Τετάρτη 6 Ιουλίου 2022

Ψηφιακός χρηματοοικονομικός τομέας: Επίτευξη συμφωνίας για τον ευρωπαϊκό κανονισμό για τα κρυπτοστοιχεία (MiCA)

 


Η ΕΕ εντάσσει για πρώτη φορά τα κρυπτοστοιχεία καθώς και τους εκδότες και τους παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων σε κανονιστικό πλαίσιο.

Η Προεδρία του Συμβουλίου και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατέληξαν σε προσωρινή συμφωνία σχετικά με την πρόταση για τις αγορές κρυπτοστοιχείων (MiCA), η οποία καλύπτει τους εκδότες μη εξασφαλισμένων κρυπτοστοιχείων, τα αποκαλούμενα «σταθερά κρυπτονομίσματα» καθώς και τους τόπους διαπραγμάτευσης και τα πορτοφόλια όπου τηρούνται τα κρυπτοστοιχεία. Το εν λόγω κανονιστικό πλαίσιο θα προστατεύει τους επενδυτές και θα διαφυλάσσει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, επιτρέποντας παράλληλα την καινοτομία και ενισχύοντας την ελκυστικότητα του τομέα των κρυπτοστοιχείων. Αυτό θα καταστήσει το πεδίο στην Ευρωπαϊκή Ένωση πιο ξεκάθαρο, καθώς ορισμένα κράτη μέλη διαθέτουν ήδη εθνική νομοθεσία για τα κρυπτοστοιχεία, αλλά μέχρι στιγμής δεν υπήρχε ειδικό κανονιστικό πλαίσιο σε επίπεδο ΕΕ.

Οι πρόσφατες εξελίξεις σε αυτόν τον ταχέως εξελισσόμενο τομέα επιβεβαίωσαν την επείγουσα ανάγκη για έναν κανονισμό σε επίπεδο ΕΕ. Ο κανονισμός MiCA θα προσφέρει μεγαλύτερη προστασία στους Ευρωπαίους που έχουν επενδύσει σε αυτά τα περιουσιακά στοιχεία και θα αποτρέπει την κατάχρηση κρυπτοστοιχείων, ενώ παράλληλα θα είναι φιλικός προς την καινοτομία, ώστε να διατηρείται η ελκυστικότητας της ΕΕ. Ο εν λόγω κανονισμός-ορόσημο θα βάλει τέλος στην «άγρια Δύση» των κρυπτοστοιχείων και επιβεβαιώνει τον ρόλο της ΕΕ ως φορέα καθορισμού προτύπων σε ψηφιακά θέματα.


Ρύθμιση των κινδύνων που σχετίζονται με τα κρυπτοστοιχεία

Ο κανονισμός MiCA θα προστατεύει τους καταναλωτές από ορισμένους από τους κινδύνους που συνδέονται με τις επενδύσεις σε κρυπτοστοιχεία και θα τους βοηθά να αποφεύγουν δόλιες ενέργειες. Προς το παρόν οι καταναλωτές διαθέτουν πολύ περιορισμένα δικαιώματα προστασίας ή επανόρθωσης, ιδίως εάν οι συναλλαγές πραγματοποιούνται εκτός της ΕΕ. Με βάση τους νέους κανόνες, οι πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων θα υποχρεούνται να τηρούν αυξημένες απαιτήσεις για την προστασία των πορτοφολιών των καταναλωτών και θα ευθύνονται σε περίπτωση απώλειας των κρυπτοστοιχείων των επενδυτών. Ο κανονισμός MiCA θα καλύπτει επίσης κάθε είδους κατάχρηση της αγοράς που σχετίζεται με κάθε είδος συναλλαγής ή υπηρεσίας, ιδίως όσον αφορά τη χειραγώγηση της αγοράς και την κατάχρηση προνομιακών πληροφοριών.

Οι παράγοντες της αγοράς κρυπτοστοιχείων θα πρέπει να δηλώνουν πληροφορίες σχετικά με το περιβαλλοντικό και κλιματικό τουςαποτύπωμα. Η Ευρωπαϊκή Αρχή Kινητών Aξιών και Αγορών (ESMA) θα καταρτίσει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων σχετικά με το περιεχόμενο, τις μεθοδολογίες και την παρουσίαση των πληροφοριών που αφορούν τις κύριες δυσμενείς περιβαλλοντικές και κλιματικές επιπτώσεις. Εντός δύο ετών, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα πρέπει να υποβάλει έκθεση σχετικά με τον περιβαλλοντικό αντίκτυπο των κρυπτοστοιχείων και τη θέσπιση υποχρεωτικών ελάχιστων προτύπων βιωσιμότητας για μηχανισμούς συναίνεσης, συμπεριλαμβανομένης της απόδειξης εργασίας (proof-of-work).

Για να αποφευχθούν τυχόν επικαλύψεις με την επικαιροποιημένη νομοθεσία για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (AML), η οποία θα καλύπτει πλέον και τα κρυπτοστοιχεία, ο κανονισμός MiCA δεν επαναλαμβάνει τις διατάξεις για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, όπως ορίζονται στους εσχάτως επικαιροποιημένους κανόνες για τη μεταφορά χρηματικών ποσών που συμφωνήθηκαν στις 29 Ιουνίου. Ωστόσο, στον κανονισμό MiCA τίθεται η απαίτηση η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ) να επιφορτιστεί με την τήρηση δημόσιου μητρώου μη συμμορφούμενων παρόχων υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων. Οι πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων των οποίων η μητρική εταιρεία είναι εγκατεστημένη σε χώρες που περιλαμβάνονται στον ενωσιακό κατάλογο τρίτων χωρών που θεωρούνται υψηλού κινδύνου όσον αφορά τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, καθώς και στον ενωσιακό κατάλογο μη συνεργάσιμων περιοχών φορολογικής δικαιοδοσίας, θα υποχρεούνται να εφαρμόζουν ενισχυμένους ελέγχους σύμφωνα με το πλαίσιο της ΕΕ για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Αυξημένες απαιτήσεις μπορούν επίσης να εφαρμόζονται στους μετόχους και στη διοίκηση των CASPs, ιδίως όσον αφορά τον εντοπισμό τους.

Ένα ισχυρό πλαίσιο που θα εφαρμόζεται στα λεγόμενα «σταθερά κρυπτονομίσματα» για την προστασία των καταναλωτών

Τα πρόσφατα γεγονότα στις αποκαλούμενες αγορές «σταθερών κρυπτονομισμάτων» κατέδειξαν εκ νέου τους κινδύνους που διατρέχουν οι κάτοχοι ελλείψει ρύθμισης καθώς και τις επιπτώσεις τους σε άλλα κρυπτοστοιχεία.

Πράγματι, ο κανονισμός MiCA θα προστατεύσει τους καταναλωτές ζητώντας από τους εκδότες σταθερών κρυπτονομισμάτων να δημιουργούν επαρκώς ρευστοποιήσιμο αποθεματικό, με αναλογία 1/1 και εν μέρει με τη μορφή καταθέσεων. Σε κάθε κάτοχο του αποκαλούμενου «σταθερού κρυπτονομίσματος» θα προσφέρεται από τον εκδότη απαίτηση ανά πάσα στιγμή και δωρεάν, ενώ οι κανόνες που διέπουν τη λειτουργία του αποθεματικού θα παρέχουν επίσης επαρκή ελάχιστη ρευστότητα. Επιπλέον, όλα τα αποκαλούμενα «σταθερά κρυπτονομίσματα» θα εποπτεύονται από την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ), με την παρουσία του εκδότη στην ΕΕ να αποτελεί προϋπόθεση για οποιαδήποτε έκδοση.

Η ανάπτυξη ψηφιακών κερμάτων με εγγύηση περιουσιακών στοιχείων (ART) με βάση μη ευρωπαϊκό νόμισμα, ως ευρέως χρησιμοποιούμενου μέσου πληρωμής, θα περιοριστεί στη διατήρηση της νομισματικής μας κυριαρχίας. Οι εκδότες ψηφιακών κερμάτων με εγγύηση περιουσιακών στοιχείων θα πρέπει να έχουν καταστατική έδρα στην ΕΕ, ώστε να διασφαλίζεται η κατάλληλη εποπτεία και παρακολούθηση των δημόσιων προσφορών ψηφιακών κερμάτων με εγγύηση περιουσιακών στοιχείων.

Το πλαίσιο αυτό θα παράσχει την αναμενόμενη ασφάλεια δικαίου και θα επιτρέψει την άνθηση της καινοτομίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Κανόνες σε επίπεδο ΕΕ για τους παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων και για τα διάφορα κρυπτοστοιχεία

Σύμφωνα με την προσωρινή συμφωνία που επιτεύχθηκε σήμερα, οι πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων (CASP)θα χρειάζονται άδεια για να δραστηριοποιούνται εντός της ΕΕ. Οι εθνικές αρχές θα υποχρεούνται να εκδίδουν άδειες εντός προθεσμίας τριών μηνών. Όσον αφορά τους μεγαλύτερους παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων, οι εθνικές αρχές θα διαβιβάζουν τακτικά σχετικές πληροφορίες στην Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (ESMA).

Πέμπτη 30 Ιουνίου 2022

ΕφΑθ 387/22 : ΙΑΤΡΟΙ - ΣΥΜΒΑΣΗ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ - ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΑΠΟ ΕΞΑΡΤΗΜΕΝΗ ΕΡΓΑΣΙΑ - ΑΓΩΓΗ. ΕΠΑΝΑΦΟΡΑ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ. Διαφορά από συμβάσεις ορισμένου χρόνου που η ενάγουσα οδοντίατρος συνήψε με το εναγόμενο ΝΠΙΔ προκειμένου να παράσχει τις υπηρεσίες της στους ασφαλισμένους του




ΕφΑθ 387/22 : ΙΑΤΡΟΙ - ΣΥΜΒΑΣΗ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ - ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΑΠΟ ΕΞΑΡΤΗΜΕΝΗ ΕΡΓΑΣΙΑ - ΑΓΩΓΗ. ΕΠΑΝΑΦΟΡΑ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ. Διαφορά από συμβάσεις ορισμένου χρόνου που η ενάγουσα οδοντίατρος συνήψε με το εναγόμενο ΝΠΙΔ προκειμένου να παράσχει τις υπηρεσίες της στους ασφαλισμένους του - Αγωγή με αίτημα να αναγνωριστεί ότι συνδεόταν με το εναγόμενο  με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και να της καταβληθούν δεδουλευμένες αποδοχές από επιδόματα εορτών, αδείας και ασφαλιστικές εισφορές. Αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα δεν υπέκειτο σε νομική και προσωπική εξάρτηση από το εναγόμενο ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας της - Επίσης, η ενάγουσα δεχόταν στο ιατρείο της και τρίτα πρόσωπα, πέραν των ασφαλισμένων του εναγομένου, ενώ παρείχε τις υπηρεσίες της στο χώρο των ιατρείων του εναγομένου. Συνεπώς, οι ένδικες συμβάσεις έχουν το χαρακτήρα ανεξαρτήτων υπηρεσιών. Δεκτή η αίτηση του εναγομένου περί επαναφοράς της προτέρας κατάστασης. Απορρίπτει την αγωγή. Δεκτή η έφεση.


ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ 3ο

ΑΠΟΦΑΣΗ 387/2022

 

Συγκροτήθηκε από τον Δικαστή Παύλο Μαυρομάτη, Εφέτη, ο οποίος ορίσθηκε με διοικητική Πράξη του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Αθηνών.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 16η Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του δικαστικού υπαλλήλου Μαρίνου Κλουβάτου, γραμματέως, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του εκκαλούντος εναγομένου: Νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία “Ενιαίος Δημοσιογραφικός Οργανισμός Επικουρικής Ασφαλίσεως και Περιθάλψεως” (....), που εδρεύει στην Αθήνα (οδ. Γ. ..., αρ. .... & ....), και εκπροσωπείται νομίμως, το οποίο εκπροσώπησαν στο Δικαστήριο οι πληρεξούσιοι δικηγόροι του Ιωάννης Γ. Σπυριδαντωνάκης (Α.Μ. Δ.Σ.....) και Αρετή Στ. Βλαστού (Α.Μ. ....), δια της από 15/01/21 κοινής δηλώσεώς τους κατ’ άρθ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, οι οποίοι κατέθεσαν τα υπ’ αριθ. ..../12-11-21 και .../11 -11-21 γραμμάτια προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δ.Σ. Αθηνών αντιστοίχως.

Της εφεσίβλητης ενάγουσας: ...., την οποία εκπροσώπησε στο Δικαστήριο η πληρεξούσια δικηγόρος της Γεωργία Νεοφύτου (A.Μ. ....). δια της από 10/11/21 δηλώσεις της κατ' άρθ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. η οποία κατέθεσε τα υπ' αριθ. .... γραμμάτια προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δ.Σ. Αθηνών.

Η ένδικη διαφορά άρχισε, με την από 19/04/19 και με αριθ. κατ. ..../..../22-04-19 αγωγή αναγνώρισης της συνδέουσας τα διάδικα μέρη σχέσεως ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, και καταβολής οφειλομένων μισθολογικών αποδοχών από την ως άνω σύμβαση την οποία άσκησε η ενάγουσα, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και ζήτησε να γίνει αυτή δεκτή. Η συζήτηση της αγωγής ορίσθηκε να γίνει την 23/09/19 με αριθ. πιν. .... και κατόπιν αναβολής την 07/02/20 με αριθ. πιν. ..... Συζητηθείσης της αγωγής αντιμωλία των διαδίκων κατά την τελευταία ημερομηνία, εκδόθηκε η υπ΄ αριθ. 1472/30-09-20 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως και ουσία βάσιμη και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 20070,36 €, νομιμοτόκως κατά τα στο διατακτικό της.

Το εκκαλούν εναγόμενο με την από 19/04/21 έφεσή του (αριθ. εκθ. κατάθ. .../.../19-04-21), η οποία έλαβε αριθ. κατ. πράξεως προσδιορισμού δικασίμου .../21-04-21 στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, και προσδιορίσθηκε για να εκδικασθεί στην επί της αρχής της παρούσας αναφερομένη ημερομηνία με αριθ. πιν. ...., ζήτησε την εξαφάνιση της προσβαλλομένης και την καθολική απόρριψη της αγωγής της αντιδίκου του.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου (21) και συζητήθηκε, παρισταμένων των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων κατά τα ως άνω, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

I. Η κρινόμενη, από 19/04/21 (αριθ. εκθ. κατ. .../.../19-04-21), έφεση του πρωτοδίκως εν μέρει ηττηθέντος εναγομένου και ήδη εκκαλούντος κατά της εν μέρει νικήσασας ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης. και της υπ’ αριθ. 1472/30-09-20 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών έργατικών διαφορών (άρθ. 591. 614 αριθ. 3 ΚΠολΔ), αρμοδίως καθ' ύλην (άρθ. 19 ΚΠολΔ) και κατά τόπο φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίουέχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως. εντός της 30ήμερης προθεσμίας [άρθ. 1α', 3 παρ. 1. 19 όπως αντικ. με το άρθ. 4 παρ. 2 Ν. 3994/2011 (ΦΕΚ A 165/25-7-2011), 495 παρ. 1 & 2, 496, 499. 511.513 παρ. 1β', 516 παρ. 1, 517. 518 παρ. 1, 520 παρ. 1, 522, 500 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως αυτά ισχύουν μετά την τροποποίηση ή την αντικατάστασή τους, κατά περίπτωση, με το άρθ. 1 Ν. 4335/2015], δεδομένου ότι πιστό αντίγραφο της εκκαλουμένης επιδόθηκε στο εναγόμενο εκκαλούν με επιμέλεια της ενάγουσας εφεσίβλητης την 14/10/20, όπως τούτο προκύπτει από την υπ’ αριθ. Β.... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών ....., και το πρωτότυπο του δικογράφου της εφέσεως κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 19/04/21 (σχ. υπ’ αριθ. .../.../19-04-21 έκθεση κατάθεσης δικογράφου εφέσεως της γραμματέα στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών), ο δε ενδιάμεσος χρόνος δεν υπολογίζεται στην 30ήμερη προθεσμία λόγω της αναστολής των προθεσμιών άσκησης ενδίκων μέσων. Ειδικότερα ο χρόνος που διέδραμε από την ημερομηνία επιδόσεως της εκκαλουμένης στο εναγόμενο (14/10/20) έως την 07/11/20, ημερομηνία κατά την οποία τελούσε σε αναστολή ο χρόνος των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών λόγω των ληφθέντων μέτρων για την προστασία της δημόσιας υγείας από τις συνεχιζόμενες συνέπειες της πανδημίας του κορωνοϊού Covid-19, ανέρχεται σε 23 ημερολογιακές ημέρες. Η ως άνω αναστολή διήρκεσε έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων, ήτοι την 05/04/21 (λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ. 18877/26.03.21 ΚΥΑ). Με την παρέλευση άλλων επτά (07) ημερών (05/04/21 + 07 ημ.), ήτοι την 12/04/21, συμπληρώθηκε η εκ του άρθ. 518 παρ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενη 30ήμερη προθεσμία άσκησης της εφέσεως, αφού είχε λάβει χώρα επίδοση της εκκαλουμένης κατά τα ως άνω. Όμως κατ’ άρθ. 83 §1 περ. α' εδ. τελ. Ν. 4790/2021, όπως ερμηνεύθηκε με το άρθ. 25 Ν. 4792/2021 “οι προθεσμίες που ανεστάλησαν , δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους”. Συνεπώς η προθεσμία άσκησης της έφεσης ολοκληρώνεται, δυνάμει της ως άνω ειδικής διατάξεως, την 22/04/21 (12/04/21 + 10 ημ.). Επομένως, πρέπει η έφεση να γίνει τυπικώς δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια διαδικασία που εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση και εντός των ορίων των λόγων της (αρθ. 522 §1 και 533 ΚΠολΔ). από το Δικαστήριο (άρθ. 19 ΚΠολΔ). δεδομένου ότι για το παραδεκτό αυτής, αφενός δεν απαιτείται η καταβολή παράβολου. λόγω του ότι πρόκειται για εργατική διαφορά (άρθ. 495 §4 εδ. τελευταίο. Ν. 4335/2015). αφετέρου έχουν κατατεθεί από τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων τα παράβολα προκαταβολής εισφοριόν και ενσήμων (άρθ. 61 παρ. 1 και 4 Ν. 4194/2013). ως αυτά αναφέρονται παραπάνω στα εισαγωγικά της παρούσας.

II. Με την από 19/04/19 και με αριθ. κατ. ..../..../22-04-19 αγωγή της προς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη ισχυρίσθηκε ότι τυγχάνει οδοντίατρος στο επάγγελμα με την ειδικότητα της ειδικής ορθοδοντικού. Ότι με την ιδιότητά της αυτή συμβλήθηκε με το εναγόμενο νομικό πρόσωπο την 11/03/16 με σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών ορισμένου χρόνου προκειμένου να παράσχει τις υπηρεσίες της στους ασφαλισμένους του έναντι ημερομισθίου ποσού 92,00 €. Ότι μετά την λήξη της ως άνω συμβάσεως την 31/12/16, ακολούθησαν άλλες όμοιες συμβάσεις ορισμένου χρόνου κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα σε αυτήν για κάθε σύμβαση χρονικά διαστήματα, έως την 30/06/19. Ότι απασχολήθηκε συνεχόμενα στο εναγόμενο έως την 08/02/19, οπότε αποχώρησε οικειοθελώς, κατόπιν της από 21/01/19 σχετικής δήλωσής της. Ότι καθ' όλο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα που συνεργάσθηκε με το εναγόμενο κάλυπτε πάγιες και τακτικές ανάγκες του και ότι στην πραγματικότητα η σχέση που την συνέδεε με αυτό ήταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ότι λόγω αυτού του είδους απασχολήσεώς της το εναγόμενο της οφείλει επιδόματα Χριστουγέννων, Πάσχα, αδείας των ετών 2016-2019, καθώς και ασφαλιστικές εισφορές του ιδίου χρονικού διαστήματος, συνολικού ποσού ύψους 22.328,05 €, όπως αναλυτικώς εξειδικεύονται για κάθε αιτία σε αυτήν. Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι κατά το χρονικό διάστημα από 15/03/16 έως 08/02/19 συνδεόταν με το εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ. με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, να υποχρεωθεί αυτό να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 22.328,05 € για δεδουλευμένες αποδοχές που αναλύονται σε επιδόματα εορτών Πάσχα, Χριστουγέννων, αδείας και ασφαλιστικές εισφορές των ετών 2016-2019, νομιμοτόκως από τότε που κάθε αξίωσή της κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής, να κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή η εκδοθησομένη απόφαση και να καταδικασθεί αυτό στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης.

III. Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε από το παραπάνω Δικαστήριο, αντιμωλία των διαδίκων. κατά την ως άνω ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθ. 591 παρ. 1. 614 αριθ. 3, και 621 επ. ΚΠολΔ). η εκκαλουμένη απόφαση (υπ΄ αριθ. 1472/30-09-20 ΜΠρΑΘ). Αυτή αφού έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, ως ευρίσκουσα έρεισμα στις διατάξεις των άρθ. 281, 340. 341, 345, 346 εδ. α', 648 επ. ΑΚ, 8 παρ. 3 Ν. 2112/1920, 5 παρ. 3 Π.Δ. 81/2003, 1 επ. YA 19040/1981, 2 παρ. 1 ΑΝ 539/1945, 3 Ν. 4504/1966, 38 παρ. 3 στοιχ. β’ και 41 παρ. 1 Ν. 4387/2016, 68, 70, 218, 219, 106, 176, 191 παρ. 2, 907 και 908 ΚΠολΔ, και απέρριψε την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας (άρθ. 281 ΑΚ), που υπέβαλε το εναγόμενο, ως μη νόμιμη, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε ως εν μέρει ουσία βάσιμη την αγωγή, και αναγνώρισε ότι η σύμβαση που συνέδεε τα διάδικα μέρη ήταν εκείνη της εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και υποχρέωσε αυτό να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 20.070,36 €, νομιμοτόκως κατά τις διακρίσεις που αναφέρονται στο σκεπτικό της, κήρυξε την απόφαση προσωρινός εκτελεστή κατά το ποσό των 10000,00 € και επέβαλε μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας σε βάρος του εναγομένου.

IV. Οι παραδοχές αυτές του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προκάλεσαν τα με τους λόγους της έφεσης εισαγόμενα παράπονα του εναγομένου εκκαλούντος, οι οποίοι στο σύνολό τους εκτιμώμενοι, συνιστούν αιτιάσεις για ψευδή ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, αλλά και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, έτσι ώστε να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη κατά τα κεφάλαια, που έγινε δεκτή η αγωγή και να απορριφθεί αυτή και κατά τα υπόλοιπα, και να καταδικασθεί η αντίδικός του στα δικαστικά του έξοδα και των δυο βαθμών δικαιοδοσίας.

V. Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 Ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη. Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση, μάλιστα, του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του. ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξάρτησης, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να Θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη. Εξάλλου, η σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του. χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και στην εποπτεία του εργοδότη ή να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του. Και στη σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση, που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι' αυτό ακριβώς, η συμμόρφωση του εργαζομένου προς τους όρους της σύμβασής του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας, δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη, με την προεκτεθείσα έννοια. Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντίστοιχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία όμως δεν εξαρτάται μόνον από τα στοιχεία αυτά. Διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από ανεξάρτητη, δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σε αυτή εργαζόμενο, συνέπειες, που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο. Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των εν γένει συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και τιη φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για τη διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (ΟλΑΠ 28/2005 ΔΕΕ 2005.845, ΑΠ 412/2010 ΗλΤρΝομΠλ ΔΣΑ. ΑΠ 1432/2018 ΗλΤρΝομΠλ ‘’Νόμος”, ΑΠ 884/2017 ΔΕΝ 2018.279). Περαιτέρω, ο χαρακτήρας της εργασίας ως εξαρτημένης ή όχι, δεν επηρεάζεται από τον τρόπο προσδιορισμού ή καταβολής της αμοιβής του εργαζομένου, ούτε μόνο από άλλα δευτερεύοντα στοιχεία, όπως η έκδοση δελτίων παροχής υπηρεσιών. η ασφάλιση στο ΙΚΑ ή η παράλειψη του εργοδότη να τον ασφαλίσει στο ΙΚΑ και η χορήγηση σ' αυτόν βεβαιώσεων μισθωτών υπηρεσιών (ΑΠ 602/2017 ΗλΤρΝομΠλ ΔΣΑ). Ακόμη, ο χαρακτηρισμός μίας σύμβασης ως παροχής υπηρεσιών ή εργασίας ανήκει στο Δικαστήριο, το οποίο δεν δεσμεύεται από τον χαρακτηρισμό που έχουν προσδώσει σε αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη. Το Δικαστήριο για να κρίνει αν η επίμαχη σύμβαση είναι εργασίας, έργου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών. Θα λάβει υπόψη του το όλο περιεχόμενο της και θα το ερμηνεύσει, όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, καθώς επίσης και τις περιστάσεις, υπό τις οποίες έχει συναφθεί η σύμβαση (ΑΠ 694/2014 ΗλΤρΝομΠλ ΔΣΑ, ΜΕφΘεσ 1397/2016 Αρμ 2017.95).

VI. Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρος ανταπόδειξης ...., που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απομαγνητοφωνημένα πρακτικά, από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν, ενώπιον του πρωτοβάθμιου, αλλά και του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, έστω και για πρώτη φορά (αρθ. 529 παρ.1α' ΚΠολΔ), ακόμη και αν δεν πληρούν όλα τους όρους του νόμου (άρθ. 614 αριθ. 3, και 621 επ., 340 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (αρθ. 395, 591 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς όμως η ρητή αναφορά ορισμένων εκ των ανωτέρω εγγράφων να προσδίδει σ’ αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς (ΑΠ 262/2020 ΗλΤρΝομΠλ ΔΣΑ, ΑΠ 1164/2019 ΗλΤρΝομΠλ ΔΣΑ, ΑΠ 1045/2017 ΗλΤρΝομΠλ ΔΣΑ), καθώς και από την υπ' αριθ. .... ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος ....., ενώπιον της συμβολαιογράφου ....., που επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα, η οποία συντάχθηκε μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου της κατ' αρθ. 422 παρ. 1 ΚΠολΔ (σχ. υπ' αριθ. ..../13-09-19 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών .....), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα είναι απόφοιτος της Οδοντιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ. Μετά την αποπεράτωση των σπουδών της κατά το έτος 2006, ασκεί το επάγγελμα της οδοντιάτρου και προς τούτο διατηρεί ιδιωτικό ιατρείο στην περιοχή των ΙΚΑ Αθηνών. Παράλληλα κατά την διετία 2006-2008 προσέφερε τις υπηρεσίες της ως Γενικός Οδοντίατρος στον Οργανισμό Ασφάλισης Προσωπικού .... Κατά το χρονικό διάστημα 2008-2011 φοίτησε στο Πανεπιστήμιο ... ..., από το οποίο έλαβε δια σχετικού τίτλου την ειδικότητα της ορθοδοντικής. Μετά το πέρας των τελευταίων σπουδών της επανήλθε στην Ελλάδα και από το έτος 2012 ασκεί το ως άνω επάγγελμα με την ως άνω ειδικότητα. Το εναγόμενο, υπό την επωνυμία ’Ενιαίος Δημοσιογραφικός Οργανισμός Επικουρικής Ασφαλίσεως και Περιθάλψεως”. αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, και ιδρύθηκε με τον Α.Ν. 248/1967 (ΦΕΚ Α' 243). Διέπεται από τις διατάξεις του νόμου αυτού, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, και από το καταστατικό του, ως εγκρίθηκε με την υπ' αριθ. Φ20155/269δ4/Δ16.673/11-05-1 8 υπουργική απόφαση (ΦΕΚ Β' 1689/15.05.18) και των περί αλληλοβοηθητικών Σωματείων διατάξεων, υπάγεται δε στην εποπτεία του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης. Σκοπός του εναγομένου μεταξύ των άλλων, που δεν εμφανίζουν εν προκειμένω νομικό ενδιαφέρον, είναι και η παροχή ιατροφαρμακευτικής και νοσοκομειακής περίθαλψης στα δικαιούμενα από τις διατάξεις των ως άνω νομοθετημάτων, ασφαλιζόμενα πρόσωπα μέλη και στα προστατευόμενα από αυτούς μέλη των οικογενειών τους. Για την εξυπηρέτηση των ασφαλισμένων του το εναγόμενο διατηρεί ιατρεία στη ..., και στην ... επί της οδού Γ. ..., αρ. .... & .... Στα πλαίσια του ανωτέρω σκοπού του στις αρχές του έτους 2014, το εναγόμενο δημοσίευσε πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για συνεργασία με οδοντιάτρους. Η ενάγουσα, που είχε ήδη προηγούμενη εμπειρία συνεργασίας, και με επιπλέον επιστημονικά προσόντα (πτυχίο ειδικότητας Ορθοδοντικής), κατά τα, υπέβαλε την υπ’ αριθ. πρωτ. .... αίτησή της προς το Διοικητικό του Συμβούλιο, η οποία μεταξύ των πολλών άλλων που είχαν υποβληθεί, έγινε δεκτή. Έτσι τα διάδικα μέρη, η ενάγουσα και το εναγόμενο δια του νομίμου του εκπροσώπου..., κατήρτισαν το από 07/07/14 ’’ιδιωτικό συμφωνητικό συνεργασίας αορίστου χρόνου” με τους παρακάτω ειδικότερους όρους και συμφωνίες που εμφανίζουν νομικό ενδιαφέρον εν προκειμένω: 1) Η συνεργασία αυτή ή άλλως η παροχή ανεξάρτητων υπηρεσιών συμφωνείται για αόριστο χρονικό διάστημα, αρχόμενη ... 2) Ειδικότερα, για τη διευκόλυνση και την καλύτερη εξυπηρέτηση αμφότερων των συμβαλλόμενων μερών, συμφωνείται ότι λόγω της υφιστάμενης υλικοτεχνικής υποδομής στα οδοντιατρεία του Οργανισμού, αντικειμενικά πρόσφορος τόπος παροχής των υπηρεσιών του αφετέρου συμβαλλόμενου προς τους ασφαλισμένους του .... είναι τα ιατρεία του Τ.Υ.ΠΕ του Οργανισμού, στην έδρα του Οργανισμού στην Αθήνα. Το χρονικό πλαίσιο των ως άνω ιατρικών υπηρεσιών της αφετέρου συμβαλλόμενης, που ενδεικτικά ανάγεται σε πεντάωρη ημερήσια παροχή υπηρεσιών, με δυνατότητα αυξομείωσης ανάλογα με τις ανάγκες του Οργανισμού, Θα καθορίζεται από κοινού με τον Αρχίατρο του Οργανισμού η το νόμιμο αναπληρωτή του, με δυνατότητα από κοινού και πάλι, τροποποίησής του, με πρωταρχικό γνώμονα τις ανάγκες των οδοντιατρικών υπηρεσιών του Οργανισμού 3).., 4) Η αμοιβή της δευτέρας των συμβαλλομένων για την παροχή των επιστημονικών της υπηρεσιών που απορρέουν από τη συνεργασία αυτή, συμφωνείται ότι Θα καταβάλλεται κατά πράξη, με κοστολόγηση των οδοντιατρικών εργασιών σύμφωνα με τον ισχύοντα τιμοκατάλογο οδοντοθεραπευτικών και οδοντοπροσθετικών εργασιών του Οργανισμού μειωμένο κατά 40%, όπως αποτυπώνεται στο Παράρτημα του παρόντος, το οποίο αποτελεί ενιαίο και αναπόσπαστο μέρος μετ' αυτού, και απαραιτήτως μετά από προέλεγχο προέγκριση και έλεγχο για την ολοκλήρωση των εργασιών από τον Ελεγκτή Οδοντίατρο του Οργανισμού ..., 5) ....,6) Επειδή η δεύτερη συμβαλλόμενη είναι συνεργάτης και η σχέση με τον Οργανισμό είναι σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών δεν δικαιούται ετήσιας άδειας, καθώς και δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα, Επίδομα Άδειας και οποιαδήποτε άλλη παροχή δικαιούται ο μισθωτός, 7) 8) Η αφετέρου συμβαλλόμενη οφείλει να εκτελεί ευσυνείδητα, πρόθυμα και με άκρα επιμέλεια το έργο που αναλαμβάνει, στο οποίο αποβλέπουν και τα δύο συμβαλλόμενα μέρη, χωρίς να υπόκειται σε έλεγχο από τον Οργανισμό ως προς τον τρόπο παροχής του. Ως εκ τούτου, ο Οργανισμός δεν υπέχει καμία ευθύνη για τον τρόπο παροχής των ιατρικών υπηρεσιών του αφετέρου συμβαλλόμενου προς τους ασφαλισμένους του, για τον οποίο αποκλειστικά υπεύθυνη είναι η αφετέρου συμβαλλόμενη, αναλαμβάνοντας κάθε σχετική νομική ευθύνη. ..., 9) ..., 10) Η παρούσα σύμβαση λύεται οποτεδήποτε με αζήμια καταγγελία οποιουδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη ... Το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποιήθηκε με το από 06/02/15 όμοιο των διαδίκων, μόνο ως προς τις τιμές των παρεχομένων οδοντιατρικών υπηρεσιών και επισυνάφθηκε σε αυτό ο νέος τιμοκατάλογος, παραμενόντων των λοιπών όρων ως αρχικά είχαν διατυπωθεί. Ακολούθως, με συμφωνία των μερών (άρθ. 361 ΑΚ) λύθηκε η παραπάνω σύμβαση και την 11/03/16 αυτά προήλθαν σε νέα συμφωνία δια του από ιδίας ημερομηνίας ιδιωτικού συμφωνητικού. Δι’ αυτού συμφωνήθηκε η συνεργασία τους να γίνει για ορισμένο χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα από την 15/03/2016 έως την 31/12/2016, η αμοιβή της ενάγουσας για την ημερήσια παροχή των επιστημονικών της υπηρεσιών να ανέρχεται στο ποσό των 92.00 € και επιπλέον της ανωτέρω ημερήσιας αποζημιώσεως. να καταβάλλεται το ποσό των 220.00 € μηνιαίως. ως επίδομα ειδικών ιατρικών πράξεων. Οι υπόλοιποι όροι της αρχικής συμβάσεως δεν εθίγησαν. Μετά τη λύση της παραπάνω συμβάσεως ακολούθησαν νέες έγγραφες τοιαύτες με τους ίδιους ως άνω όρους, όλες φέρουσες ως τίτλο "ιδιωτικό συμφωνητικό συνεργασίας ορισμένου χρόνου” και δη α) η από 30/12/16. δια της οποίας συμφωνήθηκε η συνεργασία και η παροχή ανεξαρτήτων υπηρεσιών για το χρονικό διάστημα από 01/01/17 έως και 31/12/17, β) η από 02/01/18 ομοία, για το χρονικό διάστημα από 01/01/18 έως και 30/6/18, γ) η από 11/06/18 ομοία, για το χρονικό διάστημα από 01/07/18 έως και 31/12/18 και δ) η από 24/12/18 ομοία, για το χρονικό διάστημα από 01/01/19 έως και 30/06/19. Η ενάγουσα προσέφερε τις υπηρεσίες της μέχρι την 31/01/19, οπότε και παραιτήθηκε για προσωπικούς λόγους δια της από 21/01/19 σχετικής δηλώσεώς της προς την Γραμματεία του Αρχιάτρου του εναγομένου, την οποία απέστειλε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (email) από την ηλεκτρονική της διεύθυνση (...@....gr).

