(Προδημοσίευση από τον υπό έκδοση τόμο προς τιμήν της ομότιμης Καθηγήτριας της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ Ελίζας Αλεξανδρίδου -ΝοΒ 2015.1431-1442.)
ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ
Ι. Εισαγωγή.
ΙΙ. Χαρακτηριστικά της
ανταγωγής και της ανταίτησης ασφαλιστικών μέτρων.
ΙΙΙ. Προϋποθέσεις παραδεκτής
άσκησης και συζήτησης της ανταίτησης.
α. Εκκρεμοδικία κύριας αίτησης, β. Δικαιοδοσία, γ. Καθ’ ύλην αρμοδιότητα, δ.
Διάδικοι, ε. Σύνθετες δίκες, στ. Διαδικαστικά ζητήματα και συναφείς
ρυθμίσεις.
IV. Οι συνέπειες της ανταίτησης.
Ι. Εισαγωγή.
1. Ο ΚΠολΔ δεν περιέχει διατάξεις για την
ανταίτηση στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, αλλά και γενικότερα η ρύθμιση
της δίκης των ασφαλιστικών μέτρων με τις διατάξεις των άρθρ. 686 -703 δεν είναι εξαντλητική. Συμπληρωματικά
έτσι καλούνται σε εφαρμογή οι συμβατές με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων
διατάξεις του ΚΠολΔ για την κύρια διαγνωστική δίκη, αφού διαγνωστική διαδικασία
της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας είναι και η ίδια η διαδικασία των ασφαλιστικών
μέτρων[1].
Βέβαια η δίκη των ασφαλιστικών μέτρων έχει διαφορετικό αντικείμενο από αυτό της
κύριας διαγνωστικής δίκης, στο πλαίσιο της οποίας γίνεται με την τακτική ή με
ειδική διαδικασία του τέταρτου βιβλίου του ΚΠολΔ διάγνωση του επίδικου
ουσιαστικού δικαιώματος, ενώ αντικείμενο της δίκης των ασφαλιστικών μέτρων
είναι η ύπαρξη ή η ανυπαρξία δικαιώματος του αιτούντος για παροχή προσωρινής
δικαστικής προστασίας με τα κατάλληλα ασφαλιστικά μέτρα, με τα οποία
διαπλάσσονται προσωρινά οι ουσιαστικές έννομες σχέσεις των διαδίκων, και μόνον
παρεμπιπτόντως πιθανολογείται η ύπαρξη ή η ανυπαρξία του ασφαλιστέου ουσιαστικού
δικαιώματος[2]. Όμως
η διαφορά ως προς το αντικείμενο της δίκης δεν αναιρεί το διαγνωστικό χαρακτήρα
της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων, η οποία χαρακτηρίζεται στο άρθρ. 682§1
ΚΠολΔ ως ειδική για να επισημανθεί ακριβώς η διαφορά αυτή, γι’ αυτό και κατά τα
λοιπά συμπληρώνεται από τις ρυθμίσεις των άρθρ. 1-590 ΚΠολΔ, έστω και αν δεν
υπάρχει εδώ διάταξη όμοια προς αυτή του άρθρ. 591§1 ΚΠολΔ (ΣχΠολΔ V 237)[3].
Επομένως οι βασικές ρυθμίσεις της ανταγωγής, που περιέχονται στα άρθρ. 34 και
268 ΚΠολΔ, εφαρμόζονται αναλόγως και στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων,
προκειμένου να ρυθμισθεί στη διαδικασία αυτή η άσκηση ανταίτησης[4] .
2. Η
αρχή της οικονομίας της δίκης και της δικαστικής ενέργειας, που επιτυγχάνεται
με τη συγκέντρωση των δικών με στόχο την καθολική επίλυση των διαφορών μεταξύ
των διαδίκων, αποτελεί το νομοθετικό λόγο καθιέρωσης της ανταγωγής[5]
και δικαιολογεί κατ’ επέκταση και την άσκηση ανταίτησης στη διαδικασία των
ασφαλιστικών μέτρων. Ωστόσο η άσκηση ανταγωγής και επομένως και ανταίτησης
αποτελεί κατά το άρθρ. 268§1 ΚΠολΔ απλή ευχέρεια και όχι υποχρέωση του
εναγομένου[6]
ή του καθ’ ου η αίτηση, αφού αναντίρρητο είναι ότι το σύστημα διάθεσης, που
ισχύει κατά το άρθρ. 106 ΚΠολΔ στην πολιτική δίκη, καταλαμβάνει και την
ανταγωγή[7],
άρα και την ανταίτηση[8],
που μάλιστα μπορούν να ασκηθούν και επικουρικά, δηλαδή υπό την αίρεση παραδοχής
ή απόρριψης της αγωγής ή της αίτησης (ενδοδιαδικαστική αίρεση)[9].
Ευνόητο είναι ότι η ανταγωγή ή η ανταίτηση μπορούν κατά το άρθρ. 219§1 ΚΠολΔ να
περιέχουν και επικουρικές βάσεις ή αιτήματα[10],
ενώ απαράδεκτες είναι αν εξαρτώνται από γεγονός άσχετο προς την εξέλιξη της
διαδικασίας (εξωδιαδικαστική αίρεση) ή
αν πρόκειται για επικουρική εναγωγή ως προς τα πρόσωπα[11].
