Πέμπτη 30 Ιουνίου 2022

ΕφΑθ 387/22 : ΙΑΤΡΟΙ - ΣΥΜΒΑΣΗ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ - ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΑΠΟ ΕΞΑΡΤΗΜΕΝΗ ΕΡΓΑΣΙΑ - ΑΓΩΓΗ. ΕΠΑΝΑΦΟΡΑ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ. Διαφορά από συμβάσεις ορισμένου χρόνου που η ενάγουσα οδοντίατρος συνήψε με το εναγόμενο ΝΠΙΔ προκειμένου να παράσχει τις υπηρεσίες της στους ασφαλισμένους του




ΕφΑθ 387/22 : ΙΑΤΡΟΙ - ΣΥΜΒΑΣΗ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ - ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΑΠΟ ΕΞΑΡΤΗΜΕΝΗ ΕΡΓΑΣΙΑ - ΑΓΩΓΗ. ΕΠΑΝΑΦΟΡΑ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ. Διαφορά από συμβάσεις ορισμένου χρόνου που η ενάγουσα οδοντίατρος συνήψε με το εναγόμενο ΝΠΙΔ προκειμένου να παράσχει τις υπηρεσίες της στους ασφαλισμένους του - Αγωγή με αίτημα να αναγνωριστεί ότι συνδεόταν με το εναγόμενο  με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και να της καταβληθούν δεδουλευμένες αποδοχές από επιδόματα εορτών, αδείας και ασφαλιστικές εισφορές. Αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα δεν υπέκειτο σε νομική και προσωπική εξάρτηση από το εναγόμενο ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας της - Επίσης, η ενάγουσα δεχόταν στο ιατρείο της και τρίτα πρόσωπα, πέραν των ασφαλισμένων του εναγομένου, ενώ παρείχε τις υπηρεσίες της στο χώρο των ιατρείων του εναγομένου. Συνεπώς, οι ένδικες συμβάσεις έχουν το χαρακτήρα ανεξαρτήτων υπηρεσιών. Δεκτή η αίτηση του εναγομένου περί επαναφοράς της προτέρας κατάστασης. Απορρίπτει την αγωγή. Δεκτή η έφεση.


ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ 3ο

ΑΠΟΦΑΣΗ 387/2022

 

Συγκροτήθηκε από τον Δικαστή Παύλο Μαυρομάτη, Εφέτη, ο οποίος ορίσθηκε με διοικητική Πράξη του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Αθηνών.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 16η Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του δικαστικού υπαλλήλου Μαρίνου Κλουβάτου, γραμματέως, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του εκκαλούντος εναγομένου: Νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία “Ενιαίος Δημοσιογραφικός Οργανισμός Επικουρικής Ασφαλίσεως και Περιθάλψεως” (....), που εδρεύει στην Αθήνα (οδ. Γ. ..., αρ. .... & ....), και εκπροσωπείται νομίμως, το οποίο εκπροσώπησαν στο Δικαστήριο οι πληρεξούσιοι δικηγόροι του Ιωάννης Γ. Σπυριδαντωνάκης (Α.Μ. Δ.Σ.....) και Αρετή Στ. Βλαστού (Α.Μ. ....), δια της από 15/01/21 κοινής δηλώσεώς τους κατ’ άρθ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, οι οποίοι κατέθεσαν τα υπ’ αριθ. ..../12-11-21 και .../11 -11-21 γραμμάτια προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δ.Σ. Αθηνών αντιστοίχως.

Της εφεσίβλητης ενάγουσας: ...., την οποία εκπροσώπησε στο Δικαστήριο η πληρεξούσια δικηγόρος της Γεωργία Νεοφύτου (A.Μ. ....). δια της από 10/11/21 δηλώσεις της κατ' άρθ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. η οποία κατέθεσε τα υπ' αριθ. .... γραμμάτια προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δ.Σ. Αθηνών.

Η ένδικη διαφορά άρχισε, με την από 19/04/19 και με αριθ. κατ. ..../..../22-04-19 αγωγή αναγνώρισης της συνδέουσας τα διάδικα μέρη σχέσεως ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, και καταβολής οφειλομένων μισθολογικών αποδοχών από την ως άνω σύμβαση την οποία άσκησε η ενάγουσα, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και ζήτησε να γίνει αυτή δεκτή. Η συζήτηση της αγωγής ορίσθηκε να γίνει την 23/09/19 με αριθ. πιν. .... και κατόπιν αναβολής την 07/02/20 με αριθ. πιν. ..... Συζητηθείσης της αγωγής αντιμωλία των διαδίκων κατά την τελευταία ημερομηνία, εκδόθηκε η υπ΄ αριθ. 1472/30-09-20 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως και ουσία βάσιμη και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 20070,36 €, νομιμοτόκως κατά τα στο διατακτικό της.

Το εκκαλούν εναγόμενο με την από 19/04/21 έφεσή του (αριθ. εκθ. κατάθ. .../.../19-04-21), η οποία έλαβε αριθ. κατ. πράξεως προσδιορισμού δικασίμου .../21-04-21 στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, και προσδιορίσθηκε για να εκδικασθεί στην επί της αρχής της παρούσας αναφερομένη ημερομηνία με αριθ. πιν. ...., ζήτησε την εξαφάνιση της προσβαλλομένης και την καθολική απόρριψη της αγωγής της αντιδίκου του.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου (21) και συζητήθηκε, παρισταμένων των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων κατά τα ως άνω, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