Τετάρτη 25 Μαΐου 2022

ΜονΠρωτΠειρ 1356/22 : ΘΑΛΑΣΣΙΑ ΜΕΤΑΦΟΡΑ - ΠΥΡΚΑΓΙΑ - ΖΗΜΙΑ ΟΧΗΜΑΤΩΝ. ΑΣΦΑΛΙΣΗ. ΕΥΘΥΝΗ ΜΕΤΑΦΟΡΕΑ


ΜονΠρωτΠειρ 1356/22 : ΘΑΛΑΣΣΙΑ ΜΕΤΑΦΟΡΑ - ΠΥΡΚΑΓΙΑ - ΖΗΜΙΑ ΟΧΗΜΑΤΩΝ. ΑΣΦΑΛΙΣΗ. ΕΥΘΥΝΗ ΜΕΤΑΦΟΡΕΑ. Περίπτωση εκδήλωσης πυρκαγιάς κατά τη διάρκεια θαλάσσιας μεταφοράς, με συνέπεια την καταστροφή φορτηγών οχημάτων που ήταν ασφαλισμένα στην ενάγουσα.  Θαλάσσιες μεταφορές - Κανόνες Χάγης – Βίσμπυ - Ευθύνη του μεταφορέα για τη ζημία - Προϋποθέσεις αδικοπραξίας. Εν προκειμένω, δεν προέκυψε παράβαση των διατάξεων της Διεθνούς Συνθήκης για την Ασφάλεια της Ζωής στη Θάλασσα, ούτε όμως και του του Γενικού Κανονισμού Λιμένα - Επίσης, η χρήση μέσων πυρόσβεσης ήταν αποτελεσματική - Δεν θεμελιώνεται ενδοσυμβατική ευθύνη της πρώτης εναγόμενης - θαλάσσιας μεταφορέα, αφού δεν αποδείχθηκε «προσωπικό πταίσμα», ούτε και αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγόμενων και των προστηθέντων τους. Απορρίπτει την έφεση.


ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 1356/2022

 

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αντωνία Κοντογεωργάκη, Πρωτοδίκη, που όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Πειραιά, και από τη Γραμματέα Κούλα Κουντούρη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 28η Σεπτεμβρίου 2021 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: …), η οποία στη Γερμανία αντιπροσωπεύεται νόμιμα από την εταιρεία με την επωνυμία … και στην Ελλάδα από το ασφαλιστικό πρακτορείο με την επωνυμία …), για την οποία κατέθεσε εμπρόθεσμα προτάσεις ο πληρεξούσιος δικηγόρος της, δυνάμει του από 25.11.2020 πληρεξουσίου εγγράφου, που φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής από τον ίδιο δικηγόρο, κατ’ άρθρο 96 παρ. 1 ΚΠολΔ, ΑΖ του ......... (ΑΜ/ΔΣΑ ....), κάτοικος Αθήνας (…), που προσκόμισε το υπ’ αριθ. … γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών & ενσήμων ΔΣΠ, και δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από πληρεξούσιο δικηγόρο.

ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1) Της Κοινοπραξίας με την επωνυμία … που εδρεύει στην … 2) Της εταιρείας με την επωνυμία «…», που εδρεύει στα … και 3) Της αλλοδαπής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία … (άνευ ΑΦΜ), για τις οποίες κατέθεσε εμπρόθεσμα προτάσεις η πληρεξούσια δικηγόρος τους, δυνάμει αντιστοίχως α) του υπ’ αριθ. … ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Πειραιά ....., β) του υπ’ αριθ. … πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Χανίων ..... και γ) του υπ’ αριθ. … ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Πειραιά ....., κατ’ άρθρο 96 παρ. 1 ΚΠολΔ, ..... του ... (…), κάτοικος Πειραιά (…), που προσκόμισε το υπ’ αριθ. … γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών & ενσήμων ΔΣΠ, και δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 21.8.2020 αγωγή της, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου υπ’ αριθ. κατάθεσης ...../26.8.2020 και, μετά το πέρας των προθεσμιών που προβλέπουν τα άρθρα 237 και 238 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 4335/2015, προσδιορίστηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, η οποία ορίστηκε δυνάμει της από 23.8.2021 πράξης ορισμού δικαστή και συζήτησης του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης, οπότε και γράφτηκε στο πινάκιο με πρωτοβουλία του αρμόδιου Γραμματέα του παρόντος Δικαστηρίου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 237 ΚπολΔ. Κατά τη δημόσια συνεδρίαση, η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με το ν. 2107/1992 κυρώθηκε από την Ελλάδα η Διεθνής Σύμβαση των Βρυξελλών της 25.8.1924, για την ενοποίηση ορισμένων νομικών κανόνων σχετικά με τις φορτωτικές και τα τροποποιητικά αυτής πρωτόκολλα της 23.2.1968 και της 21.12.1979 (Κανόνες Χάγης – Βίσμπυ). Από τις διατάξεις των άρθρων 1 περ. β΄, 2, 3 παρ. 1, 5 και 10 παρ. 2 της άνω Δ.Σ., που εφαρμόζονται στην Ελλάδα από 23.6.1993, προκύπτει ότι αυτές έχουν ισχύ: α) στις θαλάσσιες μεταφορές στις οποίες τα λιμάνια φόρτωσης και εκφόρτωσης βρίσκονται σε διαφορετικά κράτη και εφόσον καλύπτονται από φορτωτική ή άλλο παρόμοιο έγγραφο που αποτελεί τίτλο για θαλάσσια μεταφορά πραγμάτων και β) στις θαλάσσιες μεταφορές μεταξύ ελληνικών λιμένων είτε εκδόθηκε φορτωτική είτε όχι (ΑΠ 343/2019 ΕΕμπΔ 2020.177, ΑΠ 376/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 219/2021 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 1241/2019 ΕπισκΕμπΔ 2019.627, ΕφΠειρ 738/2009 ΕΝαυτΔ 2009.384). Στην πρώτη από τις παραπάνω περιπτώσεις, η φορτωτική που εκδόθηκε πρέπει να είναι σε διαταγή και να κυκλοφόρησε, οπότε αποτελεί τον τίτλο για τη θαλάσσια μεταφορά [ΕφΠατρ (Μον) 55/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 1206/2005 ΕΕμπΔ 2006.693]. Έγγραφο παρόμοιο με τη φορτωτική, το οποίο να αποτελεί τίτλο για τη θαλάσσια μεταφορά, είναι προδήλως το έγγραφο που έχει παρόμοια λειτουργία με τη φορτωτική, δηλαδή που μεταβιβάζεται με οπισθογράφηση και ενσωματώνει την αξίωση του κατόχου (κομιστή) αυτού για την παράδοση των πραγμάτων που φορτώθηκαν στον τόπο προορισμού τους. Τέτοιο πάντως, παρόμοιο με τη φορτωτική, έγγραφο δεν προβλέπεται στην ελληνική νομοθεσία ούτε χρησιμοποιείται στη ναυτιλιακή πρακτική χωρών με μεγάλη ναυτική παράδοση. Επομένως, δεν εφαρμόζεται η παραπάνω Δ.Σ., αλλά οι διατάξεις του Κ.Ι.Ν.Δ. και του Α.Κ. σε περίπτωση διεθνούς θαλάσσιας μεταφοράς για την οποία δεν έχει εκδοθεί φορτωτική με την παραπάνω έννοια, αλλά έχει καταρτιστεί ναύλωση που διέπεται μόνο από ναυλοσύμφωνο ή έχει εκδοθεί δελτίο θαλάσσιας μεταφοράς ή εισιτήριο οχήματος ή απόδειξη παραλαβής ή δελτίο επιβίβασης οχήματος (τα οποία εκδίδονται συνήθως στις περιπτώσεις μεταφοράς πραγμάτων με οχηματαγωγά πλοία, εντός εμπορευματοκιβωτίων ή φορτηγών οχημάτων), δηλαδή έγγραφα που δεν έχουν αξιογραφική και εμπράγματη λειτουργία και χρησιμοποιούνται σε μεταφορές στις οποίες δεν υπάρχει ενδεχόμενο να μεταβιβαστούν τα πράγματα κατά τη διάρκεια της μεταφοράς [ΕφΠειρ (Μον) 545/2020, www.efeteio-peir.gr , ΕφΠειρ 219/2021 ό.π., ΕφΠατρ 55/2018 ό.π., ΕφΠειρ 738/2009 ό.π., ΕφΠειρ 76/2006 ΕΝαυτΔ 2006.278, ΕφΠειρ 1206/2005 ό.π., ΕφΠειρ 286/2004 ΠειρΝομ 2004.205· contra Ν. Γερασίμου, Το νομικό καθεστώς που διέπει τη διεθνή θαλάσσια μεταφορά φορτίων και συνοδευόμενων οχημάτων χωρίς την έκδοση φορτωτικής (με αφορμή το ναυτικό ατύχημα του …, 9ο Διεθνές Συνέδριο Ναυτικού Δικαίου – Δ.Σ.Πειραιά, σελ. 339, ιδίως σελ. 357 επ.]. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 111 Κ.Ι.Ν.Δ., ο εκναυλωτής είναι υποχρεωμένος να διατηρεί το πλοίο κατάλληλο προς πλουν και προς διατήρηση του φορτίου. Το ελάττωμα του πλοίου, που προξενεί την ακαταλληλότητά του προς πλου είναι δυνατό να οφείλεται σε διάφορες αιτίες, όπως στην έλλειψη των καταλλήλων οργάνων πλεύσης ή τηλεπικοινωνίας, στην κανονική σύνθεση του πληρώματος κ.λπ., συνεπεία των οποίων επιβάλλεται στο πλοίο διοικητική απαγόρευση απόπλου ή συνεχίσεως του πλου του. Το πιστοποιητικό του νηογνώμονα δεν αποτελεί πλήρη απόδειξη της αξιοπλοΐας του πλοίου, αλλά συνεκτιμάται με τις λοιπές αποδείξεις, πράγμα που σημαίνει ότι ο ναυλωτής μπορεί να αποδείξει την ακαταλληλότητα του πλοίου και συνακόλουθα τη μη εκτέλεση της συμβατικής υποχρέωσης του εκναυλωτή, δηλαδή τη μη εκτέλεση της αναληφθείσας μεταφοράς μέχρι την παράδοση του φορτίου στον παραλήπτη, σύμφωνα με τους ορισμούς του ανωτέρω άρθρου 111 Κ.Ι.Ν.Δ. (ΕφΠειρ 219/2021 ό.π. με παραπομπές σε Ι. Κοροτζή, Ναυτικό Δίκαιο, 2005, σελ. 198, Δ. Καμβύση, Ιδιωτικό Ναυτικόν Δίκαιον, 1982, σελ. 390). Ακόμη, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 135 και 138 Κ.Ι.Ν.Δ. προκύπτει ότι ο εκναυλωτής ευθύνεται για κάθε ζημιά που προέρχεται από ελάττωμα του πλοίου, το οποίο υπήρχε κατά την έναρξη του πλου, ως προς την καταλληλότητα αυτού προς πλου και προς διατήρηση του φορτίου, η ευθύνη του μάλιστα αυτή έχει θεσπιστεί έναντι παντός έχοντος συμφέρον επί του φορτίου, δηλαδή έναντι του φορτωτή (κι αν ακόμη δεν είναι ο ναυλωτής), του παραλήπτη, του ασφαλίσαντος αυτό (φορτίο) ή του έχοντος ενέχυρο επ’ αυτού. Ειδικότερα δε ο εκναυλωτής – μεταφορέας είναι υπεύθυνος για κάθε αποκαλυπτόμενη προϋπάρχουσα πλημμέλεια του πλοίου συναπτόμενη με την καταλληλότητα αυτού, έστω και αν η μέριμνα ως προς αυτήν ανατέθηκε απ’ αυτόν (που δεν έχει τα προσόντα να ενεργεί προς τούτο προσωπικά) σε πρόσωπο ειδικευμένο που επέλεξε με επιμέλεια [ΕφΠειρ (Μον) 545/2020 ό.π.]. Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 134 Κ.Ι.Ν.Δ., ο εκναυλωτής, δηλαδή ο θαλάσσιος μεταφορέας, υποχρεούται σε κάθε επιμέλεια του φορτίου, κυρίως ως προς τη φόρτωση, τη στοιβασία, τη φύλαξη, την καλή διατήρηση, τη μεταφορά και την εκφόρτωση, ευθυνόμενος σε αποζημίωση για κάθε ζημία που οφείλεται στην απώλεια ή βλάβη των μεταφερομένων πραγμάτων και η οποία προκλήθηκε κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της παραλαβής αυτών προς μεταφορά και της παράδοσής τους στον παραλήπτη. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 139 Κ.Ι.Ν.Δ., που είναι αυστηρού δικαίου (jus cogens), εάν υπάρχει ευθύνη του εκναυλωτή (θαλάσσιου μεταφορέα) σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 134 Κ.Ι.Ν.Δ. για ολική ή μερική απώλεια των μεταφερθέντων δια θαλάσσης πραγμάτων, ο εκναυλωτής υποχρεούται να αποζημιώσει τον δικαιούχο αυτών, δηλαδή να αποκαταστήσει την αξία που είχαν τα πράγματα του αυτού γένους και της αυτής ποιότητας στο λιμάνι προορισμού τους, ήτοι στο λιμάνι εκφόρτωσής τους από το πλοίο, κατά το χρόνο έναρξης της εκφόρτωσής τους από αυτό. Τα ανωτέρω εκτεθέντα περί του καθορισμού της αποζημίωσης του παραλήπτη και της ευθύνης του εκναυλωτή σε αποκατάσταση της αξίας των απολεσθέντων πραγμάτων ισχύουν και επί συρροής αξιώσεων από αδικοπραξία και από σύμβαση, λόγω ταυτότητας της νομικής αιτίας καθορισμού της ιδιόμορφης ως άνω αποζημίωσης, καθόσον και η με βάση την αδικοπραξία αξίωση νοείται μόνο εντός των ορίων του συμβατικού πταίσματος, για να μη (άλλως) ματαιώνεται το εκ των προτέρων καθορισμένο όριο ευθύνης με την επιλογή της αγωγής με βάση την αδικοπραξία. Επομένως, οι προϋποθέσεις υπολογισμού της ζημίας και το είδος αυτής δεν είναι άλλες από αυτές που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 139 και 140 Κ.Ι.Ν.Δ., σύμφωνα με τις οποίες, εάν υπάρχει ευθύνη του εκναυλωτή για ολική ή μερική απώλεια των πραγμάτων, η αποζημίωση την οποία οφείλει στην περίπτωση συμβατικής ευθύνης είναι ίση με την αξία που έχουν τα πράγματα του αυτού γένους και της αυτής ποσότητας στον τόπο του προορισμού, ήτοι τον τόπο εκφόρτωσης (ΑΠ 1307/2006 ΕΝαυτΔ 2006.269, ΑΠ 504/2003 ΕΝαυτΔ 2003.257, ΕφΘεσ 1241/2019 ό.π., ΕφΠειρ 738/2009 ό.π., ΕφΠειρ 76/2006 ό.π., ΕφΠειρ 286/2004 ό.π.). Ο ναυλωτής ή άλλος νομιμοποιούμενος επί του φορτίου, έναντι του οποίου ευθύνεται κατ’ άρθρο 135 Κ.Ι.Ν.Δ. ο εκναυλωτής, εκτός από την παραπάνω διαφορά δεν δικαιούται να αξιώσει άλλη ζημία, έστω και αν επικαλείται εξωσυμβατική ευθύνη του εκναυλωτή. Δεν δικαιούται δηλαδή να αξιώσει ούτε το κατά το άρθρο 298 Α.Κ. διαφυγόν κέρδος ούτε άλλη περαιτέρω ζημία, θετική ή αποθετική, προκύπτουσα από τη μη παράδοση ή τη βλάβη του πράγματος ή από τη στέρηση του κέρδους ή της ωφέλειας από τη μη χρησιμοποίησή του [ΕφΠειρ (Μον) 545/2020 ό.π., ΕφΘεσ 1241/2019 ό.π., ΕφΠειρ 142/2012 ΕΝαυτΔ 2012.185, ΕφΠειρ 835/2010 ΕΕμπΔ 2011.656, ΕφΠειρ 738/2009 ό.π., ΕφΠειρ 76/2006 ό.π., ΕφΠειρ 286/2004 ό.π., ΕφΠειρ 159/1996 ΕΝαυτΔ 1996.337· Αλ. ΚιάντουΠαμπούκη, Ναυτικό Δίκαιο, 3η έκδοση, παρ. 100, σελ. 355357]. Περαιτέρω, κατά την εκτέλεση της σύμβασης είναι δυνατόν να ανακύψει αδικοπραξία των αντισυμβαλλομένων έναντι αλλήλων, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη είναι υπαίτια και παράνομη και χωρίς τη συμβατική σχέση. Υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται κάποια σύμβαση, μπορεί πέραν της αξίωσης από τη σύμβαση να θεμελιώσει και αξίωση από αδικοπραξία, όταν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττομένη, θα ήταν παράνομη. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει συρροή συμβατικής και εξωσυμβατικής ευθύνης, ο δε δανειστής έχει το δικαίωμα να στηρίξει τη σχετική αξίωσή του για αποζημίωση είτε στη σύμβαση είτε στην αδικοπραξία είτε επιβοηθητικά και στις δύο. Ειδικότερα, επί θαλάσσιας μεταφοράς, που διέπεται από τους Κανόνες Χάγης – Βίσμπυ, περίπτωση κατά την οποία αντιμετωπίζεται συρροή συμβατικής και εξωσυμβατικής ευθύνης του θαλάσσιου μεταφορέα – εκναυλωτή είναι η απώλεια ή βλάβη των μεταφερομένων πραγμάτων. Κατά την κρατούσα στη θεωρία και τη νομολογία άποψη, η μη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την προφύλαξη του φορτίου αποτελεί απλή συμβατική παράλειψη του εκναυλωτή – θαλάσσιου μεταφορέα και των προστηθέντων αυτού προσώπων. Ως εκ τούτου, η συμπεριφορά αυτή δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως πράξη παράνομη και υπαίτια χωρίς την ύπαρξη σύμβασης ναύλωσης – θαλάσσιας μεταφοράς, μη υφισταμένης συνεπώς αδικοπραξίας [ΕφΠειρ 219/2021 ό.π., ΕφΠειρ (Μον) 545/2020 ό.π., ΕφΘεσ 1241/2019 ό.π., ΕφΠειρ 76/2006 ό.π., ΕφΠειρ 106/1994 ΕΝαυτΔ 1994.375, ΕφΠειρ 1741/1990 ΕΝαυτΔ 1991.159]. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 135 Κ.Ι.Ν.Δ., ο εκναυλωτής ευθύνεται για κάθε ζημία του φορτίου που προέρχεται από ελάττωμα του πλοίου ως προς την καταλληλότητα προς πλου ή προς διατήρηση του φορτίου, εκτός εάν αγνοούσε το ελάττωμα και δεν μπορούσε να το ανακαλύψει, έστω και καταβάλλοντας την απαιτούμενη επιμέλεια στις συναλλαγές, σε περίπτωση δε που το ελάττωμα δημιουργήθηκε μετά την έναρξη του πλου, εφαρμόζεται και η διάταξη του άρθρου 138. Το θεσπιζόμενο σύστημα της ευθύνης του θαλάσσιου μεταφορέα στα προαναφερθέντα άρθρα 134 και 135 Κ.Ι.Ν.Δ., που περιέχουν εν μέρει διαφορετική ρύθμιση σε σχέση με αυτήν της άνω Διεθνούς Σύμβασης των Βρυξελλών, βασίζεται στο τεκμαιρόμενο πταίσμα του οφειλέτη, δηλαδή στη νόθο αντικειμενική ευθύνη του θαλάσσιου μεταφορέα. Ειδικότερα, σε περίπτωση απώλειας ή βλάβης του φορτίου, ο τελευταίος έχει το βάρος της απόδειξης ότι δεν τον βαρύνει πταίσμα ως προς την τήρηση της απαιτούμενης επιμέλειας (συνετού εκναυλωτή), κυρίως ως προς τη φόρτωση, τη στοιβασία, τη φύλαξη, την καλή διατήρηση, τη μεταφορά και την εκφόρτωση των μεταφερόμενων πραγμάτων κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της παραλαβής αυτών προς μεταφορά και της παράδοσής τους στον παραλήπτη (ΕφΘεσ 1241/2019, ΕφΠειρ 738/2009, ΕφΠειρ 76/2006, ΕφΠειρ 286/2004 ό.π.). Η διαβάθμιση του πταίσματος είναι όμοια με αυτή του αστικού δικαίου στη συμβατική ευθύνη (άρθρο 330 και 334 Α.Κ.), δηλαδή ο μεταφορέας ευθύνεται για δόλο, βαριά και ελαφρά αφηρημένη αμέλεια. Η ελαφρά αφηρημένη αμέλεια έχει την έννοια της μη καταβολής της επιμέλειας του μέσου συνετού μεταφορέα (ΕφΠειρ 142/2012, ΕφΠειρ 835/2010, ΕφΠειρ 738/2009, ΕφΠειρ 76/2006 ό.π.). Περαιτέρω, στο άρθρο 138 Κ.Ι.Ν.Δ. ορίζεται ότι «Ο εκναυλωτής ευθύνεται δια το πταίσμα των υπ’ αυτού προστηθέντων, ιδία του πλοιάρχου και του πληρώματος, ως δι’ ίδιον αυτού πταίσμα. Εάν η ζημία προεκλήθη εκ πράξεως ή παραλείψεως περί την διακυβέρνησιν ή τον χειρισμόν του πλοίου, ο εκναυλωτής ευθύνεται μόνον δι’ ίδιον αυτού πταίσμα. Εις την διακυβέρνησιν ή τον χειρισμόν του πλοίου δεν περιλαμβάνονται μέτρα λαμβανόμενα κυρίως προς το συμφέρον του φορτίου. Εάν η ζημία προήλθεν εκ πυρκαγιάς, ο εκναυλωτής ευθύνεται μόνον δι’ ίδιον αυτού πταίσμα». Με την τελευταία αυτή διάταξη καθιερώνεται το ανεύθυνο του μεταφορέα για ζημιές, μεταξύ άλλων, από πυρκαγιά και μόνον όταν η πυρκαγιά οφείλεται σε δικό του προσωπικό πταίσμα αναβιώνει η ευθύνη του. Πταίσμα του πλοιάρχου, του πληρώματος και γενικά των προσώπων που έχουν προστηθεί από το μεταφορέα δεν αρκεί για τη θεμελίωση της ευθύνης του για ζημιές από πυρκαγιά, αλλά απαιτείται «ίδιον», δηλαδή προσωπικό, πταίσμα του ή, εφόσον πρόκειται για εταιρεία, των προσώπων που την εκπροσωπούν ή ασκούν τη διοίκησή της, αφού η ως άνω διάταξη απαλλάσσει στη συγκεκριμένη περίπτωση το μεταφορέα από την ευθύνη για το πταίσμα των προστηθέντων του. Για το λόγο αυτό γίνεται δεκτό ότι με τη διάταξη αυτή εισάγεται μαχητό τεκμήριο υπέρ του μεταφορέα για την έλλειψη ευθύνης του για ζημιές από πυρκαγιά, το οποίο μπορεί να ανατραπεί με την απόδειξη προσωπικού πταίσματος αυτού και συνεπώς ο μεταφορέας, για να απαλλαγεί από την ευθύνη, αρκεί να αποδείξει ότι η ζημία οφείλεται σε πυρκαγιά, ενώ ο αντίδικός του που ζημιώθηκε μπορεί να ανατρέψει το τεκμήριο αυτό αποδεικνύοντας ότι η πυρκαγιά προκλήθηκε από προσωπικό πταίσμα του μεταφορέα [ΕφΠειρ 219/2021, ΕφΠειρ (Μον) 545/2020, ΕφΠατρ 55/2018, ΕφΠειρ 142/2012, ΕφΠειρ 835/2010 ό.π., ΕφΠειρ 543/2010 ΕΝαυτΔ 2010.337, ΕφΠειρ 830/2004 ΕΕμπΔ 2005.108· Αλ. Κιάντου – Παμπούκη, ό.π., παρ. 108, σελ. 390-391]. 

