Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #δικηγόροι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #δικηγόροι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2019

ΑΠ 467/2019 : "Επιδίκαση δικαστικής δαπάνης σε περισσότερους - Ομοδικία - Εκπροσώπηση από περισσότερους δικηγόρους"


Όταν περισσότεροι διάδικοι νικούν, η δικαστική δαπάνη επιδικάζεται σε κάθε ομόδικο κατά ίσο μέρος εφόσον αυτοί είχαν κοινό συμφέρον ως ομόδικοι και μπορούσαν και όφειλαν να εκπροσωπηθούν στη δίκη με τον ίδιο πληρεξούσιο και όχι με χωριστούς. Αν οι νικητές ομόδικοι εκπροσωπήθηκαν από περισσοτέρους δικηγόρους, ακέραιη επιδίκαση των δικαστικών εξόδων στον κάθε ομόδικο είναι κατόπιν αιτήσεως δυνατή, μόνο όταν ο κάθε ομόδικος είχε ίδιο συμφέρον για χωριστή εκπροσώπηση διάφορο από αυτό των υπολοίπων ομοδίκων. Δεν αρκεί για την επιδίκαση μόνο η νίκη, αλλά απαιτείται και η διατύπωση του αντίστοιχου αιτήματος προς επιδίκαση δικαστικής δαπάνης. Ως έξοδα από υπερβολική πρόνοια θεωρούνται και αυτά που έγιναν από χωριστή εκπροσώπηση των απλών ομοδίκων, εφόσον αυτοί είχαν κοινό συμφέρον και μπορούσαν και όφειλαν να εκπροσωπηθούν στη δίκη με ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και όχι με χωριστούς. Στην περίπτωση αυτή επιδικάζεται μία δικαστική δαπάνη, η οποία επιμερίζεται μεταξύ των ομοδίκων. Απόρριψη αναιρετικού λόγου από τον αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Αντίθετη μειοψηφία).

Αριθμός 467/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ε.Ε.", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "...". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ΕΠ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", που εδρεύει στη ...ς και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της ΕL.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-9-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ...ς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24393/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 1506/2014 του Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-5-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθ. 559 αριθ. 9 περ. γ' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "αίτηση" νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται παροχή έννομης προστασίας με οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής κύριας πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ενδίκου μέσου κ.λπ. (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 670/2016, ΑΠ 962/2013). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, εάν το συναφές αίτημα ήταν (δικονομικά απαράδεκτο ή αλυσιτελές ή) μη νόμιμο (ΑΠ 850/2009), καθώς και όταν η πρωτόδικη απόφαση δεν μεταβιβάστηκε στο Εφετείο με την έφεση, πρόσθετους λόγους ή τις προτάσεις κατά περίπτωση και ως προς το φερόμενο ως μη δικασθέν από το Εφετείο αίτημα (άρθ. 522 Κ.Πολ.Δ., ΑΠ 670/2016, ΑΠ 465/2015).
Κατά τη διάταξη του άρθ. 180 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αν καταδικαστούν περισσότεροι να πληρώσουν τα έξοδα ενέχονται κατά ίσα μέρη... .- Η ως άνω διάταξη, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο δικαστήριο, εφαρμόζεται αναλογικά και στη μη προβλεπόμενη από το νόμο περίπτωση, κατά την οποία περισσότεροι διάδικοι νικούν και στην περίπτωση αυτή δηλαδή, η δικαστική δαπάνη επιδικάζεται σε κάθε ομόδικο κατά ίσο μέρος εφόσον αυτοί είχαν κοινό συμφέρον ως ομόδικοι και μπορούσαν και όφειλαν να εκπροσωπηθούν στη δίκη με τον ίδιο πληρεξούσιο και όχι με χωριστούς (ΑΠ 831/1980, 220/1979). 
Και τούτο γιατί, η απλή ομοδικία αποτελεί διαδικαστική ευχέρεια και ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της οικονομίας της δίκης αφού είναι δυνατόν να παραστούν όλοι οι ομόδικοι με κοινό πληρεξούσιο δικηγόρο και κοινό αντίκλητο. Στην άνω περίπτωση η δικαστική δαπάνη επιδικάζεται με ένα δικηγόρο και όταν χωρίς να υφίσταται ανάγκη, αλλά από υπερβολική μόνο πρόνοια κατ' άρθ. 189 παρ.2 εδ. β Κ.Πολ.Δ., οι νικήσαντες εναγόμενοι ομόδικοι εκπροσωπήθηκαν χωριστά, ενώ μπορούσαν να παρασταθούν με ίδιο δικηγόρο, αφού είχαν κοινό συμφέρον, διότι τότε πρόκειται για μη αποδοτέα έξοδα. Έτσι αν οι νικητές ομόδικοι εκπροσωπήθηκαν από περισσοτέρους δικηγόρους, ακέραιη επιδίκαση των δικαστικών εξόδων στον κάθε ομόδικο είναι κατόπιν αιτήσεως δυνατή, μόνο όταν ο κάθε ομόδικος είχε ίδιο συμφέρον για χωριστή εκπροσώπηση διάφορο από αυτό των υπολοίπων ομοδίκων. 
Όπως σημειώθηκε, δεν αρκεί για την επιδίκαση μόνο η νίκη, αλλά απαιτείται και η διατύπωση του αντίστοιχου αιτήματος προς επιδίκαση δικαστικής δαπάνης. Συγκεκριμένα, ως έξοδα από υπερβολική πρόνοια θεωρούνται και αυτά που έγιναν από χωριστή εκπροσώπηση των απλών ομοδίκων, εφόσον αυτοί είχαν κοινό συμφέρον και μπορούσαν και όφειλαν να εκπροσωπηθούν στη δίκη με ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και όχι με χωριστούς (ΑΠ 159/1997, ΑΠ 1101/1993, ΑΠ 147/1983). 
Στην περίπτωση δε αυτή επιδικάζεται μία δικαστική δαπάνη, η οποία επιμερίζεται μεταξύ των ομοδίκων (ΑΠ 147/1983). Εξάλλου, οι τυχόν διαφορές μεταξύ των ομοδίκων νικητών που μπορεί να αποτελεί αντικείμενο άλλης δίκης, είναι αδιάφορες για την άνω περίπτωση. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά τη νοηματική του εκτίμηση, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθ. 559 αριθμ.9 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια και ειδικότερα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν αποφάνθηκε επί του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός της, που πρόβαλε δια της αντεφέσεως περί επιδικάσεως σ' αυτή χωριστής δικαστικής δαπάνης στην πρωτόδικη απόφαση, ύψους 147.918,63 Ευρώ, δηλαδή ποσοστό 2% επί του αντικειμένου της δίκης, σύμφωνα με τα ελάχιστα όρια αμοιβών που ορίζονται στις σχετικές διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων, κατ' αποδοχή του αιτήματός της που είχε υποβληθεί ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, θεωρώντας ότι ο σχετικός λόγος της αντέφεσης ασκήθηκε με αίτημα την επί πλέον επιδίκαση ποσού 18,63 ευρώ πέραν του ποσού των 147.900,00 ευρώ, που είχε επιδικαστεί ως δικαστική δαπάνη για όλους τους νικήσαντες εναγομένους.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατά τη διάταξη του άρθ.561 παρ.2 Κ.Πολ,Δ. επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι στο αιτητικό των πρωτοδίκως κατατεθεισών από 03.11.2011 εγγράφων προτάσεων της αναιρεσείουσας, κατά τη συζήτηση της από 28/09/2009 αγωγής της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., εναντίον της και άλλων τεσσάρων (4) ομοδίκων της, είχε υποβληθεί το αίτημα, "να καταδικαστεί η αντίδικος στη δικαστική δαπάνη και την αμοιβή των πληρεξουσίων Δικηγόρων μου, προσδιοριζομένης ταύτης εις το ποσό των 147.918,63 ευρώ". Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 24393/2012 απόφαση του απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη και εφαρμόζοντας την αρχή της ήττας (άρθ. 176,183,191 παρ.1,2 ΚΠολ.Δ.) επέβαλε τα δικαστικά έξοδα των εναγομένων, τα οποία καθόρισε στο ποσό των 147.900,00 ευρώ, εις βάρος της ενάγουσς (αναιρεσίβλητης) χωρίς να διαλάβει ρύθμιση περί του τρόπου κατανομής τούτων μεταξύ των εναγομένων. 

