Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #ΔΙΚΑΙΟ ΤΩΝ ΣΥΛΛΟΓΙΚΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #ΔΙΚΑΙΟ ΤΩΝ ΣΥΛΛΟΓΙΚΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 3 Ιουλίου 2017

"ΟΙ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΩΝ ΣΥΛΛΟΓΙΚΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ" [Μαρίας Δ. Χασιρτζόγλου, Εφέτη]



           Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (σσε) είναι η σύμβαση που συνάπτεται μεταξύ των κοινωνικών εταίρων, κατά κανόνα επαγγελματικών οργανώσεων εργαζομένων και εργοδοτών και ρυθμίζει κατά τρόπο υποχρεωτικό τους όρους, τις συνθήκες και την αμοιβή της εργασίας των εργαζομένων τους οποίους δεσμεύει. Συνιστά τη σημαντικότερη εκδήλωση της συλλογικής αυτονομίας και δημιουργήθηκε για να αμβλύνει την διαπραγματευτική ανισοδυναμία μεταξύ των μερών της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, με σκοπό τη διασφάλιση δικαιότερων όρων εργασίας για τον εργαζόμενο[1]. Συμβατική ως προς την προέλευσή και τη σύναψή της, αλλά κανονιστική ως προς τη λειτουργία της, θεσπίζει κανόνες δικαίου, που εφαρμόζονται αμέσως και υποχρεωτικά στις συμβάσεις εργασίας τρίτων, που δεν συμμετείχαν στη σύναψή της, τους οποίους τα δικαστήρια λαμβάνουν υπόψη αυτεπαγγέλτως. Κατά το άρθρο 22 του Συντάγματος λειτουργεί συμπληρωματικά σε σχέση με το νόμο ως προς τη ρύθμιση των γενικών όρων εργασίας, με την έννοια ότι ο νόμος θεσπίζει τα κατώτατα όρια προστασίας των εργαζομένων και καταλείπει στη σσε την ευνοϊκότερη ρύθμιση των ίδιων όρων ή την επέκτασή τους σε εργαζομένους που δεν καλύπτονται από τη νομοθετική ρύθμιση. Υπό την ίδια έννοια, απαγορεύεται με νόμο η κατάργηση ή η αναστολή της ισχύος της, εκτός αν προκύψουν έκτακτες και ιδιαίτερες σημαντικές συνθήκες γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος[2].

                 Το περιεχόμενό της σσε είναι τυπικό, ουσιαστικό και κανονιστικό. Μπορεί να αφορά σε όλα τα ζητήματα που ρυθμίζουν μια σχέση εργασίας, ακόμη και σε ζητήματα σχετικά με την άσκηση επιχειρηματικής πολιτικής, εφόσον αυτά επηρεάζουν άμεσα τις εργασιακές σχέσεις, θέματα κανονισμού εργασίας, ή ερμηνείας των κανονιστικών όρων των σσε. Μπορεί να αφορά και σε ζητήματα σχετικά με τη διαδικασία της συλλογικής διαπραγμάτευσης. Δεν μπορεί να είναι αντίθετο σε κανόνες αμφιμερώς αναγκαστικού δικαίου. Περιέχει, εκτός από τους κανονιστικούς και ενοχικούς όρους, όπως η υποχρέωση εφαρμογής της σσε και η υποχρέωση ειρήνης, οι οποίοι ενεργούν συμβατικά και δεσμεύουν αποκλειστικά τα συμβαλλόμενα μέρη.