Τετάρτη 18 Μαΐου 2022

ΣυμβΠλημΘεσ 707/2022 : "Covid-19 – Δεκτή προσφυγή κατά απόρριψης αιτήματος διενέργειας νεκροψίας-νεκροτομής– Υπόνοιες ιατρικής αμέλειας"




Θάνατος νοσηλευόμενου. Έκδοση πιστοποιητικού θανάτου από το νοσηλευτικό ίδρυμα με αιτιολογία θανάτου, μεταξύ άλλων, την λοίμωξη Covid-19. Μη έκδοση ιατροδικαστικής παραγγελίας νεκροψίας νεκροτομής. Δεκτή η προσφυγή κατά απορρίψεως από τον αρμόδιο εισαγγελέα διενέργειας νεκροψίας-νεκροτομής στη σορό του θανόντος για τη διερεύνηση τυχόν ευθυνών για τον θάνατό του και διαταγή, στο πλαίσιο της διενεργούμενης αστυνομικής προανάκρισης για τη διερεύνηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, διενέργειας νεκροψίας-νεκροτομής από την αρμόδια ιατροδικαστική υπηρεσία.

 

ΒΟΥΛΕΥΜΑ 707/2022

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές, Ιωάννα Σερβέτα, Πρόεδρο Πλημμελειοδικών, Ελένη Θεοδωρίδου, Πλημμελειοδίκη-Εισηγήτρια και Αλεξάνδρα Παπαχρίστου, Πλημμελειοδίκη.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ στο γραφείο της Προέδρου στις 29 Απριλίου 2022, παρουσία και της Γραμματέα Αικατερίνης Αντωνιάδου, προκειμένου να αποφανθεί για ποινική υπόθεση, περί της οποίας ο Αντεισαγγελέας Χρίστος Σ. Σπηλιόπουλος εισήγαγε τη με αριθμό 873/21-4-2022 έγγραφη πρότασή του, η οποία έχει ως εξής:

«Εισάγω στο Συμβούλιό σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 30 παρ. 2 και 4, 13Β παρ. 1 εδ. β’ και 307 περ. γ' του νέου ΚΠΔ την από 15-4-2022 εγχειρισθείσα στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης τιτλοφορούμενη ως «προσφυγή κατά της απορρίψεως από τον Εισαγγελέα υπηρεσίας του αιτήματος για τη διενέργεια νεκροψίας - νεκροτομής» της … του …, κατοίκου …. (οδός …), προκειμένου να αρθεί η προκύψασα κατά τη διάρκεια της αστυνομικής προανάκρισης διαφορά μεταξύ αυτής και του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης και εκθέτω τα ακόλουθα:

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 307 του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (όπως κυρώθηκε με το άρθρο 1 Ν. 4620/2019) «Κατά την διάρκεια της ανάκρισης το συμβούλιο των πλημμελειοδικών με πρόταση του εισαγγελέα ή ενός διαδίκου ή με αίτηση του ανακριτή αποφασίζει: α) όταν ο ανακριτής νομίζει ότι δεν πρέπει να συμμορφωθεί με πρόταση των παραπάνω, β) όταν πρόκειται να κανονιστεί στην προδικασία ένα δύσκολο ζήτημα, όπως η κατάσχεση κ.τ.λ., γ) για όλες τις διαφορές που προκύπτουν στην προδικασία μεταξύ των διαδίκων ή μεταξύ αυτών και του εισαγγελέα, δ) για την αποπεράτωση ή την εξακολούθηση της ανάκρισης, ε) για την προσφυγή του κατηγορουμένου κατά του εντάλματος προσωρινής κράτησης ή για την προσφυγή του κατηγορουμένου ή του εισαγγελέα κατά της διάταξης του ανακριτή που αφορά την αντικατάσταση της προσωρινής κράτησης με περιοριστικούς όρους και στ) για κάθε άλλο θέμα που προβλέπεται σε ειδικές διατάξεις». Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 245 παρ.1 και 2 νέου ΚΠΔ (όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 122 Ν. 4855/2021) «1. Η προανάκριση ενεργείται από οποιονδήποτε ανακριτικό υπάλληλο μετά από γραπτή παραγγελία του εισαγγελέα, είναι συνοπτική και δεν περατώνεται πριν ληφθεί η απολογία του κατηγορουμένου. Εφόσον ο κατηγορούμενος κλητεύθηκε νόμιμα και δεν εμφανίστηκε, η προανάκριση περατώνεται και χωρίς την απολογία του. Παραγγελία για προανάκριση δίνεται μόνο στις περιπτώσεις του εδ. δ' της παρ. 3 του παρόντος άρθρου, καθώς και στις περιπτώσεις των άρθρων 43 παρ. 2 εδ. β', 322 παρ. 3 εδ. α' περ. γ' και 323 εδ. γ' περ. γ’. Ο ανακριτικός υπάλληλος που ορίζεται σύμφωνα με το εδ. α' είναι υποχρεωμένος να διενεργήσει όλες τις προανακριτικές πράξεις που αφορούν την υπόθεση για την οποία η παραγγελία και καλεί ενώπιον του τους μάρτυρες για εξέταση και τους κατηγορούμενους για να απολογηθούν εφόσον αυτοί κατοικούν στην περιφέρεια του εφετείου της έδρας του. Αν οι μάρτυρες και οι κατηγορούμενοι είναι κάτοικοι άλλων εφετειακών περιφερειών, ο ανωτέρω ανακριτικός υπάλληλος ζητεί την εξέταση των μαρτύρων και τη λήψη των απολογιών των κατηγορουμένων από τον αρμόδιο ανακριτικό υπάλληλο, ο οποίος πρέπει να εκτελέσει αυτήν μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών. Ο αρχικά ορισθείς ανακριτικός υπάλληλος μετά το πέρας των άνω ενεργειών επιστρέφει τη δικογραφία με εκτελεσμένη πλήρως την παραγγελία στον παραγγείλαντα εισαγγελέα. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής τα Εφετεία Αθηνών και Πειραιώς θεωρούνται ως ανήκοντα σε μία εφετειακή περιφέρεια. Η προανάκριση περατώνεται: α) με απευθείας κλήση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο ή β) με πρόταση του εισαγγελέα στο δικαστικό συμβούλιο ή γ) με παραγγελία του εισαγγελέα στον ανακριτή, εφόσον προκύπτει τέλεση κακουργήματος. Στην τελευταία περίπτωση, η προανάκριση μπορεί και να διακοπεί κατά τον ίδιο τρόπο. Πρόταση στο συμβούλιο γίνεται, εφόσον ο εισαγγελέας κρίνει ότι δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Αν υπάρχουν περισσότεροι κατηγορούμενοι και δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις σε βάρος μερικών από αυτούς ή πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη ή να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, ο εισαγγελέας μπορεί να χωρίσει την υπόθεση και να την εισαγάγει μόνο ως προς αυτούς στο δικαστικό συμβούλιο. Το προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζεται αναλόγως και επί συναφών εγκλημάτων, είτε πρόκειται για έναν είτε για περισσότερους κατηγορούμενους. 2. Αν υπάρχουν ενδείξεις ότι τελέστηκε αδίκημα και από την καθυστέρηση απειλείται άμεσος κίνδυνος απώλειας των αποδεικτικών στοιχείων ή υπάρχει δυσχέρεια πραγματοποίησης συγκεκριμένης ανακριτικής πράξης ή κτήσης αποδεικτικού στοιχείου στο μέλλον ή αν πρόκειται για αυτόφωρο κακούργημα ή πλημμέλημα, οι κατά το άρθρο 31 ανακριτικοί υπάλληλοι είναι υποχρεωμένοι να επιχειρούν όλες τις ανακριτικές πράξεις που είναι αναγκαίες για να βεβαιωθεί η πράξη και να ανακαλυφθεί ο δράστης, έστω και χωρίς προηγούμενη παραγγελία του εισαγγελέα. Στην περίπτωση αυτή ειδοποιούν τον εισαγγελέα με το ταχύτερο μέσο και του υποβάλλουν χωρίς χρονοτριβή τις εκθέσεις που συντάχθηκαν. Ο εισαγγελέας, αφού λάβει τις εκθέσεις, ενεργεί σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 43 κ.ε.».