I. Η κρινόμενη, από 19/04/21 (αριθ. εκθ. κατ. .../.../19-04-21), έφεση του πρωτοδίκως εν μέρει ηττηθέντος εναγομένου και ήδη εκκαλούντος κατά της εν μέρει νικήσασας ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης. και της υπ’ αριθ. 1472/30-09-20 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών έργατικών διαφορών (άρθ. 591. 614 αριθ. 3 ΚΠολΔ), αρμοδίως καθ' ύλην (άρθ. 19 ΚΠολΔ) και κατά τόπο φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίουέχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως. εντός της 30ήμερης προθεσμίας [άρθ. 1α', 3 παρ. 1. 19 όπως αντικ. με το άρθ. 4 παρ. 2 Ν. 3994/2011 (ΦΕΚ A 165/25-7-2011), 495 παρ. 1 & 2, 496, 499. 511.513 παρ. 1β', 516 παρ. 1, 517. 518 παρ. 1, 520 παρ. 1, 522, 500 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως αυτά ισχύουν μετά την τροποποίηση ή την αντικατάστασή τους, κατά περίπτωση, με το άρθ. 1 Ν. 4335/2015], δεδομένου ότι πιστό αντίγραφο της εκκαλουμένης επιδόθηκε στο εναγόμενο εκκαλούν με επιμέλεια της ενάγουσας εφεσίβλητης την 14/10/20, όπως τούτο προκύπτει από την υπ’ αριθ. Β.... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών ....., και το πρωτότυπο του δικογράφου της εφέσεως κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 19/04/21 (σχ. υπ’ αριθ. .../.../19-04-21 έκθεση κατάθεσης δικογράφου εφέσεως της γραμματέα στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών), ο δε ενδιάμεσος χρόνος δεν υπολογίζεται στην 30ήμερη προθεσμία λόγω της αναστολής των προθεσμιών άσκησης ενδίκων μέσων. Ειδικότερα ο χρόνος που διέδραμε από την ημερομηνία επιδόσεως της εκκαλουμένης στο εναγόμενο (14/10/20) έως την 07/11/20, ημερομηνία κατά την οποία τελούσε σε αναστολή ο χρόνος των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών λόγω των ληφθέντων μέτρων για την προστασία της δημόσιας υγείας από τις συνεχιζόμενες συνέπειες της πανδημίας του κορωνοϊού Covid-19, ανέρχεται σε 23 ημερολογιακές ημέρες. Η ως άνω αναστολή διήρκεσε έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων, ήτοι την 05/04/21 (λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ. 18877/26.03.21 ΚΥΑ). Με την παρέλευση άλλων επτά (07) ημερών (05/04/21 + 07 ημ.), ήτοι την 12/04/21, συμπληρώθηκε η εκ του άρθ. 518 παρ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενη 30ήμερη προθεσμία άσκησης της εφέσεως, αφού είχε λάβει χώρα επίδοση της εκκαλουμένης κατά τα ως άνω. Όμως κατ’ άρθ. 83 §1 περ. α' εδ. τελ. Ν. 4790/2021, όπως ερμηνεύθηκε με το άρθ. 25 Ν. 4792/2021 “οι προθεσμίες που ανεστάλησαν , δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους”. Συνεπώς η προθεσμία άσκησης της έφεσης ολοκληρώνεται, δυνάμει της ως άνω ειδικής διατάξεως, την 22/04/21 (12/04/21 + 10 ημ.). Επομένως, πρέπει η έφεση να γίνει τυπικώς δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια διαδικασία που εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση και εντός των ορίων των λόγων της (αρθ. 522 §1 και 533 ΚΠολΔ). από το Δικαστήριο (άρθ. 19 ΚΠολΔ). δεδομένου ότι για το παραδεκτό αυτής, αφενός δεν απαιτείται η καταβολή παράβολου. λόγω του ότι πρόκειται για εργατική διαφορά (άρθ. 495 §4 εδ. τελευταίο. Ν. 4335/2015). αφετέρου έχουν κατατεθεί από τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων τα παράβολα προκαταβολής εισφοριόν και ενσήμων (άρθ. 61 παρ. 1 και 4 Ν. 4194/2013). ως αυτά αναφέρονται παραπάνω στα εισαγωγικά της παρούσας.

II. Με την από 19/04/19 και με αριθ. κατ. ..../..../22-04-19 αγωγή της προς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη ισχυρίσθηκε ότι τυγχάνει οδοντίατρος στο επάγγελμα με την ειδικότητα της ειδικής ορθοδοντικού. Ότι με την ιδιότητά της αυτή συμβλήθηκε με το εναγόμενο νομικό πρόσωπο την 11/03/16 με σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών ορισμένου χρόνου προκειμένου να παράσχει τις υπηρεσίες της στους ασφαλισμένους του έναντι ημερομισθίου ποσού 92,00 €. Ότι μετά την λήξη της ως άνω συμβάσεως την 31/12/16, ακολούθησαν άλλες όμοιες συμβάσεις ορισμένου χρόνου κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα σε αυτήν για κάθε σύμβαση χρονικά διαστήματα, έως την 30/06/19. Ότι απασχολήθηκε συνεχόμενα στο εναγόμενο έως την 08/02/19, οπότε αποχώρησε οικειοθελώς, κατόπιν της από 21/01/19 σχετικής δήλωσής της. Ότι καθ' όλο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα που συνεργάσθηκε με το εναγόμενο κάλυπτε πάγιες και τακτικές ανάγκες του και ότι στην πραγματικότητα η σχέση που την συνέδεε με αυτό ήταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ότι λόγω αυτού του είδους απασχολήσεώς της το εναγόμενο της οφείλει επιδόματα Χριστουγέννων, Πάσχα, αδείας των ετών 2016-2019, καθώς και ασφαλιστικές εισφορές του ιδίου χρονικού διαστήματος, συνολικού ποσού ύψους 22.328,05 €, όπως αναλυτικώς εξειδικεύονται για κάθε αιτία σε αυτήν. Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι κατά το χρονικό διάστημα από 15/03/16 έως 08/02/19 συνδεόταν με το εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ. με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, να υποχρεωθεί αυτό να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 22.328,05 € για δεδουλευμένες αποδοχές που αναλύονται σε επιδόματα εορτών Πάσχα, Χριστουγέννων, αδείας και ασφαλιστικές εισφορές των ετών 2016-2019, νομιμοτόκως από τότε που κάθε αξίωσή της κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής, να κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή η εκδοθησομένη απόφαση και να καταδικασθεί αυτό στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης.

III. Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε από το παραπάνω Δικαστήριο, αντιμωλία των διαδίκων. κατά την ως άνω ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθ. 591 παρ. 1. 614 αριθ. 3, και 621 επ. ΚΠολΔ). η εκκαλουμένη απόφαση (υπ΄ αριθ. 1472/30-09-20 ΜΠρΑΘ). Αυτή αφού έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, ως ευρίσκουσα έρεισμα στις διατάξεις των άρθ. 281, 340. 341, 345, 346 εδ. α', 648 επ. ΑΚ, 8 παρ. 3 Ν. 2112/1920, 5 παρ. 3 Π.Δ. 81/2003, 1 επ. YA 19040/1981, 2 παρ. 1 ΑΝ 539/1945, 3 Ν. 4504/1966, 38 παρ. 3 στοιχ. β’ και 41 παρ. 1 Ν. 4387/2016, 68, 70, 218, 219, 106, 176, 191 παρ. 2, 907 και 908 ΚΠολΔ, και απέρριψε την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας (άρθ. 281 ΑΚ), που υπέβαλε το εναγόμενο, ως μη νόμιμη, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε ως εν μέρει ουσία βάσιμη την αγωγή, και αναγνώρισε ότι η σύμβαση που συνέδεε τα διάδικα μέρη ήταν εκείνη της εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και υποχρέωσε αυτό να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 20.070,36 €, νομιμοτόκως κατά τις διακρίσεις που αναφέρονται στο σκεπτικό της, κήρυξε την απόφαση προσωρινός εκτελεστή κατά το ποσό των 10000,00 € και επέβαλε μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας σε βάρος του εναγομένου.

IV. Οι παραδοχές αυτές του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προκάλεσαν τα με τους λόγους της έφεσης εισαγόμενα παράπονα του εναγομένου εκκαλούντος, οι οποίοι στο σύνολό τους εκτιμώμενοι, συνιστούν αιτιάσεις για ψευδή ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, αλλά και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, έτσι ώστε να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη κατά τα κεφάλαια, που έγινε δεκτή η αγωγή και να απορριφθεί αυτή και κατά τα υπόλοιπα, και να καταδικασθεί η αντίδικός του στα δικαστικά του έξοδα και των δυο βαθμών δικαιοδοσίας.

V. Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 Ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη. Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση, μάλιστα, του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του. ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξάρτησης, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να Θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη. Εξάλλου, η σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του. χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και στην εποπτεία του εργοδότη ή να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του. Και στη σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση, που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι' αυτό ακριβώς, η συμμόρφωση του εργαζομένου προς τους όρους της σύμβασής του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας, δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη, με την προεκτεθείσα έννοια. Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντίστοιχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία όμως δεν εξαρτάται μόνον από τα στοιχεία αυτά. Διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από ανεξάρτητη, δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σε αυτή εργαζόμενο, συνέπειες, που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο. Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των εν γένει συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και τιη φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για τη διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (ΟλΑΠ 28/2005 ΔΕΕ 2005.845, ΑΠ 412/2010 ΗλΤρΝομΠλ ΔΣΑ. ΑΠ 1432/2018 ΗλΤρΝομΠλ ‘’Νόμος”, ΑΠ 884/2017 ΔΕΝ 2018.279). Περαιτέρω, ο χαρακτήρας της εργασίας ως εξαρτημένης ή όχι, δεν επηρεάζεται από τον τρόπο προσδιορισμού ή καταβολής της αμοιβής του εργαζομένου, ούτε μόνο από άλλα δευτερεύοντα στοιχεία, όπως η έκδοση δελτίων παροχής υπηρεσιών. η ασφάλιση στο ΙΚΑ ή η παράλειψη του εργοδότη να τον ασφαλίσει στο ΙΚΑ και η χορήγηση σ' αυτόν βεβαιώσεων μισθωτών υπηρεσιών (ΑΠ 602/2017 ΗλΤρΝομΠλ ΔΣΑ). Ακόμη, ο χαρακτηρισμός μίας σύμβασης ως παροχής υπηρεσιών ή εργασίας ανήκει στο Δικαστήριο, το οποίο δεν δεσμεύεται από τον χαρακτηρισμό που έχουν προσδώσει σε αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη. Το Δικαστήριο για να κρίνει αν η επίμαχη σύμβαση είναι εργασίας, έργου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών. Θα λάβει υπόψη του το όλο περιεχόμενο της και θα το ερμηνεύσει, όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, καθώς επίσης και τις περιστάσεις, υπό τις οποίες έχει συναφθεί η σύμβαση (ΑΠ 694/2014 ΗλΤρΝομΠλ ΔΣΑ, ΜΕφΘεσ 1397/2016 Αρμ 2017.95).

