Δευτέρα 3 Ιουλίου 2017

"ΟΙ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΩΝ ΣΥΛΛΟΓΙΚΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ" [Μαρίας Δ. Χασιρτζόγλου, Εφέτη]



           Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (σσε) είναι η σύμβαση που συνάπτεται μεταξύ των κοινωνικών εταίρων, κατά κανόνα επαγγελματικών οργανώσεων εργαζομένων και εργοδοτών και ρυθμίζει κατά τρόπο υποχρεωτικό τους όρους, τις συνθήκες και την αμοιβή της εργασίας των εργαζομένων τους οποίους δεσμεύει. Συνιστά τη σημαντικότερη εκδήλωση της συλλογικής αυτονομίας και δημιουργήθηκε για να αμβλύνει την διαπραγματευτική ανισοδυναμία μεταξύ των μερών της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, με σκοπό τη διασφάλιση δικαιότερων όρων εργασίας για τον εργαζόμενο[1]. Συμβατική ως προς την προέλευσή και τη σύναψή της, αλλά κανονιστική ως προς τη λειτουργία της, θεσπίζει κανόνες δικαίου, που εφαρμόζονται αμέσως και υποχρεωτικά στις συμβάσεις εργασίας τρίτων, που δεν συμμετείχαν στη σύναψή της, τους οποίους τα δικαστήρια λαμβάνουν υπόψη αυτεπαγγέλτως. Κατά το άρθρο 22 του Συντάγματος λειτουργεί συμπληρωματικά σε σχέση με το νόμο ως προς τη ρύθμιση των γενικών όρων εργασίας, με την έννοια ότι ο νόμος θεσπίζει τα κατώτατα όρια προστασίας των εργαζομένων και καταλείπει στη σσε την ευνοϊκότερη ρύθμιση των ίδιων όρων ή την επέκτασή τους σε εργαζομένους που δεν καλύπτονται από τη νομοθετική ρύθμιση. Υπό την ίδια έννοια, απαγορεύεται με νόμο η κατάργηση ή η αναστολή της ισχύος της, εκτός αν προκύψουν έκτακτες και ιδιαίτερες σημαντικές συνθήκες γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος[2].

                 Το περιεχόμενό της σσε είναι τυπικό, ουσιαστικό και κανονιστικό. Μπορεί να αφορά σε όλα τα ζητήματα που ρυθμίζουν μια σχέση εργασίας, ακόμη και σε ζητήματα σχετικά με την άσκηση επιχειρηματικής πολιτικής, εφόσον αυτά επηρεάζουν άμεσα τις εργασιακές σχέσεις, θέματα κανονισμού εργασίας, ή ερμηνείας των κανονιστικών όρων των σσε. Μπορεί να αφορά και σε ζητήματα σχετικά με τη διαδικασία της συλλογικής διαπραγμάτευσης. Δεν μπορεί να είναι αντίθετο σε κανόνες αμφιμερώς αναγκαστικού δικαίου. Περιέχει, εκτός από τους κανονιστικούς και ενοχικούς όρους, όπως η υποχρέωση εφαρμογής της σσε και η υποχρέωση ειρήνης, οι οποίοι ενεργούν συμβατικά και δεσμεύουν αποκλειστικά τα συμβαλλόμενα μέρη.
            Η σσε καταρτίζεται εγγράφως. Ο έγγραφος τύπος είναι συστατικός. Ένα από τα τρία πρωτότυπά της κατατίθεται στην αρμόδια υπηρεσία. Από και δια της κατάθεσης η συμφωνία των μερών καθίσταται σσε και αρχίζει να ισχύει ως τέτοια. Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να προσδώσουν αναδρομική ισχύ όχι όμως απεριόριστα[3] ή να μεταθέσουν το χρόνο έναρξης της. Η σσε είναι από τη φύση της διαρκής σύμβαση και λήγει είτε όταν συμπληρωθεί η συμφωνημένη διάρκειά της, είτε αν συναφθεί νέα, είτε αν καταγγελθεί, λόγω σημαντικής μεταβολής των συνθηκών που υφίσταντο κατά τη σύναψή της
            Η λήξη της σσε επιφέρει τη λήξη των ενοχικών όρων όχι όμως και των κανονιστικών που εξακολουθούν να λειτουργούν πλασματικά για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Μετά το πέρας του διαστήματος αυτού οι κανονιστικοί όροι εισέρχονται στο στάδιο της μετενέργειας, η οποία έχει ως σκοπό να αποτραπεί, προς το συμφέρον του εργαζομένου, η απότομη διάρρηξη του πλαισίου που ρυθμίζει την εργασία του και οι όροι της σσε αποκτούν ένα ιδιότυπο ενοχικό χαρακτήρα. Στο στάδιο αυτό μπορούν να τροποποιηθούν με συμφωνία μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου ή με την κατάρτιση μιας νέας σσε. Η τροποποίηση μπορεί να είναι και δυσμενέστερη για τον εργαζόμενο.

Διακρίνονται σε Εθνικές Γενικές που αφορούν στους εργαζομένους όλης της χώρας, σε Κλαδικές, εθνικές ή τοπικές, που αφορούν στους εργαζομένους περισσότερων ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων, σε Επιχειρησιακές που αφορούν στους εργαζομένους μιας εκμετάλλευσης ή επιχείρησης, και σε Εθνικές ή Τοπικές Ομοιοεπαγγελματικές που αφορούν στους εργαζομένους ορισμένου επαγγέλματος και των συναφών προς αυτό ειδικοτήτων. Ο αριθμός είναι περιοριστικός και κάθε σσε θα πρέπει να υπαχθεί σε μια από τις παραπάνω κατηγορίες, σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά της.
Η σσε κατά κανόνα δεσμεύει τα μέλη των συλλογικών οργανώσεων που συμβλήθηκαν, με εξαίρεση την επιχειρησιακή σσε, όπου αρκεί η ιδιότητα του εργαζομένου στην επιχείρηση. Ο Υπουργός Εργασίας έχει δικαίωμα, αλλά όχι υποχρέωση, να επεκτείνει τη ισχύ των κλαδικών και ομοιεπαγγελματικών συμβάσεων και στα μη μέλη, εάν δεσμεύουν ήδη εργοδότες που απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή του επαγγέλματος. Η επέκταση της σσε είναι δυνατόν να συμβεί και με νόμο.
            Στη συρροή της σσε με νόμο, εφόσον δεν πρόκειται για διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή  ενέργεια, επικρατεί η αρχή της ευνοϊκότερης ρύθμισης, Η ίδια αρχή ρυθμίζει και την σχέση της με την ατομική σύμβαση εργασίας. Η αρχή της εύνοιας ρύθμιζε και το πεδίο εφαρμογής διαφορετικών σσε, όταν συνέρρεαν, με εξαίρεση τη συρροή κλαδικής ή επιχειρησιακής και ομοιοεπαγγελματικής σσε, κατά την οποία η ομοιοεπαγγελματική υποχωρούσε έστω και αν επιφύλασσε ευνοϊκότερες ρυθμίσεις για τον εργαζόμενο. Στη σσε εφαρμόζεται η αρχή της τάξης, σύμφωνα με την  οποία η νεότερη συλλογική σύμβαση, κατά το μέρος που ρυθμίζει διαφορετικά το ίδιο θέμα, καταργεί την προηγούμενη του αυτού είδους και πεδίου έστω και αν περιέχει δυσμενέστερες για τους μισθωτούς διατάξεις.