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 243 παρ.1 και 2 ΚΠΔ (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 26 1. Η προκαταρκτική εξέταση ενεργείται σύμφωνα «με τα άρθρα 240, 241 και 245 παρ.1 εδάφιο δ' έως ζ'» και με αυτή επιδιώκεται η συλλογή των αναγκαίων αποδεικτικών στοιχείων για να αποφασισθεί αν πρέπει να κινηθεί η ποινική δίωξη. Για την επίτευξη του σκοπού αυτού κατά την προκαταρκτική εξέταση μπορούν να χρησιμοποιηθούν όλα τα αναφερόμενα στο άρθρο 178 αποδεικτικά μέσα και να διενεργηθούν όλες οι ανακριτικές πράξεις των άρθρων 253, 256, 257, 259, 260, 264 και 265 καθώς και όσες προβλέπονται σε ειδικούς νόμους... 2. Η προκαταρκτική εξέταση είναι συνοπτική και το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την κατά το άρθρο 37 πληροφόρηση της αρμόδιας αρχής μέχρι την κίνηση ή όχι της ποινικής δίωξης δεν μπορεί να υπερβεί τους έξι μήνες. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ο χρόνος αυτός μπορεί να παραταθεί έως τρεις το πολύ μήνες ή, εφόσον η φύση της υπόθεσης ή της πράξης που πρέπει να διενεργηθεί το επιβάλλει, για εύλογο χρονικό διάστημα, με ειδικά αιτιολογημένη πράξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών ή εφετών κατά περίπτωση». Η προκαταρκτική εξέταση, η οποία είχε ήδη αναβαθμιστεί με τις νομοθετικές παρεμβάσεις (άρθρο 2 του Ν. 3160/2003 και άρθρο 5 του Ν. 3346/2005) που προσάρμοσαν τη νομοθεσία στις επιταγές της ΕΣΔΑ και της νομολογίας του ΕΔΔΑ σε μεγάλο βαθμό, αναβαθμίσθηκε σε σχέση με τη μορφή που είχε πριν από την επελθούσα νομοθετική μεταβολή (Λάμπρος Μαργαρίτης, «Ο Νέος Κώδικας Ποινικής Δικονομίας - Ερμηνεία κατ' άρθρο του Ν.4620/2019» τόμος Α', έκδ. 2020, υπό άρθρο 243, αρ. περιθ. 1 σελ. 1337). Στη δε Αιτιολογική Έκθεση στο σχέδιο νόμου «Κύρωση του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας» αναφέρονται -μεταξύ άλλων - τα ακόλουθα: «Οι διατάξεις για την προκαταρκτική εξέταση εντάχθηκαν για λόγους νομοτεχνικής αρτιότητας στο δεύτερο κεφάλαιο του πρώτου τμήματος του τρίτου βιβλίου, αφού η προηγούμενη ρύθμισή τους στο πλαίσιο του άρθρου 31 ΚΠΔ, πέραν του ότι ήταν εμβόλιμη, έδιδε την εντύπωση διαφοροποίησης της από τις λοιπές ανακριτικές διαδικασίες της προανάκρισης και ανάκρισης. Ύστερα από ευρεία συζήτηση στο πλαίσιο της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής αποφασίστηκαν, εξάλλου, τόσο τα ζητήματα σε σχέση με τη φυσιογνωμία, το εύρος της εφαρμογής της, την υποχρεωτικότητα και τη διάρκεια της, όσο και τα ειδικότερα σημεία πρόσθετης μεταρρύθμισής της... Υπό το φως των στατιστικών στοιχείων, που αποτυπώνουν τη ζώσα δικαστηριακή πραγματικότητα, αλλά και των γενικότερων αξιακών αναφορών ως προς την αμιγώς δικονομική φυσιογνωμία και τον διευρυμένο ρόλο της προκαταρκτικής εξέτασης στο πλαίσιο του ισχύοντος δικονομικού μοντέλου (σε συνδυασμό και με την αποδυνάμωση της τακτικής προανάκρισης), η επιτροπή προέκρινε τη διεύρυνση του πεδίου υποχρεωτικής εφαρμογής της προκαταρκτικής εξέτασης και στα πλημμελήματα αρμοδιότητας Τριμελούς Πλημμελειοδικείου (άρθρο 43 ΣχΚΠΔ), ενώ παράλληλα θέσπισε τόσο τη δυνατότητα διενέργειας όλων των μη στερητικών της προσωπικής ελευθερίας ανακριτικών πράξεων (λ.χ. ερευνών, κατασχέσεων, παρακολουθήσεων,  άρσης απορρήτων, δεσμεύσεων) στο πλαίσιο της προκαταρκτικής εξέτασης, όσο και την αναγνώριση της διαδικαστικής θέσης του υποστηρίζοντος την κατηγορία στη διάρκεια της προκαταρκτικής εξέτασης (άρθρ. 107 ΣχΚΠΔ), την ενδυνάμωση των δικαιωμάτων του υπόπτου, όσο τέλος και την υποχρέωση του εισαγγελέα για σύνταξη κατηγορητηρίου μετά το πέρας της προκαταρκτικής εξέτασης... Τέλος, ειδικά ρυθμίστηκε στην παρ. 5 του άρθρου 244 ΣχΚΠΔ ότι οι διαφορές ή αμφισβητήσεις που τυχόν ανακύπτουν κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξέτασης μεταξύ του υπόπτου και εκείνου που υποστηρίζει την κατηγορία ή μεταξύ αυτών και του εισαγγελέα θα επιλύονται από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών και όχι από τον Εισαγγελέα» (βλ. Μιχ. Μαργαρίτη – Αν. Μαργαρίτη «Κώδικας Ποινικής Δικονομίας - Θεωρία Νομολογία», έκδ. 2020, Εισαγ. σημ. στα άρθρα 243-244, σελ. 602-603). Πράγματι, στη διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 244 ΚΠΔ ορίζεται ότι «το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο επιλύει όλες τις διαφορές ή αμφισβητήσεις που προκύπτουν κατά την προκαταρκτική εξέταση μεταξύ του υπόπτου και εκείνου που υποστηρίζει την κατηγορία ή μεταξύ αυτών και του εισαγγελέα». Υπό το προγενέστερο νομοθετικό καθεστώς γινόταν παγίως δεκτό ότι η διάταξη του άρθρου 307 ΚΠΔ εφαρμόζεται μόνο στα πλαίσια της κύριας ανάκρισης (βλ. Χαρ. Σεβαστίδη: Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, τομ. ΙΙΙ, σελ. 3733, όπου και σχετικές παραπομπές σε Φ. Ανδρέου: άρθρο 307, σελ., 1133, Α. Ζαχαριάδη: ΚΠΔ (επιμέλεια Λ. Μαργαρίτη), 2012, άρθρο 307, αριθ. 2, σελ. 1224-1225 και αριθ. 3, σελ. 1225, Ι. Ζησιάδη: Αρμοδιότης συμβουλίου πλημμελειοδικών προ της ενάρξεως της ανακρίσεως και διαρκούσης ταύτης, ΤιμΤομ Γ. Σιμωνέτου, 1958, σελ. 158, Π. Καίσαρη: άρθρο 307, σελ. 3930, Μ. Παπαδογιάννη: άρθρο 307, σελ. 585). Η διαπίστωση αυτή είχε ιδιαίτερη σημασία κατά την ερμηνεία του άρθρου 307 ΚΠΔ, καθώς στο άρθρο 307 περ. β' και γ' ΚΠΔ γίνεται αναφορά κατά τρόπο γενικό στην «προδικασία». Αντιθέτως, εκ του γεγονότος ότι στην προανάκριση και στην προκαταρκτική εξέταση τη διεύθυνση έχει ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών, γινόταν δεκτό ότι αποκλειστικά αυτός αποφαίνεται σχετικά, ενώ κατά της απόφασης του δεν χωρεί προσφυγή στο συμβούλιο (βλ. και ΣυμβΑΠ 1575/2012 (: μη εφαρμογή άρθρου 307 ΚΠΔ στην προκαταρκτική εξέταση), ΠοινΧρ 2013. 518, ΠοινΔικ 2013. 860 (περίλ.), Α.Ζαχαριάδη: ό.π., άρθρο 307, αριθ. 2, σελ. 1224-1225 και αριθ. 3, σελ. 1225, Π. Καίσαρη: άρθρο 307, σελ. 3930, Α Κονταξή: άρθρο 307, σελ. 1935 και 1937. Βλ. όμως αντίθ. αίτηση αναίρεσης ΕισΑΠ (Ν. Παντελή), ΠοινΧρ 2013. 521, Η. Αναγνωστόπουλο, παρατηρήσεις στη ΣυμβΑΠ 1575/2012, ΠοινΧρ 2013, σελ. 523 επ., που δέχονται ότι η εφαρμογή του άρθρου 307 ΚΠΔ δεν περιορίζεται μόνο στα πλαίσια της κύριας ανάκρισης, αλλά επεκτείνεται σε όλα τα στάδια της ποινικής προδικασίας και καταλαμβάνει και την προκαταρκτική εξέταση). Ωστόσο, ήδη με τη νεοεισαχθείσα με τον νέο Κώδικα Ποινικής Δικονομίας διάταξη του άρθρου 244 παρ.5 προβλέφθηκε ρητά (σε αντιστοίχιση ως προς τη γραμματική διατύπωση με την ήδη υπάρχουσα διάταξη του άρθρου 307 περ. γ' ΚΠΔ) ότι το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο επιλύει τις διαφορές που προκύπτουν κατά την προκαταρκτική εξέταση μεταξύ των διαδίκων ή μεταξύ αυτών και του εισαγγελέα. Συνεπώς, τυπικά αρρύθμιστη παραμένει η περίπτωση που οι σχετικές διαφορές προκύπτουν κατά το στάδιο της προανάκρισης (είτε της τακτικής της παραγράφου 1 του άρθρου 245 ΚΠΔ είτε της λεγόμενης  «αυτεπάγγελτης» αστυνομικής προανάκρισης της παραγράφου 2 του ίδιου ανωτέρω άρθρου). Ωστόσο, για την ταυτότητα του νομικού λόγου θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι είναι επιτρεπτή η αναλογική εφαρμογή του άρθρου 307 περ. β' και γ' ΚΠΔ και κατά το ανωτέρω δικονομικό στάδιο. Και τούτο διότι, όπως προαναφέρθηκε, η προκαταρκτική εξέταση έχει αναβαθμιστεί (μέσω της δυνατότητα διενέργειας όλων των μη στερητικών της προσωπικής ελευθερίας ανακριτικών πράξεων κ.λπ.) και ενόψει του γεγονότος της συρρίκνωσης της τακτικής προανάκρισης. Επομένως, θα παρουσιαζόταν ως ανακόλουθη τυχόν επιλογή του νομοθέτη τα ζητήματα που αναφύονται κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξέτασης (κατά την οποία το πρόσωπο σε βάρος του οποίου αυτή διενεργείται έχει την ιδιότητα του υπόπτου) να επιλύονται από το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο, πλην όμως αυτό να μη συμβαίνει στο δικονομικό στάδιο της προανάκρισης, κατά το οποίο το πρόσωπο σε βάρος του οποίου αυτή διενεργείται έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου κατ' άρθρο 72 ΚΠΔ (ως γνωστόν γίνεται δεκτό ότι ως «ανάκριση» κατά τη διάταξη αυτή νοείται η κύρια ανάκριση, η προανάκριση, αλλά και η αστυνομική προανάκριση, βλ. σχετ. και ΣυμβΑΠ 115/1995, ΠοινΧρ 1995.430). Σε κάθε δε περίπτωση, το δικαστικό συμβούλιο ως πολυπρόσωπο δικαιοδοτικό όργανο παρέχει περισσότερα εχέγγυα ευθυκρισίας επί των κατά κανόνα αναφυομένων στην προανάκριση (και δη αυτή της παραγράφου 2 του άρθρου 245 ΚΠΔ) δυσχερών ζητημάτων, τυχόν δε αποδοχή της άποψης περί μη αρμοδιότητας του, θα είχε ως αποτέλεσμα οι διάδικοι και κυρίως ο κατηγορούμενος να μην έχουν δικαίωμα προστασίας έναντι των σχετικών παραγγελιών του αρμοδίου για τη διεύθυνση και εποπτεία της προανάκρισης εισαγγελέα (άρθρο 31 παρ.1 ΚΠΔ). Εξάλλου, δε θα πρέπει να παροραθεί ότι σε αντίθετη περίπτωση, η αρμοδιότητα του δικαστικού συμβουλίου θα εξαρτιόταν ουσιαστικά από το τυχαίο γεγονός του χρόνου υποβολής της σχηματισθείσης κατά την αστυνομική προανάκριση δικογραφίας στην Εισαγγελία Πρωτοδικών (κατ’ άρθρο 245 παρ.2 εδ. τελ. ΚΠΔ) και από τη μετέπειτα τυχόν παραγγελία για διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, ώστε να τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 244 παρ. 5 ΚΠΔ ή την άσκηση ποινικής δίωξης δια της παραγγελίας για διενέργεια κύριας ανάκρισης, ώστε να τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 307 ΚΠΔ.