VI. Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρος ανταπόδειξης ...., που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απομαγνητοφωνημένα πρακτικά, από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν, ενώπιον του πρωτοβάθμιου, αλλά και του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, έστω και για πρώτη φορά (αρθ. 529 παρ.1α' ΚΠολΔ), ακόμη και αν δεν πληρούν όλα τους όρους του νόμου (άρθ. 614 αριθ. 3, και 621 επ., 340 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (αρθ. 395, 591 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς όμως η ρητή αναφορά ορισμένων εκ των ανωτέρω εγγράφων να προσδίδει σ’ αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς (ΑΠ 262/2020 ΗλΤρΝομΠλ ΔΣΑ, ΑΠ 1164/2019 ΗλΤρΝομΠλ ΔΣΑ, ΑΠ 1045/2017 ΗλΤρΝομΠλ ΔΣΑ), καθώς και από την υπ' αριθ. .... ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος ....., ενώπιον της συμβολαιογράφου ....., που επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα, η οποία συντάχθηκε μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου της κατ' αρθ. 422 παρ. 1 ΚΠολΔ (σχ. υπ' αριθ. ..../13-09-19 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών .....), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα είναι απόφοιτος της Οδοντιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ. Μετά την αποπεράτωση των σπουδών της κατά το έτος 2006, ασκεί το επάγγελμα της οδοντιάτρου και προς τούτο διατηρεί ιδιωτικό ιατρείο στην περιοχή των ΙΚΑ Αθηνών. Παράλληλα κατά την διετία 2006-2008 προσέφερε τις υπηρεσίες της ως Γενικός Οδοντίατρος στον Οργανισμό Ασφάλισης Προσωπικού .... Κατά το χρονικό διάστημα 2008-2011 φοίτησε στο Πανεπιστήμιο ... ..., από το οποίο έλαβε δια σχετικού τίτλου την ειδικότητα της ορθοδοντικής. Μετά το πέρας των τελευταίων σπουδών της επανήλθε στην Ελλάδα και από το έτος 2012 ασκεί το ως άνω επάγγελμα με την ως άνω ειδικότητα. Το εναγόμενο, υπό την επωνυμία ’Ενιαίος Δημοσιογραφικός Οργανισμός Επικουρικής Ασφαλίσεως και Περιθάλψεως”. αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, και ιδρύθηκε με τον Α.Ν. 248/1967 (ΦΕΚ Α' 243). Διέπεται από τις διατάξεις του νόμου αυτού, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, και από το καταστατικό του, ως εγκρίθηκε με την υπ' αριθ. Φ20155/269δ4/Δ16.673/11-05-1 8 υπουργική απόφαση (ΦΕΚ Β' 1689/15.05.18) και των περί αλληλοβοηθητικών Σωματείων διατάξεων, υπάγεται δε στην εποπτεία του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης. Σκοπός του εναγομένου μεταξύ των άλλων, που δεν εμφανίζουν εν προκειμένω νομικό ενδιαφέρον, είναι και η παροχή ιατροφαρμακευτικής και νοσοκομειακής περίθαλψης στα δικαιούμενα από τις διατάξεις των ως άνω νομοθετημάτων, ασφαλιζόμενα πρόσωπα μέλη και στα προστατευόμενα από αυτούς μέλη των οικογενειών τους. Για την εξυπηρέτηση των ασφαλισμένων του το εναγόμενο διατηρεί ιατρεία στη ..., και στην ... επί της οδού Γ. ..., αρ. .... & .... Στα πλαίσια του ανωτέρω σκοπού του στις αρχές του έτους 2014, το εναγόμενο δημοσίευσε πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για συνεργασία με οδοντιάτρους. Η ενάγουσα, που είχε ήδη προηγούμενη εμπειρία συνεργασίας, και με επιπλέον επιστημονικά προσόντα (πτυχίο ειδικότητας Ορθοδοντικής), κατά τα, υπέβαλε την υπ’ αριθ. πρωτ. .... αίτησή της προς το Διοικητικό του Συμβούλιο, η οποία μεταξύ των πολλών άλλων που είχαν υποβληθεί, έγινε δεκτή. Έτσι τα διάδικα μέρη, η ενάγουσα και το εναγόμενο δια του νομίμου του εκπροσώπου..., κατήρτισαν το από 07/07/14 ’’ιδιωτικό συμφωνητικό συνεργασίας αορίστου χρόνου” με τους παρακάτω ειδικότερους όρους και συμφωνίες που εμφανίζουν νομικό ενδιαφέρον εν προκειμένω: 1) Η συνεργασία αυτή ή άλλως η παροχή ανεξάρτητων υπηρεσιών συμφωνείται για αόριστο χρονικό διάστημα, αρχόμενη ... 2) Ειδικότερα, για τη διευκόλυνση και την καλύτερη εξυπηρέτηση αμφότερων των συμβαλλόμενων μερών, συμφωνείται ότι λόγω της υφιστάμενης υλικοτεχνικής υποδομής στα οδοντιατρεία του Οργανισμού, αντικειμενικά πρόσφορος τόπος παροχής των υπηρεσιών του αφετέρου συμβαλλόμενου προς τους ασφαλισμένους του .... είναι τα ιατρεία του Τ.