              Αυτό είναι σε πολύ γενικές γραμμές το νομοθετικό πλαίσιο που καθόρισε ο ν. 1876/1990[4] για τις σσε, παγιοποιημένο και άθικτο επί μια σχεδόν 20ετία. Σε αντίθεση με τους θεωρητικούς που διατύπωσαν κάποιες επί μέρους κριτικές και αντιρρήσεις, κυρίως όσον αφορά την υποχρεωτική διαιτησία, για την οποία θα γίνει λόγος στη συνέχεια και τη ρύθμιση για την επεκτασιμότητα των σσε, οι εφαρμοστές του δικαίου του επιφύλαξαν μια μάλλον λογιστική αντιμετώπιση. Η νομολογία εξαντλήθηκε στο αναγκαίο περιεχόμενο της αγωγής, όταν ζητούνταν αποδοχές με βάση σσε ή στην εξεύρεση της εφαρμοστέας σσε σε περίπτωση συρροής ή διαδοχής τους και, στις ελάχιστες φορές που της ζητήθηκε, δεν έδωσε πειστικές απαντήσεις για τη συμβατότητα των επίμαχων διατάξεων με το Σύνταγμα και τους διεθνείς νομικούς κανόνες, όπως η Διεθνής Δύμβαση Εργασίας[5]. Η οικονομική κρίση, όμως, επέβαλε λύσεις που ανέτρεψαν τον ετεροβαρή χαρακτήρα του νόμου, αντικαθιστώντας πολλές από τις προστατευτικές, για τους εργαζομένους, διατάξεις του. Μέσα σε ένα γενικό πλαίσιο εξαιρετικού δικαίου της ανάγκης, στο οποίο η νομολογία τοποθέτησε τις εκτεταμένες επεμβάσεις του νομοθέτη στο σύστημα των συλλογικών διαπραγματεύσεων, αποδεχόμενη τη συνταγματικότητά τους,[6] οι τροποποιήσεις αποσπασματικές και επανειλημμένες, φαίνεται πως δεν έφεραν τη ζητούμενη ισορροπία και πως έριξαν την πλάστιγγα προς την άλλη πλευρά.
            Οι αλλαγές είναι, με λίγα λόγια, οι ακόλουθες: Σε ό,τι αφορά τα συμβαλλόμενα μέρη, οι επιχειρησιακές σσε μπορούν να συναφθούν για κάθε επιχείρηση, ακόμη και αν απασχολεί προσωπικό μικρότερο των 50 ατόμων, όχι κατ΄ ανάγκη από σωματείο εργαζομένων αλλά και από ένωση προσώπων που συστήνεται μεταξύ των εργαζομένων της επιχείρησης, τουλάχιστον από τα 3/5 αυτής, με αμφίβολη διαπραγματευτική ικανότητα και ισχύ. Η αρχή της ευνοϊκότερης ρύθμισης διαταράσσεται, με την επιχειρησιακή σύμβαση να κατισχύει της κλαδικής ακόμη και αν περιέχει δυσμενέστερους όρους.
            Κλαδικές, επιχειρησιακές και ομοιοεπαγγελματικές συμβάσεις δεν επιτρέπεται να περιέχουν όρους εργασίας δυσμενέστερους για τους εργαζομένους από τους όρους εργασίας των ΕΓΣΣΕ, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις της παρ. 1 του άρθρου 8 του ν. 1876/1990. Το άρθρο αυτό τροποποιημένο με τον 4093/2012 [7] ορίζει ότι οι ΕΓΣΣΕ καθορίζουν τους ελάχιστους μη μισθολογικούς όρους εργασίας για όλους τους εργαζομένους της χώρας. Όμως οι βασικοί μισθοί και τα ημερομίσθια, οι προσαυξήσεις και κάθε άλλος μισθολογικός όρος ισχύουν μόνο για τους εργαζομένους που απασχολούνται από εργοδότες μέλη των συμβαλλόμενων στη ΕΓΣΣΕ εργοδοτικών οργανώσεων και δεν επιτρέπεται να υπολείπονται του κατώτατου μισθού και ημερομισθίου, που πλέον ορίζεται με νόμο και προβλέπεται χαμηλότερος για τους κάτω των 25 ετών, προσθέτοντας στον προβληματισμό για την παραβίαση της συλλογικής αυτονομίας και αυτόν της προσβολής της αρχής της μη διάκρισης. Εξοβελίζεται έτσι η μέχρι πρόσφατα αναγκαία συρροή μεταξύ της ΕΓΣΣΕ και των λοιπών σσε, κατά την οποία οι ΕΓΣΣΕ έθεταν ελάχιστους όρους εργασίας δεσμευτικούς για τα λοιπά είδη σσε, που καθιστούσαν εξ υπαρχής άκυρους τυχόν δυσμενέστερους όρους των τελευταίων. Στο εξής η έσχατη προστασία των ΕΓΣΣΕ, για όσους εργάζονται σε εργοδότες που δεν είναι μέλη των συμβαλλόμενων σε αυτήν οργανώσεων, περιορίζεται στους μη μισθολογικούς όρους. Ταυτόχρονα, με την 6/20012 ΠΥΣ επιβάλλονται μειώσεις στους μισθούς και τα ημερομίσθια των αμειβομένων σύμφωνα με την ΕΓΣΣΕ.  Η λύση αυτή δεν εφαρμόζεται σε συμβάσεις εργασίας, στις οποίες τα μέρη με ατομική συμφωνία είχαν συμφωνήσει το μισθό της εθνικής γενικής ΣΣΕ, ισχύουσας ή μελλοντικής, αφού πρόκειται για ελεύθερα συμφωνημένο μισθό. Με σκοπό τη μείωση του ανά μονάδα κόστους εργασίας, με την ΠΥΣ αναστέλλεται κάθε όρος που νόμου, κανονιστικής πράξης, σσε ή δα που προβλέπει αυξήσεις μισθού με μόνη προϋπόθεση την πάροδο συγκεκριμένου χρόνου εργασίας. Η αναστολή επιβάλλεται ωσότου το ποσοστό ανεργίας περιοριστεί σε ποσοστό κάτω του 10%. Τυχόν αυξήσεις που θα δοθούν από τους εργοδότες θα έχουν το χαρακτήρα οικειοθελούς παροχής για την ανάκληση της οποίας θα πρέπει να διατυπώσουν επιφύλαξη ανάκλησης.
            Επέμβαση γίνεται και στη διάρκεια ισχύος της σσε, αφού καταργείται η αόριστη διάρκεια και εφεξής οι σσε συνάπτονται για ορισμένο χρόνο από ένα έως τρία έτη. Η αλλαγή έχει επικριθεί καθώς οι σσε αορίστου χρόνου ρυθμίζουν καλύτερα ζητήματα που απαιτούν λύσεις μεγάλης διάρκειας, όπως οι κανονισμοί εργασίας και επιτρέπουν στα μέρη να αποδεσμευτούν από αυτές με ευκολία χωρίς να χρειαστεί να επικαλεστούν και να αποδείξουν σημαντική μεταβολή των συνθηκών που ίσχυαν κατά τη σύναψή της[8]. Οι ρυθμίσεις για τη χρονική διάρκεια της σ.σ.ε. είναι δημοσίας τάξης και απαγορεύουν τη συνομολόγηση ρητρών με διαφορετικό περιεχόμενο[9], επομένως η συνέχιση της σ.σ.ε. για αόριστο χρόνο μετά τη συμφωνημένη λήξη της, αφού δεν υφίσταται διάταξη αντίστοιχη  με  του άρθρου 671 ΑΚ, αποκλείεται[10]. Τι θα συμβεί αν δεν συμφωνηθεί καθόλου χρόνος ισχύος της σσε και δεν προκύπτει κάτι από το περιεχόμενό της; Θα πρόκειται για άκυρη σσε επειδή δεν έχει το ελάχιστο αναγκαίο περιεχόμενο;[11]. Θα είναι έγκυρη, αλλά η διάρκειά της θα κυμαίνεται υποχρεωτικά μεταξύ ενός και τριών ετών ως ελάχιστο και μέγιστο όριο ή, με διορθωτική ερμηνεία θα ισχύσει ως σσε με αόριστη διάρκεια, η οποία θα λήγει με τακτική καταγγελία χωρίς σπουδαίο λόγο, αλλά και αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση τριετίας από τότε που τέθηκε σε ισχύ;[12] Η παράλειψη του νομοθέτη να απαγορεύσει ρητά την κατάρτιση σσε αόριστης διάρκειας ή να προβλέψει ποινή ακυρότητας, σημαίνει ότι αυτές εξακολουθούν να ισχύουν; Η επιδίωξη του νομοθέτη πάντως είναι να επιτευχθεί ενιαία ρύθμιση της διάρκειας των σσε γι αυτό και με την ΠΥΣ, ο νομοθέτης προέβη σε ρύθμιση του χρόνου λήξης των ήδη κατά τον χρόνο έκδοσης της ΠΥΣ και του Ν. 4046/2012 ισχυουσών σσε.[13]
           

