ΠολΠρΑθ 1260/17 : Άρση τραπεζικού απορρήτου - Διενέργεια ανάκρισης για κακούργημα. Προσωπικά δεδομένα. Υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων να συνεργάζονται με τις αρχές που είναι υπεύθυνες για την καταπολέμηση του ξεπλύματος βρώμικου χρήματος και γι' αυτό το λόγο αίρεται το απόρρητο για την παροχή πληροφοριών που είναι αναγκαίες για την ανίχνευση κακουρηματικών πράξεων. Εν προκειμένω η τράπεζα, βασιζόμενη στο έγγραφο του Ειδικού Εφέτη Ανακριτή, καλόπιστα προέβη στη γνωστοποίηση των αιτούμενων πληροφοριών, μετά από άρση του τραπεζικού και χρηματιστηριακού απορρήτου του ενάγοντος και του τραπεζικού απορρήτου της συζύγου του που διατηρούσε κοινούς λογαριασμούς με αυτόν, εφόσον κατ’ εντολή του ως άνω δικαστικού λειτουργού ζητήθηκαν οι χορηγηθείσες πληροφορίες, λόγω της διενέργειας ανάκρισης για τις πράξεις της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα , ενώ η χορήγηση των πληροφοριών αυτών δεν αντίκειται στις διατάξεις περί προστασίας του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Απορρίπτει τις αγωγές.
ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ 1260/2017
Δικαστές: Χ. Ζώη, Π. Μελανούρης, Ν. Ξελυσσακτή (Εισηγήτρια)
[...] Ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου εισάγονται προς συζήτηση α) η από 25.11.2010 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου .... αγωγή και η από 5.3.2013 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου .... ανακοίνωση δίκης, β) η από 26.11.2010 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου .... αγωγή και η από 5.3.2013 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ...ανακοίνωση δίκης, οι οποίες πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικαστούν, διότι αφενός μεν είναι συναφείς, υπάγονται στην αρμοδιότητα του ίδιου Δικαστηρίου και στην ίδια διαδικασία, αφετέρου δε από τη συνεκδίκασή τους διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 31 παρ. 3, 246 και 285 εδ. α’ του ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ΝΔ 1059/1971 οι κάθε μορφής καταθέσεις είναι απόρρητες. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 2, 5 και 9 του Συντάγματος, 57, 361 και 288 ΑΚ, προκύπτει ότι η Τράπεζα είναι υποχρεωμένη, με απειλή ποινικής κύρωσης των υπευθύνων φυσικών προσώπων της, να τηρεί το απόρρητο των πάσης φύσης καταθέσεων και λογαριασμών και όχι μόνον των σε χρήμα καταθέσεων των πελατών της, έναντι παντός τρίτου και απαγορεύεται η παροχή οποιασδήποτε πληροφορίας ή γνωστοποίησης σχετικά με τις εν λόγω καταθέσεις και λογαριασμούς (βλ. ΑΠ Ολ 3/1993 ΕλλΔνη 34, 1459, ΕφΑθ 1664/2001 ΕλλΔνη 43, 1703). Από την γραμματική διατύπωση της διάταξης του άρθρου 1 του ΝΔ 1059/1971 προκύπτει ότι αντικείμενο του ειδικού απορρήτου αποτελούν «οι κάθε μορφής καταθέσεις σε πιστωτικά ιδρύματα». Συνεπώς μπορούν να θεωρηθούν ως αντικείμενο του ειδικού απορρήτου όλες οι συμβάσεις κατάθεσης με τη μορφή ανώμαλης παρακαταθήκης (άρθρο 830 εδ. α’ ΑΚ), οι οποίες συνάπτονται μεταξύ τραπεζών και πελατών, δοθέντος ότι αυτό (δηλαδή το της ανώμαλης παρακαταθήκης) είναι το τρέχον εννοιολογικό περιεχόμενο της σύμβασης τραπεζικής κατάθεσης, το οποίο έχει επικρατήσει στο τραπεζικό δίκαιο, ήτοι έχει επικρατήσει όπως η κατάθεση χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων από τον παρακαταθέτη πελάτη - σε περίπτωση αμφιβολίας - λογίζεται ως δάνειο εφόσον η θεματοφύλακας τράπεζα έχει την εξουσία να τα χρησιμοποιεί, με παράλληλη υποχρέωση της τράπεζας για απόδοση στον καταθέτη των αξιών αυτών με τους συμφωνημένους τόκους (άρθρο 830 ΑΚ σε συνδ. με άρθρα 806-809 ΑΚ). Καταλαμβάνονται από το ειδικό απόρρητο αφ’ ενός μεν οι πάσης φύσης χρηματικές καταθέσεις [ελεύθερες ή δεσμευμένες, όψεως, ταμιευτηρίου, προθεσμιακές ή σε τρεχούμενο λογαριασμό], αφ’ ετέρου δε και οποιαδήποτε άλλη κατάθεση τίτλων, δηλαδή κινητών αξιών (λ.