Ι. Εισαγωγή: Η Ανάπτυξη στη Σύμβαση του Δικαίου της Θάλασσας μέχρι το 1992
Η εξελικτική διαδικασία της κωδικοποίησης του Δικαίου της Θάλασσας, ήδη από τη δεκαετία του 1950 και το Συμβατικό Πλαίσιο των Συμβάσεων της Γενεύης του 1958, είχε αποδώσει στα παράκτια κράτη σημαντικά αποκλειστικά κυριαρχικά δικαιώματα οικονομικού χαρακτήρα σε νέες εκτεταμένες περιοχές, όπως η Ηπειρωτική Υφαλοκρηπίδα τους, ενώ παράλληλα κωδικοποίησε το εθιμικό δικαίωμα όλων των κρατών για την εκμετάλλευση φυσικών πόρων στην Ανοικτή Θάλασσα. Τα παραπάνω στοιχεία, σε συνδυασμό με τις ανάλογες ενέργειες σε επίπεδο άσκησης κυριαρχίας που συνδέονται με τα οικονομικά συμφέροντα των παράκτιων κρατών στην Αιγιαλίτιδα Ζώνη, καθιστούν αρκετά σαφές, ότι η οικονομική εκμετάλλευση των θαλασσών και των πόρων τους βρίσκεται στον πυρήνα του Δικαίου της Θάλασσας τόσο στην εθιμική όσο και τη σύγχρονη μορφή του.
Παρόλα αυτά, οι επιστημονικές ανησυχίες για τη σχέση πόρων και περιβάλλοντος σε σύνδεση με την οικονομική ανάπτυξη, εμφανίζονται ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 και τις αρχές της επόμενης, σε ακαδημαϊκό αλλά και πολιτικό επίπεδο. Σε ακαδημαϊκό επίπεδο, καθοριστική υπήρξε η συμβολή των έργων Tragedy of the Commons και Limits to Growth[1], για την κατανόηση και ευαισθητοποίηση της ανάγκης προσδιορισμού της σχέσης της οικονομικής μεγέθυνσής και περιβάλλοντος και ζητημάτων ισότητας και δικαιοσύνης. Ειδικότερα σε σχέση με το θαλάσσιο χώρο, οι πρώτες πολιτικές απαντήσεις της διεθνούς κοινότητας εντοπίζονται στις αρχές της δεκαετίας του 1970, τόσο σε επίπεδο θεσμικών οργάνων του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών με την εισαγωγή της έννοιας της Κοινής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας[2], όσο και σε επίπεδο Διεθνούς Κοινότητας[3].
Συνέπεια των παραπάνω υπήρξε το γεγονός ότι η Σύμβαση του Δικαίου της Θάλασσας του 1982, αν και προηγήθηκε του εννοιολογικού προσδιορισμού της έννοιας της Βιώσιμης Ανάπτυξης με την μορφή που θα λάμβανε στα μέσα της δεκαετίας του 1980, αποτέλεσε την πρώτη ολιστική παγκόσμια νομική αντιμετώπιση περιβαλλοντικών αλλά και αναπτυξιακών ζητημάτων στο θαλάσσιο χώρο[4].
Είναι χαρακτηριστικό το περιεχόμενο του έργου των δύο από τις τρεις επιτροπές της Τρίτης Συνδιάσκεψης του Δικαίου της Θάλασσας (UNCLOS III – 1ης και 3ης), όπως και της προγενέστερης Seabed Committee (1η και 3η Υποεπιτροπή). Φαίνεται δηλαδή, ότι πέραν του έργου της 2ης Επιτροπής σε σχέση με το κλασικό Δίκαιο της Θάλασσας, οι ουσιαστικές προσθήκες της νέας τότε Σύμβασης, είχαν έναν ευρύτερο αναπτυξιακό χαρακτήρα. Παράλληλα στο κομμάτι του κλασικού Δικαίου της Θάλασσας εμφανίζονται στοιχεία που ξεφεύγουν από την παραδοσιακή κωδικοποίηση, αποδίδοντας δικαιώματα τόσο υπέρ τρίτων αλλά και της ανθρωπότητας στο σύνολο της, εισάγοντας το δικαίωμα και την υποχρέωση ορθολογικής χρήσης των ζώντων πόρων, καθώς και αναφορές σε ειδικές γεωγραφικές ομάδες κρατών, όπως τα αρχιπελαγικά, τα περίκλειστα και τα γεωγραφικά μειονεκτούντα. Συνοψίζοντας, μπορεί να θεωρηθεί ότι η Σύμβαση του Δικαίου της Θάλασσας, αν και στο γενικό χαρακτήρα των οικονομικών δικαιωμάτων που αποδίδει στις θαλάσσιες ζώνες διατηρεί την παραδοσιακή προσέγγιση της κρατικής αρμοδιότητας, περιλαμβάνει εμφανώς στοιχεία και θεματικές που περιέχουν ψήγματα της μετέπειτα προσέγγισης της Βιώσιμης Ανάπτυξης.
Το επόμενο χρονικά κομβικό σημείο για τον εννοιολογικό προσδιορισμό της Βιώσιμης Ανάπτυξης με τη σημερινή μορφή της υπήρξε η έκθεση του 1987 “Our Common Future”[5], γνωστή και ως έκθεση Brutdland. Σε αυτή οριστικοποιήθηκε η τριπλή διάσταση που θα έπρεπε να λάβει το αναπτυξιακό φαινόμενο και η διαγενεακή του φύση. Ειδικά ως προς το ζήτημα των ωκεανών και θαλασσών, η έκθεση τόνισε ότι αυτοί θα αποτελούσαν σημαντικό ζήτημα για τη μελλοντική βιώσιμη προσέγγιση, ιδιαίτερα ως προς τη διαχείριση των πόρων τους, και, αναγνωρίζοντας τη σημασία της προόδου της ορθής διακυβέρνησης του θαλασσίου χώρου, αξιολόγησε ως ζωτικής σημασίας την επικύρωση και θέση σε ισχύ της Σύμβασης του Δικαίου της Θάλασσας[6]. Πάντως, σε κάθε περίπτωση, παρά την ολοένα και μεγαλύτερη αναγνώριση του ρόλου των θαλασσών και των ωκεανών για ένα υγιή πλανήτη στο πλαίσιο των σχετικών διεθνών πολιτικών εξελίξεων, η ένταξη των θαλάσσιων δραστηριοτήτων στο πλήρες φάσμα της Βιώσιμης Ανάπτυξης ως προς τη συμβολή και τις επιπτώσεις τους αποτελούσε ακόμα μακρινή εξέλιξη.
ΙΙ. Ωκεανοί και Βιώσιμη Ανάπτυξη μετά το 1992: Αναζητώντας τη Συνέργεια
Μεταξύ των δύο Παγκόσμιων Συνδιασκέψεων για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη του 1972 και του 1992 εντοπίζεται μία σημαντική διαφοροποίηση της αντιμετώπισης του θαλασσίου περιβάλλοντος, μέσα και από την επιρροή νέων θεωρητικών προσεγγίσεων, όπως της Βιώσιμης Ανάπτυξης και της Περιβαλλοντικής Διακυβέρνησης. Αποτέλεσμα ήταν μία μετατόπιση από την τομεακή προσέγγιση (που χαρακτηρίζει και τις ρυθμίσεις της Σύμβασης του Δικαίου της Θάλασσας) σε πιο ολοκληρωμένες περιβαλλοντικές προσεγγίσεις, όπως αυτές αποτυπώθηκαν στο σχετικό Κεφάλαιο 17 της Agenda 21[7]. Επιπλέον, οι παγκόσμιες Συνδιασκέψεις για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη το 1992, 2002, 2012 και άλλες σημαντικές αναπτυξιακές Συνδιασκέψεις, όπως η Διάσκεψη της Χιλιετίας το 2000 ανέδειξαν σε παγκόσμιο πολιτικό ζήτημα την επίτευξη της βιωσιμότητας, εστιάζοντας άλλοτε στην περιβαλλοντική και άλλοτε στις κοινωνικό – οικονομικές παραμέτρους της.
Παράλληλα και υπό την επιρροή των παραπάνω στοιχείων, από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 αρχίζει να λαμβάνει χώρα στο χώρο του Δικαίου της Θάλασσας μία μετεξέλιξή του από συμβατικό νομικό πλαίσιο σε σύστημα διακυβέρνησης, ιδιαίτερα δε μετά τη θέση σε ισχύ της Σύμβασης το 1994[8]. Πάντως παρά το γεγονός της ύπαρξης όρων άμεσα σχετιζόμενων με τη βιωσιμότητα και τις αρχές της Βιώσιμης Ανάπτυξης ήδη εντός της Σύμβασης του Δικαίου της Θάλασσας του 1982, μία πλήρης ενσωμάτωση των τριών παραμέτρων της (κατά τα πρότυπα της Συνδιάσκεψης του Rio το 1992) δεν εμφανίζεται μέχρι αρκετά πρόσφατα σε παγκόσμια κλίμακα, και παρά το γεγονός ότι η Σύμβαση έχει συστηματικά αναγνωριστεί ως όργανο για την επίτευξη των αρχών αυτών τόσο στην Έκθεση Brutdland, όσο και στην Agenda 21, τη Συνδιάσκεψη του Γιοχάνεσμπουργκ το 2002 αλλά και του Rio+20 το 2012[9]. Παραμένει όμως ένα συμβατικό κείμενο, το οποίο λόγω της γενικής και ευαίσθητης πολιτικά φύσης του δεν μπορεί εύκολα να ανανεωθεί και να προσαρμοστεί σε νέα δεδομένα. Το ρόλο αυτό έχει παίξει, τουλάχιστον στο κομμάτι της αλιείας, η σχετική ειδική συμφωνία του 1995, που υιοθέτησε αρκετά από τα σύγχρονα στοιχεία που είχαν εισαχθεί μεταξύ 1982 και 1995 στη διαχείριση πόρων όπως η βιώσιμη διαχείριση και η οικοσυστημική προσέγγιση[10]. Για το λόγο αυτό, ιδιαίτερα σημαντικός μοιάζει να είναι ο ρόλος του πολιτικού πυλώνα της Θαλάσσιας Διακυβέρνησης προς την κατεύθυνση αυτή, αφού οι θεσμοί και τα Όργανα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, μοιάζουν να αποτελούν τη γνήσια έκφραση των κρατών στο πεδίο[11].
