Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #Αρχή προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #Αρχή προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 3 Απριλίου 2019

Οδηγίες για την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων με σκοπό την πολιτική επικοινωνία από την Αρχή Προστασίας Δεδομένων



Τους κανόνες για τη σύννομη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων ενόψει προεκλογικής περιόδου  έθεσε η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα.
Με τις οδηγίες της η ανεξάρτητη Αρχή ανοίγει ομπρέλα προστασίας στα στα προσωπικά δεδομένα των πολιτών, έναντι της πολιτικής επικοινωνίας κάθε μορφής, ενώ παράλληλα καταγράφει το πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να κινηθούν οι υποψήφιοι πολιτικοί (ευρωβουλευτές, βουλευτές, νομάρχες, κ.λπ.) στο τομέα της επικοινωνίας. Με το κείμενο αυτό επιχειρείται η επικαιροποίηση των ρυθμίσεων της Οδηγίας 1/2010, λαμβάνοντας υπόψη τις τροποποιήσεις στο άρθρο 11 του ν. 3471/2006, οι οποίες επήλθαν με το ν. 3917/2011, τις νέες τεχνολογικές εξελίξεις και κυρίως την ισχύ πλέον του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων.


-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Κατευθυντήριες οδηγίες σχετικά με την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων με σκοπό την επικοινωνία πολιτικού χαρακτήρα

1. Γενικές αρχές

Πολιτική είναι η επικοινωνία που πραγματοποιείται για την προώθηση πολιτικών ιδεών, προγραμμάτων δράσης ή άλλων δραστηριοτήτων με σκοπό την υποστήριξή τους και τη διαμόρφωση πολιτικής συμπεριφοράς. Η πολιτική επικοινωνία μπορεί να πραγματοποιείται με ποικίλους τρόπους, όπως η άμεση παρουσίαση των πολιτικών ιδεών ή η συμπερίληψή τους σε ενημερωτικό δελτίο, η πρόσκληση ανάγνωσής τους σε ιστοσελίδα ή η πρόσκληση συμμετοχής σε κάποια εκδήλωση ή δραστηριότητα.
Η πολιτική επικοινωνία ενδιαφέρει από την άποψη της προστασίας των προσωπικών δεδομένων, εφόσον οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται προϋποθέτουν επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, όπως ονοματεπωνύμων, ταχυδρομικών διευθύνσεων, τηλεφωνικών αριθμών, διευθύνσεων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.
Πραγματοποιείται σε οποιαδήποτε χρονική περίοδο, προεκλογική ή μη, από πολιτικά κόμματα, βουλευτές, ευρωβουλευτές, παρατάξεις και κατόχους αιρετών θέσεων στην τοπική αυτοδιοίκηση ή υποψηφίους στις βουλευτικές εκλογές, τις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και τις εκλογές τοπικής αυτοδιοίκησης.
Τα πρόσωπα αυτά καθίστανται υπεύθυνοι επεξεργασίας, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679, άρθρο 4, παρ. 7) εφόσον ορίζουν το σκοπό και τον τρόπο της επεξεργασίας.
Για παράδειγμα, όταν ο βουλευτής ή ο υποψήφιος βουλευτής λαμβάνει δεδομένα από το πολιτικό κόμμα και τα επεξεργάζεται για προσωπική του πολιτική επικοινωνία, καθίσταται και αυτός υπεύθυνος επεξεργασίας. Με την ιδιότητα αυτή πρέπει να είναι σε θέση να αποδεικνύουν την τήρηση των υποχρεώσεών τους και των κανόνων επεξεργασίας.
Στις περιπτώσεις που μέρος της επεξεργασίας ανατίθεται σε εκτελούντα την επεξεργασία, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679, (άρθρο 4, παρ. 8), π.χ. στην εταιρεία που αναλαμβάνει την αποστολή των επιστολών ή των ηλεκτρονικών μηνυμάτων SMS, ο εκτελών έχει επίσης τις προβλεπόμενες από τον Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 υποχρεώσεις.
Σημειώνεται ότι το παρόν κείμενο κατευθυντήριων οδηγιών δεν αφορά την επικοινωνία που πραγματοποιείται από άλλους κοινωνικούς ή επαγγελματικούς φορείς, όπως είναι τα επιμελητήρια, οι σύλλογοι επαγγελματιών και οι συνδικαλιστικές ενώσεις.