Υ.ΠΕ του Οργανισμού, στην έδρα του Οργανισμού στην Αθήνα. Το χρονικό πλαίσιο των ως άνω ιατρικών υπηρεσιών της αφετέρου συμβαλλόμενης, που ενδεικτικά ανάγεται σε πεντάωρη ημερήσια παροχή υπηρεσιών, με δυνατότητα αυξομείωσης ανάλογα με τις ανάγκες του Οργανισμού, Θα καθορίζεται από κοινού με τον Αρχίατρο του Οργανισμού η το νόμιμο αναπληρωτή του, με δυνατότητα από κοινού και πάλι, τροποποίησής του, με πρωταρχικό γνώμονα τις ανάγκες των οδοντιατρικών υπηρεσιών του Οργανισμού 3).., 4) Η αμοιβή της δευτέρας των συμβαλλομένων για την παροχή των επιστημονικών της υπηρεσιών που απορρέουν από τη συνεργασία αυτή, συμφωνείται ότι Θα καταβάλλεται κατά πράξη, με κοστολόγηση των οδοντιατρικών εργασιών σύμφωνα με τον ισχύοντα τιμοκατάλογο οδοντοθεραπευτικών και οδοντοπροσθετικών εργασιών του Οργανισμού μειωμένο κατά 40%, όπως αποτυπώνεται στο Παράρτημα του παρόντος, το οποίο αποτελεί ενιαίο και αναπόσπαστο μέρος μετ' αυτού, και απαραιτήτως μετά από προέλεγχο προέγκριση και έλεγχο για την ολοκλήρωση των εργασιών από τον Ελεγκτή Οδοντίατρο του Οργανισμού ..., 5) ....,6) Επειδή η δεύτερη συμβαλλόμενη είναι συνεργάτης και η σχέση με τον Οργανισμό είναι σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών δεν δικαιούται ετήσιας άδειας, καθώς και δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα, Επίδομα Άδειας και οποιαδήποτε άλλη παροχή δικαιούται ο μισθωτός, 7) 8) Η αφετέρου συμβαλλόμενη οφείλει να εκτελεί ευσυνείδητα, πρόθυμα και με άκρα επιμέλεια το έργο που αναλαμβάνει, στο οποίο αποβλέπουν και τα δύο συμβαλλόμενα μέρη, χωρίς να υπόκειται σε έλεγχο από τον Οργανισμό ως προς τον τρόπο παροχής του. Ως εκ τούτου, ο Οργανισμός δεν υπέχει καμία ευθύνη για τον τρόπο παροχής των ιατρικών υπηρεσιών του αφετέρου συμβαλλόμενου προς τους ασφαλισμένους του, για τον οποίο αποκλειστικά υπεύθυνη είναι η αφετέρου συμβαλλόμενη, αναλαμβάνοντας κάθε σχετική νομική ευθύνη. ..., 9) ..., 10) Η παρούσα σύμβαση λύεται οποτεδήποτε με αζήμια καταγγελία οποιουδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη ... Το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποιήθηκε με το από 06/02/15 όμοιο των διαδίκων, μόνο ως προς τις τιμές των παρεχομένων οδοντιατρικών υπηρεσιών και επισυνάφθηκε σε αυτό ο νέος τιμοκατάλογος, παραμενόντων των λοιπών όρων ως αρχικά είχαν διατυπωθεί. Ακολούθως, με συμφωνία των μερών (άρθ. 361 ΑΚ) λύθηκε η παραπάνω σύμβαση και την 11/03/16 αυτά προήλθαν σε νέα συμφωνία δια του από ιδίας ημερομηνίας ιδιωτικού συμφωνητικού. Δι’ αυτού συμφωνήθηκε η συνεργασία τους να γίνει για ορισμένο χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα από την 15/03/2016 έως την 31/12/2016, η αμοιβή της ενάγουσας για την ημερήσια παροχή των επιστημονικών της υπηρεσιών να ανέρχεται στο ποσό των 92.00 € και επιπλέον της ανωτέρω ημερήσιας αποζημιώσεως. να καταβάλλεται το ποσό των 220.00 € μηνιαίως. ως επίδομα ειδικών ιατρικών πράξεων. Οι υπόλοιποι όροι της αρχικής συμβάσεως δεν εθίγησαν. Μετά τη λύση της παραπάνω συμβάσεως ακολούθησαν νέες έγγραφες τοιαύτες με τους ίδιους ως άνω όρους, όλες φέρουσες ως τίτλο "ιδιωτικό συμφωνητικό συνεργασίας ορισμένου χρόνου” και δη α) η από 30/12/16. δια της οποίας συμφωνήθηκε η συνεργασία και η παροχή ανεξαρτήτων υπηρεσιών για το χρονικό διάστημα από 01/01/17 έως και 31/12/17, β) η από 02/01/18 ομοία, για το χρονικό διάστημα από 01/01/18 έως και 30/6/18, γ) η από 11/06/18 ομοία, για το χρονικό διάστημα από 01/07/18 έως και 31/12/18 και δ) η από 24/12/18 ομοία, για το χρονικό διάστημα από 01/01/19 έως και 30/06/19. Η ενάγουσα προσέφερε τις υπηρεσίες της μέχρι την 31/01/19, οπότε και παραιτήθηκε για προσωπικούς λόγους δια της από 21/01/19 σχετικής δηλώσεώς της προς την Γραμματεία του Αρχιάτρου του εναγομένου, την οποία απέστειλε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (email) από την ηλεκτρονική της διεύθυνση (...@....gr).