Τετάρτη 28 Ιουνίου 2017

ΣτΕ 1738/2017 : Αντισυνταγματική η συνεχής παράταση παραγραφής φορολογικών υποθέσεων



Αντισυνταγματική είναι η συνεχής παράταση της παραγραφής των φορολογικών αξιώσεων, έκρινε  η  Ολομέλεια του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου με την υπ΄  αριθμ. 1738/2017 απόφασή της, με πρόεδρο τον Νικόλαο Σακελλαρίου και  εισηγητή τον σύμβουλο Επικρατείας Κωνσταντίνο Νικολάου.
         
Η Ολομέλεια του ΣτΕ ασχολήθηκε με το θέμα της συνταγματικότητας της παραγραφής μετά την υπ΄ αρθμ.  ΣτΕ 675/2017 απόφαση  του   Β΄  Τμήματος  του ίδιου δικαστηρίου (με πρόεδρο την αντιπρόεδρο Μαίρη Σάρπ)  που παρέπεμψε το όλο θέμα προς οριστική κρίση στην Ολομέλεια του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου.
                     
Η Ολομέλεια του Ανώτατου Ακυρωτικού δικαστηρίου κινούμενη στο πνεύμα των τμηματων του δικαστηρίου, έκρινε ότι η παραγραφή των φορολογικών αξιώσεων είναι πενταετής και οι συνεχείς παρατάσεις παραγραφής είναι αντισυνταγματικές. Έτσι, όλοι οι φορολογικοί έλεγχοι που έγιναν πλέον της πενταετίας αντιμετωπίζουν θέμα συνταγματικότητας, αφού η επίμαχη απόφαση αναμένεται να χρησιμοποιηθεί από τους ελεγχόμενους.

Η  απόφαση της Ολομέλειας σε γενικές γραμμές κινήθηκε στο πνεύμα της απόφασης του Β΄  Τμήματος του ΣτΕ. (Αποφ. ΣτΕ 675/2017)
         
Ειδικότερα, οι σύμβουλοι Επικρατείας αναφέρουν ότι εν όψει της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 του Συντάγματος) «η παραγραφή πρέπει να έχει  εύλογη διάρκεια ενόψει μάλιστα του ότι πλέον διευκολύνεται η διαδικασία ελέγχου τόσο λόγω των σύγχρονων ηλεκτρονικών μεθόδων ελέγχου όσο και λόγω του γεγονότος ότι πολλά δεδομένα που αφορούν την πάσης φύσεως οικονομική δραστηριότητα των φορολογουμένων (π.χ. εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες, τόκους καταθέσεων, κ.λπ.) εισάγονται στο σύστημα ηλεκτρονικής υποβολής των δηλώσεων φόρου εισοδήματος, χωρίς να χρειάζονται καμία ενέργεια εκ μέρους των φορολογουμένων, έτσι δεν δικαιολογείται   ο καθορισμός μακρού χρόνου παραγραφής πέραν των χρονικών ορίων που όριζαν οι προισχυουσες διατάξεις, σε χρόνο κατά τον οποίο η φορολογική διοίκηση  δεν διέθετε  τα εργαλεία αυτά».
         
Άλλωστε, συνεχίζει το ΣτΕ, «η ταχύτητα των εξελίξεων σε όλους τους τομείς μεταξύ των οποίων και ο οικονομικός και ο επιχειρηματικός επιβάλλει προς προστασία του δημοσίου συμφέροντος την ταχύτητα κατά το δυνατόν εκκαθάρισης των υποχρεώσεων των φορολογουμένων, προκειμένου να προγραμματίζουν την οικονομική τους δραστηριότητα, να γνωρίζουν τις οφειλές τους επικαίρως και κατά τακτά και σχετικώς μικρά χρονικά διαστήματα διότι η συσσώρευση των οφειλών  πολλών ετών, λόγω μη της παρόδου μακρού χρόνου  διενέργειας ελέγχου για περισσότερα έτη και εκδόσεως των σχετικών καταλογιστικών  πράξεων  και η αξίωση συγχρόνου καταβολής αυτών, μπορεί να δημιουργήσει σοβαρά οικονομικά προβλήματα σε φυσικά και νομικά πρόσωπα».
         
Η Ολομέλεια υπογραμμίζει στην επίμαχη απόφασή της ότι οι συνεχείς παρατάσεις παραγραφής των φορολογικών αξιώσεων αντίκειται στην αρχή της ασφάλειας δικαίου διατάξεις του άρθρου 78 του Συντάγματος  (που απορρέει από την αρχή του κράτους δικαίου), γιατί παρατείνουν την προθεσμία παραγραφής φορολογικών αξιώσεων του Δημοσίου αναγομένων σε ημερολογικά έτη προγενέστερα του προηγουμένου της δημοσίευσης των σχετικών νόμων ετών».
         
Με άλλα λόγια οι συνεχείς παρατάσεις παραγραφής παραβιάζουν τις συνταγματικές  αρχές της  αναλογικότητας,   του κράτους δικαίου και της  αρχής της ασφάλειας δικαίου, όπως και το άρθρο 78 του Συντάγματος περί φορολογίας.
         
Σε άλλο σημείο της αποφάσεως αναφέρεται ότι παρατείνεται διαδοχικώς ο χρόνος παραγραφής φορολογικών αξιώσεων του Δημοσίου λίγο πριν από την λήξη είτε της αρχικής παραγραφής είτε της προηγούμενης παρατάσεως αυτής ώστε η θεσπιζόμενη με το άρθρο 84 παρ. 1 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος ως κανόνας πενταετής παραγραφή να φαίνεται ότι δεν έχει πλέον σε καμία περίπτωση εφαρμογή για τις φορολογικές υποχρεώσεις που γεννήθηκαν κατά τις χρήσεις στις οποίες αφορούν.  
         
Παράλληλα, οι σύμβουλοι Επικρατείας επισημαίνουν   για την επιβολή φορολογικών επιβαρύνσεων απαιτείται να εφαρμόζεται προθεσμία παραγραφής, η οποία    πρέπει να ορίζεται εκ των προτέρων και να είναι επαρκώς προβλέψιμη από τον φορολογούμενο. Η παραγραφή αυτή πρέπει, επίσης, να έχει, συνολικά, εύλογη διάρκεια, δηλαδή να συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας, ενώ η μεταβολή της με την πρόβλεψη επιμηκύνσεως είναι δυνατή μόνον υπό τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του   άρθρου 78 του Συντάγματος, δηλαδή με διάταξη θεσπιζόμενη το αργότερο το επόμενο της γενέσεως της φορολογικής υποχρεώσεως έτος.
         
Ακόμη, αναφέρουν οι σύμβουλοι Επικρατείας, ότι διάταξη νόμου περί παρατάσεως χρόνου παραγραφής φορολογικών αξιώσεων, των οποίων η έναρξη  του χρόνου παραγραφής είναι προγενέστερη του προηγουμένου της δημοσιεύσεως του νόμου αυτού ημερολογιακού έτους, είναι ανίσχυρη ως αντίθετη στην απορρέουσα από την αρχή του κράτους δικαίου αρχή της ασφάλειας δικαίου.   
         
Τους συμβούλους Επικρατείας τους απασχόλησε η περίπτωση εταιρείας εμπορίας πετρελαιοειδών προϊόντων  στην οποία, μετά από έλεγχο στα εισοδήματά της  του έτους 2002, ο προϊστάμενος της Διαπεριφερειακού Ελεγκτικού Κέντρου (ΔΕΚ) Αθηνών ο προϊστάμενος του Κέντρου Ελέγχου Μεγάλων Επιχειρήσεων  επέβαλε σε βάρος της κύριο φόρο 3.986.826 ευρώ και πρόσθετο φόρο 11.102.850 ευρώ, λόγω ανακριβούς δήλωσης.
         
Από το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών ακυρώθηκε το από 13.12.2010 φύλλο ελέγχου φόρου για το εισόδημα του 2002 και το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε αναίρεση στο Συμβούλιο της Επικρατείας.
         
Το Β΄  Τμήμα του ΣτΕ παρέπεμψε την υπόθεση προς οριστική κρίση   στην Ολομέλεια του ΣτΕ για να κριθεί η συνταγματικότητα των νόμων 3513/2006, 3697/20083790/2009 και  3842/2010 ως προς το σκέλος εκείνο που παρέτειναν  συνεχώς το χρόνο παραγραφής των φορολογικών αξιώσεων.

Πηγή: Καθημερινή καθώς και το σύνολο των ΜΜΕ
Πηγή: Taxheaven © Δείτε περισσότερα https://www.taxheaven.gr/news/news/view/id/35645

Δευτέρα 26 Ιουνίου 2017

"Η αστική ευθύνη των δημοσίων νοσηλευτικών ιδρυμάτων. Η ευθύνη του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού - Γενική θεωρητική και νομολογιακή προσέγγιση" [Δημήτριος Α. Εμμανουηλίδης, Σύμβουλος Επικρατείας]


*Εισήγηση στο συνέδριο περί ιατρικής ευθύνης του Πανεπιστημίου Πατρών και του Δικηγορικού Συλλόγου Πατρών (Πάτρα, 26 και 27.5.2017).

Α 1. Η οργάνωση και λειτουργία των κρατικών νοσοκομειακών υπηρεσιών αποτελεί στο σύγχρονο κοινωνικό κράτος δικαίου ένα από τα κύρια μέσα για την προαγωγή και τη βελτίωση της υγείας των ανθρώπων (άρθρ. 21 § 3 Συντ). Η υγεία του ανθρώπου στο πλαίσιο αυτό δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως δημόσιο αγαθό, αλλά έχει το χαρακτήρα κοινωνικού δικαιώματος που στρέφεται κατά του Κράτους και θεμελιώνει, στο μέτρο που οι σχετικές υπηρεσίες έχουν συσταθεί και οργανωθεί, αξίωση των χρηστών τους για την επιστημονικά αρτιότερη δυνατή παροχή τους, με σκοπό την αποκατάσταση της υγείας όσων προσφεύγουν σ’ αυτές.
        
   2. Περαιτέρω, το κράτος αναλαμβάνει ρητώς την ευθύνη για την παροχή υπηρεσιών υγείας σε όλους τους ανθρώπους και είναι κατ' επέκταση υπόχρεο να λαμβάνει θετικά μέτρα για τον σκοπό αυτό. Κύριο και ίσως σημαντικότερο χαρακτηριστικό της ευθύνης αυτής είναι η υποχρέωση των κρατικών υπηρεσιών υγείας να αντιμετωπίζουν όλους τους ανθρώπους ισότιμα, ανεξάρτητα από τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες υπό τις οποίες τελεί κάθε ένας.
        
     3. Τα ανωτέρω νομικά δεδομένα αναδεικνύουν δύο κυρίαρχα χαρακτηριστικά της ανάμειξης του κράτους στην προστασία της υγείας των ανθρώπων : Το πρώτο είναι η «δεσπόζουσα θέση» των κρατικών υπηρεσιών στο σύνολο των παρεχομένων υπηρεσιών υγείας (κρατικών και ιδιωτικών). Την θέση αυτή την επιβάλλει το Σύνταγμα και την εξειδικεύουν οι κανόνες δικαίου της κοινής νομοθεσίας, που διέπουν την οργάνωση και λειτουργία του εθνικού συστήματος υγείας. Απόρροια της ιδιάζουσας αυτής θέσης του κράτους στον τομέα της υγείας είναι η αυξημένη έως απόλυτη εξάρτηση της πλειοψηφίας των ανθρώπων από τις κρατικές υπηρεσίες υγείας, και ιδίως εκείνων που δεν διαθέτουν τα απαιτούμενα οικονομικά μέσα για να προσφύγουν στον ιδιωτικό τομέα της υγείας .  το δεύτερο χαρακτηριστικό είναι η νομοθετικά διακηρυγμένη υποχρέωση του κράτους να παρέχει κρατικές υπηρεσίες υγείας ισότιμα προς όλους τους ανθρώπους. Η ισοτιμία αυτή αποτελεί εκδήλωση της κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχής της ισότητας ενώπιον του νόμου. Από την αρχή της ισότητας, σε συνδυασμό με το συνταγματικά κατοχυρωμένο κοινωνικό δικαίωμα στην υγεία (21 παρ. 3Σ) και τη νομοθεσία περί ΕΣΥ, απορρέει η αξίωση κάθε χρήστη των κρατικών υπηρεσιών υγείας να του παρέχονται όχι οποιεσδήποτε υπηρεσίες, αλλά εκείνες που αρμόζουν στην κατάστασή του και είναι αντικειμενικά ικανές να οδηγήσουν στην ορθή αντιμετώπιση του προβλήματος υγείας που αντιμετωπίζει. Εξάλλου, οι υπηρεσίες αυτές δεν μπορεί να είναι παρά αυτές που υπαγορεύουν το σύνολο των ιατρικών γνώσεων και οι θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης, που αποτελούν κοινό κτήμα της παγκόσμιας επιστημονικής εμπειρίας. Είναι, εξάλλου, αυτονόητο ότι τα πορίσματα κάθε επιστήμης, που σχετίζεται πρακτικά με την παροχή υπηρεσιών υγείας, διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο, αν ορισμένη διαγνωστική ή θεραπευτική πράξη είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση ενδεδειγμένη ή μη. Η τεχνική δε αυτή κρίση περί του ενδεδειγμένου ή μη χαρακτήρα της ανάγεται τελικά σε νομική κρίση, αφού η θεσμική οργάνωση της κρατικής υγείας οδηγεί επιτακτικά σε νομικό δέον την εκτέλεση επιστημονικά ενδεδειγμένων ιατρικών πράξεων και την αποφυγή παραλείψεων, οι οποίες δεν ενδείκνυνται επιστημονικά.
        
       4. Οι κανόνες ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος δεν νοούνται ως γενικοί και αφηρημένοι κανόνες συμπεριφοράς των γιατρών, αλλά ως αντικειμενικοί όροι της οργάνωσης και λειτουργίας των κρατικών υπηρεσιών υγείας. Στο πλαίσιο αυτό, έννοιες, όπως οι «θεμελιώδεις αρχές της Ιατρικής επιστήμης και της κτηθείσης εμπειρίας» και η «ευσυνείδητη άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος» αποτελούν αόριστες έννοιες αξιολογικού χαρακτήρα. Το έργο της εξειδίκευσής τους ανατίθεται στο δικαστή και είναι ιδιαίτερα σύνθετο, αν ληφθεί υπ’ όψη ότι πέρα από την κοινή λογική και εμπειρία που εξ ορισμού αυτός διαθέτει, απαιτείται η συνεκτίμηση ειδικών γνώσεων ή επιστημονικών πορισμάτων, που προϋποθέτουν ειδική εμπειρία και αντίστοιχη αποδεικτική τεκμηρίωση. Η επιτυχής ερμηνευτική εξειδίκευση των εννοιών αυτών είναι προαπαιτούμενο για την ορθή κρίση ως προς τον παράνομο ή μη χαρακτήρα ορισμένης διαγνωστικής ή θεραπευτικής πράξης κατά τα άρθρα 105 και 106 Εισ.Ν.ΑΚ. Ο χαρακτήρας των τελευταίων ως «λευκών κανόνων» δεν αίρεται αυτομάτως με τον εντοπισμό από το δικαστή της κρίσιμης κάθε φορά διάταξης . αν η τελευταία περιέχει και αόριστες έννοιες, το κανονιστικό κριτήριο της παρανομίας συγκροτείται τελικά με την ερμηνευτική παρέμβαση του δικαστή. Το κρίσιμο περιεχόμενο της δικαιοπλαστικής του παρέμβασης αποτελεί, όπως πάντα, την τομή της εξειδικευόμενης αόριστης έννοιας με τη σύνθεση του συγκεκριμένου πραγματικού, που αντλείται από το αποδεικτικό υλικό κάθε υπόθεσης.
        
        Β. Το παράνομο της ιατρικής συμπεριφοράς μπορεί να συνίσταται :
      I.    στην εσφαλμένη διάγνωση της ασθένειας, υπό την έννοια είτε της μη πραγματοποίησης των αναγκαίων και κατάλληλων εξετάσεων είτε της μη ορθής εκτίμησής τους
    II.    στην εσφαλμένη επιλογή της προσήκουσας θεραπευτικής μεθόδου,
   III.    στην πλημμελή εκτέλεση της ιατρικής πράξης,
  IV.    στη μη ενημέρωση ή (στην) πλημμελή ενημέρωση του ασθενούς, και
   V.    στην πλημμελή τήρηση του ιατρικού αρχείου, από το οποίο ο ασθενής ή ο θεράπων ιατρός του θα μπορούσε να εξασφαλίσει ακριβείς και πολύτιμες για την υγεία του πρώτου πληροφορίες.
          
      Γ. Η κρίση περί του «παρανόμου» μπορεί να στηριχθεί είτε σε ιατρικό σφάλμα είτε στην πλημμελή οργάνωση του νοσοκομείου ως δημόσιας υπηρεσίας.
           
       1. Η πλέον συνήθης περίπτωση ευθύνης του δημόσιου νοσοκομείου αφορά σφάλματα του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού κατά την παροχή νοσηλείας στους ασθενείς, δηλαδή πράξεις ή παραλείψεις που συνιστούν πλημμελή τήρηση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης εκ μέρους του ιατρού. Στο αστικό δίκαιο της ιατρικής ευθύνης θεωρείται ότι στην έννοια του ιατρικού σφάλματος εμπεριέχεται και η υπαιτιότητα υπό την έννοια της αθέτησης της υποχρέωσης επιμέλειας του ιατρού. Το ίδιο ισχύει και στο ποινικό δίκαιο, όπου η υπαιτιότητα (δόλος και αμέλεια) έχει καθοριστική σημασία. Στο αντίστοιχο πεδίο του δημόσιου δικαίου το ζήτημα της υπαιτιότητας είναι αδιάφορο, έστω και αν κατά κανόνα συντρέχει, γιατί η ευθύνη είναι αντικειμενική. Με τις ΣτΕ 572/2013  και 2224/2014 αποφάσεις έγινε δεκτό ότι ο ιατρός ευθύνεται σε αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη ασθενής του από κάθε αμέλεια αυτού, ακόμη και ελαφριά, αν κατά την εκτέλεση των ιατρικών του καθηκόντων παρέβη την υποχρέωσή του να ενεργήσει σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης, επιδεικνύοντας τη δέουσα επιμέλεια, δηλαδή αυτήν που αναμένεται από το μέσο εκπρόσωπο του κύκλου του.

    2. Η θεμελίωση του παρανόμου υπάρχει κι όταν έχουμε αθέτηση θεσμοθετημένης, δηλαδή ρητώς ρυθμισμένης, υποχρέωσης. Ειδικότερα, με την ΣτΕ 2539/2008 κρίθηκε ότι ο θεσμός της εφημερίας συνιστά πτυχή της αρχής της συνέχειας της δημόσιας υπηρεσίας της υγείας. Τούτο σημαίνει ότι η υποχρέωση εφημερίας παρακολουθεί την ένταξη του ιατρού σε θέση συγκεκριμένης ειδικότητας όπως και σε συγκεκριμένη κλινική. Επομένως, είναι υποχρεωτική η παρουσία του ιατρού κατά την εφημερία, αν δε αυτός παραλείψει να μεταβεί στο νοσοκομείο για την εξέταση περιστατικού που απέληξε σε θάνατο ή η παράλειψη αυτή είχε ως συνέπεια τη μη σωστή διάγνωση της πάθησης οδηγεί σε ευθύνη του ιατρού και περαιτέρω του δημόσιου νοσηλευτικού ιδρύματος. Επίσης το παράνομο θεμελιώνεται και όταν απαιτείται προηγούμενη ενημέρωση και εξασφάλιση της συναίνεσης του ασθενούς, όταν αυτή είναι δυνατή. Νομική βάση αποτελούν τα άρθρα 5-10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων και τη Βιοϊατρική (Σύμβαση του Οβιέδο, κυρωμένη με τον ν. 2619/1998), 47 παρ. 3 & 4 του ν. 2071/1992 και 11 παρ. 1 και 12 του ν. 3418/2005 (Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας). Οι διατάξεις αυτές διαμορφώνουν το δικαίωμα πλήρους, ενδελεχούς και ακριβούς ενημέρωσης του ασθενούς τόσο ως προς την κατάστασή του όσο και ως προς την προτεινόμενη ιατρική αγωγή. Όπως επισημαίνεται σχετικώς, το δικαίωμα αυτό συνδέεται με το δικαίωμα αυτοδιάθεσης του ασθενούς, αποτελώντας το θεμέλιο για την ενημερωμένη συγκατάθεσή του. Μάλιστα με δεδομένο ότι η γνώση υπάρχει στον ιατρό και η άγνοια στον ασθενή, το βάρος απόδειξης της προσήκουσας ενημέρωσης ανήκει στον ιατρό.

Τετάρτη 21 Ιουνίου 2017

"Ζητήματα παραγραφής της αξίωσης του πολιτικώς ενάγοντος" [Χαράλαμπος Θ. Σεβαστίδης, Πρόεδρος Πρωτοδικών, Μέλος της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής Σύνταξης νέου ΚΠΔ]


         * Η μελέτη αυτή αποτέλεσε εισήγηση στην Ημερίδα του Δικηγορικού Συλλόγου Πάτρας με θέμα «Ειδικά ζητήματα ποινικού δικαίου», που διεξήχθη στις 9.6.2017.

              Α. Εισαγωγικές παρατηρήσεις.
            Όπως είναι γνωστό, η πολιτική αγωγή στην ποινική δίκη είναι το δικαίωμα του αδικηθέντος από την αξιόποινη πράξη να συμμετέχει ενεργά στα πλαίσια της ποινικής διαδικασίας, επιδιώκοντας την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας ή την ικανοποίησή του λόγω της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής του οδύνης. Μόνο κατ’ εξαίρεση μπορεί να ασκηθεί πολιτική αγωγή στο ποινικό δικαστήριο προς υποστήριξη της κατηγορίας.
Σύμφωνα με την κρατούσα και ορθότερη άποψη η πολιτική αγωγή, όταν εισάγεται στο ποινικό δικαστήριο, έχει «μικτό χαρακτήρα»∙ αστικό και ποινικό[1]. Ο πολιτικώς ενάγων δεν επιδιώκει απλά και μόνο την ικανοποίηση των αστικής φύσεως αξιώσεών του, αλλά κατά πρωτεύοντα λόγο την καταδίκη του κατηγορουμένου. Αυτό προκύπτει ξεκάθαρα και από την πρακτική εφαρμογή του θεσμού, δεδομένου ότι σχεδόν πάντοτε το ύψος των αιτούμενων ποσών είναι ασήμαντο, έως και «εικονικό».
Στα πλαίσια της ποινικής διαδικασίας τα δικαστήρια έρχονται συχνά αντιμέτωπα με προβλήματα παραγραφής της ουσιαστικής αξίωσης του ζημιωθέντος και καθορισμού των συνεπειών που η παραγραφή έχει στην ποινική διαδικασία και την παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος. Τα προβλήματα γίνονται εντονότερα, όταν ο ζημιωθείς παρίσταται στην ποινική διαδικασία μόνο για την υποστήριξη της κατηγορίας. Οι λύσεις που δίνονται από τα δικαστήρια δεν είναι πάντοτε ικανοποιητικές, αφού φαίνεται να μην λαμβάνονται υπόψη ο μικτός χαρακτήρας της πολιτικής αγωγής και οι ιδιαιτερότητες της ποινικής έναντι της πολιτικής δίκης. Στα πλαίσια της εισήγησης αυτής θα επιχειρηθεί η αντιμετώπιση δύο επιμέρους ζητημάτων που συνδέονται με την παραγραφή της αξίωσης του πολιτικώς ενάγοντος. Το πρώτο αφορά την αντιμετώπιση της παραγραφής μετά την αντικατάσταση του άρθρου 261 ΑΚ με το άρθρο 101 παρ. 1 Ν. 4139/2013 και ιδίως το ρυθμιστικό πεδίο της νέας αυτής διάταξης και την εφαρμογή της ή μη σε εγκλήματα που τελέστηκαν πριν την έναρξη ισχύος της. Το δεύτερο αφορά την επίδραση ή μη της παραγραφής της αξίωσης του ζημιωθέντος στη δήλωση παράστασής του μόνο για την υποστήριξη της κατηγορίας.

Β. Η παραγραφή της αξίωσης του ζημιωθέντος- Γενικές παρατηρήσεις και αναφορά στα ισχύοντα μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν. 4139/2013.
Η αξίωση του ζημιωθέντος μπορεί να παραγραφεί, ακόμα και εν επιδικία. Σύμφωνα με το άρθρο 937 ΑΚ η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση∙ σε κάθε περίπτωση πάντως η αξίωση παραγράφεται μετά πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Ειδικά για την περίπτωση που η άδικη πράξη είναι συνάμα και ποινικό αδίκημα η παρ. 2 του άρθρου 937 ΑΚ ορίζει ότι ισχύει για την παραγραφή της απαίτησης του παθόντος η μακρότερη παραγραφή που τυχόν προβλέπεται για το ποινικό αδίκημα. Με βάση τις ρυθμίσεις αυτές είναι προφανές ότι ζήτημα παραγραφής επί πταισμάτων δεν ανακύπτει, δεδομένου ότι ο χρόνος παραγραφής της αστικής αξίωσης είναι μεγαλύτερος από το χρόνο παραγραφής του πταίσματος, ο οποίος ορίζεται στο άρθρο 111 παρ. 4 ΠΚ σε δύο έτη, μπορεί δε να ανασταλεί κατ’ άρθρο 113 παρ. 3 εδ. α΄ ΠΚ για ένα επιπλέον έτος. Επίσης, σπάνια θα είναι στην πράξη η εμφάνιση του ζητήματος της παραγραφής επί κακουργημάτων, δεδομένου ότι γι’ αυτά το άρθρο 111 παρ. 2 ΠΚ προβλέπει μακρότατη παραγραφή (20ετή και 15ετή κατά τις εκεί διακρίσεις), η οποία υπερισχύει της 5ετούς παραγραφής του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ.
Το ζήτημα της παραγραφής, όμως, απασχόλησε τη θεωρία και νομολογία σε σχέση με τα πλημμελήματα, για τα οποία το άρθρο 111 παρ. 3 ΠΚ προβλέπει 5ετή παραγραφή με δυνατότητα αναστολής του χρόνου αυτού για 3 επιπλέον έτη κατά το άρθρο 113 παρ. 3 εδ. α΄ ΠΚ. Τέθηκε, λοιπόν, το ζήτημα αν ο χρόνος παραγραφής της αστικής αξίωσης, που πηγάζει από τέλεση πλημμελήματος, είναι η 5ετία ή η 8ετία, δηλ. αν στο χρόνο της παραγραφής θα συνυπολογιστεί και ο προβλεπόμενος για το πλημμέλημα χρόνος της αναστολής.
Κατά μία άποψη, που υποστηρίχτηκε κυρίως στο παρελθόν, η τριετής αναστολή του άρθρου 113 παρ. 3 εδ. α΄ ΠΚ υπολογίζεται στο χρόνο παραγραφής της αστικής αξίωσης του ζημιωθέντος, έτσι ώστε η παραγραφή της αστικής αξίωσης από πλημμέλημα, για το οποίο πάντως έχει αρχίσει η κύρια (ποινική) διαδικασία, να είναι 8ετής[2].
Κατά την κρατούσα σήμερα άποψη, η οποία είναι ορθότερη, στα πλαίσια του άρθρου 937 ΑΚ το ζήτημα αν η ποινική παραγραφή είναι μακρότερη της αστικής θα κριθεί αποκλειστικά με βάση το άρθρο 111 ΠΚ, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 937 ΑΚ, χωρίς να συνυπολογιστεί ο χρόνος της αναστολής, δεδομένου ότι η αναστολή της παραγραφής ρυθμίζεται αυτοτελώς και διαφορετικά στο αστικό και ποινικό δίκαιο[3].
Έτσι, με βάση την πρώτη (παλαιότερα υποστηριζόμενη) άποψη ζήτημα παραγραφής της αξίωσης του πολιτικώς ενάγοντος δεν μπορούσε να τεθεί, αφού η αξίωση θα παραγραφόταν σε κάθε περίπτωση μαζί με το έγκλημα-πλημμέλημα. Αντίθετα, με βάση τη δεύτερη (ορθότερη) άποψη η αξίωση του ζημιωθέντος μπορεί να παραγραφεί, ακόμα και εν επιδικία, αν μεταξύ της αρχικής δήλωσης παράστασης πολιτικής αγωγής και της εκδίκασης της υπόθεσης μεσολάβησε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 5 ετών, χωρίς να συντρέχει λόγος διακοπής της παραγραφής κατά το αστικό δίκαιο.
Η αφετηρία της αστικής παραγραφής της αξίωσης του ζημιωθέντος μπορεί να είναι διαφορετική από την ποινική παραγραφή, αφού η πρώτη ξεκινάει κατ’ άρθρο 937 ΑΚ από τη γνώση της πράξης και του υπόχρεου προς αποζημίωση[4].
Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι η κατά την ποινική διαδικασία με τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής εισαγωγή προς δικαστική κρίση της αξίωσης και μάλιστα σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας συνιστά άσκηση αγωγής κατ’ άρθρο 261 ΑΚ, που διακόπτει την παραγραφή[5]. Αν, όμως, η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής είναι απαράδεκτη, τότε δεν διακόπτεται η παραγραφή[6].
Για να ληφθεί υπόψη η παραγραφή της αξίωσης του πολιτικώς ενάγοντος θα πρέπει να προβληθεί σχετική ένσταση από τον κατηγορούμενο ή τον αστικώς υπεύθυνο∙ δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, ακόμα και αν προκύπτει από το αποδεικτικό υλικό, αφού δεν πρόκειται για αποσβεστική προθεσμία[7].
Γίνεται δεκτό ότι η ένσταση παραγραφής πρέπει να προβληθεί από τον κατηγορούμενο πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας και όχι σε μεταγενέστερο χρόνο, ενώ στη δευτεροβάθμια δίκη μπορεί να επαναφερθεί μόνο με ειδικό λόγο έφεσης[8]. Αν, όμως, ο κατηγορούμενος ήταν απών στον πρώτο βαθμό, η ένσταση παραγραφής μπορεί να προβληθεί για πρώτη φορά με ειδικό λόγο έφεσης[9].