2. Πολιτική επικοινωνία μέσω τηλεφωνικών κλήσεων με ανθρώπινη παρέμβαση

Η πολιτική επικοινωνία μέσω τηλεφωνικών κλήσεων με ανθρώπινη παρέμβαση επιτρέπεται με συγκατάθεση των υποκειμένων (άρθρο 6, παρ. 1 α) του ΓΚΠΔ) για την επεξεργασία δεδομένων τους για το συγκεκριμένο σκοπό. Βλέπε σχετικά κατωτέρω κεφάλαιο 5 «Συγκατάθεση υποκειμένου για πολιτική επικοινωνία».
Οι τηλεφωνικές κλήσεις πολιτικού περιεχομένου με ανθρώπινη παρέμβαση που πραγματοποιούνται μέσω δημοσίων δικτύων επικοινωνιών επιτρέπονται και χωρίς συγκατάθεση του υποκειμένου, εκτός αν ο καλούμενος έχει προηγουμένως δηλώσει ότι δεν επιθυμεί να δέχεται τέτοιες κλήσεις (σύστημα «opt-out»), σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 3471/2006, όπως ισχύει.
Οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 3471/2006, όπως ισχύει, πρέπει να συντρέχουν ώστε να προκύπτει ότι η επεξεργασία είναι απαραίτητη για τους σκοπούς των έννομων συμφερόντων που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας, βάσει του άρθρου 6 παρ. στ’ του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 και για την πολιτική επικοινωνία μέσω τηλεφωνικών κλήσεων με ανθρώπινη παρέμβαση που πραγματοποιούνται μέσω υπηρεσιών «της κοινωνίας των πληροφοριών»1  π.χ Viber, Whatsapp, Skype, FaceΤime, κτλ. όταν οι κλήσεις πραγματοποιούνται σε τηλεφωνικούς αριθμούς που ανήκουν σε συνδρομητές του δημοσίου δικτύου επικοινωνιών.
Σύμφωνα με το σύστημα «opt-out», τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα μπορούν να απευθύνουν τις αντιρρήσεις τους, όσον αφορά την επεξεργασία των δεδομένων τους, είτε ειδικά, απευθείας στον υπεύθυνο επεξεργασίας, είτε γενικά, μέσω της εγγραφής τους στον ειδικό κατάλογο συνδρομητών του εκάστοτε παρόχου τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών (σταθερής και κινητής τηλεφωνίας, (άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 3471/2006, όπως ισχύει). Ο συνδρομητής μπορεί να δηλώσει ατελώς στον δικό του πάροχο ότι δεν επιθυμεί να λαμβάνει τηλεφωνήματα για απευθείας εμπορική προώθηση. Ο κάθε πάροχος υποχρεούται να τηρεί δημόσιο μητρώο με αυτές τις δηλώσεις (μητρώο «opt-out»), στο οποίο έχει πρόσβαση όποιος ενδιαφέρεται να το χρησιμοποιήσει για πολιτική επικοινωνία.
Για την πολιτική επικοινωνία μέσω τηλεφωνικών κλήσεων με ανθρώπινη παρέμβαση οι υπεύθυνοι επεξεργασίας πρέπει να λαμβάνουν από όλους τους παρόχους επικαιροποιημένα αντίγραφα των μητρώων του άρθρου 11 του ν. 3471/2006 και να εξασφαλίζουν ότι έχουν διαθέσιμες τις δηλώσεις των συνδρομητών που έχουν πραγματοποιηθεί έως τριάντα ημέρες πριν από την πραγματοποίηση της τηλεφωνικής κλήσης.