Δευτέρα 26 Μαρτίου 2018

ΣτΕ 325/2018 Δικηγόροι - Πειθαρχικά συμβούλια - Ανάρμοστη συμπεριφορά σε συνάδελφο και σε γραμματέα


Παραπομπή δικηγόρου σε πειθαρχικό συμβούλιο με την κατηγορία της ανάρμοστης συμπεριφοράς προς συνάδελφο και αντίδικό της καθώς και για ανάρμοστη συμπεριφορά σε γραμματέα. Σύσταση πειθαρχικού συμβουλίου. Τα πειθαρχικά συμβούλια των δικηγόρων αποτελούν πειθαρχικά όργανα της Διοικήσεως, οι αποφάσεις των οποίων υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο. Οιαδήποτε πλημμέλεια της συνθέσεως του πρωτοβαθμίου πειθαρχικού συμβουλίου καλύπτεται με την έκδοση της αποφάσεως του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων. Τα ζητήματα τα σχετικά με τη διεξαγωγή των συνεδριάσεων των πειθαρχικών συμβουλίων των οικείων δικηγορικών συλλόγων και του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων καθώς και τη δημοσίευση των πειθαρχικών αποφάσεων, οι οποίες εκδίδονται από αυτά, διέπονται αποκλειστικώς από τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων και δεν είναι στις περιπτώσεις αυτές εφαρμοστέες οι διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας. Επαρκώς αιτιολογημένη απόφαση Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων. Ελευθερία της έκφρασης. Οι δικηγόροι εκτός της αίθουσας συνεδριάσεων του δικαστηρίου - εντός της οποίας κατά την άσκηση των καθηκόντων τους απολαύουν μεγαλύτερης ελευθερίας - δεν μπορούν να κάνουν παρατηρήσεις τόσο σοβαρές που υπερβαίνουν την επιτρεπτή έκφραση σχολίων χωρίς στέρεη πραγματική βάση ούτε μπορούν να διατυπώνουν προσβολές.

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Γ΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 12 Οκτωβρίου 2017 με την εξής σύνθεση: Δ. Σκαλτσούνης, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση της Προέδρου του Τμήματος και της αναπληρώτριας Προέδρου, που είχαν κώλυμα, Γ. Ποταμιάς, Δ. Εμμανουηλίδης, Σύμβουλοι, Ι. Παπαγιάννης, Γ. Ζιάμος, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Αντ. Γεωργακόπουλος.
Για να δικάσει την από 1η Μαΐου 2011 αίτηση:
της ..., η οποία παρέστη με τον δικηγόρο ΚΠ (Α.Μ. ,,,,,), που τον διόρισε στο ακροατήριο,
κατά των: 1) Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ο οποίος παρέστη με τον ΣΜ, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και 2) Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, ο οποίος δεν παρέστη.
Με την αίτηση αυτή η αιτούσα επιδιώκει να ακυρωθούν: α) η υπ' αριθμ. .../2010 απόφαση του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων, β) η υπ' αριθμ. .../2007 απόφαση και πρακτικά του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, γ) η υπ' αριθμ. .../2007 απόφαση και πρακτικά του ίδιου ως άνω Δικηγορικού Συλλόγου, δ) η υπ' αριθμ. .../2007 απόφαση και πρακτικά του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Δ. Εμμανουηλίδη.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο της αιτούσας, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηkε κατά τον Νόμο

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (1157630, 2931383/2011 έντυπα παραβόλου).
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή, όπως συμπληρώθηκε με το από 3.3.2016 δικόγραφο προσθέτων λόγων, ζητείται η ακύρωση: α) της .../24.2.2010 αποφάσεως του Ανώτατου Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων, με την οποία, κατόπιν μερικής αποδοχής εφέσεως της αιτούσας, δικηγόρου Θεσσαλονίκης, κατά της .../5.12.2007 αποφάσεως του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης (Δ.Σ.Θ.), επιβλήθηκε σε αυτήν η πειθαρχική ποινή της επιπλήξεως για ένα πειθαρχικό παράπτωμα, β) της .../5.12.2007 αποφάσεως του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δ.Σ.Θ., με την οποία είχαν επιβληθεί στην αιτούσα σε πρώτο βαθμό πειθαρχικής δικαιοδοσίας, οι πειθαρχικές ποινές της επιπλήξεως και του προστίμου ύψους πεντακοσίων ευρώ για δύο πειθαρχικά παραπτώματα αντιστοίχως και γ) των .../30.5.2007 και .../11.7.2007 αναβλητικών αποφάσεων του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δ.Σ.Θ

3. Επειδή, μόνη παραδεκτώς προσβαλλόμενη πράξη είναι η ../24.2.2010 απόφαση του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων, διότι οι επίσης προσβαλλόμενες ../30.5.2007, ../11.7.2007 αναβλητικές αποφάσεις του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δ.Σ.Θ. ενσωματώθηκαν στην ../5.12.2007 απόφαση του ίδιου οργάνου, η δε τελευταία απόφαση απώλεσε την εκτελεστότητά της μετά την έκδοση της 13/24.2.2010 δευτεροβάθμιας αποφάσεως (ΣτΕ364/2017, 1912/2016 κ.ά.).
4. Επειδή, διάδικοι στην παρούσα δίκη είναι τόσο ο Υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, δεδομένου ότι το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο Δικηγόρων είναι όργανο της κρατικής διοικήσεως, όσο και ο Δ.Σ.Θ., διότι με την κρινόμενη αίτηση προσβάλλονται ρητά, έστω και απαραδέκτως, κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, πράξεις οργάνου του – οι .../30.5.2007, .../11.7.2007 και .../5.12.2007 αποφάσεις του Πειθαρχικού Συμβουλίου του (ΣτΕ 364/2017, 1912/2016 κ.ά.).