3. Η
άσκηση της ανταγωγής οδηγεί στη συνεκδίκασή της με την εκκρεμή αγωγή, δηλαδή
κύριο αποτέλεσμα της ανταγωγής, ώστε να εξυπηρετείται ο σκοπός της, είναι η αυτοδίκαιη
συνεκδίκασή της με την αγωγή (effectus simultanei proccesus). Προκειμένου να είναι δυνατή η
συνεκδίκαση αυτή, ορίζει το άρθρ. 34 ΚΠολΔ ότι ανταγωγές μπορούν να εισαχθούν
στο δικαστήριο όπου εκκρεμεί η αγωγή, εφόσον υπάγονται στην καθ’ ύλην
αρμοδιότητα του ίδιου ή κατώτερου δικαστηρίου. Ισχύει έτσι η δωσιδικία της ανταγωγής (forum reconventionis) που συνιστά απόκλιση από τις
γενικές ρυθμίσεις της κατά τόπον, αλλά και της καθ’ ύλην αρμοδιότητας (effectus prorogationis). Μάλιστα η δωσιδικία αυτή
θεμελιώνεται ακόμη και αν η ανταγωγή υπάγεται ως κύρια αγωγή σε αποκλειστική
δωσιδικία[12]. Ωστόσο
η κοινή διαδικαστική εξέλιξη αγωγής και ανταγωγής δεν είναι δεδομένη, αφού μπορεί
να διακοπεί με απόφαση του δικαστηρίου στις περιπτώσεις, μεταξύ άλλων, των
άρθρ. 222§2, 272§3 και 308§2 ΚΠολΔ ή αν το δικαστήριο διατάξει κατά το άρθρ.
247§2 ΚΠολΔ τη χωριστή συζήτηση αγωγής και ανταγωγής. Αντίθετα οι διάδικοι δεν
δικαιούνται να επισπεύσουν τη συζήτηση είτε μόνον της αγωγής είτε μόνον της
ανταγωγής και μόνον έμμεσα μπορούν να διακόψουν την κοινή διαδικαστική τους
πορεία, παραιτούμενοι από την αγωγή ή την ανταγωγή[13].
Ανάλογα ισχύουν και ως προς την ανταίτηση στη διαδικασία των ασφαλιστικών
μέτρων[14].
ΙΙ. Χαρακτηριστικά της
ανταγωγής και της ανταίτησης ασφαλιστικών μέτρων.
4. Η
ανταγωγή έχει αυτοτέλεια έναντι της αγωγής[15],
αφού μ’ αυτή εισάγεται για να συνεκδικασθεί με την εκκρεμή αγωγή ξεχωριστή
αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας του εναγομένου κατά του ενάγοντος, το
αντικείμενο της οποίας δεν είναι αναγκαίο να είναι συναφές με τις αγωγικές
αξιώσεις, δηλαδή η συνάφεια δεν αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της ανταγωγής[16].
Κατά την έννοια αυτή η ανταγωγή δεν έχει εξ ορισμού παρεπόμενο (παρακολουθηματικό)
χαρακτήρα έναντι της αγωγής[17],
τουλάχιστον όταν δεν είναι ως προς το αντικείμενο συναφής μ’ αυτή ή δεν
ασκήθηκε επικουρικά και ούτε αποτελεί απλό μέσο υπεράσπισης κατά της αγωγής,
όπως αντίθετα είναι η αρνητική απάντηση
ή οι ενστάσεις κατ’ αυτής. Δηλαδή δεν συγκαταλέγεται στα μέσα επίθεσης ή άμυνας
κατά την έννοια του υπό
κατάργηση ήδη με το ν. 4335/2015 άρθρ. 269 ΚΠολΔ, που στόχο έχουν με τη
μορφή πραγματικών ισχυρισμών μόνον να ματαιώσουν την παροχή έννομης προστασίας
στον αντίδικο, αλλά αποτελεί μέσο αντεπίθεσης (αντιπερισπασμού), με τη μορφή
αυτοτελούς (αυθύπαρκτης) αγωγής, η οποία, ωστόσο, ενδέχεται να λειτουργεί και ως μέσο άμυνας
κατά της αγωγής, αν είναι συναφής προς αυτή[18].
Με τη μορφή αυτή η ανταγωγή
χαρακτηρίζεται ως ιδιόρρυθμη παρεμπίπτουσα αγωγή, στην οποία δεν ισχύει πάντως η
ρύθμιση του άρθρ. 283§2 ΚΠολΔ, αφού αποκλείεται από τις αντίθετες ρυθμίσεις του
άρθρ. 268§4 ΚΠολΔ[19]
και ήδη υπό την ισχύ του
ν. 4335/2015 του άρθρ. 238§1 ΚΠολΔ.
5. Όμοια
με τα χαρακτηριστικά της ανταγωγής είναι και τα βασικά χαρακτηριστικά της ανταίτησης
που ασκείται στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, δηλαδή έχει και αυτή
αυτοτέλεια έναντι της κύριας αίτησης ασφαλιστικών μέτρων υπό την έννοια ότι σε
κοινή μ’ αυτή διαδικασία εισάγονται για να κριθούν, με την αυτή κατ’ αρχήν
απόφαση, ξεχωριστά αιτήματα παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας για το
αυτό ή διαφορετικά ασφαλιστέα δικαιώματα ή γενικότερα έννομες σχέσεις, αφού και
η ανταίτηση δεν είναι αναγκαίο να είναι συναφής με την κύρια αίτηση, αλλά μπορεί
να αφορά και διαφορετικό ασφαλιστέο δικαίωμα από το δικαίωμα της κύριας αίτησης
ή άλλο ασφαλιστικό μέτρο[20].
Με τη μορφή αυτή η ανταίτηση αποτελεί πρωταρχικά μέσο αντεπίθεσης ή και άμυνας
κατά της αίτησης, αν είναι συναφής προς αυτή.