2.1 Ειδικές προϋποθέσεις για άσκηση δικαιωμάτων

Κατά τη διενέργεια μιας τηλεφωνικής κλήσης ο καλών πρέπει να ενημερώνει για την ταυτότητά του υπευθύνου και την ταυτότητα εκτελούντα όταν η κλήση πραγματοποιείται από εκτελούντα, να μην αποκρύπτει ή παραποιεί τον αριθμό καλούντος και να ενημερώνει τουλάχιστον για τη δυνατότητα άσκησης του δικαιώματος πρόσβασης.
Σημειώνεται ότι η άσκηση του δικαιώματος διαγραφής έναντι ενός υπευθύνου επεξεργασίας δεν πρέπει να συγχέεται με την εγγραφή στο μητρώο του άρθρου. 11 του ν. 3471/2006, καθότι η δεύτερη υποδηλώνει βούληση του συνδρομητή να εξαιρείται ο αριθμός του από κάθε τηλεφωνική προωθητική ενέργεια οποιουδήποτε υπευθύνου επεξεργασίας, και όχι ενός συγκεκριμένου.


Πολιτική επικοινωνία μέσω ηλεκτρονικών μέσων χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση

Περιλαμβάνονται τα ακόλουθα μέσα:
(α) Σύντομα γραπτά μηνύματα (SMS) και μηνύματα πολυμέσων (MMS)
(β) Μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail)
(γ) Ηλεκτρονικά μηνύματα που αποστέλλονται μέσω εφαρμογών ανταλλαγής μηνυμάτων υπηρεσιών «της κοινωνίας των πληροφοριών» π.χ Viber, Whatsapp, Skype, Facebook Messenger, FaceΤime, κτλ
(δ) Επικοινωνία μέσω τηλεομοιοτυπίας (φαξ)
(ε) Αυτόματες τηλεφωνικές κλήσεις, κατά τις οποίες με την αποδοχή της κλήσης ακούγεται μαγνητοφωνημένο μήνυμα
(στ) Φωνητικά μηνύματα που αποθηκεύονται μέσω υπηρεσίας αυτόματου τηλεφωνητή

Όταν η πολιτική επικοινωνία πραγματοποιείται με χρήση ηλεκτρονικών μέσων επικοινωνίας, χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση, μέσω δημοσίων δικτύων επικοινωνίας, η επικοινωνία προϋποθέτει, σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 1 ν. 3471/2006, όπως ισχύει, την προηγούμενη συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων, με την επιφύλαξη της παραγράφου 3 του ιδίου άρθρου, όπως ισχύει.
Στην περίπτωση εφαρμογών ανταλλαγής μηνυμάτων υπηρεσιών «της κοινωνίας των πληροφοριών», κατά την ανωτέρω κατηγορία (γ), για την επικοινωνία πρέπει επίσης είτε να υπάρχει η προηγούμενη συγκατάθεση του υποκειμένου, βάσει του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 είτε να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 11 παρ. 3 του ν. 3471/2006, όπως ισχύει, ώστε να προκύπτει ότι η επεξεργασία είναι απαραίτητη για τους σκοπούς των έννομων συμφερόντων που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας, βάσει του άρθρου 6 παρ. στ’ του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679. Η λήψη της συγκατάθεσης είναι απαραίτητη ακόμα και όταν ο υπεύθυνος επεξεργασίας έχει στη διάθεσή του τα ηλεκτρονικά στοιχεία επικοινωνίας από νόμιμες πηγές, όπως για παράδειγμα τους τηλεφωνικούς αριθμούς από τον τηλεφωνικό κατάλογο. Βλέπε σχετικά κατωτέρω κεφάλαιο 5 «Συγκατάθεση υποκειμένου για πολιτική επικοινωνία».