5. Επειδή, η προσβαλλόμενη απόφαση του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων επιδόθηκε στην αιτούσα στις 2.3.2011, η οποία κατέθεσε εμπροθέσμως την κρινόμενη αίτηση στις 2.5.2011, ήτοι την 61η ημέρα, δεδομένου ότι η 60ή ημέρα ήταν 1η Μαΐου και ημέρα Κυριακή

6. Επειδή, στον ισχύοντα κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954, Α΄ 235), πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 166 του νέου Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013, Α΄ 208), ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Ο Δικηγόρος είναι άμισθος Δημόσιος υπάλληλος, ... υπαγόμενος εις πειθαρχικήν εξουσίαν ασκούμενην κατά τας διατάξεις του παρόντος. ...» (άρθρο 1), «Ο Δικηγόρος ... οφείλει ν' ασκή το λειτούργημα αυτού ευόρκως, να διάγη και να φαίνηται διάγων αξιοπρεπώς, να συμπεριφέρηται συμφώνως προς τας παραδόσεις του Δικηγορικού Σώματος και ν' απονέμη τον προσήκοντα σεβασμόν προς τας δικαστικάς Αρχάς, ...» (άρθρο 45 παρ. 1), «Η παράβασις των καθηκόντων και των υποχρεώσεων των επιβαλλομένων τω Δικηγόρω εκ τε των διατάξεων του Κώδικος, του εσωτερικού κανονισμού του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου ως και εξ αποφάσεως τινος του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού αποτελεί πειθαρχικόν παράπτωμα κρινόμενον και κολαζόμενον υπό του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Συλλόγου κατά τας σχετικάς διάταξεις διά πειθαρχικής ποινής, ...» (άρθρο 64 παρ. 1), «Αρμόδιονπρος εκδίκασιν των πειθαρχικών παραπτωμάτων είναι το Πειθαρχικόν Συμβούλιον του Δικηγορικού Συλλόγου, εις όν ανήκεν ο εγκαλούμενος Δικηγόρος καθ΄ ον χρόνον υπέπεσεν εις το δι΄ ο εγκαλείται παράπτωμα, ...» (άρθρο 66 παρ. 1), «1. Η πειθαρχική εξουσία ασκείται υπό του οικείου Συμβουλίου αυτεπαγγέλτως ή επί εγγράφω ή προφορική αναφορά ... 2. Εντός εξ το βραδύτερον μηνών από της αυτεπαγγέλτου ενάρξεως της πειθαρχικής διώξεως ή της αναφοράς, το Πειθαρχικόν Συμβούλιον οφείλει να περατώση την ανάκρισιν και να εκδώση την οριστικήν αυτού απόφασιν, ...» (άρθρο 68 παρ. 1 και 2), «1. Άμα τη υποβολή προς τον Δικηγορικόν Σύλλογον αναφοράς κατά Δικηγόρου ή άμα τη ανακαλύψει οιουδήποτε παραπτώματος, ο Πρόεδρος ή ο νόμιμος αυτού αναπληρωτής, υποχρεούται δίδων τον προσήκοντα χαρακτηρισμόν του παραπτώματος να ορίση εν εκ των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου ως Εισηγητήν διά πράξεως καταχωριζομένης εις ειδικόν βιβλίον. 2. Το Διοικητικόν Συμβούλιον του Συλλόγου προβαίνει εις την συγκρότησιν του Πειθαρχικού Συμβουλίου κατά το άρθρον 239. 3. Ο Εισηγητής ενεργεί πάσαν αναγκαίαν εξέτασιν, δικαιούται να καλή και εξετάζη μάρτυρας ενόρκως ή ανωμοτί, να ζητή έγγραφα παρά πάσης αρχής και Δικαστηρίου, ...» (άρθρο 72 παρ. 1, 2 και 3), «1. ... 2. Ο Εισηγητής υποχρεούται να συντάσσηκατηγορητήριον και να καλή τον διωκόμενον Δικηγόρον διά κλήσεως επιδιδομένης προς αυτόν διά δικαστικού κλητήρος ίνα λάβη γνώσιν του κατηγορητηρίου και της δικογραφίας και απολογηθή εγγράφως. ... 3. Μετά την υποβολήν της απολογίας ή την πάροδον της τεταγμένης προθεσμίας εφ' όσον επερατώθη η ανάκρισις ο Εισηγητής ανακοινοί τούτο εις τον Πρόεδρον του Πειθαρχικού Συμβουλίου όστις ορίζει ημέραν και ώραν συνεδριάσεως αυτού. Ο διωκόμενος καλείται διά πράξεως του Προέδρου κοινοποιουμένης αυτώ πέντε τουλάχιστον ημέρας προ της εκδικάσεως, δικαιούται δε να παραστή ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου και μετά πληρεξουσίου Δικηγόρου. 4. Το Πειθαρχικόν Συμβούλιον κατά την προσδιορισθείσαν ημέραν δύναται να εξετάζη μάρτυρας κατά την κρίσιν του, μετά την απολογίαν του διωκομένου ή, εν περιπτώσει μη εμφανίσεώς του, μετά την διαπίστωσιν της νομίμου κλητεύσεως αυτού, εκδίδει την απόφασίν του, ...» (άρθρο 73 παρ. 2, 3 και 4), «Η απόφασις συντάσσεται εγγράφως εντός οκτώ ημερών από της εκδικάσεως και δέον να είναι ητιολογημένη. Επίσης εγγράφως συντάσσονται τα πρακτικά εντός της αυτής προθεσμίας. ...» (άρθρο 74), «Αι υπό του Πειθαρχικού Συμβουλίου επιβαλλόμεναι πειθαρχικαί ποιναί είναι: α) επίπληξις, β) πρόστιμον, γ) προσωρινή παύσις από του Δικηγορικού Λειτουργήματος 8 ημερών μέχρις 6 μηνών και δ) οριστική παύσις» (άρθρο 76 παρ. 1), «Ο τιμωρηθείς Δικηγόρος δικαιούται εντός 10 ημερών από της επιδόσεως της αποφάσεως να εκκαλέση ταύτην ενώπιον του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου» (άρθρο 77 παρ. 1), «1. Το Ανώτατον Πειθαρχικόν Συμβούλιον, δικάζον κατά δεύτερον βαθμόν δικαιούται να διατάξη νέαν ανάκρισιν, ενεργουμένην κατά τα εν άρθρ. 67 επόμ., να καλή τον τιμωρηθέντα Δικηγόρον, αν ζητηθή παρά τούτου, πάντοτε δε αν δεν έχη απολογηθή πρωτοβαθμίως, να μεταρρυθμίζη ή και να εξαφανίση την εκκαλουμένην απόφασιν. 2. ... 3. Το Ανώτατον Πειθαρχικόν Συμβούλιον αποφασίζει αμετακλήτως εκδίδον την απόφασίν του εντός τριμήνου το βραδύτερον από της εις αυτό εισαγωγής της σχετικής δικογραφίας, ...» (άρθρο 78 παρ. 1 και 3), «1. Το Πειθαρχικόν Συμβούλιον αποτελείται υπό του Προέδρου ή Αντιπροέδρου του Συλλόγου και τεσσάρων μελών. 2. ... 3. Παρ' οις Συλλόγοις το Διοικητικόν Συμβούλιον αποτελείται εξ εξ και πλέον μελών, μέλη του Πειθαρχικού συμβουλίου είναι τέσσαρες εκ των Συμβούλων οριζόμενοι δι' εκάστην υπόθεσιν υπό του Διοικητικού Συμβουλίου. 4. Προκειμένου περί δεκαπενταμελών Διοικητικών Συμβουλίων δύνανται δι’ αποφάσεων αυτών να ιδρύωνται πλείονα του ενός Πειθαρχικά Συμβούλια, οπότε του μεν εξ αυτού πρώτου προεδρεύει ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου, του δευτέρου ο Αντιπρόεδρος και του τυχόν τρίτου ο αρχαιότερος των μετεχόντων αυτού μελών. 5. ...» (άρθρο 239 παρ. 1, 3 και 4), «Τον Πρόεδρον του Δικηγορικού Συλλόγου κωλυόμενον αναπληροί ο Αντιπρόεδρος και τούτον ο εν τη Δικηγορική υπηρεσία εκ των μελών του Πειθαρχικού Συμβουλίου αρχαιότερος» (άρθρο 240 παρ. 1), «1. Το Πειθαρχικόν Συμβούλιον συγκαλείται υπό του Προέδρου, η συμπλήρωσις δε των μελών αυτού γίνεται επιμελεία αυτού. 2. Το Πειθαρχικόν Συμβούλιον συνεδριάζει πάντοτε εν ολομελεία αποφασίζει δε δι' απολύτου πλειοψηφίας. 3. Η παρουσία του Εισηγητού εκάστης υποθέσεως είναι απαραίτητος προς λήψιν αποφάσεων, ... 4. Περί της συνεδριάσεως τηρούνται πρακτικά, συντασσόμενα και υπογραφόμενα υπό του Προέδρου και του Γραμματέως Συμβούλου ή του υπαλλήλου Γραμματέως, εφ' όσον υπάρχει τοιούτος, άτινα παραμένουσι μυστικά ...» (άρθρο 241 παρ. 1, 2, 3 και 4), «1. Η θητεία του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου ορίζεται ενιαύσιος από της 1ης Ιανουαρίου μέχρι της 31ης Δεκεμβρίου. ... 2. Το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο εδρεύει στην Αθήνα, στον Άρειο Πάγο. Το αποτελούν ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου ως Πρόεδρος, ένας Αρεοπαγίτης ως μέλος και τρεις δικηγόροι με συνολική υπηρεσία το λιγότερο 15 χρόνων ως τακτικά μέλη. Αναπληρωματικά μέλη του Πειθαρχικού Συμβουλίου ορίζονται ένας Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου, δύο Αρεοπαγίτες και έξι δικηγόροι. Καθήκοντα Γραμματέα του Συμβουλίου ασκεί ο Γραμματέας του Αρείου Πάγου ή ο νόμιμος αναπληρωτής του. 3. Τα εκ των μελών του Αρείου Πάγου μέλη του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου, τακτικά και αναπληρωματικά, διορίζονται εντός του μηνός Δεκεμβρίου διά το επόμενον έτος δι’ αποφάσεως του Υπουργού της Δικαιοσύνης. 4. ... 5. Το Ανώτατον Πειθαρχικόν Συμβούλιονσυνεδριάζει πάντοτε εν ολομελεία των συγκροτούντων αυτό μελών, ... Τον Πρόεδρον του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου, κωλυόμενον, αναπληροί ο ως αναπληρωματικόν μέλος διωρισμένος Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου, και τούτον ο έτερος Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου, ...» (άρθρο 242 παρ. 1, 2 [όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 25 παρ. 3 του ν. 1366/1983, Α΄ 81], 3 και 5).

7. Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: Με την .../12.10.2006 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Δ.Σ.Θ., κατόπιν των .../15.3.2006 και .../19.5.2006 αναφορών του δικηγόρου Θεσσσαλονίκης ... και του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Εφέτη ..., αντιστοίχως, σε βάρος της αιτούσας καθώς και της .../20.7.2006 αντικρούσεώς τους από την ίδια, αποφασίσθηκε η παραπομπή της στο Πειθαρχικό Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου. Σύμφωνα με το .../24.11.2006 κατηγορητήριο που συνέταξε ο ορισθείς με την .../17.10.2006 απόφαση του Προέδρου του Δ.Σ.Θ. εισηγητής σύμβουλος και μέλος του Δ΄ Πειθαρχικού Συμβουλίου ..., η αιτούσα παραπέμφθηκε στο πρωτοβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 45, 46, 64, 68, 72, 73 και 239 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), με την κατηγορία της ανάρμοστης συμπεριφοράς προς τον αναφέροντα συνάδελφο και αντίδικό της ... καθώς και για τη συμπεριφορά που επέδειξε στις 11.5.2006 στο γραφείο της Γραμματείας του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, όπου είχε προσέλθει για να καταθέσει προτάσεις. Ειδικότερα, όπως εκτίθεται στο κατηγορητήριο σχετικά με τη δεύτερη υπόθεση, «κατά την εμφάνισή της στις 11.5.2006 στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης, προκειμένου να καταθέσει προτάσεις για αγωγή, η οποία είχε συζητηθεί στις 8.5.2006, φέρθηκε ανάρμοστα στη Γραμματέα ..., η οποία της είπε ότι οι προτάσεις της είναι εκπρόθεσμες και θα τις σφραγίσει ως τέτοιες, φωνάζοντας εξοργισμένη «αλίμονο στη δικαστή αν δεν τις δεχθεί, θα δει τι έχει να πάθει, την έχ[ω] στη λίστα με τους εξαιρετέους δικαστές» και [ότι] έχει πάρει σειρά σε τηλεοπτική εκπομπή γνωστού δημοσιογράφου, με αποτέλεσμα να δημιουργήσει σοβαρή παρενόχληση και αναστάτωση στη Γραμματεία». Η αιτούσα εκλήθη και απολογήθηκε με το .../7.2.2007 «υπόμνημα - διαμαρτυρία». Το Πειθαρχικό Συμβούλιο του Δ.Σ.Θ. εξέδωσε τις .../28.3.2007, .../30.5.2007 και .../11.7.2007 αναβλητικές αποφάσεις του και, κατόπιν του .../5.12.2007 απολογητικού υπομνήματος της αιτούσης, την .../5.12.2007 απόφαση, με την οποία η αιτούσα κηρύχθηκε ένοχη κατά το κατηγορητήριο και της επιβλήθηκε για την πρώτη πράξη (ανάρμοστη συμπεριφορά προς το συνάδελφό της) η πειθαρχική ποινή της επιπλήξεως και για τη δεύτερη πράξη (ανάρμοστη συμπεριφορά προς τη Γραμματέα του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης) η πειθαρχική ποινή του προστίμου ύψους πεντακοσίων ευρώ. Κατά της τελευταίας αποφάσεως η αιτούσα άσκησε την 3104/11.3.2008 έφεση ενώπιον του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων, το οποίο, κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήσεως αυτής, εξέδωσε, αρχικώς, την 1/8.2.2010 αναβλητική απόφαση και ακολούθως την 13/24.2.2010 οριστική απόφαση, κατά την τελευταία συνεδρίαση του οποίου η αιτούσα παρέστη μετά πληρεξουσίου δικηγόρου και απολογήθηκε, κατέθεσε δε και το από 24.2.2010 υπόμνημα. Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, «από την εξέταση όλων των στοιχείων της δικογραφίας αποδείχθηκε ότι η αναφερόμενη δικηγόρος δεν τέλεσε την πρώτη πράξη, δι' ο και πρέπει να αρθεί η ποινή της επίπληξης που της επιβλήθηκε ... [και] περαιτέρω ... τέλεσε τη δεύτερη πράξη για την οποία της έχει επιβληθεί ποινή προστίμου, πλην υπέρ [αυτής] συντρέχουν ελαφρυντικές περιστάσεις, κυρίως εκ του ότι πρόκειται περί λεκτικών υπερβολών, οφειλομένων στην ένταση και την ψυχολογική αναταραχή της στιγμής, δι' ο και πρέπει να της επιβληθεί ποινή επίπληξης, ήτοι ποινή ηπιωτέρα του προστίμου που της επιβλήθηκε πρωτοδίκως», επακολούθησε δε και το σχετικό διατακτικό. Η απόφαση του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων συνοδεύεται από έκθεση πρακτικών της 24ης Φεβρουαρίου 2010, σύμφωνα με την οποία κατά τη διάρκεια της διαδικασίας “... αναγνώσθηκε η έφεση της εκκαλούσας κατά της υπ' αριθμ. 109/2007 απόφασης του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, η υπ' αριθμ. .../2007 απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης καθώς και τα σχετικά έγγραφα που περιέχονται στιο φάκελο και έχουν σχέση με την υπόθεση αυτή. ...”

