Πέμπτη 27 Ιουνίου 2019

Ο ρόλος των κινήτρων και των ευκαιριών στη δόμηση του προτύπου του ηλεκτρονικο-οικονομικού εγκλήματος [ΠΕΡΠΕΡΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ, Κοινωνιολόγος- Εκπαιδευτικός, ΜΔΕ Εγκληματολογίας, Διδάκτωρ του τμήματος Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου]



H ανάπτυξη της πληροφορικής από τη δεκαετία του ’80, η εξέλιξη των τηλεπικοινωνιών, η δημιουργία εθνικών και παγκοσμίων δικτύων, κατέστησε την πληροφορική τεχνολογία προσιτή, εκτός από τα προνομιούχα κοινωνικά στρώματα και στις ευρύτερες μάζες πληθυσμού (εκδημοκρατισμός του διαδικτύου) και δημιούργησε ευκαιρίες τέλεσης πληροφορικών εγκλημάτων όχι μόνο σε ειδικούς πληροφορικής, αλλά και σε απλούς χρήστες των τεχνολογιών και εργαζόμενους στο πλαίσιο της νόμιμης απασχόλησης τους. Ως εκ τούτου εμφανίζεται τα τελευταία χρόνια μια ιδιαίτερη μορφή οικονομικού εγκλήματος που προσδιορίζεται από τα μέσα τέλεσης ή και από το αντικείμενο της αξιόποινης πράξης που αποτελεί το ηλεκτρονικο-οικονομικό έγκλημα. Η επέμβαση τρίτου σε ηλεκτρονικό υπολογιστή που έχει ως αποτέλεσμα, εκτός των άλλων και την προσβολή οικονομικών έννομων αγαθών συνιστά το ηλεκτρονικο-οικονομικό έγκλημα.

Τέτοια εγκλήματα είναι οι διάφορες εμπορικές απάτες μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή και του ίντερνετ, η μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση, η βιομηχανική κατασκοπεία, οι πυραμίδες, οι επενδυτικές απάτες, η χειραγώγηση των τιμών μετοχών του χρηματιστηρίου[1], οι απάτες με πιστωτικές κάρτες, η παράνομη μεταφορά κεφαλαίων από ηλεκτρονικούς τραπεζικούς λογαριασμούς, οι παραβιάσεις πνευματικής ιδιοκτησίας, το ξέπλυμα μαύρου χρήματος στο διαδίκτυο κλπ.

Ο Ν. Κουράκης περιλαμβάνει το ηλεκτρονικό έγκλημα και το έγκλημα στο διαδίκτυο στο φάσμα του οικονομικού εγκλήματος ανάμεσα σε εγκλήματα όπως οι τελωνειακές απάτες, η φοροδιαφυγή, οι απάτες, οι απάτες στο χρηματιστήριο, η μόλυνση του περιβάλλοντος, το εμπόριο προσωπικών δεδομένων κλπ.[2]

Σύμφωνα με ειδικούς, που χρησιμοποιούν στρατηγικές πρόληψης του εγκλήματος στο πλαίσιο των προσεγγίσεων των «εγκληματικών ευκαιριών», για να τελεστεί ένα έγκλημα απαιτείται η συνέργια τριών παραγόντων.

 Το πρώτο στοιχείο είναι το κίνητρο, το τι ωθεί κάποιον σε τέλεση του εγκλήματος, παραβίαση κλπ. Το δεύτερο είναι τα διαθέσιμα μέσα, τα εργαλεία για την τέλεση και το τρίτο είναι η κατάλληλη ευκαιρία η οποία συνίσταται στην εύρεση του ελκυστικού στόχου που διαθέτει κάποιο κενό ασφαλείας, εγγύτητα στον δράστη, αξία, ευκολία απόκτησης, μεταφερσιμότητα.[3]

H διάπραξη των εγκλημάτων, εκτός από το κίνητρο του εγκληματία, διευκολύνεται και από τις ευκαιρίες που μπορεί να παρέχει ένα περιβάλλον. Πολλά από τα εγκλήματα, μεταξύ αυτών και τα μη βίαια οικονομικά και ηλεκτρονικά εγκλήματα, τελούνται λόγω της ύπαρξης των κατάλληλων ευκαιριών που παρουσιάζονται όταν ένας πρόθυμος δράστης με κίνητρο συναντήσει σε χώρο και χρόνο ένα κατάλληλο στόχο και αποφασίζει να τον «πλήξει» στο πλαίσιο των, κατά τα άλλα νόμιμων, συνηθισμένων δραστηριοτήτων της επαγγελματικής ή μη απασχόλησης του. Τα στοιχεία αυτά που είναι παρόντα και κατά την τέλεση του ηλεκτρονικο-οικονομικού εγκλήματος εξετάζονται παρακάτω.

Στο πλαίσιο αυτό ο σκοπός του παρόντος είναι η εξέταση του ρόλου των κινήτρων και των ευκαιριών για τη διαμόρφωση του εγκληματικού προτύπου του ηλεκτρονικο-οικονομικού εγκλήματος.

1. Θεωρητική προσέγγιση
Κατά τη δεκαετία του ’60 διατυπώθηκαν θεωρίες όπως αυτή «των ευκαιριών» (opportunity theory) από τους R. Cloward και L. Ohlin η οποία έχει ως βάση τις θεωρίες πίεσης (strain theory) που εμπνεύστηκε ο R. Merton από το έργο του E. Durkheim.[4]

Τη δεκαετία του ‘70 αναπτύχθηκαν νεοπαγείς θεωρίες, στο πλαίσιο της ευρύτερης περιβαλλοντικής εγκληματολογικής προσέγγισης, βασισμένες σε απλές παραδοχές που πηγάζουν από το παλιό σχήμα: «η ευκαιρία κάνει την κλέφτη»[5]. Οι θεωρίες αυτές αντλούν βάσεις τόσο από την κοινωνική ανταλλαγή[6], την ορθολογική επιλογή, όσο και από τις απόψεις της (πρώτης) οικολογικής σχολής του Σικάγου, από το διαφορικό συγχρωτισμό και το έγκλημα του λευκού περιλαιμίου που ανέπτυξε ο Sutherland, από την αρχική θεωρία των εγκληματικών ευκαιριών των Cloward και Ohlin και την «ανθρώπινη οικολογία» του Amos Hawley.[7] Ανασύρθηκαν θεωρίες, όπως του Beccaria για την «ελεύθερη βούληση και επιλογή» ή ο ωφελιμισμός του Bentham, οι οποίες συνδυάστηκαν και δομήθηκαν οι πιο σύγχρονες θεωρητικές προσεγγίσεις που χρησιμεύουν και για την προσέγγιση των οικονομικών και ηλεκτρονικών εγκλημάτων.