Επιτρέπεται η πολιτική επικοινωνία με χρήση ηλεκτρονικών μέσων χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση και χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων μόνο εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α) Tα στοιχεία επικοινωνίας έχουν αποκτηθεί νομίμως στο πλαίσιο προηγούμενης, παρόμοιας επαφής με τα υποκείμενα των δεδομένων, και το υποκείμενο κατά τη συλλογή των δεδομένων ενημερώθηκε για τη χρήση τους με σκοπό την πολιτική επικοινωνία και δεν εξέφρασε αντίρρηση για αυτή τη χρήση. Η προηγούμενη επαφή δεν είναι απαραίτητο να έχει αμιγώς πολιτικό χαρακτήρα, Π.χ. είναι νόμιμη η αποστολή μηνυμάτων όταν τα στοιχεία ηλεκτρονικού ταχυδρομείου συλλέχθηκαν στο πλαίσιο προηγούμενης πρόσκλησης για συμμετοχή σε κάποια εκδήλωση ή δράση, ανεξαρτήτως του πολιτικού χαρακτήρα της. Αντιθέτως, δεν θεωρείται ότι συνιστά παρόμοια επαφή και δεν είναι νόμιμη η χρήση των ηλεκτρονικών στοιχείων επικοινωνίας προς το σκοπό της πολιτικής επικοινωνίας όταν τα στοιχεία αυτά αποκτήθηκαν στο πλαίσιο επαγγελματικής σχέσης, όπως για παράδειγμα η χρήση του αρχείου πελατών από υποψήφιο βουλευτή.

(β) O υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να παρέχει στο υποκείμενο των δεδομένων τη δυνατότητα να ασκεί το δικαίωμα αντίρρησης με τρόπο εύκολο και σαφή, και αυτό σε κάθε μήνυμα πολιτικής επικοινωνίας.
Σημειώνεται ότι η σχέση φίλου ή ακολούθου σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης δικαιολογεί την αποστολή ενός πρώτου μηνύματος μέσω του οποίου ο υπεύθυνος επεξεργασίας υποψήφιος ή κόμμα, κατόπιν σχετικής ενημέρωσης, μπορεί να ζητήσει τη συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων για τη λήψη προσωπικών μηνυμάτων πολιτικού περιεχομένου δια του ίδιου μέσου κοινωνικής δικτύωσης.

Παρασκευή 11 Αυγούστου 2017

ΣτΕ (Δ') 150/17 : "Αρχή προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα – Επεξεργασία δεδομένων διεύθυνσης κατοικίας από εταιρία – Επιμέτρηση προστίμου"


ΣτΕ (Δ') 150/17 : Αρχή προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα – Επεξεργασία δεδομένων διεύθυνσης κατοικίας από εταιρία – Επιμέτρηση προστίμου. Αίτηση ακυρώσεως. Στο σώμα των αποφάσεων των συλλογικών διοικητικών οργάνων, όπως η ανεξάρτητη Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ΑΠΔΠΧ), δεν απαιτείται να αναφέρονται τα ονόματα και η γνώμη των μελών που μειοψήφησαν. Με νόμιμη αιτιολογία η ΑΠΔΠΧ έκρινε ότι η αιτούσα εταιρεία προέβη σε επεξεργασία των δεδομένων που αφορούσαν τη διεύθυνση κατοικίας του Λ.Φ. και διαβίβαση αυτών στην πρώην σύζυγό του, για τη δε στοιχειοθέτηση της παράβασης δεν απαιτείται η επέλευση βλάβης του υποκειμένου των δεδομένων. Το γεγονός ότι η πρώην σύζυγος του Λ.Φ., ενδεχομένως θα είχε δικαίωμα να λάβει γνώση των περιουσιακών στοιχείων του κατόπιν αιτήματός της ή εισαγγελικής παραγγελίας, δεν αναιρεί την τέλεση της παράβασης, διότι, πάντως, τέτοιο αίτημα δεν υπήρξε. Νομίμως αιτιολογημένη η επιμέτρηση του επίδικου προστίμου κατ' επίκληση της βαρύτητας της παράβασης, χωρίς να απαιτείται εκ του νόμου περαιτέρω εξειδίκευσή της, το δε επιλεγέν πρόστιμο ευρίσκεται εγγύς προς το κατώτερο όριο του δυναμένου να επιβληθεί και επομένως δεν παρίσταται δυσανάλογο. Απορρίπτει την αίτηση ακύρωσης.



ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Δ΄
ΑΠΟΦΑΣΗ 150/2017

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 20 Ιανουαρίου 2015, με την εξής σύνθεση: Δημοσθένης Π. Πετρούλιας, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Δ΄ Τμήματος, Ηλ. Μάζος, Β. Κίντζιου, Σύμβουλοι, Μ. Σωτηροπούλου, Μ. Αθανασοπούλου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ι. Παπαχαραλάμπους.
Για να δικάσει την από 10ης Σεπτεμβρίου 2012 αίτηση:
της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία …, η οποία παρέστη με τη δικηγόρο ΚΜ (Α.Μ....), που τη διόρισε με πληρεξούσιο,
κατά της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, που εδρεύει στην Αθήνα (Λ. Κηφισίας 1-3), η οποία δεν παρέστη.
Με την αίτηση αυτή η αιτούσα εταιρεία επιδιώκει να ακυρωθεί η υπ' αριθ. 104/2012 απόφαση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου M. Σωτηροπούλου.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την πληρεξουσία της αιτούσας εταιρείας, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά τον Νόμο

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης έχει καταβληθεί το παράβολο (έντυπα παραβόλου 3370660, 1270051/2012).
2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η ακύρωση της πράξης 104/8.6.2012 της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, με την οποία επεβλήθη στην εταιρεία «…» πρόστιμο ύψους 5.000 ευρώ.
3. Επειδή, πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης, η επωνυμία της εταιρείας, εις βάρος της οποίας είχε επιβληθεί το πρόστιμο, μεταβλήθηκε σε «…» (ΦΕΚ 12520/25.11.2011, τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε.), η οποία παραδεκτώς ασκεί την κρινόμενη αίτηση. Περαιτέρω, η επωνυμία της εταιρείας μετεβλήθη εκ νέου σε «…» (ΦΕΚ 11150/10.11.2012, τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε.), η οποία παραδεκτώς παρέστη κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο.
4. Επειδή, στο άρθρο 19 παρ. 2 και 3 του ν. 2472/1997 «Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» (Α΄ 50), ορίζεται ότι «… Οι αποφάσεις της Αρχής λαμβάνονται με πλειοψηφία τουλάχιστον τεσσάρων μελών της. Σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου ή του αναπληρωτή του. 3. [η οποία συμπληρώθηκε με το άρθρο 34 παρ. 5 του ν. 2915/2001, Α΄ 109] Η Αρχή καταρτίζει τον κανονισμό λειτουργίας της, με τον οποίο ρυθμίζονται ιδίως η κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ των μελών της, η προηγούμενη ακρόαση των ενδιαφερομένων, θέματα πειθαρχικής διαδικασίας...». Κατ' επίκληση της ανωτέρω εξουσιοδότησης του άρθρου 19 παρ. 3 του ν. 2472/1997 εκδόθηκε ο Κανονισμός Λειτουργίας της Αρχής 6/1997 (Β΄ 1095), ο οποίος ορίζει στο άρθρο 6 ότι «1. ... 6. Η Αρχή συνεδριάζει νομίμως όταν παρίστανται τέσσερα τουλάχιστον μέλη της, συμπεριλαμβανομένου του Προέδρου. 7. ... 8. … 9. Με ευθύνη του Τμήματος Διοικητικών Υποθέσεων τηρούνται στενογραφημένα ή μαγνητοφωνημένα πρακτικά όλων των συνεδριάσεων της Αρχής. ... Στα πρακτικά καταχωρίζονται τα θέματα που συζητήθηκαν, η άποψη που πλειοψήφησε και οι γνώμες των μελών που τυχόν μειοψήφησαν. ...» και στο άρθρο 7 παρ. 2 και 4 ότι «Οι αποφάσεις της Αρχής λαμβάνονται με πλειοψηφία τουλάχιστον τεσσάρων μελών της. Σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου» και «Η ψηφοφορία είναι φανερή εκτός από περιπτώσεις αποφάσεων που αφορούν κωλύματα ή ασυμβίβαστα μελών της Αρχής, οπότε είναι μυστική. ...». Περαιτέρω, ο κυρωθείς με το άρθρο πρώτο του ν. 2690/1999 (Α΄ 45) Κώδικας Διοικητικής Διαδικασίας ορίζει στο άρθρο 1 ότι «Οι διατάξεις του Κώδικα αυτού εφαρμόζονται στο Δημόσιο, στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και στα άλλα νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου» και στο άρθρο 15 ότι «1. ... 