χ. μετοχών, ομολογιών, άλλων χρεογράφων) πραγματοποιηθείσα πάντοτε με την μορφή ανώμαλης παρακαταθήκης (βλ. ΣυμβΠλημΠειρ 390/2006 ΠοινΧρ ΝΖ’, 2007, 175, ΣυμβΠλημΛιΒαδ 19/2001, ΠοινΧρ ΝΒ’, 2002, 71). Συνακόλουθα δεν εμπίπτουν στη μείζονα προστασία του ειδικού απορρήτου των τραπεζικών καταθέσεων σύμφωνα με το ΝΔ 1059/1971 εκείνες οι συμβάσεις με Τράπεζες που έχουν τον χαρακτήρα ομαλής παρακαταθήκης, έστω και αν οι συμβάσεις αυτές χαρακτηρίζονται από τα μέρη ή από την συναλλακτική πρακτική ως καταθέσεις. Έτσι δεν υπάγονται στο ειδικό απόρρητο του ΝΔ 1059/1971 αλλά στα ισχύοντα περί γενικού απορρήτου - ενδεικτικά - οι περιπτώσεις όπου η τράπεζα φυλάττει με την ιδιότητα του θεματοφύλακα τίτλους μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου κατά τα άρθρο 3 αρ. 3, 8, 12 παρ. 3 περ. β’ του Ν 3283/2004, καθόσον τα μερίδια των οργανισμών συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες απλώς φυλάσσονται από την τράπεζα ως θεματοφύλακα για λογαριασμό των δικαιούχων - κομιστών των μεριδίων ως παρακαταθετών, χωρίς η τράπεζα να έχει εξουσία χρήσης των μεριδίων αυτών.
Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 3 του ΝΔ 1059/1971, όπως αυτό αντικαταστάθηκε αρχικά με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 3 του Ν 1858/1989 και μεταγενέστερα από τη διάταξη του άρθρου 27 παρ. 1 του Ν 1868/1989, προκύπτει ότι το απόρρητο των καταθέσεων σε ελληνικά πιστωτικά ιδρύματα, επιτρέπεται εξαιρετικά να αρθεί για την παροχή πληροφοριών των ευρισκόμενων χρηματικών ή άλλης μορφής καταθέσεων σε αυτά, κατόπιν ειδικά αιτιολογημένης παραγγελίας ή αίτησης ή απόφασης του αρμοδίου για την άσκηση ποινικής δίωξης ή τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης ή κύριας ανάκρισης οργάνου, διά του δικαστικού συμβουλίου ή του δικαστηρίου, στην έδρα του οποίου διενεργείται η σχετική διαδικασία, εφόσον η παροχή των πληροφοριών αυτών είναι απολύτως αναγκαία για την ανίχνευση και τον κολασμό κακουργήματος. Γίνεται δεκτό ότι η άρση του απορρήτου των τραπεζικών καταθέσεων ορισμένου προσώπου περιλαμβάνει και τις καταθέσεις του σε κοινό λογαριασμό με άλλα άσχετα περί το διερευνούμενο κακούργημα άτομα, τα οποία ως αναγκαστικώς εμπλεκόμενα δεν δικαιούνται να αντιταχθούν στο άνοιγμα του λογαριασμού. Αντίθετη εκδοχή θα επέτρεπε την καταστρατήγηση των διατάξεων και του σκοπού του νόμου, διότι έτσι η άρση του απορρήτου θα γινόταν μόνο στην απίθανη περίπτωση που όλοι οι συνδικαιούχοι συγκέντρωναν τις νόμιμες προϋποθέσεις άρσης του, ενώ ο ενδιαφερόμενος για να αποφύγει την αποκάλυψη του κακουργήματος θα μπορούσε να ανοίξει κοινό λογαριασμό στο όνομα περισσοτέρων ατόμων αμέτοχων στο έγκλημα και αγνοούντων ενδεχομένως το λογαριασμό, αφού ο κοινός λογαριασμός μπορεί να ανοιχθεί χωρίς την παρουσία όλων των συνδικαιούχων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 Ν 5638/1932, όπως αντικ. με το άρθρο 1 ΝΔ 956/1977, σε συνδ. με άρθρο 2 παρ. 1 εδ. α ΝΔ της 17/6 - 13.8.1923 (βλ. ΣυμβΠλημΚατερ 27/2011 Nomos, ΣυμβΠλημΡόδου 5/2005 Nomos, ΣυμβΠλημΚαΒ 161/1996).