Πέμπτη 22 Φεβρουαρίου 2018

ΕφΘεσ 1994/17 : Δικηγόροι - Αμοιβή - Κληρονομητό - Συμφωνίες υπό αίρεση για την αμοιβή δικηγόρου. Σύμβαση εντολής δικηγόρου για την άσκηση προσφυγών ενώπιον των ΔιοικΔικαστηρίων κατά πράξεων της Φορολογικής Αρχής - Συμφωνία καταβολής της ελάχιστης δικηγορικής αμοιβής υπό την αναβλητική αίρεση της επιτυχούς έκβασης της διοικητικής δίκης


ΕφΘεσ 1994/17 : Δικηγόροι - Αμοιβή - Κληρονομητό - Συμφωνίες υπό αίρεση για την αμοιβή δικηγόρου. Σύμβαση εντολής δικηγόρου για την άσκηση προσφυγών ενώπιον των Διοικ. Δικαστηρίων κατά πράξεων της Φορολογικής Αρχής - Συμφωνία καταβολής της ελάχιστης δικηγορικής αμοιβής υπό την αναβλητική αίρεση της επιτυχούς έκβασης της διοικητικής δίκης. Ακυρότητα παραίτησης δικηγόρου από κάθε απαίτησή του για δικηγορική αμοιβή.  Θάνατος δικηγόρου - Άσκηση της αξίωσης για την αμοιβή του θανόντος δικηγόρου από κληρονόμo του - Λύση της σύμβασης εντολής με το θάνατο - Αμεταβίβαστο το δικαίωμα λήψης αμοιβής. Δεκτή η έφεση. Απορρίπτει την αγωγή.


ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΑΡΙΘΜΟΣ 1994/2017

Πρόεδρος: Μαργαρίτα Νικάκη

Η υπό κρίση, με αριθ. έκθεσης κατάθεσης ενδίκου μέσου στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ........../6.11.2015 και με αριθμό έκθεσης προσδιορισμού δικογράφου του παρόντος Δικαστηρίου ............/19.11.2015, έφεση της πρωτοδίκως ηττηθείσας ενάγουσας κατά της .........../2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία που ακολουθείται για την επίλυση των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας (άρθρα 677 επ. Κ.Πολ.Δ, ως είχαν πριν την έμμεση κατάργησή τους με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 και που εφαρμόζονται όμως στην προκείμενη περίπτωση ως εκ του χρόνου άσκησης της ένδικης αγωγής), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, πριν την επίδοση της εκκαλουμένης που έγινε στις 11.12.2015 (βλ. τη με αριθ. ........../11.12.2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Β. Σ.), με κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στις 6.11.2015 (άρθρα 495 επ., 499, 511, 513 παρ. 1β' 518 παρ. 1 και 591 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Επομένως, φερόμενη νομίμως στο Δικαστήριο αυτό, που είναι αρμόδιο για την εκδίκασή της (άρθρα 498 και 19 Κ.Πολ.Δ., όπως το τελευταίο ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 72 παρ. 13 Ν. 3994/2011), πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλομένων λόγων της, κατά την αυτή ως άνω διαδικασία (άρθρα 532, 533 παρ. 1 και 681 Κ.Πολ.Δ.), δεδομένου, επιπρόσθετα, και του ότι δεν απαιτείται για το παραδεκτό της η κατάθεση παραβόλου εκ μέρους της εκκαλούσας (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. τελευταίο Κ.Πολ.Δ.).
Με τη με αριθ. Κατάθεσης ............/11.10.2013 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα εξέθετε ότι ο αποβιώσας την 20η.3.2013 σύζυγός της Α. – Μ. Λ., δικηγόρος Θεσσαλονίκηςμέχρι και την 31.12.2012, οπότε και παραιτήθηκε προς συνταξιοδότηση, είχε αναλάβει από το έτος 2005 και εντεύθεν, σε εκτέλεση εντολής της εναγομένης, τη διεκπεραίωση των αναφερομένων δικαστικών της υποθέσεων ενώπιον των αρμοδίων διοικητικών δικαστηρίων (άσκηση προσφυγών), για τις οποίες δικαιούταν να λάβει ως αμοιβή, βάσει των προβλεπομένων από τον προισχύσαντα Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954) ελαχίστων ορίων αμοιβών, το συνολικό ποσό των 291.030,48 ευρώ. Ότι, ειδικότερα, σχετικά με το θέμα της αμοιβής είχε συμφωνηθεί μεταξύ των ανωτέρω (εντολέως και εντολοδόχου δικηγόρου) ότι η εναγομένη θα κατέβαλε στον σύζυγό της, πριν τη διενέργεια κάθε αναγκαίας διαδικαστικής πράξης, τα έξοδα άσκησης και εκδίκασης αυτής, ήτοι τα σχετικά παράβολα, ένσημα και την ελάχιστη προεισπραττόμενη από τον δικηγορικό σύλλογο αμοιβή (διπλότυπα παραστάσεων) και, σε περίπτωση επιτυχούς κατάληξης των υποθέσεων, αν δηλαδή γίνονταν δεκτές οι προσφυγές και ακυρώνονταν ολικά ή μερικά με τελεσίδικες αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων οι προσβαλλόμενες με τις προσφυγές πράξεις της φορολογούσας αρχής, τότε η εναγομένη θα του κατέβαλε την ελάχιστη νόμιμη, βάσει του Κώδικα περί Δικηγόρων, αμοιβή Ότι επί των προσφυγών εκδόθηκαν, αρχικά μεν από το Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης οι αναφερόμενες αποφάσεις, που παρέπεμψαν τις υποθέσεις προς εκδίκαση ενώπιον του αρμοδίου (μετά τις σχετικές τροποποιήσεις του ΚωΔιοικΔικ) Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης και, ακολούθως, οι αναφερόμενες αποφάσεις του τελευταίου Δικαστηρίου, με τις οποίες έγιναν τελεσίδικα δεκτές όλες οι ασκηθείσες προσφυγές και ακυρώθηκαν όλα τα προσβληθέντα φύλλα ελέγχου της φορολογούσας Αρχής. Ότι, πάντως, κατά την εκδίκαση των προσφυγών ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης στις 22.1.2013, παραστάθηκε ως δικηγόρος της εναγομένης ο δικηγόρος Θεσσαλονίκης Χ. Α., συνεργάτης του συζύγου της, ο οποίος και υπέγραψε τα σχετικά υποβληθέντα προς το Δικαστήριο υπομνήματα, λόγω της εν τω μεταξύ παραιτήσεως του συζύγου της από την ενεργό δικηγορία. Ότι, επομένως, από την τελεσίδικη επιτυχή κατάληξη των υποθέσεων και την επίδοση των αποφάσεων που έλαβε χώρα στις 24.9.2013, επήλθε η πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης υπό την οποία τελούσε η αξίωση του συζύγου της προς λήψη της δικηγορικής αμοιβής. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητούσε η ενάγουσα να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει, ως μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμο της αξίωσής του αυτής, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής, σύμφωνα με την αξία του αντικειμένου των δικών, κυρίως μεν βάσει των διατάξεων του προισχύσαντος Κώδικα περί Δικηγόρων, το άνω ποσό των 291.030,48 ευρώ, άλλως, δε, ζητούσε να υποχρεωθεί να της καταβάλει το ποσό των 213.376,42 ευρώ βάσει των διατάξεων του νυν ισχύος Κώδικα περί Δικηγόρων και, τέλος, με τη δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής ζητούσε να υποχρεωθεί η τελευταία στην καταβολή των προαναφερομένων ποσών βάσει των διατάξεων περί του αδικαιολογήτου πλουτισμού, καθόσον από την αποφυγή καταβολής των ελάχιστων νομίμων αμοιβών, που θα κατέβαλε προς οποιονδήποτε τρίτο δικηγόρο - εντολοδόχο, κατέστη (η εναγομένη) αδικαιολογήτως πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας του αποβιώσαντος. Επί της αγωγής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η εκκαλουμένη 10649/2015 οριστική απόφαση, με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή, ως προς όλες τις βάσεις της, ως ενεργητικά ανομιμοποίητη. Κατά της απόφασης αυτής, παραπονείται η εκκαλούσα με την κρινόμενη έφεση και ζητά, για τους σ' αυτή διαλαμβανόμενους λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, την εξαφάνισή της, προκειμένου να γίνε! δεκτή η αγωγή Οι λόγοι τούτοι της έφεσης είναι παραδεκτοί και πρέπει να ερευνηθούν και από ουσιαστική άποψη. Κατά μεν το άρθρο 91 παρ. 1 του ν.δ/τος 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", που έχει εν προκειμένω εφαρμογή ως εκ του χρόνου κατάρτισης της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης εντολής και του χρόνου εκτέλεσης αυτής" (βλ, και ΑΠ 441/2016 ΤΝΠ Νόμος), "ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει παρά του εντολέως αυτού, πλην της δαπάνης, δικαστηριακής ή άλλης, την οποίαν εξ ιδίων κατέβαλε, και αμοιβήν δια πάσαν εργασίαν αυτού δικαστικήν ή εξώδικον, κατά δε το άρθρο 92 παρ. 1 του ίδιου κώδικα "τα της αμοιβής του δικηγόρου κανονίζονται κατά συμφωνίαν μετά του εντολέως αυτού, εν ουδεμία όμως περιπτώσει επιτρέπεται η αμοιβή να υπολείπεται των εν άρθρω 98 και επόμενα ελάχιστων ορίων" Σύμφωνα δε με το εδ. β' της τελευταίας αυτής διάταξης, που είχε προστεθεί με το άρθρο 5 παρ. 3 ν.δ/τος 4272/1962 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 ν. 1093/1980 "πάσα συμφωνία περί λήψεως μικροτέρας αμοιβής είναι άκυρος ανεξαρτήτως χρόνου συνάψεώς της". Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών, οι οποίες αποσκοπούν, όχι μόνο στην προστασία του ιδιωτικού συμφέροντος του δικηγόρου, ως εργαζομένου, αλλά και στην κατοχύρωση του κύρους του δικηγόρου ως θεράποντος του δημοσίου συμφέροντος, προκύπτει ότι η αμοιβή του δικηγόρου κανονίζεται με συμφωνία αυτού και του εντολέως του, η οποία μπορεί να αφορά μία μόνο κατ’ ιδίαν πράξη ή το σύνολο των πράξεων που αφορούν συγκεκριμένη υπόθεση. Και, αν δεν καταρτίστηκε συμφωνία για την αμοιβή, ο δικηγόρος δικαιούται ως αμοιβή τα ελάχιστα όρια αυτής, που ορίζονται από τα άρθρα 98 και επ. του κώδικα περί δικηγόρων. Η σύμβαση μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη του, με την οποία ο δεύτερος αναθέτει στον πρώτο τον δικαστικό ή εξώδικο χειρισμό μιας υπόθεσής του και αναλαμβάνει την υποχρέωση να του καταβάλει για το σύνολο των ενεργειών του ορισμένη αμοιβή, είναι καθαρή και δεν τελεί υπό την αίρεση της επιτυχούς έκβασης της δίκης (άρθρο 92 παρ. 3, 4 και 5 κώδικα περί δικηγόρων). Κάθε συμφωνία για λήψη κατώτερης αμοιβής από τα ανωτέρω καθοριζόμενα όρια είναι άκυρη, ανεξάρτητα από τον χρόνο σύναψής της (πριν ή μετά την εκτέλεση της συμφωνημένης εργασίας) και τη μορφή υπό την οποία συνάπτεται (άφεση χρέους κατά το άρθρο 454 Α.Κ., παραίτηση κατά το άρθρο 156 Α.Κ ή άλλη συμφωνία) και θεωρείται, κατά τα άρθρα 174 και 180 Α.Κ., ως μη γενομένη (Ολ.ΑΠ 10/2012, ΑΠ 441/2016 ό.π.). Ο δικηγόρος, παρά τη συμφωνία αυτή, δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του για κάθε εργασία του, δικαστική ή εξώδικη, τα από τον νόμο οριζόμενα ελάχιστα όρια αμοιβής, ο δε εντολέας του δεν μπορεί να αντιτάξει κατά της απαίτησής του ότι έχει συμφωνηθεί μικρότερη αμοιβή, αφού η συμφωνία αυτή είναι άκυρη (ΑΠ 523/2016 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 259/2011), Ως κρίσιμος χρόνος για τη θεμελίωση του δικαιώματος του δικηγόρου για την απόληψη αμοιβής λαμβάνεται εκείνος της παροχής της σχετικής υπηρεσίας του, αφότου και παράγεται η σχετική αξίωσή του, ανεξαρτήτως εάν, μετέπειτα, ο εντολέας ανακαλεί την προς τον δικηγόρο εντολή (ΑΠ 289/2015 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΛαρ 377/2014 Δικογρ 2015, 221). Επιτρέπεται, όμως, συμφωνία, μεταξύ του δικηγόρου και του εντολέα του, η οποία εξαρτά τον χρόνο καταβολής της ανωτέρω αμοιβής από οποιαδήποτε αναβλητική αίρεση (ΑΠ 289/2015 ό.π.). Η αναβλητική αίρεση από την πλήρωση της οποίας εξαρτήθηκε με τη σύμβαση η υποχρέωση του εντολέα προς πληρωμή της αμοιβής, δηλαδή το απαιτητό αυτής, δεν μεταβάλλει τη σύμβαση του δικηγόρου με τον εντολέα σε σύμβαση εργολαβίας (ΑΠ 1126/1987 ΕΕΝ 1988, 600). Βάσει των όσων ανωτέρω αναφέρονται, η αγωγή, που είναι κατ' αρχάς επαρκώς ορισμένη, καθώς περιέχει όλα τα από τον νόμο απαιτούμενο για την πληρότητα του περιεχομένου της στοιχεία - απορριπτομένου ως αβασίμου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της εναγομένης (βλ. σχετικά τις ΑΠ 441/2016, ΑΠ 523/2016, ΑΠ 170/2016 σε ΤΝΠ Νόμος)- είναι παραδεκτή και βάσιμη νομικά κατά την κύρια θεμελίωση της, με επιφύλαξη ως προς όσα κατωτέρω αναφέρονται, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 91 παρ. 1. 92 παρ. 1, 98, 99, 100,103, 107 παρ. 1 του εφαρμοστέου εν προκειμένω Κώδικα περί Δικηγόρων, ήτοι του ν.δ/ τος 3026 της 6/8 Οκτωβρίου 1954, καθώς και σ’ αυτές των άρθρων 201, 361, 346, 713 επ., 1710 επ. ΑΚ και 176 Κ.Πολ.Δ., καθώς, κατά τα ιστορούμενα στο δικόγραφό της, η ένδικη σύμβαση εντολής καταρτίστηκε και εκτελέστηκε πριν ακόμη τεθεί σε ισχύ ο νέος Κώδικας Δικηγόρων, με τη δημοσίευσή του, στις 27.9.2013 (ΦΕΚ Α' 208), στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (βλ. και άρθρο 166 παρ. 3 αυτού). Το επί μέρους, όμως, αγωγικό κονδύλιο περί επιδίκασης αμοιβής ποσού 72.757,62 ευρώ για τη σύνταξη υπομνήματος (προτάσεων) κατά τη συζήτηση, στις 22.1.2013, των προσφυγών ενώπιον του (δικάζοντος σε πρώτο και τελευταίο βαθμό) Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης (υπό στοιχ, γ΄ κονδύλιο της αγωγής), είναι αβάσιμο κατά νόμο και απορριπτέο. Τούτο, δε, καθόσον κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 100 επ. ν:δ/τος 3026/1954, της οποίας γίνεται λόγος "για τη σύνταξη", το δικαίωμα του δικηγόρου να απαιτήσει την προβλεπόμενη από τις εν λόγω διατάξεις αμοιβή προϋποθέτει ολοκληρωμένη την ενέργεια σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση για την οποία προβλέπεται η εν λόγω αξίωσή του και, ειδικότερα, διατύπωση από τον δικηγόρο του περιεχομένου του οικείου διαδικαστικού εγγράφου και υπογραφή του από τον ίδιο. Η νομική αυτή παραδοχή δεν αναιρείται από το άρθρο 173 του ίδιου Κώδικα, κατά τους ορισμούς του οποίου "Η υπογραφή εγγράφου παρά δικηγόρου χορηγεί αυτώ το δικαίωμα της κατά τον παρόντα νόμον πλήρους δια την σύνταξιν του εγγράφου αμοιβής". Με το άρθρο τούτο ορίζεται, ως επιπρόσθετη προϋπόθεση, για να δικαιούται ο δικηγόρος της απόληψης της προβλεπομένης αμοιβής, η υπογραφή του δικογράφου της αγωγής, το περιεχόμενο της οποίας εκείνος έχει διατυπώσει, με την οποία και ολοκληρώνεται η σύνταξή της. Μόνο η σύνταξη του κειμένου αυτής ή η υπογραφή της δεν αρκεί. Με τη ρύθμιση αυτή γίνεται αντιδιαστολή προς εκείνη των προηγουμένων άρθρων 160 και 161, με τα οποία προβλέπεται αμοιβή για τη σύνταξη έκθεσης για τον έλεγχο τίτλων ιδιοκτησίας ακινήτου (άρθρο 160) ή ιδιωτικών εγγράφων ή σχεδίων δημοσίων εγγράφων για κάθε είδους δικαιοπραξίες (άρθρο 161), χωρίς να απαιτείται στις περιπτώσεις αυτές και η υπογραφή του δικηγόρου για τη λήψη της αμοιβής του. Προς την ακολουθούμενη ερμηνεία του άρθρου 173 του Κώδικα Περί Δικηγόρων συμπορεύεται και το άρθρο 51 παρ 1, 3 του ίδιου Κώδικα, με το οποίο τιμωρείται πειθαρχικώς, τουλάχιστον με πρόστιμο, ο δικηγόρος που υπογράφει γνωμοδοτήσεις, δικόγραφα ή άλλα έγγραφα, τα οποία δεν έχουν συνταχθεί από εκείνον ή για τα οποία δεν διασκέφτηκε με τον συντάκτη τους. Η απόληψη αμοιβής για πειθαρχικώς ελεγχόμενη δικαστική ενέργεια δεν ανταποκρίνεται στη νομοθετική βούληση και δεν δικαιολογείται (ΟλΑΠ 9/2008, ΑΠ 2193/2014 ΤΝΠ Νόμος). Εν προκειμένω, και αληθούς υποτιθεμένου του ισχυρισμού της ενάγουσας ότι συντάκτης των εγγράφων υπομνημάτων ήταν ο αποβιώσας σύζυγός της, εφόσον δεν υπήρξε ολοκληρωμένη ενέργεια αυτού και, ειδικότερα, τόσο η διατύπωση του περιεχομένου των υπομνημάτων όσο και η υπογραφή τους από τον ίδιο, δεν διατηρούσε αυτός νόμιμη αξίωση σε βάρος της εναγομένης για καταβολή της προβλεπόμενης από τις διατάξεις του κώδικα περί δικηγόρων αμοιβής και, επομένως, τέτοια αξίωση δεν έχει ούτε η ενάγουσα. Πέραν τούτων, ο αποβιώσας δια της παραιτήσεώς του (την 31.12.2012) και της κατά τα άρθρα 29, 32 και 33 του Κώδικα Δικηγόρων διαγραφής του από το μητρώο του Δικηγορικού Συλλόγου και ασχέτως της έκδοσης του σχετικού β.δ/τος (το οποίο απλώς βεβαιώνει την αποβολή της δικηγορικής ιδιότητας αφότου επήλθε το γεγονός που την προκάλεσε) είχε απωλέσει το δικαίωμα προς άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος (άρθρο 27 ΚώδΔικηγ, βλ. και ΣτΕ 612/2015 σε ΤΝΠ Νόμος), επόμενα δε και το δικαίωμά του προς απόληψη αμοιβής για οποιαδήποτε (μετά την παραίτηση) εργασία του, εξώδικη ή δικαστική. Τέλος, η επιχειρούμενη να θεμελιωθεί στις διατάξεις περί του αδικαιολογήτου πλουτισμού δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής, η οποία στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζεται και η κύρια βάση, τυγχάνει απαράδεκτη και απορριπτέα για τον ακόλουθο λόγο.

