ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
8° ΤΜΗΜΑ
ΑΡΙΘΜΟΣ 4719/2020
Αποτελούμενο από τους Δικαστές Σοφία Οικονόμου, Πρόεδρο Εφετών, Θεοδώρα Τσαμαδιά, Εφέτη και Δημήτριο Τ. Οικονόμου, Εφέτη Εισηγητή και από την Γραμματέα Φωτεινή Μπριντζίκη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 5 Δεκεμβρίου 2019 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του καλούντος εκκάλόυντος ενάγοντας: Ρ. Α. (R. L.) του Φ. (F.), κατοίκου Ρώμης Ιταλίας, ... αρ. ..., τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος ΝΦ.
Της καθής η κλήση εφεσίβλητης εναγόμενης: Ε. συζύγου Ν. Κ. , το γένος Σ. και Α. Τ., κατοίκου .... Αττικής, οδός ... αρ. ..., την οποία εκπροσώπησε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ΑΓ.
Στη Γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατατέθηκε η από 10.12.2009 και με αριθ. καταθ. ................../2009 αγωγή του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος κατά της εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας,
Επ’ αυτής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η 5904/2010 οριστική απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την αγωγή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον τού Δικαστηρίου τούτου ο εκκαλών ενάγων με την από 31.3.2011 έφεσή του, που πήρε αριθ. κατάθ. ..../2011, επί της οποίας εκδόθηκε η 1511/2012 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Κατά της παραπάνω δευτεροβάθμιας απόφασης ο εναγόμενος άσκησε την από 21.11.2012 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η 818/2014 απόφαση του Γ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία παρέπεμψε στη Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου την παραπάνω αίτηση αναιρέσεως. Ακολούθως εκδόθηκε η 9/2016 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω 1511/2012 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκηση στο ίδιο Δικαστήριο (με άλλη σύνθεση). Ακολούθως η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση με την από 27.10.2016 και με γεν. αριθ. κατάθ. ..../2016 κλήση του ενάγοντος, για την οποία ορίστηκε δικάσιμος στις 28.9.2017 και μετά από αναβολή στις 3.5.2018, οπότε συζητήθηκε. Στη συνέχεια, λόγω αδυναμίας έκδοσης απόφασης, εισήχθη προς ανασυζήτηση η υπόθεση, με την .../2019 και με αρ. έκθ. κατ. Γ.Α.Κ. .../16 πράξη του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Δικαστηρίου αυτού, κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ., για τη σημερινή δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο. Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο με αύξαντα αριθμό ... και συζητήθηκε, αφού ακούστηκαν οι παριστάμενοι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, που αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που είχαν. Κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο παραστάθηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εκκαλούντος και κατέθεσε προτάσεις, ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εφεσίβλητης δεν παραστάθηκε, είχε όμως προκαταθέσει προτάσεις μαζί με μονομερή δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 307 του ΚΠολΔ «Αν για οποιοδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για τη συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διάδικου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου...». Κατά την ορθότερη γνώμη η ως άνω επαναλαμβανόμενη συζήτηση αποτελεί, όπως και αυτή του αρθρ. 254 ΚΠολΔ, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση. Και ναι μεν στο αρθρ. 307 δεν μνημονεύεται ρητώς, όπως στο άρθρο 254 ΚΠολΔ, ότι η επαναλαμβανόμενη συζήτηση αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης, όμως δεν συντρέχει κανένας δικαιολογητικός λόγος να αντιμετωπιστούν κατά διαφορετικό τρόπο οι δύο περιπτώσεις. Και τούτο γιατί οι δύο περί επαναλήψεως διατάξεις διαφέρουν μόνο ως προς το λόγο της επαναλήψεως, ο οποίος μάλιστα στην περίπτωση του άρθρου 307 δεν οφείλεται σε καμιά περίπτωση σε υπαιτιότητα διαδίκου. Έτσι δεν υφίσταται στην τελευταία περίπτωση δικαιολογητικός λόγος να έχει, αν δεν εμφανιστεί κάποιος διάδικος ή δεν εμφανιστεί προσηκόντως ή δεν καταθέσει εκ νέου προτάσεις, δυσμενέστερη μεταχείριση δικαζόμενος ερήμην. Κατά συνέπεια δεν απαιτείται στη νέα συζήτηση η εκ νέου κατάθεση προτάσεων, ενώ ο διάδικος ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία (ΕφΠειρ 261/2014 Τ.Ν.Π. ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΕφΑθ 143/2013 Τ.Ν,Π. ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΕφΑαρ 502/2013 Τ.Ν,Π, ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΕφΑθ 720/2012 ΕλλΔνη 2013.1093, ΕφΘεσ 1927/2012 Αρμ 2013,1503, ΕφΘεσ 383/2012 Τ.Ν,Π, ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 151/2012 ΕΠολΔ 2012.737, ΕφΑθ 961/2009 ΕλλΔνη 2010.1058 με σημ, I, Κατρά, ΕφΑθ 7196/2007 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, ΕφΑαρ 519/2007 ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2008,151, ΕφΑθ 1849/2001 ΕλλΔνη 2003.208, ΕφΑθ 3365/1995 ΕλλΔνη 37.1161, Μακρίδου στην Κεραμεως-Κονδύλη-Νίκα ΕρμΚΠολΔ, άρθ. 307). Επομένως νόμιμα εισάγεται για ανασυζήτηση η από 31.3.2011 έφεση, που πήρε αριθ. κατάθ. ..../2011 τσυ ηττηθέντος πρωτοδίκως ενάγοντος κατά της 5904/2010 · οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την .../2019 και με αρ. έκθ. κατ. Γ.Α.Κ. .../16 πράξη του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης, του Δικαστηρίου αυτσύ, κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ., επειδή δεν εκδόθηκε απόφαση μετά την παρέλευση πλέον των οχτώ μηνών από τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την ανωτέρω δικάσιμο και ο εισηγητής δικαστής επέστρέψε τη δικογραφία.
Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, «αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν1 από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πρτν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση, για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση», κατά δε τη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 2 του ιδ. Κώδ., «στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση». Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ «αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων, των σχετικών με την αρμοδιότητα) παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο, το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή και στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές». Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποιο από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής. (ΑΠ 975/2000 ΕλΔνη 42.81). Ειδικότερα η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα. Η έκταση αυτή της αναιρέσεως προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως, κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν της εκτάσεως της αναιρέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως ως ολικής (ΑΠ 1308/2004 ΕλΔνη 46.84, ΑΠ 1833/2001). Επομένως στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση (ΕφΘεσ 2518/2000 Αρμ, 2001.46). Αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης, τότε μόνο ως προς αυτά εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της απόφασης, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΑΠ 1145/2005 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 129/2004 Δ 2004.804, ΑΠ 659/88 ΕλΔνη 30.310, ΑΠ 1279/83 Δ 15.421, ΑΠ 1042/75 ΝοΒ 24.387, ΕφΠειρ 68/94 ΕλΔνη 35.1385), εκτός από τα κεφάλαια που συνδέονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται (ΑΠ 1717/2002 ΕλΔνη 44.1563). Αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολο της αποβάλλει την ισχύ της, οι δε διάδικοι επανέρχονται στην πριν από αυτήν κατάσταση. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται μία απόφαση, όταν η αναιρούσα αυτήν απόφαση δεν περιορίζει με σχετική διάταξη την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς από τους διαδίκους (ΑΠ 43/2005 ΕλΔνη 46.1401, ΑΠ 380/1999, ΑΠ 674/1998). Με την αναίρεση της απόφασης, κατά το μέτρο παραδοχής της αντίστοιχης αίτησης, κατά το σύνολο ενός ενιαίου κεφαλαίου ή των πλειόνων κεφαλαίων, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας, έφεση, αγωγή κλπ. Έτσι, αν αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου, και δεν πρόκειται για τις περιπτώσεις του άρθρου 580 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων, των σχετικών με την αρμοδιότητα, αναβιώνει η πρωτόδικη απόφαση και η κατ' αυτής έφεση, που θα κριθεί πάλι από το Εφετείο. Το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ.3, 581 παρ.2και 3, 579 παρ.1 ΚΠολΔ, επανεκδικάζει την έφεση ως προς το κεφάλαιο στο οποίο αναφέρεται η παράβαση, για την οποία η αναίρεση και δεν περιορίζεται στο νομικό ζήτημα, περί του οποίου ο γενόμενος δεκτός λόγος αναιρέσεως, λαμβανομένου υπόψη ότι η αναίρεση επέρχεται για ορισμένη παράβαση αλλά η υπόθεση επανεκδικάζεται κατά το εκκληθέν, επί του οποίου με την απόφασή του αποφαίνεται το δικαστήριο της παραπομπής. Το τελευταίο δεσμεύεται μόνο ως προς το νομικό ζήτημα που έλυσε η παραπεμπτική απόφαση (ΑΠ 548/2008 ΝΟΜΟΣ, 805 και 806/2008 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 137/2004 Δίκη 35.1171) και όχι από τις διαπιστώσεις της απόφασης που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά γεγονότα, δυνάμενο να εκτιμήσει διαφορετικά τις αποδείξεις, εφόσον δεν εθίγησαν με την αναίρεση, από ότι η αναιρεθείσα, μη δεσμευόμενο ούτε ως προς το σημείο αυτό από εκείνη (ΑΠ 129/2004 Δίκη 35.804). Αν η απόφαση που αναιρέθηκε είναι Εφετείου, δεν ακυρώνεται και η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ακόμα και αν αυτή στηρίζεται στο ίδιο ελάττωμα και τούτο, διότι με την αναίρεση της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου αναβιώνει η εκκρεμοδικία της έφεσης κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (ΑΠ 963/1999 ΕλΔνη 41.51), ως προς την οποία θα αποφανθεί το δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο είτε θα δεχθεί την έφεση και θα εξαφανίσει την απόφαση, είτε θα απορρίψει αυτή, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. (ΑΠ 1421/2002 ΧρΙΔ Γ 145). Το εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, εφόσον η αναιρετική απόφαση δεν ασχολήθηκε με το διαδικαστικό ζήτημα του εμπροθέσμου της εφέσεως ως προϋπόθεσης του παραδεκτού της, θα (επανεξετάσει την εν λόγω διαδικαστική προϋπόθεση (ΕφΠειρ 658/1989 ΝοΒ 38.662), δυνάμενο και να την απορρίψει ως εκπρόθεσμη, εφόσον ο γενόμενος δεκτός αναιρετικός λόγος αφορούσε την ουσία του επιδίκου ουσιαστικού δικαιώματος (ΕφΠειρ 658/1989 ΕλΔνη 31.1490).