Αυτές οι νέες προσεγγίσεις είναι:

Η θεωρία της ορθολογικής επιλογής (Rational Choice Theory) των Cornish και Clarke, που αντλεί περιεχόμενο από τις απόψεις του Beccaria, θεωρεί ότι το έγκλημα αποτελεί αποτέλεσμα εσκεμμένων αποφάσεων που λαμβάνουν οι δράστες με βάση υπολογισμούς που κάνουν σταθμίζοντας τα αναμενόμενα οφέλη (σε χρήμα, κύρος, θέση, ικανοποίηση) με το κόστος δηλαδή τους πιθανούς κινδύνους σύλληψης ή καταδίκης.[8]
Η θεωρία των καθημερινών δραστηριοτήτων των Cohen και Felson πιστεύει ότι η ευκαιριακή δομή της εγκληματικής δραστηριότητας συντίθεται στη βάση της συνύπαρξης τριών παραγόντων: α) ενός δράστη με κίνητρο, β) ενός κατάλληλου και διαθέσιμου στόχου – θύματος και γ) της απουσία ικανής φύλαξης του στόχου. Η τροποποίηση ενός ή περισσότερων από αυτά τα στοιχεία – παράγοντες οδηγούν στην αλλαγή της εγκληματικής ευκαιρίας και των πιθανοτήτων θυματοποίησης.[9]
Η θεωρία των εγκληματικών προτύπων» (ή «περιβαλλοντική εγκληματολογία») των Brantingham & Brantingham. Σύμφωνα με τη θεωρία των εγκληματικών προτύπων (crime pattern) το εγκληματικό πρότυπο διαμορφώνεται στη βάση των περιβαλλοντικών συνθηκών που οι δράστες συναντούν κατά τη διάρκεια των καθημερινών τους δραστηριοτήτων. Οι περιβαλλοντικές αυτές συνθήκες περιλαμβάνουν τους κόμβους, τα μονοπάτια και τα όρια των περιοχών μεταξύ των οποίων κινούνται καθημερινά οι δράστες.[10]
Οι ευκαιρίες για τη διάπραξη εγκλήματος, οι περιστασιακές και περιβαλλοντικές συνθήκες λαμβάνουν κεντρική θέση στις εγκληματολογικές μελέτες και εξετάζονται πλέον ως αιτιώδεις παράγοντες για κάθε μορφή εγκλήματος, ακόμα και για τα οικονομικά και τα ψηφιακά. Η μετακίνηση του ενδιαφέροντος από τις κοινωνικο-οικονομικές δομές προς τις περιβαλλοντικές και ευκαιριακές, από την προσωπικότητα του δράστη προς το γεγονός και όχι τα βαθύτερα αίτιά του, επέτρεψε την κατανόηση του πώς και του γιατί τα εγκλήματα διαφοροποιούνται στο χώρο και το χρόνο, γιατί τα εγκλήματα δεν κατανέμονται ομοιόμορφα μεταξύ όλων των γεωγραφικών περιοχών αλλά συγκεκριμένα εγκλήματα δείχνουν προτίμηση σε συγκεκριμένους χώρους και χρόνους. Η διαφοροποίηση αυτή των εγκλημάτων στο χώρο και το χρόνο δεν οφείλεται τόσο στη διαφορετική διαθεσιμότητα πιθανών δραστών αλλά κυρίως στην ύπαρξη διαφορετικών κατάλληλων ευκαιριών στους δράστες που διαμορφώνουν την «ευκαιριακή δομή» της κάθε – εγκληματικής – δραστηριότητας. Η προσέγγιση αυτή μας επιτρέπει και τον αποτελεσματικότερο σχεδιασμό της αποτροπής, μέσω της αλλαγής των ευκαιριακών δομών του εγκλήματος, όχι μόνο των παραδοσιακών εγκλημάτων «δρόμου» αλλά και αυτών του λευκού περιλαιμίου, των οικονομικών ή των άλλων μη βίαιων εγκλημάτων.[11]

Η βασική διαφορά των νέων θεωριών των «εγκληματικών ευκαιριών» από την αρχική των Cloward and Ohlin, όπως επισημαίνει ο Cook, είναι ότι οι νέες εμπλέκουν την οικονομική θεωρία και την ορθολογική επιλογή στη διαδικασία λήψης της απόφασης και τον τρόπο αλληλεπίδρασης πιθανών δραστών και θυμάτων, ενώ η αρχική θεωρία δίνει έμφαση στη διαδικασία της κοινωνικής μάθησης. Για τους Cloward & Ohlin η επίδραση των εγκληματικών ευκαιριών στην συμπεριφορά είναι έμμεση μέσω του συγχρωτισμού με την παραβατική υποκουλτούρα.[12]

Οι βασικές αρχές των νεότερων θεωριών, που εστιάζουν στο ρόλο των «εγκληματικών ευκαιριών», συνοψίζονται από τους Felson και Clarke ως εξής:

Οι εγκληματικές ευκαιρίες παίζουν ρόλο στη δημιουργία κάθε είδους εγκλήματος.
Οι εγκληματικές ευκαιρίες είναι εξειδικευμένες.
Οι εγκληματικές ευκαιρίες είναι συγκεντρωμένες και όχι τυχαία διασκορπισμένες στο χώρο και το χρόνο.
Οι εγκληματικές ευκαιρίες εξαρτώνται από τις καθημερινές δραστηριότητες ρουτίνας.
Το ένα έγκλημα μπορεί να δημιουργεί τις ευκαιρίες για ένα άλλο.
Μερικά αντικείμενα (στόχοι) είναι πιο ελκυστικά κατά τη δημιουργία ευκαιριών.
Οι εγκληματικές ευκαιρίες δημιουργούνται και από τις κοινωνικές και τεχνολογικές αλλαγές.
Το έγκλημα μπορεί να περιοριστεί αν περιορίσουμε τις παρεχόμενες ευκαιρίες.
Με τον περιορισμό των ευκαιριών μέσω άσκησης προληπτικής πολιτικής συνήθως δεν μετατοπίζεται η εγκληματική δραστηριότητα σε άλλο μέρος.
Ο περιορισμός των ευκαιριών σε ένα μέρος επιτυγχάνει και τη μείωση των δεικτών εγκληματικότητας στην ευρύτερη κοινότητα ή κοινωνία.[13]
2. Ο ρόλος των κινήτρων για τη διάπραξη ηλεκτρονικό – οικονομικού εγκλήματος

4.1.