Γ. Η τροποποίηση του άρθρου 261 ΑΚ με το άρθρο 101 παρ. 1 Ν. 4139/2013 και η επίδρασή της στην ποινική δίκη.
Με το άρθρο 101 παρ. 1 Ν. 4139/2013 αντικαταστάθηκε το άρθρο 261 ΑΚ, το οποίο προβλέπει πλέον στην παρ. 1  ότι η παραγραφή διακόπτεται με την άσκηση της αγωγής και αρχίζει πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ’ άλλο τρόπο περάτωση της δίκης, στην παρ. 2 ότι αν οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων απ’ αυτούς, η παραγραφή αρχίζει πάλι 6 μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ενώ στις περιπτώσεις αυτές η παραγραφή διακόπτεται εκ νέου εφόσον κάποιος διάδικος επισπεύδει την πρόοδο της δίκης και στην παρ. 3 ότι οι διατάξεις του άρθρου 261 ΑΚ υπό τη νέα της μορφή εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση[10]. Με τη διάταξη του νέου άρθρου 261 ΑΚ θεσπίζεται ταυτόχρονα η διακοπή της παραγραφής (παρ. 1 εδ. α΄) και μία ιδιότυπη αναστολή της παραγραφής εν επιδικία (παρ. 1 εδ. β΄), αφού ο χρόνος της παραγραφής που διακόπτεται με την άσκηση της αγωγής «παγώνει» και δεν μετρά καθόλου μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της αγωγής ή να περατωθεί με άλλο τρόπο η δίκη[11].
Με βάση τη νέα αυτή διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ πρέπει να γίνει δεκτό ότι μετά τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής στην ποινική διαδικασία, η οποία όπως ήδη αναφέρθηκε συνιστά άσκηση αγωγής, και μάλιστα ανεξάρτητα αν η δήλωση αυτή γίνεται στην προδικασία ή στο ακροατήριο, διακόπτεται η παραγραφή, χωρίς να ξαναρχίζει όπως συνέβαινε υπό το προγενέστερο καθεστώς. Η επανέναρξη της παραγραφής τοποθετείται χρονικά μετά την έκδοση τελεσίδικης απόφασης. Μάλιστα, στα πλαίσια της ποινικής δίκης δεν φαίνεται να έχει εφαρμογή η παρ. 2 του άρθρου 261 ΑΚ, που προβλέπει επανέναρξη της παραγραφής σε περίπτωση αδράνειας των διαδίκων και μη διενέργειας της προβλεπόμενης διαδικαστικής πράξης, καθώς σε αντίθεση με την πολιτική δίκη η έναρξη και πρόοδος της ποινικής διαδικασίας δεν εξαρτάται από τη βούληση και τις ενέργειες των διαδίκων[12].
Επομένως, εφόσον ο ζημιωθείς από το έγκλημα δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας είτε στην προδικασία είτε στη διαδικασία στο ακροατήριο, η παραγραφή της αξίωσής του διακόπτεται και η διακοπή αυτή ισχύει μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης. Η έκταση αυτή της διακοπής της παραγραφής, μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, ισχύει χωρίς άλλες προϋποθέσεις και χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη ενέργεια από τον ζημιωθέντα. Διευκρινίζεται μόνο ότι η κατά τα προαναφερόμενα διακοπή της παραγραφής προϋποθέτει ότι η δήλωση της παράστασης πολιτικής αγωγής γίνεται από τον ζημιωθέντα μέχρι τη συμπλήρωση της προβλεπόμενης από το νόμο προθεσμίας παραγραφής της αξίωσής του.

Δευτέρα 19 Ιουνίου 2017

ΕφΘεσ 378/17 : Έφεση - Παράσταση δικηγόρου - Παράλειψη κατάθεσης γραμματίου



ΕφΘεσ 378/17 : Έφεση - Παράσταση δικηγόρου - Παράλειψη κατάθεσης γραμματίου. Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως εμφανίσθηκε στο ακροατήριο η δικηγόρος και δήλωσε ότι παρίσταται για λογαριασμό του εκκαλούντος και ότι παραιτείται από το δικόγραφο έφεσης, πλην όμως, η ως άνω δικηγόρος δεν κατέθεσε το σχετικό γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και  ενσήμων του ΔΣΘ, δήλωσε δε στο ακροατήριο ότι δεν θα προσκομίσει το εν λόγω γραμμάτιο. Η εκ μέρους της παράλειψη καταθέσεως του γραμματίου προκαταβολής εισφορών δεν εμπίπτει στις τυπικές παραλείψεις που μπορούν να αναπληρωθούν σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 227 ΚΠολΔ. Ο εκκαλών δεν παρέστη νόμιμα με δικηγόρο ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Συνεπώς, ο εκκαλών, ο οποίος, σημειωτέον, δεν κατέθεσε προτάσεις, μη εκπροσωπούμενος από πληρεξούσιο δικηγόρο, θεωρείται δικονομικώς απών και πρέπει να δικαστεί ερήμην και να απορριφθεί η έφεση του ως ανυποστήρικτη.

