και domain name θα πρέπει να αξιολογείται ευρέως. Απαιτείται πάντως κάποια εγγύτητα ή συγγένεια των οικονομικών κλάδων (βλ. περίπτ. επιτρεπόμενης διαδικτυακής χρήσης σήματος, για την προβολή άσχετων προϊόντων και συνεπώς δεν μπορούσε να προκληθεί κίνδυνος σύγχυσης). Το ομοειδές του «domain name» και της δραστηριότητας του κατόχου του με αντίστοιχο προγενέστερο διακριτικό γνώρισμα, συνηγορεί υπέρ της κατάφασης προσβολής του προγενέστερου γνωρίσματος. Δεν υφίσταται κίνδυνος σύγχυσης μεταξύ παρεμφερών σημάτων - διακριτικών τίτλων ως προς την προέλευση των προσφερομένων και διαφημιζομένων υπηρεσιών, εφόσον αφενός αφορούν διαφορετικούς τομείς δραστηριότητας και παροχής υπηρεσιών (υπηρεσίες μετάφρασης, διερμηνείας, εφαρμογές πληροφορικής στον τομέα μετάφρασης και ιδιωτική εκπαίδευση - εκμάθηση ξένων γλωσσών και πληροφορικής) και αφετέρου οι αποδέκτες των παρεχόμενων από τις αντιδίκους υπηρεσίες δεν είναι ταυτόσημοι, ούτε εμφανίζουν μεταξύ τους συγγένεια

Αριθμός 371/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα


(...) ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολομ. ΑΠ 7/2006, 4/2005, 36/1988). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 1522/2011, AΠ 633/2011). Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη πραγμάτων, οι οποίες αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως, ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνον όταν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι για τη διαπίστωση αυτών.

Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2016

"ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ ΜΕΤΑ ΤΙΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΟΥ Ν. 4335/2015" [της Ευδοξίας Κιουπτσίδου- Στρατουδάκη, εφέτη]


ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ
1) Εισαγωγή, οι σημαντικότερες τροποποιήσεις στο γενικό και ειδικό μέρος
2) Ανακοπές του άρθρου 933
Α) Αρμόδιο δικαστήριο- Διαδικασία
Β) Προθεσμία άσκησης ανακοπών- Η ειδική ανακοπή του
άρθρου 973 παρ. 8
Γ) Ένδικα μέσα
Δ) Αναστολή εκτελέσεως λόγω άσκησης ανακοπής
3) Η δυνατότητα πολλαπλών κατασχέσεων
4) Τροποποιήσεις στις διατυπώσεις της κατάσχεσης και στην προδικασία πλειστηριασμού κινητών και ακινήτων
5) Η ανακοπή του άρθρου 954
6) Τροποποιήσεις στην κύρια διαδικασία του πλειστηριασμού
7) Ο προσδιορισμός της αξίας των ακινήτων
8) Αναγγελίες δανειστών
9) Τροποποιήσεις στις ρυθμίσεις για την κατάταξη δανειστών
10) Προσωπική κράτηση
11) Μεταβατικές διατάξεις
12) Επίλογος

1)Εισαγωγή, οι σημαντικότερες τροποποιήσεις στο γενικό και ειδικό μέρος
Οι σημαντικότερες τροποποιήσεις, που επέφερε ο νόμος 4335/2015 στο δίκαιο της αναγκαστικής εκτελέσεως, εστιάζονται στις ρυθμίσεις που αναφέρονται στις ανακοπές του άρθρου 933 και ειδικότερα στις προθεσμίες άσκησής τους και στα ένδικα μέσα που ασκούνται κατά των αποφάσεων επ΄αυτών, στη θέσπιση δυνατότητας επιβολής πολλαπλών κατασχέσεων επί του ιδίου πράγματος (κινητού ή ακινήτου), στην προδικασία του πλειστηριασμού, στην κατάταξη των δανειστών και στην απαγγελία προσωπικής κράτησης.

2) Ανακοπές του άρθρου 933

Α) Αρμόδιο δικαστήριο- Διαδικασία
Η επιμέρους διάταξη του άρθρου 933, που αναφέρεται σε δυνατότητα προβολής αντιρρήσεων κατά της εγκυρότητας του εκτελεστού τίτλου, τη διαδικασία της εκτέλεσης και την απαίτηση, παραμένει ως έχει, προβλέπεται δε προσδιορισμός και εκδίκαση των τυχόν περισσότερων ανακοπών κατά την ίδια δικάσιμο (ευλόγως/ όμως όχι αναγκαίως και συνεκδίκαση, ζήτημα που θα κριθεί από το δικαστήριο), ρύθμιση που προδήλως θα εφαρμόζεται εφόσον αυτό είναι δυνατό. Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση των ανακοπών παραμένει το Ειρηνοδικείο και το Μονομελές Πρωτοδικείο με τις διακρίσεις που ισχύουν και σήμερα.
Η αρχική πρόθεση του νεότερου νομοθέτη, η οποία αποτυπώθηκε στο ΣχΝ το οποίο είχε δοθεί προς διαβούλευση, προέβλεπε εφαρμογή της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων για την εκδίκαση των ανακοπών αυτών, χωρίς δυνατότητα άσκησης ένδικων μέσων κατά των σχετικών αποφάσεων στις περισσότερες περιπτώσεις. Οι σκέψεις αυτές, που θα έθεταν σε κίνδυνο σημαντικά συμφέροντα των διαδίκων (και οφειλέτη, αλλά και επισπεύδοντος), αφού η διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δεν παρέχει πλήρως τα εχέγγυα ασφαλούς κρίσης, σε συνδυασμό και με τον αποκλεισμό της άσκησης ενδίκων μέσων προς διόρθωση των τυχόν σφαλμάτων της δικαστικής κρίσης, που θα σχηματιζόταν ταχέως και κατά πιθανολόγηση, θα αιτιολογείτο δε συνοπτικώς, ευτυχώς εγκαταλείφθηκαν.
Με ειδική διάταξη αναφερόμενη στη διαδικασία εκδίκασης των παραπάνω ανακοπών, η οποία περιελήφθη στο άρθρο 937 παρ. 3, προβλέπεται η εφαρμογή της ειδικής διαδικασίας περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ. Η ρύθμιση, όπως διατυπώθηκε στο νομοθετικό κείμενο, δεν είναι ευκόλως κατανοητή. Στο άρθρο 614 ορίζεται μόνον ποιες είναι οι υπαγόμενες σε ειδική διαδικασία κατηγορίες περιουσιακών διαφορών, ενώ στη συνέχεια παρατίθενται μερικές ειδικότερες ρυθμίσεις για κάθε μία από αυτές τις κατηγορίες: για τις μισθωτικές διαφορές (άρθ. 615 επ), τις εργατικές διαφορές (άρθ. 621 επ.), τις διαφορές από αμοιβές (άρθ. 622 Α) και από πιστωτικούς τίτλους (άρθ. 622 Β). Είναι μάλλον αυτονόητο ότι, αν η κύρια διαφορά, από την οποία προήλθε ο εκτελούμενος τίτλος, εκδικάσθηκε με την εφαρμογή οποιασδήποτε από αυτές τις ειδικές διαδικασίες, η ίδια διαδικασία θα ακολουθηθεί και για την εκδίκαση της ανακοπής. Εάν όμως ο τίτλος αποτελεί απόφαση δικαστηρίου, που εφάρμοσε την τακτική διαδικασία, η παραπομπή στα άρθρα 614 επ. στερείται νοήματος, προεχόντως διότι θα είναι αδύνατο για τον δικαστή να επιλέξει αυθαιρέτως μία από τις ως άνω κατηγορίες υποθέσεων και να εφαρμόσει επί της κρινόμενης ανακοπής τις διατάξεις που θα προσιδίαζαν σ΄εκείνη την κατηγορία. Η παραπομπή θα έπρεπε να γίνει κατ΄αρχήν στα γενικά άρθρα των ειδικών διαδικασιών, δηλαδή στα άρθρα 591 επ. , που καθιερώνουν γενικές ρυθμίσεις για όλες τις κατηγορίες υποθέσεων τις υπαγόμενες στις ειδικές διαδικασίες, όπως π.χ. αυτές για την κατάθεση προτάσεων και την προσκομιδή όλων των αποδεικτικών μέσων μέχρι τη συζήτηση στο ακροατήριο, για τον τρόπο και την προθεσμία άσκησης πρόσθετων λόγων έφεσης κλπ, και δευτερευόντως στα άρθρα 614 επ., εφόσον αυτά προσιδιάζουν στο είδος της διαφοράς από την οποία προέκυψε η έκδοση του εκτελεστού τίτλου. Συνοψίζοντας, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι ο νεότερος νομοθέτης επέλεξε για την εκδίκαση των ανακοπών του άρθρου 933 να ακολουθείται η ειδική διαδικασία, που τυχόν ακολουθήθηκε για την έκδοση της δικαστικής απόφασης η οποία αποτελεί τον εκτελούμενο τίτλο, εάν δε αυτός ο τίτλος δεν εκδόθηκε με την εφαρμογή ειδικής διαδικασίας, η ανακοπή θα εκδικάζεται κατά τις γενικές διατάξεις των ειδικών διαδικασιών, ενώ και στις δύο περιπτώσεις θα υπερισχύουν και θα εφαρμόζονται, κατά παρέκκλιση όλων των παραπάνω, οι ακόμη ειδικότερες διατάξεις που αναφέρονται στις συγκεκριμένες ανακοπές. Τέτοιες είναι αυτές που προβλέπουν τις εξής προθεσμίες: προθεσμία 60 ημερών, εντός της οποίας πρέπει να ορισθεί η συζήτηση της ανακοπής (όπως προβλεπόταν και με τον ν. 4055/2012), προθεσμία τουλάχιστον 20 ημερών πριν την δικάσιμο προς κλήτευση του καθ΄ου η ανακοπή (σε αντίθεση με τα προβλεπόμενα επί ειδικών διαδικασιών: 30 ημέρες και 60 ημέρες για κατοίκους αλλοδαπής), και προθεσμία 60 ημερών από τη συζήτηση προς έκδοση της σχετικής δικαστικής απόφασης (παρ. 2, 6 νέου άρθρου 933).
Οι αποφάσεις που θα εκδίδονται επί των ανακοπών θα εξακολουθήσουν να μπορούν να παράγουν δεδικασμένο όχι μόνον ως προς το κύρος της εκτελέσεως, αλλά και για το τυχόν προκριματικώς κρινόμενο ζήτημα της απαίτησης, εφόσον βεβαίως θα συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθ. 331 ΚΠολΔ.

Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2016

U.K. High Court Extends Whistleblower Protections to Law Firm Partners


U.K.’s highest court has expanded the rights of lawyers in the country to blow the whistle against their firms.
In a closely watched case, the Supreme Court of the United Kingdom on Wednesday ruled that partners of law firms and other members of limited liability partnerships who disclose illegal activities in their workplace can be shielded from retaliation like other employees.
The case in question involved a female lawyer based in Tanzania who was fired from her job at Clyde & Co LLP after complaining to an employment tribunal that a Tanzanian law firm that had a joint venture with her employer was paying bribes to secure clients.
Overruling the tribunal and an appellate court which both said she was not protected by the law, the Supreme Court court said the lawyer, Krista Bates van Winkelhof, who had an equity stake in the firm, was entitled to claim the protection of the whistle-blowing provisions of a 1996 U.K. labor rights law.
“That conclusion is to my mind entirely consistent with the underlying policy of those provisions, which some might think is particularly applicable to businesses and professions operating within the tightly regulated fields of financial and legal services.” stated Supreme Court Judge Brenda Hale in the ruling.
“This case was about ensuring that lawyers, accountants, hedge-fund managers and a host of other professionals are protected against dismissal if they blow the whistle,” Ms. Van Winkelhof’s lawyer, Joanna Blackburn, told Bloomberg, which reported on the case. “High-profile collapses like Enron and Arthur Andersen demonstrate why we need partners to speak out if they spot wrongdoing.”
Clyde & Co., in a statement to Bloomberg, said the law firm denies Ms. Van Winkelhof’s allegations. “We contend the process of her removal from the partnership was set in place . . . before her disclosures,” the firm’s statement said.
Herbert Smith Freehills LLP, an international law firm based in London, posted an online bulletin about the implications of the ruling:
"In addition to whistleblowing protection, the decision means that LLP members benefit from other statutory rights and protections available to workers, including entitlement to rest breaks and paid annual leave, protection from being treated less favourably on account of part-time status and, it is likely, rights under the pension auto-enrolment regime. Firms that operate as an LLP should therefore urgently review the policies and working conditions that apply to their members to ensure compliance."