Κίνητρο είναι η διαδικασία που ενεργοποιεί, ωθεί το άτομο σε δράση. Οι άνθρωποι δρουν για να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους, αυτό αποτελεί και το κίνητρο της δράσης. Ως εκ τούτου είναι άρρηκτη η σχέση μεταξύ των αναγκών ή των επιθυμιών του ατόμου και του κινήτρου που παρακινεί τη συμπεριφορά τους.

Ο Abraham Maslow με τη θεωρία των αναγκών τόνισε τη σημασία των κινήτρων για την παρακίνηση των ατόμων σε κάποια δράση. Η ικανοποίηση των αναγκών αποτελεί τη βασική παραδοχή πάνω στην οποία στηρίζεται η θεωρία του Maslow. Όσο περισσότερο όμως ικανοποιούνται οι ανάγκες τόσο μικρότερο είναι το κίνητρο για δράση. Όταν ικανοποιηθεί πλήρως μια ανάγκη παύει πλέον να αποτελεί κίνητρο και κάποια άλλη ανάγκη παίρνει τη θέση της.[14]

Σύμφωνα με τον Maslow οι ανάγκες που κινητοποιούν τον άνθρωπο σε δράση ιεραρχούνται και ταξινομούνται σε:

Τρίτη 18 Ιουνίου 2019

ΑρΠάγος (Β2) 188/19 : Αξιώσεις κατά Δημοσίου - Τοκοφορία - Δημόσιο συμφέρον


ΑρΠάγος (Β2) 188/19 : Αξιώσεις κατά Δημοσίου - Τοκοφορία - Δημόσιο συμφέρον.  Η ρύθμιση  με την οποία, επί υπερημερίας, αναγνωρίζεται στα ΝΠΔΔ το δικαίωμα να καταβάλλουν, με την ιδιότητα του οφειλέτη, ποσοστό τόκου 6% ετησίως, ήτοι μικρότερο εκείνου που έχουν υποχρέωση να καταβάλλουν οι ιδιώτες ως οφειλέτες, εισάγει επιτρεπτή εξαίρεση υπέρ των ΝΠΔΔ, και δεν βρίσκεται σε αντίθεση ούτε προς τις αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις του Συντάγματος, ούτε προς αυτές του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που προστατεύει την περιουσία παντός προσώπου. Και τούτο, διότι η προστασία της περιουσίας του ΝΠΔΔ είναι αναγκαία προκειμένου αυτό να παραμένει σε θέση να εκπληρώνει, απρόσκοπτα, τους προέχοντες καταστατικούς σκοπούς του και να εξυπηρετεί το γενικότερο δημόσιο ή κοινωνικό συμφέρον. Αναιρεί ως προς τόκους.


Αριθμός 188/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ)", που εκπροσωπείται νόμιμα από το διάδοχό του - καθού η κλήση: Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής (1η Δ.Υ.Πε Αττικής)", το οποίο εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ΣΜ, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. 
Της αναιρεσίβλητης - καλούσας: Π. - Ά. Κ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ΝΓ, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/12/2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1754/2003 μη οριστική, 431/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8785/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον ΙΚΑ - ΕΤΑΜ με την από 29/5/2007 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 2026/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να συμπληρωθεί από τον εισηγητή έκθεση αναφορικά με το παραδεκτό και τη βασιμότητα του δεύτερου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Με την από 31/5/2018 κλήση της καλούσας η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Τζανάκης ανέγνωσε την από 27/8/2018 συμπληρωματική έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 29.05.2007 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 8785/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (4ου Τμήματος), που εκδόθηκε κατόπιν έφεσης κατά της 431/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη απόφαση, αφού έγινε δεκτή η έφεση και εξαφανίστηκε η εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, αντιμωλία των διαδίκων, ως άνω απόφαση του Πρωτοδικείου , έγινε στη συνέχεια δεκτή κατ' ουσίαν η αγωγή κατά ένα μέρος και αναγνωρίσθηκε ότι το αναιρεσείον υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναψεσίβλητη εντόκως το ποσό των δύο χιλιάδων επτά ευρώ και τριάντα τριών λεπτών (2.007,33) Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 147 παρ. 7 και 144 παρ. 1 Κ.Πολ.Α, Ν. 3918/2011 και άρθρα 2 και 21 παρ.9 του Ν. 4238/2014). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει, μετά την έκδοση της 2026/2017 απόφασης του Δικαστηρίου αυτού, με njv οποία ερευνήθηκε μόνον ο πρώτος λόγος αναίρεσης, να ερευνηθεί αυτή ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του δευτέρου λόγου της (άρθρ. 577§3 Κ.ΠολΔ).
Όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), η αναιρεσίβλητη με την από 31.12.2001 αγωγή της (την οποία άσκησε μαζί με άλλους 23 συναδέλφους της, ιατρούς συνδεομένους με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ιδιωτικού δικαίου) ισχυρίσθηκε ότι κατά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ δεν κατέβαλε σ' αυτήν τα οικογενειακά επιδόματα (γάμου και τέκνων) κατά το από 1.1.1998 μέχρι 31.12.2001 χρονικό διάστημα. Ενόψει αυτού, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι αυτό οφείλει να της καταβάλει για την ανωτέρω αιτία τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, με το νόμιμο τόκο από τότε που αυτά έχουν καταστεί απαιτητά, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 431/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως προς αυτήν. Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 8785/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (4° Τμήμα) με την οποία, αφού έγινε δεκτή η έφεση και εξαφανίστηκε η πρωτοβάθμια απόφαση ως προς την ως άνω ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, έγινε δεκτή η αγωγή της και αναγνωρίσθηκε ότι το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει σ' αυτήν (ενάγουσα) το ποσό των 2.007,33 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη του τέλους κάθε μήνα του αναφερομένου στο σκεπτικό χρονικού διαστήματος, που ήταν καταβλητέα κάθε επί μέρους παροχή. Επί της ως άνω ασκηθείσης αναιρέσεως, το Δικαστήριο αυτό με την 2026/2017 απόφασή του έκρινε ότι και επί αναγνωριστικής αγωγής οφείλονται τόκοι υπερημερίας και κατ' ακολουθία το Εφετείο Αθηνών, κατ' ορθή εφαρμογή του νόμου, επιδίκασε τόκους επί του παραπάνω αναφερομένου ποσού, το οποίο αναγνώρισε ότι οφείλεται στην αναιρεσίβλητη και συνεπώς ο πρώτος λόγος της ένδικης αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ.Ια ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον παραπονέθηκε για την αναγνώριση σε βάρος του τόκων υπερημερίας, είναι αβάσιμος και απέρριψε αυτόν. Περαιτέρω, το Δικαστήριο αυτό με την ως άνω απόφασή του (2026/2017) για τους λόγους που εκτίθενται σ' αυτή, διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως αυτής, προκειμένου, κατά την επαναληπτική συζήτηση αυτής, που θα οριζόταν με επιμέλεια των διαδίκων, να έχει συμπληρωθεί από τον Εισηγητή Αρεοπαγίτη η έκθεσή του αναφορικά με το παραδεκτό και την βασιμότητα τον δευτέρου λόγου της ως άνω από 29 Μαίου 2017 αιτήσεως περί αναιρέσεως.

Πέμπτη 6 Ιουνίου 2019

ΣτΕ (Β') 732/19 : Δίκη ''πιλότος'' - Επίλυση ζητημάτων γενικότερου ενδιαφέροντος - Εκπρόθεσμη δήλωση φορολογίας εισοδήματος - Πότε παραγράφεται το δικαίωμα επιβολής φόρου του Δημοσίου



ΣτΕ (Β') 732/19 : Δίκη ''πιλότος'' - Επίλυση ζητημάτων γενικότερου ενδιαφέροντος - Εκπρόθεσμη δήλωση φορολογίας εισοδήματος - Πότε παραγράφεται το δικαίωμα επιβολής φόρου του Δημοσίου. Ειδικότερα, σε περίπτωση εκπρόθεσμης υποβολής δηλώσεως εντός της κατ' άρθρον 84 παρ. 1 του ν. 2238/1994 προθεσμίας πενταετούς παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου να επιβάλει τον οικείο φόρο ισχύει κατ' αρχήν η προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή (84 παρ. 1) πενταετής προθεσμία παραγραφής από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο λήγει η προθεσμία για την επίδοση της δήλωσης. Σε περίπτωση, όμως, που η εκπρόθεσμη δήλωση υποβληθεί κατά το τελευταίο έτος της ως άνω πενταετούς προθεσμίας παραγραφής, τότε το δικαίωμα του Δημοσίου να κοινοποιήσει το φύλλο ελέγχου παραγράφεται μετά την πάροδο τριετίας από τη λήξη του έτους υποβολής της εκπρόθεσμης δήλωσης.  Σε περίπτωση δε, εκπρόθεσμης υποβολής δηλώσεως μετά την πάροδο της προθεσμίας πενταετούς παραγραφής, το δικαίωμα του Δημοσίου για κοινοποίηση φύλλου ελέγχου παραγράφεται κατ' αρχήν μετά την πάροδο τριετίας από τη λήξη του έτους υποβολής της εκπρόθεσμης δήλωσης, με ανώτατο, ωστόσο, χρονικό όριο παραγραφής την προθεσμία των δεκαπέντε ετών από τη λήξη της προθεσμίας για την επίδοση της δήλωσης. Εν προκειμένω, δικάζει την προσφυγή κατά το μέρος που αφορά στα οικονομικά έτη 2007 και 2008 και παραπέμπει την υπό κρίση προσφυγή στο ΔιοικΕφΑθηνών για το οικονομικό έτος 2012 - Δεκτή εν μέρει  η προσφυγή.

Αριθμός 732/2019
TO ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Β'

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 5 Δεκεμβρίου 2018, με την εξής σύνθεση: Ε. Σάρπ, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β' Τμήματος, Σ. Βιτάλη, Κ. Νικολάου, Α. Γαλενιανού-Χαλκιαδάκη, Αγ. Σδράκα, Σύμβουλοι, Μ. Σκανδάλη, Α. Φοβάκης, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Ζυγουρίτσα.
Για να δικάσει την από 22 Ιουνίου 2018 αίτηση:
του ..., κατοίκου Γλυφάδας Αττικής (οδός ...), ο οποίος παρέστη με τους δικηγόρους: α) Σ Π (A.M. ... Δ.Σ. Πειραιά) και β) Ε Μ (A.M. ...), που τους διόρισε με πληρεξούσιο,
κατά της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, η οποία παρέστη με τον Χ Κ, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
Στη δίκη παρεμβαίνουν οι : Α. 1) ..., κατοίκου Κηφισιάς Αττικής (οδός ...), ο οποίος παρέστη με τις δικηγόρους: α) Α Μ (A.M. ...) και β) Κ Κ (A.M. ...), που τις διόρισε με πληρεξούσιο και 2) ..., κατοίκου Κηφισιάς Αττικής (οδός ...), η οποία δεν παρέστη και Β. 1) ... και 2) ..., κατοίκων Βούλας Αττικής (οδός ...), οι οποίοι παρέστησαν με τον δικηγόρο Ε Μ (A.M. ....), που τον διόρισαν με πληρεξούσιο.
Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει να ακυρωθούν: 1) η τεκμαιρόμενη σιωπηρή απόρριψη του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων επί της με αριθμ. Πρωτ. .../25.1.2018 ενδικοφανούς προσφυγής του, 2) η υπ' αριθμ. .../29.12.2017 οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος οικ. έτους 2007, 3) η υπ' αριθμ. .../29.12.2017 οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος οικ. έτους 2008, 4) η υπ' αριθμ. .../29.12.2017 οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού έκτακτης οικονομικής εισφοράς άρθρου 18 του Ν. 3758/2009 οικ. έτους 2008, 5) η υπ' αριθμ. .../29.12.2017 οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος οικ. έτους 2012 και 6) η υπ' αριθμ. .../29.12.2017 οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης Ν. 3986/2011 οικ. έτους 2012 του Προϊσταμένου του Κέντρου Ελέγχου Φορολογουμένων Μεγάλου Πλούτου (Κ.Ε.ΦΟ.ΜΕ.Π.).
Η πιο πάνω προσφυγή εισάγεται στο Β' Τμήμα του Δικαστηρίου κατόπιν της από 11 Οκτωβρίου 2018 πράξεως της Επιτροπής του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3900/2010.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Μ. Σκανδάλη.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τους πληρεξούσιους του προσφεύγοντος, οι οποίοι ανέπτυξαν και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους προσφυγής και ζήτησαν να γίνει δεκτή η προσφυγή, τους πληρεξούσιους των παρεμβαινόντων που παρέστησαν, οι οποίοι ζήτησαν να γίνουν δεκτές οι παρεμβάσεις και τον εκπρόσωπο της καθ' ης Αρχής, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά τον Νόμο
1. Επειδή, η υπό κρίση προσφυγή, που ασκήθηκε ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και για την οποία καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο ύψους 3.000 ευρώ (ηλεκτρονικό παράβολο με κωδικούς πληρωμής .../21.6.2018), εισάγεται στο Συμβούλιο της Επικρατείας, κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010, κατόπιν της .../11.10.2018 πράξεως της οικείας Επιτροπής, η οποία δημοσιεύθηκε στις εφημερίδες «ΤΑ ΝΕΑ» στις 17.11.2018 και «ΕΣΤΙΑ» στις 18.11.2018. Η υπόθεση εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον της επταμελούς συνθέσεως του Β' Τμήματος λόγω σπουδαιότητας, σύμφωνα με την από 31.10.2018 πράξη της Προέδρου του.

Τρίτη 30 Απριλίου 2019

ΕφΠειρ 19/19 : Έννοια και φύση της σύμβασης διαχείρισης πλοίου. Η έννοια του όρου της διαχειρίσεως πλοίου είναι νομική και υποδηλώνει ενέργεια του διαχειριστή υπό την ιδιότητα του αμέσου αντιπροσώπου του εκμεταλλευόμενου το πλοίο



ΕφΠειρ 19/19 : Έννοια και φύση της σύμβασης διαχείρισης πλοίου.  Η έννοια του όρου της διαχειρίσεως πλοίου είναι νομική και υποδηλώνει ενέργεια του διαχειριστή υπό την ιδιότητα του αμέσου αντιπροσώπου του εκμεταλλευόμενου το πλοίο. Εάν αγωγή τρίτου με αίτημα την εκπλήρωση συμβατικού χρέους στραφεί εναντίον του συμβληθέντος με τον ενάγοντα, χωρίς μνεία της ιδιότητας του εναγομένου ως διαχειριστή του πλοίου, ο τελευταίος δύναται, αμυνόμενος κατά του αγωγικού ισχυρισμού ότι ανέλαβε ατομικά τη συμβατική υποχρέωση, να προβάλει ως ένσταση καταλυτική της αγωγής τον ισχυρισμό ότι δεν κατέστη ο ίδιος υποκείμενο της επίδικης έννομης σχέσης, επειδή η παραγωγική της επίδικης απαιτήσεως δικαιοπραξία συνήφθη μεν από αυτόν, ενεργούντα όμως στο όνομα και για λογαριασμό του εκμεταλλευόμενου το πλοίο και, αν τον αποδείξει, να επιτύχει την απόρριψη της αγωγής ως αβάσιμης. Εν προκειμένω λοιπόν, η αγωγή θα απορριφθεί αυτεπαγγέλτως ως παθητικά ανομιμοποίητη, επειδή υπό τα εκτιθέμενα στο δικόγραφό της ο εναγόμενος δεν υπέχει ατομική ευθύνη προς εκπλήρωση της υποχρέωσης από την επίδικη σύμβαση. Δέχεται την έφεση.


ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΑΡΙΘΜΟΣ 19/2019

Πρόεδρος: Α. Αναστασίου

[...] Στο πεδίο των ναυτικών εμπορικών συναλλαγών, ειδικότερα, περίπτωση άμεσης αντιπροσωπείας συνιστά η σύμβαση που συνάπτει με τρίτον ο διαχειριστής του πλοίου (συνηθέστατα κεφαλαιουχική εταιρία), ο οποίος έχει αναλάβει με συμφωνία με τον πλοιοκτήτη ή τον εφοπλιστή την επ’ αμοιβή διοίκηση της επιχείρησης του πλοίου, δηλαδή την παροχή υπηρεσιών σχετικών με τη διαχείριση της εκμετάλλευσής του από άποψη τεχνική (δηλαδή ως προς τη μέριμνα για τη συντήρηση, τον εξοπλισμό και την επάνδρωση του πλοίου) ή/και εμπορική (δηλαδή ως προς την επιμέλεια της εκναύλωσης, της είσπραξης των ναύλων, της πληρωμής των εξόδων, της συναγωγής των οικονομικών αποτελεσμάτων και της εν γένει διεκπεραίωσης όλων των υποθέσεων που σχετίζονται με το πλοίο). Ο διαχειριστής δεν μετέχει στον επιχειρηματικό κίνδυνο της πλοιοκτησίας ή του εφοπλισμού ούτε αποβλέπει σε άμεσο οικονομικό όφελος από την εκμετάλλευση του πλοίου (Π. Αβραμέας, Όρια της ελευθερίας των μερών στις συμβάσεις διαχείρισης πλοίων, σε εκμετάλλευση του πλοίου και συμβατική ελευθερία – Πρακτικά και Εισηγήσεις 2ου Διεθνούς Συνεδρίου Ναυτικού Δικαίου 1995, έκδοση ΔΣΠ, 1995, σελ. 299 επ. [302]), αφού η έννομη σχέση που τον συνδέει με τον πλοιοκτήτη ή τον εφοπλιστή αποτελεί μίσθωση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, στην οποία εφαρμόζονται συμπληρωματικά και οι περί εντολής διατάξεις των άρθρων 713 επ. ΑΚ (ΤρΕφΠειρ 497/2013 ΔΕΕ 2013, 824 = ΕΝΔ 2013, 110 = ΕΕμπΔ 2013, 950, ΜΕφΠειρ 195/2015 ΔΕΕ 2015, 718, ενώ για τη νομική φύση της σύμβασης διαχείρισης γενικότερα βλ. Λ. Αθανασίου, Η σύμβαση διαχείρισης εταιρίας, σε ΕλλΔνη 2004, 973 επ. [979], Στ. Γεωργιάδη, Η σύμβαση διοίκησης και διαχείρισης επιχείρησης [management agreement], σε ΧρΙΔ 2003, 603 επ. [606]). Για το λόγο αυτό ο διαχειριστής του πλοίου που συναλλάσσεται με τρίτους για υποθέσεις του πλοίου ενεργεί καταρχήν στο όνομα και για λογαριασμό του εκμεταλλευόμενου αυτό πλοιοκτήτη ή εφοπλιστή, του οποίου είναι άμεσος αντιπρόσωπος, με συνέπεια τα έννομα αποτελέσματα κάθε Δικαιοπραξίας που επιχειρεί στα πλαίσια της συμβατικής προς αυτόν υποχρεώσεώς του και εντός των ορίων της εξουσίας που του παραχωρήθηκε με τη σύμβαση διαχείρισης να επέρχονται ευθέως και αμέσως στο πρόσωπο του πλοιοκτήτη ή του εφοπλιστή (ΜΕφΠειρ 360/2017 Nomos, ΜΕφΠειρ 63/2013 ΕΝΔ 2013, 114 = ΕλλΔνη 2014, 181, Α. Κιάντου – Παμπούκη, Ναυτικό Δίκαιο, τόμος Ι, 2003, παρ. 28 IV 1 Β, σελ. 137-138, παρ. 82 ΙΙ, σελ. 365 – 367, Αχ. Μπεχλιβάνης, παρατηρήσεις υπό της ΕφΠειρ. 468/2011, ό.π. [1292], Α. Αντάπασης, Εκμετάλλευση του πλοίου από τρίτο και προστασία των ναυτικών δανειστών, σε Η προστασία των ναυτικών δανειστών – Πρακτικά και Εισηγήσεις 1ου Διεθνούς Συνεδρίου Ναυτικού Δικαίου 1992, έκδοση ΔΣΠ, 1994, σελ. 437 επ. [448]). Ενεχόμενος, επομένως, για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που γεννώνται από τη συναλλακτική δραστηριότητα του διαχειριστή του πλοίου δεν είναι ο ίδιος αλλά ο εκμεταλλευόμενος το πλοίο (ΤρΕφΠειρ 262/2012 ΕΝΔ 2012, 269 = ΕΕμπΔ 2013, 411, ΜΕφΠειρ 110/2014 Nomos). Και μόνον όταν είτε δεν δηλώνει ρητώς ότι ενεργεί για τον πλοιοκτήτη ή τον εφοπλιστή ούτε συνάγεται από τις περιστάσεις ότι επιχειρεί τη σχετική δικαιοπραξία για λογαριασμό τους είτε η δικαιοπραξία υπερβαίνει τα όρια της εξουσίας του υπέχει ατομική ευθύνη προς εκπλήρωση ο διαχειριστής, σύμφωνα με την αρχή του εμφανούς (ΑΠ 1988/2014 ΕΕμπΔ 2016, 139, ΑΠ 689/2013 ΕΝΔ 2013, 183 = ΧρΙΔ 2013, 688 = Ε7 2014/424 = ΕΕμπΔ 2013, 946 = ΔΕΕ 2014, 65, ΤρΕφΠειρ 762/2013 ΕΝΔ 2013, 190 = ΕΕμπΔ 2014, 173, ΜΕφΠειρ 660/2015, ΜΕφΠειρ 362/2013, αμφότερες σε Nomos). Σε κάθε άλλη περίπτωση, οι δανειστές από τη δράση του διαχειριστή μπορούν να στραφούν κατά του εκμεταλλευόμενου το πλοίο, πλοιοκτήτη ή εφοπλιστή και να αξιώσουν από αυτόν την εκτέλεση της σχετικής συμβάσεως ή την καταβολή αποζημιώσεως για τη μη εκπλήρωσή της, δε δικαιούνται, όμως, να ζητήσουν ικανοποίηση της απαιτήσεώς τους από το διαχειριστή (Α. Αντάπασης, ό.π., σελ. 449), του οποίου, άλλωστε, παράλληλη και αλληλέγγυα ευθύνη ιδρύεται νομοθετικά μόνον κατ’ εξαίρεση, όταν η εξομοίωσή του προς τον εκμεταλλευόμενο το πλοίο επιβάλλεται από λόγους προστασίας του οικείου εννόμου αγαθού (όπως συμβαίνει με το άρθρο 12 παρ. 1 εδ. β’ του Ν 743/1977 «Περί προστασίας του θαλασσίου περιβάλλοντος και ρυθμίσεως συναφών θεμάτων» [ΦΕΚ Α’ 319/17.10.1977], όπως ισχύει) ή πρόνοιας είτε υπέρ συγκεκριμένου ιδιώτη αντισυμβαλλομένου (όπως συμβαίνει με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν 762/1978 «Περί αστικής ευθύνης του ως αντιπροσώπου του εργοδότου συνάπτοντος εν Ελλάδι σύμβασιν εργασίας μετά ναυτικού» [ΦΕΚ Α’ 45/30.3.1978]) είτε της δημόσιας περιουσίας (όπως συμβαίνει με το άρθρο 4 παρ. 2 του Ν 27/1975 «Περί φορολογίας πλοίων» [ΦΕΚ Α’ 77/22.4.1975 και άλλες παρεμφερείς εξαιρετικές διατάξεις, περί των οποίων βλ. Α. Αντάπαση, ό.π., σελ. 452).

Τετάρτη 3 Απριλίου 2019

Οδηγίες για την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων με σκοπό την πολιτική επικοινωνία από την Αρχή Προστασίας Δεδομένων



Τους κανόνες για τη σύννομη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων ενόψει προεκλογικής περιόδου  έθεσε η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα.
Με τις οδηγίες της η ανεξάρτητη Αρχή ανοίγει ομπρέλα προστασίας στα στα προσωπικά δεδομένα των πολιτών, έναντι της πολιτικής επικοινωνίας κάθε μορφής, ενώ παράλληλα καταγράφει το πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να κινηθούν οι υποψήφιοι πολιτικοί (ευρωβουλευτές, βουλευτές, νομάρχες, κ.λπ.) στο τομέα της επικοινωνίας. Με το κείμενο αυτό επιχειρείται η επικαιροποίηση των ρυθμίσεων της Οδηγίας 1/2010, λαμβάνοντας υπόψη τις τροποποιήσεις στο άρθρο 11 του ν. 3471/2006, οι οποίες επήλθαν με το ν. 3917/2011, τις νέες τεχνολογικές εξελίξεις και κυρίως την ισχύ πλέον του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων.


-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Κατευθυντήριες οδηγίες σχετικά με την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων με σκοπό την επικοινωνία πολιτικού χαρακτήρα

1. Γενικές αρχές

Πολιτική είναι η επικοινωνία που πραγματοποιείται για την προώθηση πολιτικών ιδεών, προγραμμάτων δράσης ή άλλων δραστηριοτήτων με σκοπό την υποστήριξή τους και τη διαμόρφωση πολιτικής συμπεριφοράς. Η πολιτική επικοινωνία μπορεί να πραγματοποιείται με ποικίλους τρόπους, όπως η άμεση παρουσίαση των πολιτικών ιδεών ή η συμπερίληψή τους σε ενημερωτικό δελτίο, η πρόσκληση ανάγνωσής τους σε ιστοσελίδα ή η πρόσκληση συμμετοχής σε κάποια εκδήλωση ή δραστηριότητα.
Η πολιτική επικοινωνία ενδιαφέρει από την άποψη της προστασίας των προσωπικών δεδομένων, εφόσον οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται προϋποθέτουν επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, όπως ονοματεπωνύμων, ταχυδρομικών διευθύνσεων, τηλεφωνικών αριθμών, διευθύνσεων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.
Πραγματοποιείται σε οποιαδήποτε χρονική περίοδο, προεκλογική ή μη, από πολιτικά κόμματα, βουλευτές, ευρωβουλευτές, παρατάξεις και κατόχους αιρετών θέσεων στην τοπική αυτοδιοίκηση ή υποψηφίους στις βουλευτικές εκλογές, τις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και τις εκλογές τοπικής αυτοδιοίκησης.
Τα πρόσωπα αυτά καθίστανται υπεύθυνοι επεξεργασίας, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679, άρθρο 4, παρ. 7) εφόσον ορίζουν το σκοπό και τον τρόπο της επεξεργασίας.
Για παράδειγμα, όταν ο βουλευτής ή ο υποψήφιος βουλευτής λαμβάνει δεδομένα από το πολιτικό κόμμα και τα επεξεργάζεται για προσωπική του πολιτική επικοινωνία, καθίσταται και αυτός υπεύθυνος επεξεργασίας. Με την ιδιότητα αυτή πρέπει να είναι σε θέση να αποδεικνύουν την τήρηση των υποχρεώσεών τους και των κανόνων επεξεργασίας.
Στις περιπτώσεις που μέρος της επεξεργασίας ανατίθεται σε εκτελούντα την επεξεργασία, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679, (άρθρο 4, παρ. 8), π.χ. στην εταιρεία που αναλαμβάνει την αποστολή των επιστολών ή των ηλεκτρονικών μηνυμάτων SMS, ο εκτελών έχει επίσης τις προβλεπόμενες από τον Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 υποχρεώσεις.
Σημειώνεται ότι το παρόν κείμενο κατευθυντήριων οδηγιών δεν αφορά την επικοινωνία που πραγματοποιείται από άλλους κοινωνικούς ή επαγγελματικούς φορείς, όπως είναι τα επιμελητήρια, οι σύλλογοι επαγγελματιών και οι συνδικαλιστικές ενώσεις.

2. Πολιτική επικοινωνία μέσω τηλεφωνικών κλήσεων με ανθρώπινη παρέμβαση

Η πολιτική επικοινωνία μέσω τηλεφωνικών κλήσεων με ανθρώπινη παρέμβαση επιτρέπεται με συγκατάθεση των υποκειμένων (άρθρο 6, παρ. 1 α) του ΓΚΠΔ) για την επεξεργασία δεδομένων τους για το συγκεκριμένο σκοπό. Βλέπε σχετικά κατωτέρω κεφάλαιο 5 «Συγκατάθεση υποκειμένου για πολιτική επικοινωνία».
Οι τηλεφωνικές κλήσεις πολιτικού περιεχομένου με ανθρώπινη παρέμβαση που πραγματοποιούνται μέσω δημοσίων δικτύων επικοινωνιών επιτρέπονται και χωρίς συγκατάθεση του υποκειμένου, εκτός αν ο καλούμενος έχει προηγουμένως δηλώσει ότι δεν επιθυμεί να δέχεται τέτοιες κλήσεις (σύστημα «opt-out»), σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 3471/2006, όπως ισχύει.
Οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 3471/2006, όπως ισχύει, πρέπει να συντρέχουν ώστε να προκύπτει ότι η επεξεργασία είναι απαραίτητη για τους σκοπούς των έννομων συμφερόντων που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας, βάσει του άρθρου 6 παρ. στ’ του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 και για την πολιτική επικοινωνία μέσω τηλεφωνικών κλήσεων με ανθρώπινη παρέμβαση που πραγματοποιούνται μέσω υπηρεσιών «της κοινωνίας των πληροφοριών»1  π.χ Viber, Whatsapp, Skype, FaceΤime, κτλ. όταν οι κλήσεις πραγματοποιούνται σε τηλεφωνικούς αριθμούς που ανήκουν σε συνδρομητές του δημοσίου δικτύου επικοινωνιών.
Σύμφωνα με το σύστημα «opt-out», τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα μπορούν να απευθύνουν τις αντιρρήσεις τους, όσον αφορά την επεξεργασία των δεδομένων τους, είτε ειδικά, απευθείας στον υπεύθυνο επεξεργασίας, είτε γενικά, μέσω της εγγραφής τους στον ειδικό κατάλογο συνδρομητών του εκάστοτε παρόχου τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών (σταθερής και κινητής τηλεφωνίας, (άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 3471/2006, όπως ισχύει). Ο συνδρομητής μπορεί να δηλώσει ατελώς στον δικό του πάροχο ότι δεν επιθυμεί να λαμβάνει τηλεφωνήματα για απευθείας εμπορική προώθηση. Ο κάθε πάροχος υποχρεούται να τηρεί δημόσιο μητρώο με αυτές τις δηλώσεις (μητρώο «opt-out»), στο οποίο έχει πρόσβαση όποιος ενδιαφέρεται να το χρησιμοποιήσει για πολιτική επικοινωνία.
Για την πολιτική επικοινωνία μέσω τηλεφωνικών κλήσεων με ανθρώπινη παρέμβαση οι υπεύθυνοι επεξεργασίας πρέπει να λαμβάνουν από όλους τους παρόχους επικαιροποιημένα αντίγραφα των μητρώων του άρθρου 11 του ν. 3471/2006 και να εξασφαλίζουν ότι έχουν διαθέσιμες τις δηλώσεις των συνδρομητών που έχουν πραγματοποιηθεί έως τριάντα ημέρες πριν από την πραγματοποίηση της τηλεφωνικής κλήσης.

2.1 Ειδικές προϋποθέσεις για άσκηση δικαιωμάτων

Κατά τη διενέργεια μιας τηλεφωνικής κλήσης ο καλών πρέπει να ενημερώνει για την ταυτότητά του υπευθύνου και την ταυτότητα εκτελούντα όταν η κλήση πραγματοποιείται από εκτελούντα, να μην αποκρύπτει ή παραποιεί τον αριθμό καλούντος και να ενημερώνει τουλάχιστον για τη δυνατότητα άσκησης του δικαιώματος πρόσβασης.
Σημειώνεται ότι η άσκηση του δικαιώματος διαγραφής έναντι ενός υπευθύνου επεξεργασίας δεν πρέπει να συγχέεται με την εγγραφή στο μητρώο του άρθρου. 11 του ν. 3471/2006, καθότι η δεύτερη υποδηλώνει βούληση του συνδρομητή να εξαιρείται ο αριθμός του από κάθε τηλεφωνική προωθητική ενέργεια οποιουδήποτε υπευθύνου επεξεργασίας, και όχι ενός συγκεκριμένου.


Πολιτική επικοινωνία μέσω ηλεκτρονικών μέσων χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση

Περιλαμβάνονται τα ακόλουθα μέσα:
(α) Σύντομα γραπτά μηνύματα (SMS) και μηνύματα πολυμέσων (MMS)
(β) Μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail)
(γ) Ηλεκτρονικά μηνύματα που αποστέλλονται μέσω εφαρμογών ανταλλαγής μηνυμάτων υπηρεσιών «της κοινωνίας των πληροφοριών» π.χ Viber, Whatsapp, Skype, Facebook Messenger, FaceΤime, κτλ
(δ) Επικοινωνία μέσω τηλεομοιοτυπίας (φαξ)
(ε) Αυτόματες τηλεφωνικές κλήσεις, κατά τις οποίες με την αποδοχή της κλήσης ακούγεται μαγνητοφωνημένο μήνυμα
(στ) Φωνητικά μηνύματα που αποθηκεύονται μέσω υπηρεσίας αυτόματου τηλεφωνητή

Όταν η πολιτική επικοινωνία πραγματοποιείται με χρήση ηλεκτρονικών μέσων επικοινωνίας, χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση, μέσω δημοσίων δικτύων επικοινωνίας, η επικοινωνία προϋποθέτει, σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 1 ν. 3471/2006, όπως ισχύει, την προηγούμενη συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων, με την επιφύλαξη της παραγράφου 3 του ιδίου άρθρου, όπως ισχύει.
Στην περίπτωση εφαρμογών ανταλλαγής μηνυμάτων υπηρεσιών «της κοινωνίας των πληροφοριών», κατά την ανωτέρω κατηγορία (γ), για την επικοινωνία πρέπει επίσης είτε να υπάρχει η προηγούμενη συγκατάθεση του υποκειμένου, βάσει του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 είτε να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 11 παρ. 3 του ν. 3471/2006, όπως ισχύει, ώστε να προκύπτει ότι η επεξεργασία είναι απαραίτητη για τους σκοπούς των έννομων συμφερόντων που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας, βάσει του άρθρου 6 παρ. στ’ του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679. Η λήψη της συγκατάθεσης είναι απαραίτητη ακόμα και όταν ο υπεύθυνος επεξεργασίας έχει στη διάθεσή του τα ηλεκτρονικά στοιχεία επικοινωνίας από νόμιμες πηγές, όπως για παράδειγμα τους τηλεφωνικούς αριθμούς από τον τηλεφωνικό κατάλογο. Βλέπε σχετικά κατωτέρω κεφάλαιο 5 «Συγκατάθεση υποκειμένου για πολιτική επικοινωνία».

Επιτρέπεται η πολιτική επικοινωνία με χρήση ηλεκτρονικών μέσων χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση και χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων μόνο εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α) Tα στοιχεία επικοινωνίας έχουν αποκτηθεί νομίμως στο πλαίσιο προηγούμενης, παρόμοιας επαφής με τα υποκείμενα των δεδομένων, και το υποκείμενο κατά τη συλλογή των δεδομένων ενημερώθηκε για τη χρήση τους με σκοπό την πολιτική επικοινωνία και δεν εξέφρασε αντίρρηση για αυτή τη χρήση. Η προηγούμενη επαφή δεν είναι απαραίτητο να έχει αμιγώς πολιτικό χαρακτήρα, Π.χ. είναι νόμιμη η αποστολή μηνυμάτων όταν τα στοιχεία ηλεκτρονικού ταχυδρομείου συλλέχθηκαν στο πλαίσιο προηγούμενης πρόσκλησης για συμμετοχή σε κάποια εκδήλωση ή δράση, ανεξαρτήτως του πολιτικού χαρακτήρα της. Αντιθέτως, δεν θεωρείται ότι συνιστά παρόμοια επαφή και δεν είναι νόμιμη η χρήση των ηλεκτρονικών στοιχείων επικοινωνίας προς το σκοπό της πολιτικής επικοινωνίας όταν τα στοιχεία αυτά αποκτήθηκαν στο πλαίσιο επαγγελματικής σχέσης, όπως για παράδειγμα η χρήση του αρχείου πελατών από υποψήφιο βουλευτή.

(β) O υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να παρέχει στο υποκείμενο των δεδομένων τη δυνατότητα να ασκεί το δικαίωμα αντίρρησης με τρόπο εύκολο και σαφή, και αυτό σε κάθε μήνυμα πολιτικής επικοινωνίας.
Σημειώνεται ότι η σχέση φίλου ή ακολούθου σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης δικαιολογεί την αποστολή ενός πρώτου μηνύματος μέσω του οποίου ο υπεύθυνος επεξεργασίας υποψήφιος ή κόμμα, κατόπιν σχετικής ενημέρωσης, μπορεί να ζητήσει τη συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων για τη λήψη προσωπικών μηνυμάτων πολιτικού περιεχομένου δια του ίδιου μέσου κοινωνικής δικτύωσης.