4. Για τις συνεδριάσεις του συλλογικού οργάνου συντάσσεται πρακτικό, στο οποίο μνημονεύονται, ιδίως, τα ονόματα και η ιδιότητα των παρισταμένων μελών, … τα θέματα που συζητήθηκαν..., η μορφή και τα αποτελέσματα της ψηφοφορίας και οι αποφάσεις που λήφθηκαν. 5. Στο πρακτικό καταχωρίζονται οι γνώμες των μελών που μειοψήφησαν, σε περίπτωση δε φανερής ψηφοφορίας και τα ονόματα τούτων. 6. ...». Όπως έχει κριθεί (ΣτΕ Ολομ. 1662/2009), από τις διατάξεις αυτές ουδόλως προκύπτει ότι στο σώμα των αποφάσεων της Αρχής επιβάλλεται, επί ποινή ακυρότητας, να αναγράφεται αν ελήφθησαν ομοφώνως ή κατά πλειοψηφία, ούτε να καταχωρείται το περιεχόμενο των μειοψηφουσών γνωμών και τα ονόματα των μειοψηφούντων μελών, αλλά, αντιθέτως, η Αρχή υποχρεούται, σύμφωνα με την ειδική διάταξη του άρθρου 6 παρ. 9 του Κανονισμού της, σε συνδυασμό και με την διάταξη του άρθρου 15 παρ. 5 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, να καταχωρεί στα συντασσόμενα πρακτικά συνεδριάσεων τις μειοψηφούσες γνώμες και, επί φανερών ψηφοφοριών, τα ονόματα των μειοψηφούντων μελών της.
5. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, ληφθείσα κατά πλειοψηφία, είναι μη νόμιμη και ακυρωτέα, διότι δεν αναφέρονται στο σώμα αυτής τα ονόματα και η γνώμη των μελών που μειοψήφησαν. Ο λόγος αυτός, όπως διατυπώνεται, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δοθέντος ότι, όπως έγινε δεκτό στην προηγούμενη σκέψη, τα στοιχεία αυτά δεν απαιτείται να αναφέρονται στο σώμα της προσβαλλόμενης πράξης. Απαραδέκτως δε η αιτούσα προβάλλει το πρώτον με το υπόμνημα που κατέθεσε μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο ότι τα στοιχεία αυτά δεν αναφέρονται ούτε στα πρακτικά της συνεδρίασης της Αρχής, διότι ο ισχυρισμός αυτός συνιστά αυτοτελή λόγο ακυρώσεως, ο οποίος θα μπορούσε να προβληθεί παραδεκτώς μόνον με δικόγραφο προσθέτων λόγων.
6. Επειδή, στο άρθρο 2 του προαναφερθέντος ν. 2472/1997, όπως ίσχυε τον κρίσιμο χρόνο, ορίζονται τα εξής, ορίζονται τα εξής: «Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως: α) "Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων. … γ) "Υποκείμενο των δεδομένων", το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, … δ) "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("επεξεργασία"), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται, από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή. ε) "Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("αρχείο"), σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, το οποία αποτελούν ή μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας, και το οποία τηρούνται είτε από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο. … ζ) "Υπεύθυνος επεξεργασίας", οποιοσδήποτε καθορίζει το σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός. Όταν ο σκοπός και ο τρόπος της επεξεργασίας καθορίζονται με διατάξεις νόμου ή κανονιστικές διατάξεις εθνικού ή κοινοτικού δικαίου, ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τα ειδικά κριτήρια βάσει των οποίων γίνεται η επιλογή του