VII. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, η παροχή των οδοντιατρικών υπηρεσιών της ενάγουσας ελάμβανε χώρα σε χρόνο και ημέρες που συμφωνούσε αυτή, στον ειδικά διαμορφωμένο χοίρο επί της έδρας του εναγομένου, με μηχανήματα και υλικά του ιδίου. Το ωράριο αυτό καθοριζόταν με πρόταση της ενάγουσας, με βάση τις λοιπές επαγγελματικές ενασχολήσεις της, αφού αυτή διατηρούσε και ιδιωτικό ιατρείο ως ελεύθερη επαγγελματίας. Στο ανωτέρω οδοντιατρείο του εναγομένου η ενάγουσα πραγματοποιούσε τις οδοντιατρικές εργασίες που επέτρεπε ο εξοπλισμός του. Οι ασφαλισμένοι δε αυτού είχαν τη δυνατότητα να επιλέξουν οποιονδήποτε άλλον ιδιώτη οδοντίατρο, αφοί) δεν υπήρχε οποιαδήποτε συμφωνία των διαδίκων, στα πλαίσια της επαγγελματικής τους σχέσης, για τη διενέργεια οδοντιατρικών εργασιών στο ιδιωτικό ιατρείο της ενάγουσας. Κατά τις επισκέψεις των ασφαλισμένων μελών του εναγομένου στο ιδιωτικό ιατρείο της ενάγουσας και μετά την εκτέλεση των οδοντιατρικών εργασιών, αυτοί κατέβαλλαν στην ενάγουσα την αμοιβή της και αυτή εξέδιδε τη σχετική απόδειξη παροχής υπηρεσιών, την οποία προσκόμιζαν στο εναγόμενο και εισέπρατταν από αυτό το ποσό που είχαν καταβάλει, με βάση την ισχύουσα τιμολογιακή πολιτική του εναγομένου, ενώ η ενάγουσα δεν λάμβανε οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη αμοιβή από το εναγόμενο, αφού δεν είχε συμφωνηθεί κάτι τέτοιο. Ακόμη, από ενάρξεως της συνεργασίας των διαδίκων, το εναγόμενο ασφάλιζε την ενάγουσα στο ΤΣΑΥ, επικολλώντας του ένσημα και καταβάλλοντας τις ανάλογες εισφορές.