            Η σσε καταρτίζεται εγγράφως. Ο έγγραφος τύπος είναι συστατικός. Ένα από τα τρία πρωτότυπά της κατατίθεται στην αρμόδια υπηρεσία. Από και δια της κατάθεσης η συμφωνία των μερών καθίσταται σσε και αρχίζει να ισχύει ως τέτοια. Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να προσδώσουν αναδρομική ισχύ όχι όμως απεριόριστα[3] ή να μεταθέσουν το χρόνο έναρξης της. Η σσε είναι από τη φύση της διαρκής σύμβαση και λήγει είτε όταν συμπληρωθεί η συμφωνημένη διάρκειά της, είτε αν συναφθεί νέα, είτε αν καταγγελθεί, λόγω σημαντικής μεταβολής των συνθηκών που υφίσταντο κατά τη σύναψή της
            Η λήξη της σσε επιφέρει τη λήξη των ενοχικών όρων όχι όμως και των κανονιστικών που εξακολουθούν να λειτουργούν πλασματικά για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Μετά το πέρας του διαστήματος αυτού οι κανονιστικοί όροι εισέρχονται στο στάδιο της μετενέργειας, η οποία έχει ως σκοπό να αποτραπεί, προς το συμφέρον του εργαζομένου, η απότομη διάρρηξη του πλαισίου που ρυθμίζει την εργασία του και οι όροι της σσε αποκτούν ένα ιδιότυπο ενοχικό χαρακτήρα. Στο στάδιο αυτό μπορούν να τροποποιηθούν με συμφωνία μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου ή με την κατάρτιση μιας νέας σσε. Η τροποποίηση μπορεί να είναι και δυσμενέστερη για τον εργαζόμενο.

Διακρίνονται σε Εθνικές Γενικές που αφορούν στους εργαζομένους όλης της χώρας, σε Κλαδικές, εθνικές ή τοπικές, που αφορούν στους εργαζομένους περισσότερων ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων, σε Επιχειρησιακές που αφορούν στους εργαζομένους μιας εκμετάλλευσης ή επιχείρησης, και σε Εθνικές ή Τοπικές Ομοιοεπαγγελματικές που αφορούν στους εργαζομένους ορισμένου επαγγέλματος και των συναφών προς αυτό ειδικοτήτων. Ο αριθμός είναι περιοριστικός και κάθε σσε θα πρέπει να υπαχθεί σε μια από τις παραπάνω κατηγορίες, σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά της.
Η σσε κατά κανόνα δεσμεύει τα μέλη των συλλογικών οργανώσεων που συμβλήθηκαν, με εξαίρεση την επιχειρησιακή σσε, όπου αρκεί η ιδιότητα του εργαζομένου στην επιχείρηση. Ο Υπουργός Εργασίας έχει δικαίωμα, αλλά όχι υποχρέωση, να επεκτείνει τη ισχύ των κλαδικών και ομοιεπαγγελματικών συμβάσεων και στα μη μέλη, εάν δεσμεύουν ήδη εργοδότες που απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή του επαγγέλματος. Η επέκταση της σσε είναι δυνατόν να συμβεί και με νόμο.
            Στη συρροή της σσε με νόμο, εφόσον δεν πρόκειται για διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή  ενέργεια, επικρατεί η αρχή της ευνοϊκότερης ρύθμισης, Η ίδια αρχή ρυθμίζει και την σχέση της με την ατομική σύμβαση εργασίας. Η αρχή της εύνοιας ρύθμιζε και το πεδίο εφαρμογής διαφορετικών σσε, όταν συνέρρεαν, με εξαίρεση τη συρροή κλαδικής ή επιχειρησιακής και ομοιοεπαγγελματικής σσε, κατά την οποία η ομοιοεπαγγελματική υποχωρούσε έστω και αν επιφύλασσε ευνοϊκότερες ρυθμίσεις για τον εργαζόμενο. Στη σσε εφαρμόζεται η αρχή της τάξης, σύμφωνα με την  οποία η νεότερη συλλογική σύμβαση, κατά το μέρος που ρυθμίζει διαφορετικά το ίδιο θέμα, καταργεί την προηγούμενη του αυτού είδους και πεδίου έστω και αν περιέχει δυσμενέστερες για τους μισθωτούς διατάξεις.

              Αυτό είναι σε πολύ γενικές γραμμές το νομοθετικό πλαίσιο που καθόρισε ο ν. 1876/1990[4] για τις σσε, παγιοποιημένο και άθικτο επί μια σχεδόν 20ετία. Σε αντίθεση με τους θεωρητικούς που διατύπωσαν κάποιες επί μέρους κριτικές και αντιρρήσεις, κυρίως όσον αφορά την υποχρεωτική διαιτησία, για την οποία θα γίνει λόγος στη συνέχεια και τη ρύθμιση για την επεκτασιμότητα των σσε, οι εφαρμοστές του δικαίου του επιφύλαξαν μια μάλλον λογιστική αντιμετώπιση. Η νομολογία εξαντλήθηκε στο αναγκαίο περιεχόμενο της αγωγής, όταν ζητούνταν αποδοχές με βάση σσε ή στην εξεύρεση της εφαρμοστέας σσε σε περίπτωση συρροής ή διαδοχής τους και, στις ελάχιστες φορές που της ζητήθηκε, δεν έδωσε πειστικές απαντήσεις για τη συμβατότητα των επίμαχων διατάξεων με το Σύνταγμα και τους διεθνείς νομικούς κανόνες, όπως η Διεθνής Δύμβαση Εργασίας[5]. Η οικονομική κρίση, όμως, επέβαλε λύσεις που ανέτρεψαν τον ετεροβαρή χαρακτήρα του νόμου, αντικαθιστώντας πολλές από τις προστατευτικές, για τους εργαζομένους, διατάξεις του. Μέσα σε ένα γενικό πλαίσιο εξαιρετικού δικαίου της ανάγκης, στο οποίο η νομολογία τοποθέτησε τις εκτεταμένες επεμβάσεις του νομοθέτη στο σύστημα των συλλογικών διαπραγματεύσεων, αποδεχόμενη τη συνταγματικότητά τους,[6] οι τροποποιήσεις αποσπασματικές και επανειλημμένες, φαίνεται πως δεν έφεραν τη ζητούμενη ισορροπία και πως έριξαν την πλάστιγγα προς την άλλη πλευρά.
            Οι αλλαγές είναι, με λίγα λόγια, οι ακόλουθες: Σε ό,τι αφορά τα συμβαλλόμενα μέρη, οι επιχειρησιακές σσε μπορούν να συναφθούν για κάθε επιχείρηση, ακόμη και αν απασχολεί προσωπικό μικρότερο των 50 ατόμων, όχι κατ΄ ανάγκη από σωματείο εργαζομένων αλλά και από ένωση προσώπων που συστήνεται μεταξύ των εργαζομένων της επιχείρησης, τουλάχιστον από τα 3/5 αυτής, με αμφίβολη διαπραγματευτική ικανότητα και ισχύ. Η αρχή της ευνοϊκότερης ρύθμισης διαταράσσεται, με την επιχειρησιακή σύμβαση να κατισχύει της κλαδικής ακόμη και αν περιέχει δυσμενέστερους όρους.
            Κλαδικές, επιχειρησιακές και ομοιοεπαγγελματικές συμβάσεις δεν επιτρέπεται να περιέχουν όρους εργασίας δυσμενέστερους για τους εργαζομένους από τους όρους εργασίας των ΕΓΣΣΕ, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις της παρ. 1 του άρθρου 8 του ν. 1876/1990. Το άρθρο αυτό τροποποιημένο με τον 4093/2012 [7] ορίζει ότι οι ΕΓΣΣΕ καθορίζουν τους ελάχιστους μη μισθολογικούς όρους εργασίας για όλους τους εργαζομένους της χώρας. Όμως οι βασικοί μισθοί και τα ημερομίσθια, οι προσαυξήσεις και κάθε άλλος μισθολογικός όρος ισχύουν μόνο για τους εργαζομένους που απασχολούνται από εργοδότες μέλη των συμβαλλόμενων στη ΕΓΣΣΕ εργοδοτικών οργανώσεων και δεν επιτρέπεται να υπολείπονται του κατώτατου μισθού και ημερομισθίου, που πλέον ορίζεται με νόμο και προβλέπεται χαμηλότερος για τους κάτω των 25 ετών, προσθέτοντας στον προβληματισμό για την παραβίαση της συλλογικής αυτονομίας και αυτόν της προσβολής της αρχής της μη διάκρισης. Εξοβελίζεται έτσι η μέχρι πρόσφατα