καθορίζονται αντίστοιχα από το εθνικό ή το κοινοτικό δίκαιο. η) "Εκτελών την επεξεργασία", οποιοσδήποτε επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για λογαριασμό υπεύθυνου επεξεργασίας, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός. …». Στο δε άρθρο 4 παρ. 1 του αυτού νόμου προβλέπονται τα εξής: «Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία εν όψει των σκοπών αυτών. β) … γ) Να είναι ακριβή και, εφόσον χρειάζεται, να υποβάλλονται σε ενημέρωση. δ) …». Περαιτέρω, στο άρθρο 5 του νόμου ορίζεται ότι: «1. Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του. 2. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν: α) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκτέλεση σύμβασης, στην οποία συμβαλλόμενο μέρος είναι υποκείμενο δεδομένων ή για τη λήψη μέτρων κατόπιν αιτήσεως του υποκειμένου κατά το προσυμβατικό στάδιο. β) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκπλήρωση υποχρεώσεως του υπεύθυνου επεξεργασίας, η οποία επιβάλλεται από το νόμο. γ) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για τη διαφύλαξη ζωτικού συμφέροντος του υποκειμένου, εάν αυτό τελεί σε φυσική ή νομική αδυναμία να δώσει τη συγκατάθεσή του. δ) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκτέλεση έργου δημόσιου συμφέροντος ή έργου που εμπίπτει στην άσκηση δημόσιας εξουσίας και εκτελείται από δημόσια αρχή ή έχει ανατεθεί από αυτή είτε στον υπεύθυνο επεξεργασίας είτε σε τρίτο, στον οποίο γνωστοποιούνται τα δεδομένα. ε) Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του έννομου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών. 3. …». Εξάλλου, στο άρθρο 10 παρ. 3 και 4 του αυτού νόμου προβλέπονται τα εξής: «Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να λαμβάνει τα κατάλληλα οργανωτικά και τεχνικά μέτρα για την ασφάλεια των δεδομένων και την προστασία τους από τυχαία ή αθέμιτη καταστροφή, τυχαία απώλεια, αλλοίωση, απαγορευμένη διάδοση ή πρόσβαση και κάθε άλλη μορφή αθέμιτης επεξεργασίας. Αυτά τα μέτρα πρέπει να εξασφαλίζουν επίπεδο ασφάλειας ανάλογο προς τους κινδύνους που συνεπάγεται η επεξεργασία και η φύση των δεδομένων που είναι αντικείμενο της επεξεργασίας» (παρ. 3) και «Αν η επεξεργασία διεξάγεται για λογαριασμό του υπευθύνου από πρόσωπο μη εξαρτώμενο από αυτόν, η σχετική ανάθεση γίνεται υποχρεωτικά εγγράφως. Η ανάθεση προβλέπει υποχρεωτικά ότι ο ενεργών την επεξεργασία τη διεξάγει μόνο κατ' εντολήν του υπευθύνου και ότι οι λοιπές υποχρεώσεις του παρόντος άρθρου βαρύνουν αναλόγως και αυτόν» (παρ. 4). Σύμφωνα με το άρθρο 21 του νόμου, «1. 
Η Αρχή επιβάλλει στους υπεύθυνους επεξεργασίας ή στους τυχόν εκπροσώπους τους τις ακόλουθες διοικητικές κυρώσεις, για παράβαση των υποχρεώσεών τους που απορρέουν από τον παρόντα νόμο και από κάθε άλλη ρύθμιση που αφορά την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα: 
α) Προειδοποίηση, … β) Πρόστιμο ποσού από τριακόσιες χιλιάδες (300.000) έως πενήντα εκατομμύρια (50.000.000) δραχμές. γ) Προσωρινή ανάκληση άδειας. δ) οριστική ανάκληση άδειας. … 2. Οι υπό στοιχεία β΄, γ΄, δ΄ και ε΄ διοικητικές κυρώσεις της προηγούμενης παραγράφου επιβάλλονται πάντοτε ύστερα από ακρόαση του υπεύθυνου επεξεργασίας ή του εκπροσώπου του. Είναι ανάλογες προς τη βαρύτητα της παράβασης που καταλογίζεται. Οι υπό στοιχεία γ΄, δ΄ και ε΄ διοικητικές κυρώσεις επιβάλλονται σε περιπτώσεις ιδιαίτερα σοβαρής ή καθ' υποτροπήν παράβασης. …».