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΤΜΗΜΑ Α’
ΑΡΙΘΜΟΣ 378/2017
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Ωραία Σταυρίδου Εφέτη, που ορίστηκε νόμιμα, και τη Γραμματέα Βικτωρία Χορτατσιάνη.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του στις 27 Ιανουαρίου 2017, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ - ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: ……….., κατοίκου ……… Θεσσαλονίκης, ο οποίος παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου ΚΚΑ (AM ……. ).
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ - ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ : 1) ………………., δικηγόρου (AM ………. του Δ.Σ.Θ.), κατοίκου Θεσσαλονίκης, 2) …………….. κατοίκου ………….. Θεσσαλονίκης, 3) ……………….., κατοίκου Θεσσαλονίκης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο ………… (AM ………… του Δ.Σ.Θ.) βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., την οποία ανακάλεσε και παραστάθηκε αφενός μεν αυτοπροσώπως για τον εαυτό του λόγω της ιδιότητας του ως δικηγόρου αλλά και ως πληρεξούσιος δικηγόρος των 2ου και 3ου και 4) ……………., το γένος …………, κατοίκου Χαλανδρίου Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Α Ν (AM ……… του Δ.Σ.θ.) βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Ο ενάγων με την υπ' αριθμ. …………….. αγωγές του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ζητούσε ότι ανέφεραν σ' αυτές. Το Δικαστήριο εξέδωσε μετά από συνεκδίκαση των ανωτέρω αγωγών, την υπ' αριθμ. 23627/2012 οριστική απόφαση του με την οποία απέρριψε τις αγωγές. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο εκκαλών με την υπ' αριθμ. ……….. έφεση τους ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και κατά την εκφώνηση της από το σχετικό πινάκιο στη σειρά της η πληρεξούσια δικηγόρος του εκκαλούντα παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αλλά δεν κατέθεσε προτάσεις. Ο πρώτος εκ των εφεσίβλητων με την ιδιότητα του ως δικηγόρος και για λογαριασμό εκ των δεύτερου και τρίτου εφεσίβλητων παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε και ο πληρεξούσιος δικηγόρος της 4ης εφεσίβλητης - εναγομένης δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αλλά κατέθεσε μονομερή δήλωση του άρθρου 242 του Κ.Πολ.Δικ., όπως νυν ισχύει, και προκατέθεσε προτάσεις.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 61 παρ. 1 του Ν. 4194/2013, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 8 α' του Ν. 4205/2013, «ο δικηγόρος για την άσκηση κάθε είδους ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων και για την παράσταση του ενώπιον των Δικαστηρίων και των Δικαστικών Συμβουλίων, ενώπιον Δικαστών με την ιδιότητα τους ως ανακριτών ή εισηγητών ή εντεταλμένων Δικαστών και γενικά για την παροχή υπηρεσιών, που σχετίζονται με την έναρξη και τη διεξαγωγή της δίκης, το στάδιο της απόπειρας συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς ή της εξωδικαστικής διαμεσολάβησης ή δικαστικής μεσολάβησης ή της διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι διαδικασίες παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας ή έκδοσης δικαστικής διαταγής, υποχρεούται να προκαταβάλει στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο εισφορές, αποκλειστικά και μόνο στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο Παράρτημα ΙΙΙ, οι οποίες προορίζονται για: αα) την κάλυψη των λειτουργικών δαπανών των υπηρεσιών του Συλλόγου, ββ) την απόδοση ως πόρου, στον τομέα Επικουρικής Ασφάλισης Δικηγόρων (ΤΕΑΔ) του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων (ΕΤΑΑ), γγ) την απόδοση ως πόρου στον αντίστοιχο για κάθε Δικηγορικό Σύλλογο Τομέα Προνοίας Υγείας του ΕΤΑΑ ή Ταμείο Αλληλοβοήθειας ή Λογαριασμού Ενίσχυσης και Αλληλοβοήθειας Δικηγόρων (ΛΕΑΔ) και δδ) την απόδοση ως πόρου στον Ειδικό Διανεμητικό Λογαριασμό νέων δικηγόρων του άρθρου 33 του Ν. 2915/2001 (Α 109), όπου ισχύει». Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 61 παρ. 4 εδ. α’ του Ν. 4194/2013, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 8 γ' του Ν. 4205/2013, «ο δικηγόρος για την κατάθεση κάθε είδους ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων, καθώς και για την παράσταση του κατά τη συζήτηση των ανωτέρω ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων ενώπιον των Δικαστηρίων και Δικαστών οφείλει, στο πλαίσιο της υποχρέωσης προκαταβολής της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, να καταθέτει το σχετικό γραμμάτιο καταβολής, αλλιώς η αντίστοιχη διαδικαστική πράξη είναι απαράδεκτη...». Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι αν ο δικηγόρος που παρίσταται κατά τη συζήτηση εφέσεως του εντολέα του, δεν έχει καταθέσει το σχετικό γραμμάτιο, η παράσταση του δικηγόρου στο ακροατήριο και όλες οι διαδικαστικές πράξεις (κατάθεση προτάσεων, δηλώσεις στο ακροατήριο και εν γένει παράσταση του κατά τη συζήτηση) που διενεργήθηκαν από αυτόν είναι απαράδεκτες, καθώς ελλείπει παντελώς η εκ μέρους του απαιτούμενη από το νόμο κατάθεση του γραμματίου προκαταβολής εισφορών στο ΔΣΘ. Τούτο έχει ως συνέπεια ότι ο εκκαλών, μη εκπροσωπούμενος από πληρεξούσιο δικηγόρο, δεν λαμβάνει μέρος στη συζήτηση κανονικά, θεωρείται δικονομικώς απών και πρέπει να δικαστεί ερήμην και να απορριφθεί η έφεση, χωρίς έρευνα του παραδεκτού και βάσιμου των λόγων της. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 227 του ΚΠολΔ, «1. Αν υπάρχουν τυπικές παραλείψεις που μπορούν να αναπληρωθούν, ο Πρόεδρος οποιουδήποτε Πολυμελούς Δικαστηρίου ή ο Εισηγητής ή ο Δικαστής Μονομελούς Δικαστηρίου καλεί να τις συμπληρώσει και μετά τη συζήτηση, τον πληρεξούσιο δικηγόρο ή τον διάδικο, εφόσον παρίσταται αυτοπροσώπως, τάσσοντας εύλογη κατά την κρίση του προθεσμία». Η παράλειψη καταθέσεως γραμματίου προκαταβολής εισφορών στον αντίστοιχο Δικηγορικό Σύλλογο δεν εμπίπτει στις τυπικές παραλείψεις για τις οποίες παρέχεται από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 227 ΚΠολΔ η δυνατότητα συμπληρώσεως και μετά τη συζήτηση.
Τούτο, διότι, αφενός μεν η μη κατάθεση γραμματίου δεν συνιστά τυπική παράλειψη που «μπορεί να αναπληρωθεί» και μετά τη συζήτηση, αφού η αυστηρή διατύπωση του άρθρου 61 του Ν. 4194/2013 περί προκαταβολής του γραμματίου δεν καταλείπει έδαφος για διαφορετική ερμηνεία, ούτε προβλέπεται στο νόμο αυτόν διάταξη περί δυνατότητας μεταγενέστερης θεραπείας της ελλείψεως αυτής, αφετέρου δε διότι, ενόψει του ότι η διάταξη του άρθρου 61 παρ. 4 του Ν. 4194/2013 προβλέπει ως κύρωση το απαράδεκτο της παραστάσεως του δικηγόρου στο Δικαστήριο, εκλείπει και η άλλη βασική προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 227 ΚΠολΔ, δηλαδή, η πρόσκληση προς τον «πληρεξούσιο» δικηγόρο του διαδίκου, ως τέτοιος, όμως, δεν νοείται ο απαραδέκτως παραστάς στο Δικαστήριο δικηγόρος. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως νόμιμα από τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας, εμφανίσθηκε στο ακροατήριο η δικηγόρος Θεσσαλονίκης Κωνστάντια Καλαμπαλίκα Αποστολίδου και δήλωσε ότι παρίσταται για λογαριασμό του εκκαλούντος και ότι παραιτείται από το δικόγραφο της υπ' αριθμ. καταθ. ………. έφεσης, πλην όμως, η ως άνω δικηγόρος δεν κατέθεσε το σχετικό γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του ΔΣΘ, δήλωσε δε στο ακροατήριο ότι δεν θα προσκομίσει το εν λόγω γραμμάτιο (όπως η δήλωση αυτή προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως). Από τη σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ………… με ημερομηνία 11-6-2015 και 15-6-2015 αντίστοιχα, στο αντίγραφο της εφέσεως που προσκομίζουν και επικαλούνται οι εφεσίβλητοι, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη σημερινή δικάσιμο, προκύπτει ότι η συζήτηση της εφέσεως επισπεύδεται με την επιμέλεια του εκκαλούντος. Σύμφωνα, επομένως, με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 61 του Ν. 4194/2013, ο εκκαλών δεν παρέστη νόμιμα με δικηγόρο ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, καθώς ελλείπει η εκ μέρους της ως άνω δικηγόρου απαιτούμενη από το νόμο κατάθεση του γραμματίου προκαταβολής εισφορών στον ΔΣΘ και ως εκ τούτου η δήλωση αυτής περί παραιτήσεως από το δικόγραφο της εφέσεως είναι απαράδεκτη. Συνεπώς, ο εκκαλών, ο οποίος, σημειωτέον, δεν κατέθεσε προτάσεις, μη εκπροσωπούμενος από πληρεξούσιο δικηγόρο, θεωρείται δικονομικώς απών και πρέπει να δικαστεί ερήμην και να απορριφθεί η έφεση του ως ανυποστήρικτη (άρθρο 524 ΚΠολΔ).