αναγκαία συρροή μεταξύ της ΕΓΣΣΕ και των λοιπών σσε, κατά την οποία οι ΕΓΣΣΕ έθεταν ελάχιστους όρους εργασίας δεσμευτικούς για τα λοιπά είδη σσε, που καθιστούσαν εξ υπαρχής άκυρους τυχόν δυσμενέστερους όρους των τελευταίων. Στο εξής η έσχατη προστασία των ΕΓΣΣΕ, για όσους εργάζονται σε εργοδότες που δεν είναι μέλη των συμβαλλόμενων σε αυτήν οργανώσεων, περιορίζεται στους μη μισθολογικούς όρους. Ταυτόχρονα, με την 6/20012 ΠΥΣ επιβάλλονται μειώσεις στους μισθούς και τα ημερομίσθια των αμειβομένων σύμφωνα με την ΕΓΣΣΕ.  Η λύση αυτή δεν εφαρμόζεται σε συμβάσεις εργασίας, στις οποίες τα μέρη με ατομική συμφωνία είχαν συμφωνήσει το μισθό της εθνικής γενικής ΣΣΕ, ισχύουσας ή μελλοντικής, αφού πρόκειται για ελεύθερα συμφωνημένο μισθό. Με σκοπό τη μείωση του ανά μονάδα κόστους εργασίας, με την ΠΥΣ αναστέλλεται κάθε όρος που νόμου, κανονιστικής πράξης, σσε ή δα που προβλέπει αυξήσεις μισθού με μόνη προϋπόθεση την πάροδο συγκεκριμένου χρόνου εργασίας. Η αναστολή επιβάλλεται ωσότου το ποσοστό ανεργίας περιοριστεί σε ποσοστό κάτω του 10%. Τυχόν αυξήσεις που θα δοθούν από τους εργοδότες θα έχουν το χαρακτήρα οικειοθελούς παροχής για την ανάκληση της οποίας θα πρέπει να διατυπώσουν επιφύλαξη ανάκλησης.
            Επέμβαση γίνεται και στη διάρκεια ισχύος της σσε, αφού καταργείται η αόριστη διάρκεια και εφεξής οι σσε συνάπτονται για ορισμένο χρόνο από ένα έως τρία έτη. Η αλλαγή έχει επικριθεί καθώς οι σσε αορίστου χρόνου ρυθμίζουν καλύτερα ζητήματα που απαιτούν λύσεις μεγάλης διάρκειας, όπως οι κανονισμοί εργασίας και επιτρέπουν στα μέρη να αποδεσμευτούν από αυτές με ευκολία χωρίς να χρειαστεί να επικαλεστούν και να αποδείξουν σημαντική μεταβολή των συνθηκών που ίσχυαν κατά τη σύναψή της[8]. Οι ρυθμίσεις για τη χρονική διάρκεια της σ.σ.ε. είναι δημοσίας τάξης και απαγορεύουν τη συνομολόγηση ρητρών με διαφορετικό περιεχόμενο[9], επομένως η συνέχιση της σ.σ.ε. για αόριστο χρόνο μετά τη συμφωνημένη λήξη της, αφού δεν υφίσταται διάταξη αντίστοιχη  με  του άρθρου 671 ΑΚ, αποκλείεται[10]. Τι θα συμβεί αν δεν συμφωνηθεί καθόλου χρόνος ισχύος της σσε και δεν προκύπτει κάτι από το περιεχόμενό της; Θα πρόκειται για άκυρη σσε επειδή δεν έχει το ελάχιστο αναγκαίο περιεχόμενο;[11]. Θα είναι έγκυρη, αλλά η διάρκειά της θα κυμαίνεται υποχρεωτικά μεταξύ ενός και τριών ετών ως ελάχιστο και μέγιστο όριο ή, με διορθωτική ερμηνεία θα ισχύσει ως σσε με αόριστη διάρκεια, η οποία θα λήγει με τακτική καταγγελία χωρίς σπουδαίο λόγο, αλλά και αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση τριετίας από τότε που τέθηκε σε ισχύ;[12] Η παράλειψη του νομοθέτη να απαγορεύσει ρητά την κατάρτιση σσε αόριστης διάρκειας ή να προβλέψει ποινή ακυρότητας, σημαίνει ότι αυτές εξακολουθούν να ισχύουν; Η επιδίωξη του νομοθέτη πάντως είναι να επιτευχθεί ενιαία ρύθμιση της διάρκειας των σσε γι αυτό και με την ΠΥΣ, ο νομοθέτης προέβη σε ρύθμιση του χρόνου λήξης των ήδη κατά τον χρόνο έκδοσης της ΠΥΣ και του Ν. 4046/2012 ισχυουσών σσε.[13]