Δευτέρα 16 Οκτωβρίου 2017

ΓνωμΝΣΚ 186/2017: Τρόπος αποδείξεως πληρεξουσιότητας δικηγόρων, που φέρονται ότι εκπροσωπούν υπηκόους τρίτων χωρών στις συναλλαγές τους με τη διοίκηση, όταν δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση


Το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους με την υπ’ αριθμ. 186/2017 γνωμοδότησή του έκρινε ότι οι αστυνομικές αρχές, όταν συναλλάσσονται με δικηγόρους οι οποίοι εκπροσωπούν υπηκόους τρίτων χωρών, κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας για τη μετανάστευση και δεν υφίσταται σχετική νομοθετική ρύθμιση, οφείλουν να ζητούν έγγραφη απόδειξη της πληρεξουσιότητας των εντολέων τους, κατ’ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 2, 9 παρ. 2 και 33 παρ. 5 του ν. 4251/2014 (πλειοψ).
Κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του τμήματος, οι αστυνομικές αρχές, όταν συναλλάσσονται με δικηγόρους οι οποίοι εκπροσωπούν υπηκόους τρίτων χωρών, οφείλουν να ζητούν έγγραφη απόδειξη της πληρεξουσιότητας των εντολέων τους.

Αντίθετα, κατά τη μειοψηφούσα γνώμη 7 μελών του Τμήματος οι αστυνομικές αρχές, όταν δεν υπάρχει ειδική νομοθετική πρόβλεψη του τρόπου απόδειξης της πληρεξουσιότητας, υποχρεούνται να συναλλάσσονται με τους δικηγόρους που εκπροσωπούν πολίτες τρίτων χωρών με την απλή επίδειξη της επαγγελματικής τους ταυτότητας.

Λόγω σπουδαιότητας, το ζήτημα παραπέμφθηκε ομοφώνως προς κρίση ενώπιον της Ολομέλειας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (άρθρο 6 παρ. 3 του ν. 3086/2002).

Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2016

Δεκτή η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων του ΔΣΛ – Σφράγιση των γραφείων εταιρίας ARMY SOLUTIONS


Δεκτή έγινε από το Ειρηνοδικείο Λάρισας η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων του ΔΣΛ κατά φυσικού και νομικού προσώπου που ασκούσαν παραδικηγορική δραστηριότητα. 
Ακολουθεί σε εικόνες το διατακτικό και σε pdf το πλήρες κείμενο της εν λόγω (υπ' αριθμ. 184/2016) απόφασης του Ειρηνοδικείου Λάρισας.

Δείτε την απόφαση
: εδώ

Πέμπτη 4 Αυγούστου 2016

Τι αλλάζει στον Κώδικα περί Δικηγόρων με τον Νόμο 4411/2016 (ΦΕΚ Α' 142/3-08-2016)

Τι αλλάζει στον Κώδικα περί Δικηγόρων με τον Νόμο 4411/2016 (ΦΕΚ Α' 142/3-08-2016)

Άρθρο εικοστό έκτο Τροποποιήσεις στο N. 4194/2013 (Α΄ 208) «Κώδικας Δικηγόρων» 

1. Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 30 του N. 4194/2013 (Α΄ 208), η φράση «με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου» αντικαθίσταται από τη φράση «με απόφαση της Επιτροπής Μητρώου».. 

2. Στην παρ. 3 του άρθρου 128 του N. 4194/2013 (Α΄ 208), προστίθεται δεύτερο εδάφιο ως εξής: «Στους συλλόγους που υπηρετούν Δικηγόροι, χρέη γραμματέα μπορεί να ασκεί και Δικηγόρος, υπάλληλος του Δικηγορικού Συλλόγου, που ορίζεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του». 

3. Το άρθρο 129 του N. 4194/2013 (Α΄ 208) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 129 Έργο Επιτροπών Μητρώου 1. Οι Επιτροπές ελέγχουν τα Μητρώα και τις δηλώσεις που υποβάλλονται ετησίως και αποφαίνονται για τη μη υποβολή, το αναληθές περιεχόμενο ή για το εκπρόθεσμο αυτών. Οι Επιτροπές αποφαίνονται και διαγράφουν από τα Μητρώα του οικείου συλλόγου τους δικηγόρους, που εμπίπτουν στους ορισμούς του προηγούμενου εδαφί- ου, από την αρχή του χρόνου της μη υποβολής ή της ανειλικρινούς υποβολής της δήλωσης, καθώς και όσους δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 7, από τη χρονική στιγμή που επήλθε το γεγονός που προκαλεί τη διαγραφή, ανεξάρτητα από την ημέρα έκδοσης της απόφασής της. 2. Οι Επιτροπές βρίσκονται σε απαρτία και συνεδριάζουν, εφόσον παρίστανται πέντε (5) τουλάχιστον μέλη και οι αποφάσεις λαμβάνονται με πλειοψηφία των παρόντων. 3. Στις Επιτροπές διαβιβάζονται όλοι οι φάκελοι των εγγεγραμμένων στο Μητρώο του συλλόγου μαζί με τις υποβληθείσες δηλώσεις μέχρι τη 10η Μαρτίου κάθε έτους και σε περίπτωση που η δήλωση κριθεί ειλικρινής, ενημερώνεται ο ατομικός φάκελος και σημειώνεται η χρονολογία λήψης της απόφασης και οι υπογραφές του προέδρου και του γραμματέα. Για την περίπτωση διαγραφής δικηγόρου λόγω εκπρόθεσμης υποβολής δήλωσης, η Επιτροπή οφείλει να καλέσει αυτόν πέντε (5) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συνεδρίαση με κλήση που υπογράφεται από τον Πρόεδρο. Η απόφαση για τη διαγραφή συντάσσεται εγγράφως, υπογράφεται από τον πρόεδρο και τον γραμματέα, πρέπει να είναι πλήρως αιτιολογημένη και να καταγράφεται η γνώμη της τυχόν μειοψηφίας. Η απόφαση διαγραφής καταχωρίζεται σε ιδιαίτερο βιβλίο που τηρείται στο Σύλλογο και κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο με επιμέλεια του Συλλόγου, τα δε σχετικά αποδεικτικά τηρούνται στο φάκελο. 

4. Κατά της απόφασης της πρωτοβάθμιας Επιτροπής επιτρέπεται η άσκηση έφεσης εντός μηνός από την κοινοποίηση της απόφασης με κατάθεση στη Γραμματεία του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου. Η έφεση καταχωρίζεται σε ιδιαίτερο βιβλίο και διαβιβάζεται με το σχετικό φάκελο στη δευτεροβάθμια Επιτροπή, η απόφαση της οποίας συντάσσεται εγγράφως και πρέπει να είναι πλή- ρως αιτιολογημένη. Η δευτεροβάθμια Επιτροπή με κλήση που υπογράφεται από τον Πρόεδρο υποχρεούται να καλέσει τον εκκαλούντα και επιδίδεται στον εκκαλούντα πέντε (5) ημέρες πριν από τη συνεδρίασή της. 

5. Οι Επιτροπές Μητρώου, πρώτου και δεύτερου βαθμού, δύνανται για κάθε υπόθεση να διορίζουν από τα μέλη τους εισηγητές, ασκούν δε όλες τις κατά τα άρθρα εξουσίες του Πειθαρχικού Συμβουλίου. Οι ψηφοφορίες, αν ζητηθεί από κάποιο μέλος, διεξάγονται μυστικά και η απόφαση πρέπει να εκδίδεται εντός ευλόγου χρόνου. 

6. Για τη διαδικασία ενώπιον των Επιτροπών τα έξοδα κλήσεων και οι σχετικές δαπάνες κοινοποιήσεων αποφάσεων επιβάλλονται στον ενδιαφερόμενο. Οι δε αποφάσεις και οι κλήσεις κοινοποιούνται με βάση τις αντίστοιχες διατάξεις της Ποινικής Δικονομίας. Αιτήσεις εξαίρεσης μελών των Επιτροπών υποβάλλονται στο Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου. Επίσης, το Διοικητικό Συμβούλιο δικαιούται να αντικαθιστά το μέλος των Επιτροπών που απουσιάζει αδικαιολόγητα για τρεις (3) συνεχείς συνεδριάσεις και μπορεί να διατάξει και την πειθαρχική του δίωξη. 

7. Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου κάθε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή, καθώς και κάθε νομικό πρόσωπο υποχρεούνται να παρέχουν στους Δικηγορικούς Συλλόγους οποιαδήποτε πληροφορία ή βεβαίωση σχετική με την υπηρεσιακή κατάσταση των δικηγόρων ή ασκουμένων που υπηρετούν σε αυτούς.