VIII. Ακόμη αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα δεν υπέκειτο σε νομική και προσωπική εξάρτηση από το εναγόμενο ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας της, διότι: α) η απασχόληση της ενάγουσας στο εναγόμενο ήταν ολιγόωρη (έως 5 ώρες ημερησίως επί 5 ημέρες κάθε εβδομάδα) και δεν αποτελούσε το κύριο επάγγελμά της, καθόσον εξασκούσε το ιατρικό της επάγγελμα και παρείχε τις υπηρεσίες της και σε άλλα πρόσωπα, αποκομίζοντας πολύ υψηλότερα εισοδήματα σε σχέση με τις αποδοχές που της κατέβαλλε το εναγόμενο. Έτσι, η ενάγουσα, εξασκούσε το ιατρικό της επάγγελμα στο ιδιωτικό οδοντιατρείο της, στο οποίο μάλιστα μπορούσαν πραγματοποιούνται και άλλες οδοντιατρικές εργασίες και των ασφαλισμένων του εναγομένου εφόσον το προτιμούσαν. Μάλιστα, η ενάγουσα και οι λοιποί συνεργαζόμενοι με το εναγόμενο ιατροί ζήτησαν να παράσχουν τις υπηρεσίες τους στους ασφαλισμένους του εναγομένου αποβλέποντας κυρίως, όχι τόσο στην καταβαλλόμενη απ' ευθείας από το εναγόμενο αμοιβή, η οποία δεν χαρακτηρίζεται υψηλή, αλλά και στα σημαντικά ποσά που Θα αποκόμιζαν από τις επισκέψεις των ασφαλισμένων μελών του εναγόμενου στα ιδιωτικά τους ιατρεία. Επίσης, πέραν των ασφαλισμένων του εναγομένου, η ενάγουσα δεχόταν στο ιατρείο της και τρίτα πρόσωπα, αποκομίζοντας αντίστοιχα κέρδη, β) Ο καθορισμός των ωρών και των ημερών απασχόλησης του ενάγουσας στο ιατρείο του εναγομένου, γινόταν από κοινού, κατόπιν σχετικών αιτημάτων της ενάγουσας, προς διευκόλυνση της λοιπής επαγγελματικής της δραστηριότητας. Στην πραγματικότητα όμως τα αιτήματα αυτά δεν υποβάλλονταν προς έγκριση, αλλά προς ενημέρωση του εναγομένου και των ασφαλισμένων του και απλώς το ωράριο ετηρείτο για τη διευκόλυνση των ασφαλισμένων, οι οποίοι έπρεπε να γνωρίζουν τις ώρες που Θα μπορούσαν να εξυπηρετηθούν, γ) Η ενάγουσα είχε πλήρη ελευθερία και ανεξαρτησία κατά την παροχή των οδοντιατρικών της υπηρεσιών προς τους ασφαλισμένους του εναγομένου, χωρίς να υπόκειται σε οποιονδήποτε έλεγχο, ενώ το εναγόμενο αρκείτο απλώς στην έκδοση ανακοινώσεων για λόγους αμιγώς οργανωτικούς. Ειδικότερα, το εναγόμενο μέσω του διοικητικού του συμβουλίου, του Διευθυντή των ιατρείων του ή του Αρχιάτρου αυτών, περιοριζόταν στην έκδοση ανακοινώσεων περί της στοιχειώδους εύρυθμης λειτουργίας τους, οι οποίες όμως δεν είχαν την έννοια ότι η ενάγουσα υπόκειται σε έλεγχο από το εναγόμενο κατά την παροχή των υπηρεσιών της. Πλην της ενάγουσας στα ιατρεία του εναγομένου παρείχαν τις υπηρεσίες τους και άλλοι ιατροί άλλων ειδικοτήτων προς εξυπηρέτηση του πλήθους των ασφαλισμένων και έτσι ήταν απαραίτητη η στοιχειώδης οργάνωση και συντονισμός της λειτουργίας των ιατρείων. Εξάλλου, ο ρόλος του ελεγκτή οδοντιάτρου και του Αρχιάτρου δεν ήταν για να ελέγχει την ορθότητα της Θεραπευτικής μεθόδου, ή να κάνει υποδείξεις, ή να δίνει οδηγίες ως προς την επιλογή της ενδεδειγμένης αντιμετώπισης των ασθενών, η οποία ανήκει στην απόλυτη επιστημονική κρίση του θεράποντος ιατρού, αλλά απλώς για να διαπιστώνει ως ειδικός ότι έλαβαν χώρα οι αναφερόμενες στο σχετικό οδοντιατρικό έντυπο οδοντιατρικές εργασίες και Θεραπείες, με σκοπό τη διασφάλιση των οικονομικών συμφερόντων του εναγομένου και δεν σχετιζόταν με τον προσωπικό έλεγχο του ιατρού στο πώς αυτός θα παρέχει τις υπηρεσίες του. δ) Η προσεκτική χρησιμοποίηση της λέξης “συνεργασία” σε όλες τις συμβάσεις που συνήφθησαν μεταξύ των διαδίκων. δηλώνει ότι η ένδικη σύμβαση είναι παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών και όχι εξαρτημένης εργασίας, κατά την οποία δεν υπάρχει συνεργασία των συμβαλλομένων μερών αλλ' ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος, που καθορίζει μονομερώς τους όρους παροχής της εργασίας χωρίς καμία συμμετοχή του εργαζομένου, ε) Η ενάγουσα όταν επιθυμούσε να απουσιάσει από την υπηρεσία της ενημέρωνε τα αρμόδια όργανα του εναγομένου, προκειμένου αυτό να ενημερώσει τους ασφαλισμένους του, ώστε να προγραμματίσουν τα ραντεβού τους. Η άδειά της αυτή δεν αφορούσε χορήγηση κανονικής αδείας. κατ' εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας, αλλά ενημέρωση του εναγομένου και των ασφαλισμένων του για να αποφευχθεί η άσκοπη ταλαιπωρία τους λόγω της απουσίας του ιατρού, στ) Η ενάγουσα ασφαλίσθηκε στο ΤΣΑΥ. ζ) Η ενάγουσα παρείχε τις υπηρεσίες της στο χώρο των ιατρείων του εναγομένου, όχι κατ' ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του τελευταίου, αλλά λόγω της φύσης των υπηρεσιών που παρείχε και στο βαθμό που ήταν αυτός εφοδιασμένος με τον αναγκαίο ιατρικό εξοπλισμό. Όλα τα παραπάνω αναφερόμενα χαρακτηριστικά, σύμφωνα με τα εκτενώς εκτιθέμενα στην ως άνω μείζονα πρόταση, προσδίδουν στις ένδικες συμβάσεις των διαδίκων κατά το χρονικό διάστημα από 2014 έως 2019 το χαρακτήρα ανεξαρτήτων υπηρεσιών και όχι εξαρτημένης εργασίας, όπως η ενάγουσα ισχυρίζεται με την ένδικη αγωγή της (ΑΠ 1..../2014 1 ΗλΤρΝομΠλ ΔΣΑ. ΤρΕφΑθ 1608/2012 αδ. στο νομ. τυπ., ΤρΕφΑθ 5307/2011 αδ. στο νομ. τυπ., ΤρΕφΑθ 1648/2010 αδ. στο νομ. τυπ., ΤρΕφΑθ 4463/2010 αδ. στο νομ. τυπ., ΤρΕφΑθ 6131/2010 αδ. στο νομ. τυπ., οι οποίες εκδόθηκαν επί παρομοίων αγωγών με άλλο ασφαλιστικό Ταμείο, με τις οποίες κρίθηκε ότι η έννομη σχέση που συνέδεε τους ενάγοντες ιατρούς με το εναγόμενο ήταν σχέση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και όχι εξαρτημένης εργασίας). Συνεπώς επί των συμβάσεων αυτών δεν βρίσκουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και η ενάγουσα δεν δικαιούται να λάβει τις αιτούμενες με βάση τις διατάξεις του εργατικού δικαίου αγωγικές παροχές.