Τετάρτη 11 Μαΐου 2022

277/2022 ΜΠΡ ΑΘ (ΕΙΔΙΚΗ) : Αποζημίωση συνδρομητή κινητής τηλεφωνίας λόγω πραγματοποίησης μη ζητηθεισών επικοινωνιών εκ μέρους του φορέα παροχής υπηρεσιών

 


Αποζημίωση συνδρομητή κινητής τηλεφωνίας λόγω πραγματοποίησης μη ζητηθεισών επικοινωνιών εκ μέρους του φορέα παροχής υπηρεσιών. Υπαγωγή της ενάγουσας στο μητρώο, (ειδικός κατάλογος συνδρομητών), του άρθρου 11 του Ν. 3471/2006, προκειμένου να μη λαμβάνει κλήσεις για σκοπούς απευθείας εμπορικής προώθησης προϊόντων ή υπηρεσιών.  Δεν επιτρέπεται η πραγματοποίηση μη ζητηθεισών επικοινωνιών με ανθρώπινη παρέμβαση (κλήσεων) εφόσον ο συνδρομητής έχει δηλώσει προς τον φορέα παροχής της διαθέσιμης στο κοινό υπηρεσίας, ότι δεν επιθυμεί γενικώς να δέχεται τέτοιες κλήσεις. Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αποζημίωση λόγω διαφημιστικών κλήσεων. Δέχεται την αγωγή.

 

Αριθμός Απόφασης 277/2022

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από το Δικαστή Δημήτριο Μπαγατέλα, Πρωτοδίκη, τον οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου και από τη Γραμματέα Μαρία Χορού.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 01-09-2021, για να δικάσει την υπ’ αριθ. ......../2018 αγωγή.

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: ....... του ....... κατοίκου Αθηνών, οδός ...... ΑΦΜ ....... η οποία απούσιαζε και δεν παραστάθηκε.

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ..... και το διακριτικό τίτλο ....... η οποία εδρεύει στο ...... Αττικής, ΑΦΜ ......, νομίμως εκπροσωπούμενης, ως οιονεί καθολικής διαδόχου, κατόπιν απορροφήσεως, της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ....... και το διακριτικό τίτλο ....... η οποία απουσίαζε και δεν παραστάθηκε.

 

Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 27-07-2018 αγωγή της, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ..../2018, προσδιορίστηκε για τις 12-11-2018, οπότε αναβλήθηκε για τις 08-04-2019 και συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων, μη εκδοθείσας απόφασης. Με την από 26-05-2021 και με αριθμό κατάθεσης ...../2021 Πράξη της Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου, ορίστηκε, για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτή, κατ’ άρθρο 307 ΚΠολΔ, η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας για την αυτεπάγγελτη επανασυζήτηση της υπόθεσης.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

(…) Άρθρο 11 ν. 3471/2006: Μη ζητηθείσα επικοινωνία, 1. Η χρησιμοποίηση αυτόματων συστημάτων κλήσης, ιδίως με χρήση συσκευών τηλεομοιοτυπίας (φαξ) ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, και γενικότερα η πραγματοποίηση μη ζητηθεισών επικοινωνιών με οποιοδήποτε μέσο ηλεκτρονικής επικοινωνίας, (με ή) χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση, για σκοπούς απευθείας εμπορικής προώθησης προϊόντων ή υπηρεσιών και για κάθε είδους διαφημιστικούς σκοπούς, επιτρέπεται μόνο αν ο συνδρομητής συγκατατεθεί εκ των προτέρων ρητώς. 2. Δεν επιτρέπεται η πραγματοποίηση μη ζητηθεισών επικοινωνιών με ανθρώπινη παρέμβαση (κλήσεων) για τους ανωτέρω σκοπούς, εφόσον ο συνδρομητής έχει δηλώσει προς τον φορέα παροχής της διαθέσιμης στο κοινό υπηρεσίας, ότι δεν επιθυμεί γενικώς να δέχεται τέτοιες κλήσεις. Ο φορέας υποχρεούται να καταχωρίζει δωρεάν τις δηλώσεις αυτές σε ειδικό κατάλογο συνδρομητών, ο οποίος είναι στη διάθεση κάθε ενδιαφερομένου ................ 5. Οι φορείς παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών έχουν την υποχρέωση να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα, που καθορίζονται με κοινή πράξη της Α.Π.Δ.Π.Χ. και της Α.Δ.Α.Ε., για την αποτροπή της μη ζητηθείσας επικοινωνίας. Από τον φορέα παροχής διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών που παραβίασε από αμέλεια την υποχρέωση αυτή, καθώς και την υποχρέωση που προβλέπεται στο εδάφιο β` της παραγράφου 2, οι αποδέκτες μη ζητηθείσας επικοινωνίας, έχουν το δικαίωμα να αξιώσουν αποζημίωση για κάθε περιουσιακή ζημία ή χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη. Για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εφαρμόζεται αναλογικώς η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου. Ο φορέας παροχής διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών δεν υποχρεούται σε αποζημίωση και στη λήψη μέτρων ώστε να μην επαναληφθεί η παραβίαση στο μέλλον εφόσον αποδείξει ότι δεν τον βαρύνει αμέλεια. 6. Εκτός της αποζημίωσης σύμφωνα με το άρθρο 14 του παρόντος νόμου, οι αποδέκτες μη ζητηθείσας επικοινωνίας, καθώς και οι φορείς παροχής διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών έχουν δικαίωμα, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 14 παρ. 3 του παρόντος νόμου, να απαιτήσουν από όποιον παραβιάζει τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στις παραγράφους 1 έως 4 του παρόντος άρθρου, να μην επαναλάβει την παραβίαση στο μέλλον, με απειλή χρηματικής ποινής». Άρθρο 14 ν. 3471/2006 Αστική ευθύνη 1. Φυσικό ή νομικό πρόσωπο που, κατά παράβαση του νόμου αυτού, προκαλεί περιουσιακή βλάβη υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση. Αν προκάλεσε ηθική βλάβη, υποχρεούται σε χρηματική ικανοποίηση. 2. Η κατά το άρθρο 932 Α.Κ. χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για παράβαση του παρόντος νόμου ορίζεται, κατ’ ελάχιστο, στο ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000,00) ευρώ, εκτός αν ζητηθεί από τον ενάγοντα μικρότερο ποσό. Η χρηματική ικανοποίηση επιδικάζεται ανεξάρτητα από την αιτούμενη αποζημίωση για περιουσιακή βλάβη. 3. Οι απαιτήσεις του παρόντος άρθρου εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των άρθρων 664 έως 676 Κ.Πολ.Δ., ανεξάρτητα από την έκδοση ή μη απόφασης της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα ή της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών για τη διαπίστωση παρανομίας ή την άσκηση ποινικής δίωξης. Εισάγεται νόμιμα προς επανασυζήτηση η από 27-07-2018 αγωγή της ενάγουσας, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ...../2018 και προσδιορίστηκε για τις 12-11-2018, οπότε αναβλήθηκε για τις 08-04-2019 και συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων, μη εκδοθείσας απόφασης. Με την από 26-05-2021 και με αριθμό κατάθεσης 38032/1004/2021 Πράξη της Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου, ορίστηκε, για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτή, κατ’ άρθρο 307 ΚΠολΔ, η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας για την αυτεπάγγελτη επανασυζήτηση της υπόθεσης και διατάχθηκε η κλήτευση των διαδίκων με επιμέλεια της Γραμματείας του Δικαστηρίου.

Με την υπό κρίση αγωγή η ενάγουσα εκθέτει ότι είναι δικηγόρος, ότι είναι κάτοχος της με αριθμό ..... γραμμής κινητής τηλεφωνίας και συνδρομήτρια στην εταιρεία με την επωνυμία «.....», η οποία της παρέχει τις σχετικές υπηρεσίες τηλεπικοινωνίας και ότι με την εταιρεία με την επωνυμία .... της οποίας καθολικός διάδοχος είναι η εναγόμενη, ουδέποτε την συνέδεε οποιαδήποτε συμβατική σχέση. Αναφέρει ακόμα, ότι προς αποφυγή της πληθώρας κλήσεων που λαμβάνουν συνήθως οι συνδρομητές σταθερής αλλά και κινητής τηλεφωνίας, για προωθητικούς και διαφημιστικούς σκοπούς, ήδη από τις 01/11/2017, δήλωσε στην πάροχο, ότι δεν επιθυμεί να καταχωρηθεί ο αριθμός της τηλεφωνικής της σύνδεσης και τα στοιχεία της, σε ενοποιημένους ή και απλούς τηλεφωνικούς καταλόγους και ότι δεν επιθυμεί να λαμβάνει διαφημιστικό υλικό από τρίτους. Εκθέτει δηλαδή, ότι υπήχθη στο μητρώο, (ειδικός κατάλογος συνδρομητών), του άρθρου 11 του Ν. 3471/2006, προκειμένου να μη λαμβάνει κλήσεις για σκοπούς απευθείας εμπορικής προώθησης προϊόντων ή υπηρεσιών και για κάθε είδους διαφημιστικούς σκοπούς. Συνεχίζοντας αναφέρει, ότι παρόλα τα παραπάνω, δέχτηκε πέντε κλήσεις από την εταιρεία με την επωνυμία ......., (στις 13/03/2018, 23/03/2018, 30/03/2018, 18/04/2018 και 25/04/2018), αν και ρητά κάθε φορά, ενημέρωνε την άνω εταιρεία ότι δεν επιθυμεί να λαμβάνει διαφημιστικές κλήσεις. Εκθέτει επίσης, ότι οι άνω κλήσεις, έλαβαν χώρα σε ακατάλληλες ώρες και της προξένησαν ψυχική αναστάτωση, εκνευρισμό και την αποσυντόνισαν επαγγελματικά, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφο. Με βάση τα παραπάνω, μετά τον περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, που έγινε με τις προτάσεις της και δήλωση της πληρεξουσίου δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της 08ης 04-2019, ζητεί, να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη οφείλει να της καταβάλει για τις πέντε παράνομες τηλεφωνικές κλήσεις και οχλήσεις σε βάρος της, το ποσό των 10.000,00 ευρώ για έκαστη εξ αυτών και συνολικά το ποσό των 50.000,00 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, άλλως και όλως επικουρικώς, να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη οφείλει να της καταβάλει λόγω αδικοπραξίας για τις πέντε τηλεφωνικές κλήσεις και οχλήσεις σε βάρος της το άνω ποσό των 10.000,00 ευρώ για έκαστη εξ αυτών και συνολικά το ποσό των 50.000,00 ευρώ, νομιμοτόκως, από την επίδοση της αγωγής, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να παραλείπει παρόμοιες παραβάσεις στο μέλλον, ήτοι να την καλεί στον υπ’ αριθ. ...... αριθμό κινητού τηλεφώνου, για την προώθηση προϊόντων ή υπηρεσιών και για οποιοδήποτε διαφημιστικό σκοπό και να απειληθεί εναντίον της χρηματική ποινή 12.000,00 ευρώ για κάθε παράβαση της υποχρέωσής της αυτής και τέλος ζητεί τη δικαστική της δαπάνη. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η αγωγή αρμοδίως εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, (άρθρο 14 παρ. 3 ν. 3471/2006,14 παρ. 2 16 παρ. 2 και 25 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά την προκειμένη ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, (άρθρα 614 αρ. 3, 621 και 622 ΚΠολΔ), είναι δε επαρκώς ορισμένη, απορριπτόμενου του ισχυρισμού περί του αντιθέτου, καθότι στο υπό κρίση δικόγραφο περιέχονται όλα τα κατά το νόμο απαιτούμενα στοιχεία, επίσης είναι νόμιμη, στηριζόμενη στα άρθρα 11 παρ. 2, ......, 11 παρ. 6, 14 παρ. 1 και 2 ν. 3471/2006, καθώς και στις διατάξεις των άρθρων 70, 176, ΚΠολΔ και θα πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.