Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #ποινικό δικονομικό δίκαιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #ποινικό δικονομικό δίκαιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 29 Μαρτίου 2016

"Αποδεικτικές απαγορεύσεις στην ποινική δίκη" [της Μαριάνθης Δ. Νούσκαλη, δικηγόρου]


Εισαγωγικά
Το ζήτημα των αποδεικτικών απαγορεύσεων αποτέλεσε διεθνώς ένα από τα γονιμότερα πεδία διαλόγου στον τομέα του ποινικού δικονομικού δικαίου, με αφετηρία τη σχετική μονογραφία  του Beling στις αρχές του 20ου αιώνα [1], και την εν συνεχεία αυξανόμενη, μέχρι και σήμερα, συγγραφική δραστηριότητα για την εν λόγω θεματική. Η ελληνική επιστήμη, όπως ήταν αναμενόμενο δεν έμεινε ανέπαφη  με την προβληματική  των αποδεικτικών απαγορεύσεων, με αποτέλεσμα να σημειωθεί μια πλούσια θεωρητική επεξεργασία του θεσμού αυτού, η οποία οδήγησε από τη δεκαετία του 1990 και μετά σε μία ραγδαία νομοθετική κινητικότητα.
Η παρούσα εργασία επιχειρεί στο πρώτο μέρος αυτής την αποσαφήνιση της έννοιας, των διακρίσεων και της λειτουργίας των αποδεικτικών απαγορεύσεων στο χώρο της ποινικής δικαιοσύνης, κάνοντας συνάμα μια σύντομη ιστορική αναφορά στα δικονομικά συστήματα αποδείξεων που ίσχυσαν παγκοσμίως από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα και στην εξέλιξη του θεσμού στην ελληνική έννομη τάξη. Στο δεύτερο μέρος της παρούσας γίνεται μια προσπάθεια προσέγγισης της δογματικής θεμελίωσης τόσο των εξαρτημένων όσο και των ανεξάρτητων αποδεικτικών απαγορεύσεων, με τη συνοπτική ανάλυση των σημαντικότερων θεωριών που αναπτύχθηκαν στην επιστήμη και την υιοθέτηση της ορθότερης κατά τη γνώμη της γράφουσας. Εν συνεχεία, στο τρίτο μέρος, εξετάζονται αναλυτικά τα επιμέρους στοιχεία της σημαντικότερης από τις ρυθμισμένες στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αποδεικτικές απαγορεύσεις, ήτοι η εξαρτημένη απαγόρευση αξιοποίησης της διάταξης του α. 177 παρ. 2, με αναφορά στις πιο συνηθισμένες περιπτώσεις απόκτησης  αποδεικτικών μέσων με αξιόποινες πράξεις από τις διωκτικές αρχές, που απασχόλησαν και απασχολούν μέχρι και σήμερα τη θεωρία και τη νομολογία. Στο τέταρτο και τελευταίο μέρος της παρούσης ερευνάται η κάμψη της απαγόρευσης αξιοποίησης των παράνομων αποδεικτικών μέσων που κατατείνουν στην αθώωση ή την ελάφρυνση της θέσης του κατηγορουμένου, οι δικονομικές συνέπειες της αξιοποίησης των απαγορευμένων αποδείξεων στην ποινική δίκη και η καταγραφή των συμπερασμάτων που προέκυψαν από την μελέτη του υπό εξέταση θεσμού με την παράλληλη πρόταση κάποιων βελτιωτικών ρυθμίσεων
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
ΕΝΝΟΙΑ, ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ, ΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΩΝ ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΕΩΝ
1.      Εννοιολογική προσέγγιση και διακρίσεις των αποδεικτικών απαγορεύσεων.
Υπό τον όρο αποδεικτικές απαγορεύσεις νοείται ο θεσμός εκείνος του ποινικού δικονομικού συστήματος, αντικείμενο του οποίου αποτελούν όλοι οι νομικοί κανόνες που θέτουν περιορισμούς στην εν ευρεία έννοια αποδεικτική διαδικασία, δηλαδή τόσο στην απόκτηση όσο και στην αξιοποίηση ορισμένων αποδεικτικών μέσων σε όλα τα στάδια της ποινικής δίκης.[2]
Στην γερμανική και ελληνική επιστήμη έχει παγιωθεί η διάκριση των αποδεικτικών απαγορεύσεων σε επιμέρους κατηγορίες, προς διευκόλυνση της δογματικής θεώρησης τους. Από τον ίδιο τον ορισμό των αποδεικτικών απαγορεύσεων διαφαίνεται η πρώτη διάκρισή τους σε απαγορεύσεις κτήσεως και σε απαγορεύσεις αξιοποίησης του αποδεικτικού μέσου. Υπό τον όρο « κτήση» του αποδεικτικού υλικού νοείται η διαδικασία συγκέντρωσης πληροφοριών σχετικά με τη διάπραξη ενός εγκλήματος, η οποία περατούται στο χρονικό εκείνο σημείο κατά το οποίο το αποδεικτικό υλικό τίθεται στη διάθεση της αρμόδιας αρχής και υπό τον όρο «αξιοποίηση» του αποδεικτικού υλικού εκλαμβάνεται η επεξεργασία του περιεχομένου του, αρχομένης από τη λήψη γνώσης αυτού από την αρμόδια αρχή και διαρκούσης καθ’ όλης της έκτασης αξιολόγησής του[3]. Οι απαγορεύσεις κτήσεως με τους περιορισμούς που θέτουν στη συγκέντρωση αποδείξεων αποτελούν εξαίρεση από τη θεμελιώδη δικονομική αρχή της αναζήτησης της ουσιαστικής αλήθειας[4] , ενώ οι απαγορεύσεις αξιοποίησης με τους περιορισμούς που θέτουν στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού συνιστούν εξαίρεση από την αρχή της ηθικής απόδειξης[5].
Οι απαγορεύσεις αξιοποίησης διακρίνονται περαιτέρω σε εξαρτημένες ή μη αυτοτελείς και σε ανεξάρτητες ή αυτοτελείς. Οι εξαρτημένες αποδεικτικές απαγορεύσεις  προϋποθέτουν πάντοτε την προηγούμενη παράνομη συλλογή του αποδεικτικού υλικού  και συνεπώς εμφανίζονται ως επακόλουθο κάποιας παραβίασης συγκεκριμένης απαγόρευσης απόκτησης αποδείξεων. Έτσι, εξαρτημένη απαγόρευση αξιοποίησης είναι για παράδειγμα η ρυθμισμένη από τη διάταξη του α. 177 παρ. 2 ΚΠΔ. Τουναντίον, οι αυτοτελείς αποδεικτικές απαγορεύσεις καταφάσκονται ανεξάρτητα από την προηγούμενη παράνομη δραστηριότητα των διωκτικών αρχών ή των ιδιωτών κατά την απόκτηση του αποδεικτικού υλικού, η αξιοποίηση του οποίου από μόνη της θα πρόσβαλε θεμελιώδη έννομα αγαθά του ατόμου[6]. Οι περισσότερες αυτοτελείς αποδεικτικές απαγορεύσεις προκύπτουν ερμηνευτικά από διατάξεις του Συντάγματος, για το λόγο αυτό ονομάζονται και «συνταγματικές», π.χ. η αξιοποίηση ενός ημερολογίου που βρέθηκε στα πλαίσια μιας μια νόμιμης κατ΄ οίκον έρευνας και συμπεριλήφθηκε στη δικογραφία, χωρίς να λείπουν όμως και οι νομοθετικά θεσπισμένες ανεξάρτητες αποδεικτικές απαγορεύσεις, π.χ. οι προβλεπόμενες στις διατάξεις των α. 31 παρ. 2, 211 και 224 παρ. 2 ΚΠΔ.

2.  Σκοπός και λειτουργία των αποδεικτικών απαγορεύσεων.
Είναι παγκόσμια αποδεκτό ότι η αποστολή του ποινικού δικαίου συνίσταται στην εμπέδωση της κοινωνικής ειρήνης με αναγόρευση σε έννομα αγαθά και την προστασία όλων εκείνων των παραγόντων που συντελούν στη διατήρηση της ομαλής κοινωνικής συμβίωσης[7]. Η αποστολή αυτή πραγματώνεται με την αποτελεσματικότητα της απονομής της ουσιαστικής ποινικής δικαιοσύνης, δηλαδή με την τιμωρία των πραγματικά ενόχων και την απαλλαγή των πραγματικά αθώων και έχει ως απώτατο συνταγματικό θεμέλιό της την αρχή του κράτους δικαίου σε συνδυασμό με την προστασία της αξίας του ανθρώπου[8]. Η πραγμάτωση αυτής της αποστολής συνεπάγεται αναπόφευκτα τον περιορισμό ατομικών δικαιωμάτων, είτε των διαδίκων είτε τρίτων ( έρευνα σε κατοικία α. 253 ΚΠΔ, σωματική έρευνα 257 ΚΠΔ, ακρόαση τηλεφωνικών συνδιαλέξεων 253Α παρ. 1 γ’ ΚΠΔ κ.ο.κ.), δεν επιτρέπεται όμως να λαμβάνει χώρα έναντι οποιουδήποτε τιμήματος[9], καθώς η άλλη όψη της αρχής του κράτους δικαίου συνίσταται στην προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων των ατόμων από την αυθαιρεσία της ποινικής καταστολής[10] .
Με το «άνοιγμα» μιας ποινικής δίκης τίθενται λοιπόν σε σύγκρουση δυο αντίρροπα συμφέροντα, αφενός η ταχεία και ορθή απονομή της δικαιοσύνης και αφετέρου η προστασία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, αλλά και τρίτων ενίοτε, η ικανοποίηση των οποίων αποτελεί συνταγματική υποχρέωση της Πολιτείας[11]. Μόνον μέσα από μια διαδικασία ορθολογικής στάθμισης των δυο αυτών αντικρουόμενων συμφερόντων καθίσταται δυνατή η  εξυπηρέτηση των στόχων του Ποινικού Δικαίου στα πλαίσια μιας δικαιοκρατούμενης κοινωνίας.