IX. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η εκκαλουμένη, η οποία έκρινε διαφορετικά, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και εφάρμοσε τον νόμο, όπως βάσιμα υποστηρίζεται δια των πρώτου και τετάρτου λόγων εφέσεως, οι οποίοι πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι. Γι' αυτό Θα πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν η έφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη και αφού κρατηθεί η υπόθεση και εξετασθεί κατ' ουσίαν η αγωγή, να απορριφθεί αυτή στο σύνολό της. Ενόψει δε του ότι η παραδοχή των ως άνω λόγων εφέσεως συνεπήχθη την εξαφάνιση της προσβαλλομένης αποφάσεως στο σύνολό της, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων εφέσεως, διότι καλύπτονται από την εμβέλεια των γενομένων δεκτών, οι οποίοι πλήττουν την εκκαλουμένη ως προς όλα της τα κεφάλαια, αφού αναγκαίο για την εξέτασή τους αποτελεί η προτέρα κρίση περί της υπάρξεως ή μη εργασιακής σχέσεως.

X. Από το άρθ. 914 ΚΠολΔ προβλέπεται ότι "αν το δικαστήριο δεχτεί την ανακοπή ή την έφεση οριστικά και κατ’ ουσίαν και απορρίψει ολικά ή εν μέρει, την αγωγή, την ανταγωγή ή την κύρια παρέμβαση, εφόσον αποδειχθεί ότι η απόφαση που προσβάλλεται εκτελέστηκε, διατάζει, αν το ζητήσει εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρίσκονταν, πριν εκτελεστεί η απόφαση που εξαφανίστηκε ή μεταρρυθμίστηκε. Η αίτηση υποβάλλεται είτε με τα δικόγραφα της ανακοπής ή της έφεσης και των πρόσθετων λόγων, είτε με τις προτάσεις, είτε με χωριστό δικόγραφο που κοινοποιείται στον αντίδικο. Η εκτέλεση της απόφασης πρέπει να προαποδεικνύεται. Συνεπώς εάν η πρωτόδικη απόφαση κηρύχθηκε προσωρινώς εκτελεστή, ολικώς ή μερικώς και εκτελέσθηκε, το εφετείο, όταν δέχεται την έφεση και απορρίπτει, εν όλω ή εν μέρει την αγωγή, ως προς το εκκληθέν κεφάλαιό της, διατάσσει, μετά από αίτηση εκείνου, κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, την επαναφορά των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση κατάσταση. Επαναφορά των πραγμάτων διατάσσεται όχι μόνο όταν η απόφαση εκτελέσθηκε αναγκαστικά αλλά και όταν εκείνος, που καταδικάσθηκε, συμμορφώθηκε εκουσίως προς το περιεχόμενο της αποφάσεως, προκειμένου να αποτρέψει την εναντίον του αναγκαστική εκτέλεση. Η αίτηση υποβάλλεται, όσο εκκρεμεί η κατ’ έφεση δίκη, ακόμη και με τις έγγραφε.; προτάσεις του εκκαλούντος. Εάν η επαναφορά των πραγμάτων συνίσταται στην απόδοση χρημάτων, αποδοτέα είναι, εκτός άλλων. το κεφάλαιο. οι τόκοι του κεφαλαίου και οι επί του αθροίσματος αυτών (κεφαλαίου και τόκοι κεφαλαίου) νόμιμοι τόκοι, μετά από αίτημα του δικαιούχου εκκαλούντος. Οι τόκοι αρχίζουν από τον χρόνο επιδόσεως στον υπόχρεο εφεσίβλητο της αποφάσεως του Εφετείου, που διατάσσει την απόδοσή τους. Πριν από την γνωστοποίηση της εξαφανίσεως της πρωτόδικης αποφάσεως, εκτελεσθείσης εκουσίως ή αναγκαστικώς, ο εφεσίβλητος κατέχει τα δοθέντα με βάση την απόφαση αυτή (πρωτόδικη), ως νόμιμο τίτλο. Υπερήμερος καθίσταται ο εφεσίβλητος από την γνώση της ανατροπής της αποφάσεως. Παραδεκτή είναι η αίτηση, εάν η εκτέλεση εκούσια συμμόρφωση έγινε και προαποδεικνύεται ως προσωρινός εκτελεστή απόφαση, που δεν επικυρώθηκε από το Εφετείο (ολΑΓΙ 5/2001 ΕλλΔνη 2001.379, ΑΠ 1175/2017 ΗλΤρΝομΠλ "Νόμος", ΕφΘεσ 967/2017 αδ. στο νομ. τυπ., ΤρΕφΠατρ 67/2008 Αρμ 2008.1204, ΜΕφΑΘ 1643/2018 αδ. στο νομ. τυπ.). Επίσης, δεν απαιτείται για τη συζήτηση αυτή αιτήσεως η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου επί της αξίας του αντικειμένου στο οποίο αναφέρεται, γιατί η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση διατάσσεται για την άρση της αδικίας που έγινε στον εκκαλούντα από την εκτέλεση της αποφάσεως που εξαφανίσθηκε εν όλω ή εν μέρει (ΑΠ 676/2007 ΝοΒ 2007.1875 = Αρμ 2007.1934, ΑΠ 1043/2002 ΤρΝομΠλ Δ.Σ.Α.). Στην προκειμένη περίπτωση, το εναγόμενο εκκαλούν, με τις νομίμως και εμπροθέσμων κατατεθείσες προτάσεις του επικαλείται την εκούσια συμμόρφωση προς το διατακτικό της εκκαλουμένης, κατά την διάταξή της με την οποία κηρύχτηκε προσωρινός εκτελεστή, ως προς το ποσό των 10.000,00 € και ζητεί την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, και ειδικότερα να υποχρεωθεί η ενάγουσα να του αποδώσει το ανωτέρω ποσό, νομιμοτόκως από την έκδοση της παρούσας. Η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή και νόμιμη, στηριζόμενη στις προαναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις. Αποδεικνύεται δε ότι είναι και ουσία βάσιμη, αφού το εναγόμενο εκκαλούν κατέβαλε συμμορφούμενο εκουσίως στη διάταξη της κηρυχθείσης προσωρινά εκτελεστής διατάξεως της εκκαλουμένης, στην ενάγουσα εφεσίβλητη το ποσό των 10.000.00 € δυνάμει του αποδεικτικού συναλλαγής ύψους 10.000.00 € της .... Τράπεζας με όνομα αρχείου ... .FT1, αλλά και εκ του από 20/10/2020 επικαλούμενου και προσκομιζόμενου σχετικού ιδιωτικού συμφωνητικού. Ήδη, κρίθηκε ότι ουδεμία απαίτηση της ενάγουσας εφεσίβλητης υφίσταται σε βάρος του εναγομένου -εκκαλούντος. Επομένως, πρέπει η αίτηση επαναφοράς της προτέρας κατάστασης να γίνει δεκτή και να υποχρεωθεί η ενάγουσα εφεσίβλητη να καταβάλλει στο εναγόμενο εκκαλούν το ποσό των 10.000.00 €, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της παρούσας απόφασης σε αυτήν μέχρι εξοφλήσεως.

XI. Τέλος, εφόσον εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, συνεξαφανίζεται και η διάταξη αυτής περί δικαστικού/ εξόδων, κατά τις διατάξεις των άρθ. 535 παρ. 1, 176, 178, 183, 189 παρ. 1 περ. γ' και 191 ΚΠολΔ, προκειμένου να επαναπροσδιορισθεί αυτή στο σύνολό της από το Εφετείο (ΑΠ 1631/2010 ΝοΒ 2011.993, ΑΠ 1567/2010 ΝοΒ 2011.592, ΑΠ 521/2002 ΕλλΔνη 2002.1696. ΜΕφΑΘ 3421/2020 αδ. στο νομ. τυπ.). Τα δικαστικά έξοδα δε του εκκαλούντος εναγομένου για αμφοτέρους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εφεσίβλητης ενάγουσας, λόγω της ήττας της (άρθ. 183, 176 ΚΠολΔ, 63 παρ. 1, 68 παρ. 1 και 69 παρ. 1 Ν. 4194/2013 “Κώδικας δικηγόρων”), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται τυπικώς και ουσία την έφεση.

Εξαφανίζει την εκκαλουμένη, υπ’ αριθ. 1472/30-09-20 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Κρατεί την υπόθεση.

Δικάζει επί της από 19/04/19 και με αριθ. κατ. ..../..../22-04-19 αγωγής. Απορρίπτει αυτήν.

Δέχεται την αίτηση του εκκαλούντος εναγομένου περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

Υποχρεώνει την εφεσίβλητη ενάγουσα να καταβάλει στο εκκαλούν εναγόμενο το ποσό των δέκα χιλιάδων ευρώ (10000,00 € ), νομιμοτόκως από την επίδοση της παρούσας αποφάσεως σε αυτήν μέχρι πλήρους εξοφλήσεως.

Καταδικάζει την ενάγουσα στα δικαστικά έξοδα του εναγομένου και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων πενήντα ευρώ (750,00 €).

Κρίθηκε. αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια, συνεδρίαση στο ακροατήριό του. στην Αθήνα, χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοί τους δικηγόροι, την 31 Ιανουαρίου 2022.

 

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ   Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου