Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου 2020

ΑΠ (ποιν) 928/2020: νέος ΠΚ - επανακαθορισμός ποινών μεγαλύτερων των 25 ετών κάθειρξης και 10 ετών φυλάκισης




Αριθμός 928/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυόμενης της Τακτικής Προέδρου του Τμήματος Αβροκόμης Θούα, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 153/2020 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Πηνελόπη Παρτσαλίδου-Κομνηνού, Σταματική Μιχαλέτου-Εισηγήτρια, Αλεξάνδρα Σιούτη και Νικόλαο Βεργιτσάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Ιουλίου 2020, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μαριάννας Ψαρουδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ. Π. του Γ., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Χαλκίδος, που εκπροσωπήθηκε από τη δικηγόρο ΑΕ Χ, η οποία ορίστηκε δικηγόρος του με την υπ' αριθμ. 142/2020 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1559/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Φεβρουαρίου 2020 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 438/20.


Αφού άκουσε
Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και την ορισθείσα δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 του ΚΠΔ, κάθε αμφιβολία ή αντίρρηση του καταδικασθέντος σχετικά με την εκτελεστότητα της απόφασης και το είδος ή την διάρκεια της ποινής λύεται από τον αρμόδιο κατ' άρθρο 549 εισαγγελέα, ο οποίος αποφαίνεται αμελλητί με αιτιολογημένη διάταξή του. Σε περίπτωση αμφιβολίας του εισαγγελέα ή αντίρρησης του καταδικασθέντος επιλαμβάνεται το δικαστήριο των πλημμελειοδικών του τόπου όπου εκτίεται η ποινή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το Πλημμελειοδικείο το οποίο επιλαμβάνεται τέτοιων αντιρρήσεων του καταδικασμένου περιορίζεται μόνο στην εξέταση ζητημάτων σχετικών με την εκτελεστότητα αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης, τα οποία προέκυψαν κατά την εκτέλεση και μετά το αμετάκλητο αυτής και ειδικότερα αναφορικά: α) με την εκτελεστότητα της απόφασης, όταν προβάλλεται ότι αυτή δεν έχει καταστεί αμετάκλητη, β) με το είδος της ποινής που επιβλήθηκε και γ)με τη διάρκεια της ποινής, στην περίπτωση που ο καταδικασμένος επικαλείται εσφαλμένο προσδιορισμό του χρόνου λήξης της ποινής (άρθρο 554 ΚΠΔ) ή λόγο που παύει ή κωλύει τη συνέχιση της έκτισής της, όπως η απονομή χάριτος (άρθρο 564 περ. β' ΚΠΔ) ή η παραγραφή της ποινής (άρθρο 565 περ. α' ΚΠΔ) ή ο χαρακτηρισμός της πράξης ως μη αξιόποινης με μεταγενέστερο νόμο (άρθρο 2§2 ΠΚ) [ΑΠ 471/2015], Για να είναι δε παραδεκτές οι αντιρρήσεις αυτές του καταδικασθέντος και να εξετασθούν από το Πλημμελειοδικείο του τόπου εκτίσεως της ποινής, πρέπει να διαρκεί ακόμη η εκτέλεση της απόφασης, δηλαδή, η ποινή που έχει επιβληθεί με την απόφαση κατά της οποίας στρέφονται οι αντιρρήσεις να μη έχει καθ' ολοκληρία αποτιθεί, γιατί μετά την απότιση της ποινής εξαντλείται η εκτελεστότητα της απόφασης και δεν υπάρχει στάδιο εκτέλεσης (ΑΠ 767/2014).
Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 563 εδ.β του ίδιου ως άνω Κώδικα, κατά της απόφασης του Δικαστηρίου επιτρέπεται στον Εισαγγελέα και στον καταδικασμένο το ένδικο μέσο της αναίρεσης. Τέλος, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί, κατά το άρθρο 510§1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το Δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ακόμη, εσφαλμένη εφαρμογή συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση το Α' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας, ως Δικαστήριο του τόπου έκτισης της ποινής, με την προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 1559/2-12-2019 απόφασή του απέρριψε τις από 24-10-2019, κατ' άρθρο 562 του ΚΠΔ, αντιρρήσεις του καταδικασθέντος Π. Χ. του Γ., κατοίκου ...) και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Χαλκίδας, σχετικά με τη διάρκεια της εκτιόμενης (συνολικής) ποινής κάθειρξης των είκοσι πέντε (25) ετών, η οποία έχει επιβληθεί σ' αυτόν με την υπ' αριθμ. 326, 345, 425/2015 απόφαση του Α' Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, με την οποία ζήτησε τον επανακαθορισμό της ως άνω ποινής, ώστε να οριστεί εκτιτέα τα είκοσι (20) έτη και όχι τα είκοσι πέντε (25) έτη. Κατά της απόφασης αυτής ο ανωτέρω καταδικασμένος άσκησε την υπ' αριθμ. 12/27-2-2020 αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Διευθυντή του ως άνω Καταστήματος Κράτησης. Η ως άνω αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 466 § 1, 474 § 1 εδαφ. β του ΚΠΔ) αφού η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε στο κατά το άρθρο 473 §§ 2 και 3 του ΚΠΔ, Ειδικό Βιβλίο στις 11-2-2020 και επομένως είναι παραδεκτή, ασκηθείσα από πρόσωπο που είχε το σχετικό έννομο συμφέρον και κατά απόφασης υποκείμενης στο συγκεκριμένο ένδικο μέσο, ενώ περιλαμβάνει ως λόγους αναίρεσης την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 464, 562 εδ.β, 563 εδ. β και 510 § 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ και κατά συνέπεια πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 2§1 του νέου Π Κ, του κυρωθέντος με το Ν. 4619/2019 και ισχύοντος, κατά το άρθρο 460 του ίδιου Κώδικα, από την 1-7-2019, η οποία αναφέρεται στους ουσιαστικούς ποινικούς νόμους και όχι στους δικονομικούς, καθόσον οι δικονομικοί νόμοι έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο, κατά το χρόνο της έκδοσής τους, μέρος αυτών, εκτός αν ορίζουν διαφορετικά (ΟλΑΠ 1/2014) και με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή, εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Επίσης, επιεικέστερος είναι ο νόμος, ο οποίος δεν περιλαμβάνει την επιβαρυντική περίπτωση, υπό την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη (ΟλΑΠ 1/2020).
Από την ως άνω διάταξη προκύπτει, ότι τροποποιείται ουσιωδώς η καθιερωθείσα και περιγραφόμενη στο ίδιο άρθρο του προηγούμενου Ποινικού Κώδικα αρχή της αναδρομικής ισχύος του επιεικέστερου νόμου, έτσι ώστε να είναι σαφές, μετά τη γενόμενη σύγκριση των περισσοτέρων σχετικών διατάξεων, ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον" (βλ Αιτιολογική Έκθεση στο σχ. νόμου Κύρωση του ΠΚ) και ότι προδήλως ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο είναι ο μεταγενέστερος της τέλεσης της πράξης νόμος, όταν καθιστά την πράξη ανέγκλητη (ΑΠ 1820/2019, ΑΠ 1519/2019). Η γενική αρχή της αναδρομικής ισχύος του ηπιότερου νόμου αποτυπώνεται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 2 του Π Κ, καθεμία από τις οποίες αντιστοιχεί σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα της ποινικής διαδικασίας. Η πρώτη παράγραφος αναφέρεται στο χρονικό διάστημα το οποίο αρχίζει από την τέλεση της πράξης και εξικνείται μέχρι την έκδοση της αμετάκλητης δικαστικής απόφασης και κατά το οποίο εφαρμόζεται η ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο διάταξη. Η δεύτερη παράγραφος, κατά τη σχετική πρόβλεψη, αναφέρεται στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα ανάμεσα στην αμετάκλητη καταδίκη και μέχρι την ολοσχερή απότιση της ποινής, κατά το οποίο εφαρμόζεται ο μεταγενέστερος νόμος που χαρακτηρίζει την πράξη όχι αξιόποινη (ανέγκλητη). Τούτο δε διότι, όπως είναι φανερό, η συνέχιση έκτισης ποινής για μια πράξη που πλέον μπορεί να τελείται ατιμώρητα, οδηγεί σε άτοπα, άδικα, ανεπιεική και αντισυνταγματικά αποτελέσματα, επειδή προσκρούει στην απαγόρευση του υπερμέτρου, όντας άσκοπη ποινή, αφού δεν εξυπηρετεί καμία πρόληψη. Τούτων παρέπεται ότι η αρχή της αναδρομικής εφαρμογής του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου εφαρμόζεται και κατά το στάδιο της εκτέλεσης της ποινής και επομένως αν επέλθει νομοθετική μεταβολή μετά το αμετάκλητο της καταδικαστικής απόφασης, οι νέες ρυθμίσεις καταλαμβάνουν και εκείνους που καταδικαστηκαν αμετακλήτως, στο μέτρο που είναι ευνοϊκότερες γι' αυτούς υπό τον όρο ότι δεν οδηγούν σε επανεκδίκαση της υπόθεσης που έχει ήδη αμετάκλητα κριθεί. Εξάλλου, η φάση της εκτέλεσης της ποινής αποτελεί τμήμα της ποινικής δίκης, η οποία κατά την κρατούσα στην επιστήμη άποψη δεν περατώνεται με την έκδοση της καταδικαστικής απόφασης, αφού η έννομη σχέση, που είναι αντικείμενο της δίκης, επιζεί και μετά την απόφαση, όπως αυτό αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι ο νόμος αναθέτει στη δικαστική εξουσία την επίλυση των περισσοτέρων προβλημάτων που ανακύπτουν κατά την εκτέλεση.
Συνεπώς η ως άνω διάταξη του άρθρου 2§1 του Π Κ, έχει ανάλογη εφαρμογή και στην περίπτωση που ο νεότερος επιεικέστερος νόμος ίσχυσε μετά την αμετάκλητη εκδίκαση της υπόθεσης, πριν όμως από την εκτέλεση της επιβληθείσας ποινής (ΑΠ 1729/2019) ενόψει του ότι, κατά τα προεκτεθέντα, η φάση της εκτέλεσης αποτελεί τμήμα της έννομης σχέσης που δημιουργείται μεταξύ δράστη και πολιτείας και αρχίζει από την τέλεση της πράξης, λήγει δε με την εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε αμετάκλητα (ΑΠ 1169/2009).

Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2020

ΤρΔΕφΑθ 3527/2020 : "Αστική ευθύνη Δημοσίου - Θανάσιμος τραυματισμός από όργανο του Δημοσίου - Χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης - Χρήση όπλων από αστυνομικό όργανο"



Θανάσιμος τραυματισμός αμέτοχου πολίτη που επήλθε από πυροβολισμούς αστυνομικού οργάνου κατά τη διάρκεια συμπλοκής. Χρήση όπλου από αστυνομικό όργανο. Ανθρωποκτονία από αμέλεια. Αποκλειστική υπαιτιότητα του αστυνομικού οργάνου. Ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου λόγω παράνομης πράξης του αστυνομικού οργάνου η οποία τελούσε σε αιτιώδη συνάφεια με τον θάνατο του θανόντος. Επιδίκαση εύλογων ποσών χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης στους εγγύτερους και στενώς συνδεδεμένους συγγενείς του θανόντος. Απόρριψη έφεσης του Δημοσίου. Δεν τίθεται ζήτημα υπέρβασης των ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας και παράβασης της αρχής της αναλογικότητας. Το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης δεν συναρτάται, κατ’ αρχήν, προς τη συγκεκριμένη κάθε φορά περιουσιακή και δημοσιονομική κατάσταση του Δημοσίου, ούτε το περιουσιακό και οικονομικό μέγεθος του Δημοσίου επιδρά στον καθορισμό του ύψους της.

 

 

Αριθμός απόφασης : 3527/2020

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Τμήμα 11ο Τριμελές

Αποτελούμενο από τις : Αλεξάνδρα Κόζαρη, Πρόεδρο Εφετών Δ.Δ., Βασιλική Μπούρα (Εισηγήτρια) και Ελένη Κουτρούμπα, Εφέτες Διοικητικών Δικαστηρίων, και Γραμματέα τη Μάρθα Παπανδρεάδη, δικαστική υπάλληλο, συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 11 Νοεμβρίου 2019, για να δικάσει τη με αριθμό καταχώρησης ./29-1-2018 έφεση

του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα (οδός Καραγεώργη Σερβίας αρ. 10), το οποίο δεν παραστάθηκε

κατά των: 1) . χήρας ., το γένος ., ενεργούσας ατομικά και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της, ., κατοίκων αμφοτέρων Βύρωνα Αττικής (οδός .), 2) ., κατοίκου Βύρωνα Αττικής (οδός .), 3) ., κατοίκου Βύρωνα Αττικής (οδός .), 4) ..., κατοίκου Βύρωνα Αττικής (οδός ...), 5) ..., κατοίκου Ιταλίας και 6) ..., κατοίκου Ιταλίας, οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο ΜΔ, που κατέθεσε την προβλεπόμενη από το άρθρο 133 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ. δήλωση.

 

Μετά τη συνεδρίαση, το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.

 

Αφού μ ε λ έ τ η σ ε τη δικογραφία και

 

σ κ έ φ θ η κ ε σύμφωνα με το νόμο

 

Η κ ρ ί σ η τ ο υ ε ί ν α ι η ε ξ ή ς :

1. Με την κρινόμενη έφεση, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται κατά νόμο η καταβολή παραβόλου, ζητείται παραδεκτώς η εξαφάνιση της 17554/2017 εν μέρει οριστικής απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς το οριστικό κεφάλαιό της, κατά το μέρος που με αυτήν έγινε δεκτή η από 1-11-10 αγωγή των ήδη εφεσιβλήτων και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση : 1) στην πρώτη των ανωτέρω το ποσό των 100.000 ευρώ για την ίδια και το ποσό των 80.000 ευρώ για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της, 2) σε καθένα από τους δεύτερο και τρίτη εξ αυτών το ποσό των 80.000 ευρώ, 3) στην τέταρτη το ποσό των 50.000 ευρώ και 4) σε καθένα από τους πέμπτο και έκτη το ποσό των 10.000 ευρώ. Τα εν λόγω ποσά επιδικάστηκαν στους εφεσίβλητους ως αποζημίωση, λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από το θάνατο του συγγενούς τους ..., ο οποίος, κατά τους ισχυρισμούς τους, ήταν απότοκος παρανόμων πράξεων και παραλείψεων των οργάνων του ήδη εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου. Η έφεση αυτή νομίμως συζητήθηκε παρά την απουσία του εκκαλούντος, καθώς αυτό είχε κλητευθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως για τη δικάσιμο της 18ης-3-19, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης είχε αναβληθεί για την παρούσα δικάσιμο, χωρίς νέα κλήτευση των διαδίκων (σχ. το από 5-12-18 αποδεικτικό επίδοσης της κλήσης του Γραμματέα ΔΕΑ Νικήτα Δεναξά και τα οικεία πρακτικά).


2. Από το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (ΕισΝΑΚ) προκύπτει ότι το Δημόσιο οφείλει να αποκαταστήσει τη ζημία, η οποία προκαλείται από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του κατά την ενάσκηση της εξουσίας που τους έχει ανατεθεί. Περαιτέρω, κατά την έννοια του ιδίου άρθρου, το Δημόσιο υποχρεούται, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, σε αποκατάσταση κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας, τα Δικαστήρια δε της ουσίας, δύνανται, επιπλέον, να επιδικάσουν εις βάρος του εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ή, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, λόγω ψυχικής οδύνης, κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 932 του Αστικού Κώδικα. Η χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, που προβλέπεται ειδικότερα στο άρθρο 932 εδ. γ' του Α.Κ., αποσκοπεί στην ηθική παρηγορία και την ψυχική ανακούφιση των μελών της οικογένειας του θανόντος, όσο αυτό είναι δυνατόν, από τον ψυχικό πόνο που δοκιμάζουν κατά το χρόνο του θανάτου του (Σ.τ.Ε. 2986/2009, 1405/2013). Με τη διάταξη του άρθρου 932 εδ. γΝ του Α.Κ. δεν ορίζεται μεν ευθέως ο κύκλος των προσώπων που μπορεί να ζητήσει χρηματική ικανοποίηση, κατά την αληθή της όμως έννοια, η οποία απορρέει από το σκοπό θεσπίσεώς της, στην οικογένεια του θανόντος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι συγγενείς του και στενώς συνδεόμενοι μ' αυτόν, οι οποίοι δοκιμάσθηκαν ψυχικά από την απώλειά του, ενώ είναι αδιάφορο αν συζούσαν μαζί του ή διέμεναν χωριστά. Υπό την έννοια δε αυτή, μεταξύ των προσώπων τούτων, εκτός του ή της συζύγου και των εξ αίματος συγγενών κατ' ευθεία γραμμή και εκ πλαγίου έως και δευτέρου βαθμού, περιλαμβάνονται και οι εξ αγχιστείας πρώτου βαθμού (πεθερός, πεθερά, νύφη, γαμπρός) {βλ. ΑΠ 21/2000 Ολομ., 723/2002, 434, 1752/2005, 1735/2006, 260, 775/2011, 1503, 1723/2012, 675/2013, ΣτΕ, 3552/2014, 2210/2017}.


3. Ο Ν. 3169/2003 «Οπλοφορία, χρήση πυροβόλων όπλων από αστυνομικούς, εκπαίδευσή τους σε αυτά και άλλες διατάξεις» (Α' 189) ορίζει, στο άρθρο 3, ότι: «1. Ο αστυνομικός επιτρέπεται κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του να προτάσσει το πυροβόλο όπλο, εφόσον συντρέχει κίνδυνος ένοπλης επίθεσης σε βάρος αυτού ή τρίτου. 2. Ο αστυνομικός επιτρέπεται να κάνει χρήση πυροβόλου όπλου, εφόσον αυτό απαιτείται για την εκπλήρωση του καθήκοντός του και συντρέχουν οι παρακάτω προϋποθέσεις: α. Έχουν εξαντληθεί όλα τα ηπιότερα του πυροβολισμού μέσα, εκτός αν αυτά δεν είναι διαθέσιμα ή πρόσφορα στη συγκεκριμένη περίπτωση.... β. Έχει δηλώσει την ιδιότητά του και έχει απευθύνει σαφή και κατανοητή προειδοποίηση για την επικείμενη χρήση πυροβόλου όπλου, παρέχοντας επαρκή χρόνο ανταπόκρισης, εκτός αν αυτό είναι μάταιο υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες ή επιτείνει τον κίνδυνο θανάτου ή σωματικής βλάβης. γ. Η χρήση πυροβόλου όπλου δεν συνιστά υπερβολικό μέτρο σε σχέση με το είδος της απειλούμενης βλάβης και την επικινδυνότητα της απειλής.  3..... 4.  Ο εκφοβιστικός πυροβολισμός ή ο πυροβολισμός κατά πραγμάτων επιτρέπεται, ιδίως σε περιπτώσεις κινδύνου από ζώο ή προειδοποίησης για πυροβολισμό εναντίον ανθρώπου, εφόσον έχουν ληφθεί όλα τα απαραίτητα μέτρα, ώστε να μην πληγεί άνθρωπος από αστοχία ή εξοστρακισμό του βλήματος.... 5. Ο πυροβολισμός ακινητοποίησης επιτρέπεται, αν αυτό απαιτείται: α. Για την απόκρουση ένοπλης επίθεσης, εφόσον η επίθεση άρχισε ή επίκειται, ώστε κάθε καθυστέρηση αντίδρασης να καθιστά αναποτελεσματική την άμυνα. β. Για την αποτροπή επικείμενης τέλεσης ή εξακολούθησης κοινώς επικίνδυνου κακουργήματος ή κακουργήματος που τελείται με χρήση ή απειλή σωματικής βίας. γ. Για τη σύλληψη καταδικασθέντος ή υποδίκου ή καταδιωκομένου που καταλαμβάνεται να τελεί επΝ αυτοφώρω κακούργημα ή πλημμέλημα, εφόσον αντιδρά στη σύλληψή του και υπάρχει άμεσος κίνδυνος να κάνει χρήση όπλου. δ.... ε....στ....ζ... 6. Ο πυροβολισμός εξουδετέρωσης επιτρέπεται, αν αυτό απαιτείται: α. για την απόκρουση επίθεσης ενωμένης με επικείμενο κίνδυνο θανάτου ή βαριάς σωματικής βλάβης ανθρώπου, β.... 7. Πυροβολισμός ακινητοποίησης ή εξουδετέρωσης απαγορεύεται: α. εφόσον υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να πληγεί τρίτος από αστοχία ή εξοστρακισμό του βλήματος, β. εναντίον ενόπλου πλήθους, εφόσον υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να πληγούν άοπλοι, γ... δ.... 8. Όταν οι αστυνομικοί ενεργούν ως ομάδα, για τη χρήση πυροβόλου όπλου, απαιτείται προσταγή του επικεφαλής αυτής, εκτός αν ο αστυνομικός δέχεται επίθεση, από την οποία απειλείται βαριά σωματική βλάβη ή θανάτωσή του. 9. Αντισυνταγματική ή προδήλως παράνομη διαταγή ανωτέρου για χρήση πυροβόλου όπλου δεν αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του αστυνομικού. 10......

Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2020

ΔιατΕισΕφΠατρών 56/2020: Διάταξη Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών απορριπτική έγκλησης - Προσφυγή - Νομική φύση - Προθεσμία άσκησης - Πρόσωπο που την ασκεί - Εντολή προς πληρεξούσιο δικηγόρο



Άσκηση προσφυγής κατά διατάξεως Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών απορριπτικής εγκλήσεως. Φέρει τον χαρακτήρα οιονεί ένδικου μέσου και εφαρμόζονται επ’ αυτής αναλογικά οι περί ενδίκων μέσων διατάξειςτόσο εκείνες που αφορούν τον σkoπό και τη διαδικασίαόσο και εκείνες που αφορούν τα αποτελέσματά τουςΔεκαπενθήμερη αποκλειστική προθεσμία ασκήσεως της προσφυγής. Ασκείται από τον ίδιο τον προσφεύγοντα αυτοπροσώπως ή από τον πληρεξούσιο συνήγορό του, ο οποίος υποχρεούται στην περίπτωση αυτή να έχει εξουσιοδοτηθεί νομίμως κατά τις οικείς διατάξεις του νέου ΚΠΔ. Η ειδική εντολή δύναται να χορηγηθεί και δι’ απλής εγγράφου δηλώσεως, βεβαιουμένης της γνησιότητας της υπογραφής του εντολέως υφ’ οιασδήποτε δημόσιαςδημοτικής ή κοινοτικής αρχής ή δικηγόρουΓια το κύρος της πληρεξουσιότηταςπρέπει στο σχετικό έγγραφο να εξειδικεύεται η ποινική υπόθεση για την οποία παρέχεται η πληρεξουσιότητα και να προσδιορίζεται η αξιόποινη πράξη την οποία αφορά.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΑ ΕΦΕΤΩΝ ΠΑΤΡΩΝ

Αριθμός Δ/ξης 56/2020

ΔΙΑΤΑΞΗ

Ο Εισαγγελέας Εφετών Πατρών

Αφού λάβαμε υπόψη:

1). Την με αριθμ. βιβλίου ./2020 και ημερομηνία 9-9-2020 προσφυγή της νοσηλεύτριας του Γενικού Νοσοκομείου Πατρών υπό την επωνυμία «.»κατοίκου Πατρών (οδός .), κατά της υπαριθμ. 315/21-8-2020 Διατάξεως του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Πατρών, δια της οποίας κατόπιν της διενέργειας προκαταρκτικής εξέτασης, απορρίφθηκε, κατ' άρθρο 51 του ΚΠΔ, η από 23-1-2019 κατατεθείσα στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πατρών, «έγκληση» της ως άνω προσφεύγουσας κατά των: 1) κατοίκου Πατρών (οδός ), Προϊσταμένης των Τακτικών Εξωτερικών Ιατρείων του Γενικού Νοσοκομείου Πατρών, υπό την επωνυμία «.», 2) κατοίκου Πατρών (Νοσοκομείο «.»), Διευθύνουσας του άνω Νοσοκομείου και 3) κατοίκου Πατρών (Νοσοκομείο «.»), Τομεάρχου των Τακτικών Εξωτερικών Ιατρείων του άνω Νοσοκομείου.

 

2) Τα στοιχεία της δικογραφίας (με ΑΒΜ: Π9-327) που σχηματίσθηκε κατόπιν διενεργηθείσης προκαταρκτικής εξέτασης, εκθέτουμε τα ακόλουθα:

 

Στην Αιτιολογική Έκθεση του νόμου, στο σχετικό χωρίο για την προσφυγή κατά απορριπτικής της έγκλησης, εισαγγελικής διάταξης, αναφέρονται τα εξής: «Στο πέμπτο κεφάλαιο του Τμήματος αυτού του ΣχΚΠΔ ρυθμίζονται τα ειδικότερα ζητήματα που αφορούν στην υποβολή, στη διαχείριση της έγκλησης και τις δικονομικές δυνατότητες αντίδρασης του εγκαλούντος. Ειδικότερα σε σχέση με το δικαίωμα προσφυγής του εγκαλούντος το Σχέδιο επαναφέρει την παλαιότερη ρύθμιση που προέβλεπε την έναρξη της προθεσμίας προσφυγής από την επίδοση της σχετικής διάταξης του εισαγγελέα, αφού μόνο κατ' αυτόν τον τρόπο μπορεί να εξασφαλιστεί πληρέστερα η γνώση της απορριπτικής διάταξης και να διαφυλαχθεί η άσκηση των δικαιωμάτων του εγκαλούντος στο πλαίσιο μιας δίκαιης δίκης. Η προηγούμενη ρύθμιση κατέτεινε μεν στη μείωση των σχετικών προσφυγών, πλην όμως αυτή επιτυγχανόταν με τη στέρηση δικαιωμάτων, αφού με τον τρόπο αυτόν δεν εξασφαλιζόταν δικαιοκρατικά η γνώση της απορριπτικής διάταξης, στο βαθμό που δεν υφίστατο πραγματική ενημέρωση για την έκδοση της διάταξης και άρα σαφές σημείο αφετηρίας της προθεσμίας. Παράλληλα η Επιτροπή μείωσε και το προβλεπόμενο παράβολο υπέρ του δημοσίου, ώστε να μην καθίσταται απαγορευτική η άσκηση ενός δικαιώματος εξαιτίας οικονομικής αδυναμίας, αλλά κυρίως για να εξασφαλίζεται το δικαίωμα απρόσκοπτης πρόσβασης στη δικαιοσύνη.

 

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 51 του νέου ΚΠΔ («Έγκληση του παθόντος»):

«1. Αν ο παθών θέλει να ζητήσει τη δίωξη της αξιόποινης πράξης, υποβάλλει την έγκληση σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 42 παρ. 2, 3 και 4 (η παρ. 1 αντ/κε με το άρθρο 7 παρ. 7 Ν. 4637/18.11.2019).

2. Ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών εξετάζει την έγκληση που έλαβε και αν κρίνει ότι αυτή δεν στηρίζεται στον νόμο ή είναι προφανώς αβάσιμη στην ουσία της ή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, την απορρίπτει με διάταξη του, η οποία περιλαμβάνει συνοπτική αιτιολογία και επιδίδεται στον εγκαλούντα.

3. Αν ενεργήθηκαν προκαταρκτική εξέταση ή αυτεπάγγελτη προανάκριση κατά το άρθρο 245 παρ. 2 ή ένορκη διοικητική εξέταση και ο εισαγγελέας κρίνει ότι δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την κίνηση της ποινικής δίωξης, απορρίπτει την έγκληση με αιτιολογημένη διάταξη του που επιδίδεται στον εγκαλούντα (η παρ. 3 αντ/κε με το άρθρο 7 παρ. 7 Ν. 4637/18.11.2019). 4. Όσα αναφέρονται στα άρθρα 43 παρ. 1 και 6, 44,45,47, 48, 49 και 50 εφαρμόζονται και ως προς την έγκληση».

 

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 52 του ιδίου Κώδικα, στο οποίο προβλέπεται το «Δικαίωμα προσφυγής του εγκαλούντος επί απόρριψης της έγκλησης»:

«1. Ο εγκαλών έχει δικαίωμα μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από την επίδοση της διάταξης του εισαγγελέα πλημμελειοδικών σύμφωνα "με τις παρ. 2 και 3 του προηγούμενου άρθρου", να προσφύγει κατά αυτής στον αρμόδιο εισαγγελέα εφετών. Η προσφυγή ασκείται με τον τρόπο που προβλέπεται στο άρθρο 474 ΚΠΔ [η φράση "με τις παρ. 1 και 2 του προηγούμενου άρθρου" αντ/κε ως άνω με το άρθρο 96 περ. δ' Ν. 4623/2019, ΦΕΚ Α 134/9.8.2019 (επανάληψη ρύθμισης άρθρου δεύτερου παρ. 3 περ. δ' της από 27.6.2019 ΠΝΠ, ΦΕΚ Α 106/27.6.2019)].

2. Ο προσφεύγων υποχρεούται να καταθέσει παράβολο υπέρ του δημοσίου ποσού διακοσίων πενήντα (250) ευρώ, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο πιο πάνω γραμματέας. Σε περίπτωση που υποβλήθηκε μία έγκληση από περισσότερους εγκαλούντες, κατατίθεται μόνο ένα παράβολο. Το ύψος του ποσού αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Αν δεν κατατεθεί το παράβολο, η προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη από τον εισαγγελέα εφετών. Εξαιρούνται από την υποχρέωση κατάθεσης παράβολου οι δικαιούχοι νομικής βοήθειας, όπως αυτοί προσδιορίζονται στο άρθρο 1 του ν. 3226/2004 (το τελευταίο εδάφιο της § 2 προστέθηκε με το αρ. 7 § 7 Ν. 4637/18.11.2019).

3. Αν ο εισαγγελέας εφετών δεχθεί την προσφυγή, παραγγέλλει είτε τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης αν πρόκειται για κακούργημα ή για πλημμέλημα για το οποίο αυτή είναι υποχρεωτική, εφόσον δεν έχει ήδη διενεργηθεί τέτοια εξέταση είτε την άσκηση ποινικής δίωξης στις λοιπές περιπτώσεις και διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα αυτό».

 

Κατά το άρθρο 474 του νέου ΚΠΔ, με τίτλο «Έκθεση και λόγοι άσκησης του ενδίκου μέσου»: «1. Με την επιφύλαξη της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα), ή στον γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Αν αυτός κρατείται στη φυλακή, η δήλωση μπορεί να γίνει και σ' εκείνον που τη διευθύνει. Για τη δήλωση συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπο του (άρθρο 466 παρ. 1) και από κείνον που τη δέχεται.. 2. Το ένδικο μέσο μπορεί επίσης να ασκηθεί και με κατάθεση δικογράφου στα παραπάνω, πρόσωπα, για την οποία συντάσσεται έκθεση εγχείρισης. 3. Αν η έκθεση γίνει ή το δικόγραφο κατατεθεί σε άλλον γραμματέα ή στον διευθυντή των φυλακών, αποστέλλεται αμέσως στον γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση. 4. Στην έκθεση ή το δικόγραφο πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο».

 

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγονται, ως προς το ζήτημα της προσφυγής του άρθρου 52 ΚΠΔ, τα ακόλουθα συμπεράσματα:

 

Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2020

ΕφΑθ 4719/20 : ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΑΔΟΧΗ. ΘΕΤΟ ΤΕΚΝΟ. ΔΙΑΘΗΚΗ - ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ. ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΑΛΛΟΔΑΠΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ - ΔΗΜΟΣΙΑ ΤΑΞΗ. Αγωγή αναγνωριστική του ενάγοντος, ως μοναδικού εξ αδιαθέτου κληρονόμου του θετού πατέρα του και της ακυρότητας ιδιόγραφης διαθήκης, βάσει της οποίας η εναγόμενη αποδέχθηκε την κληρονομιά, την οποία και κατέχει. Εκτέλεση αλλοδαπής απόφασης υιοθεσίας ενηλίκου. Αναίρεση και παραπομπή στο παρόν Δικαστήριο. Η δημόσια τάξη, ως ανασχετικός παράγων εφαρμογής του αλλοδαπού δικαίου.

 


ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

8° ΤΜΗΜΑ

ΑΡΙΘΜΟΣ 4719/2020

 

Αποτελούμενο από τους Δικαστές Σοφία Οικονόμου, Πρόεδρο Εφετών, Θεοδώρα Τσαμαδιά, Εφέτη και Δημήτριο Τ. Οικονόμου, Εφέτη Εισηγητή και από την Γραμματέα Φωτεινή Μπριντζίκη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 5 Δεκεμβρίου 2019 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του καλούντος εκκάλόυντος ενάγοντας: Ρ. Α. (R. L.) του Φ. (F.), κατοίκου Ρώμης Ιταλίας, ... αρ. ..., τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος ΝΦ.

Της καθής η κλήση εφεσίβλητης εναγόμενης: Ε. συζύγου Ν. Κ. , το γένος Σ. και Α. Τ., κατοίκου .... Αττικής, οδός ... αρ. ..., την οποία εκπροσώπησε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ΑΓ.

Στη Γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατατέθηκε η από 10.12.2009 και με αριθ. καταθ. ................../2009 αγωγή του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος κατά της εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας,

Επ’ αυτής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η 5904/2010 οριστική απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την αγωγή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον τού Δικαστηρίου τούτου ο εκκαλών ενάγων με την από 31.3.2011 έφεσή του, που πήρε αριθ. κατάθ. ..../2011, επί της οποίας εκδόθηκε η 1511/2012 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Κατά της παραπάνω δευτεροβάθμιας απόφασης ο εναγόμενος άσκησε την από 21.11.2012 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η 818/2014 απόφαση του Γ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία παρέπεμψε στη Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου την παραπάνω αίτηση αναιρέσεως. Ακολούθως εκδόθηκε η 9/2016 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω 1511/2012 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκηση στο ίδιο Δικαστήριο (με άλλη σύνθεση). Ακολούθως η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση με την από 27.10.2016 και με γεν. αριθ. κατάθ. ..../2016 κλήση του ενάγοντος, για την οποία ορίστηκε δικάσιμος στις 28.9.2017 και μετά από αναβολή στις 3.5.2018, οπότε συζητήθηκε. Στη συνέχεια, λόγω αδυναμίας έκδοσης απόφασης, εισήχθη προς ανασυζήτηση η υπόθεση, με την .../2019 και με αρ. έκθ. κατ. Γ.Α.Κ. .../16 πράξη του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Δικαστηρίου αυτού, κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ., για τη σημερινή δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο. Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο με αύξαντα αριθμό ... και συζητήθηκε, αφού ακούστηκαν οι παριστάμενοι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, που αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που είχαν. Κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο παραστάθηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εκκαλούντος και κατέθεσε προτάσεις, ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εφεσίβλητης δεν παραστάθηκε, είχε όμως προκαταθέσει προτάσεις μαζί με μονομερή δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 307 του ΚΠολΔ «Αν για οποιοδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για τη συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διάδικου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου...». Κατά την ορθότερη γνώμη η ως άνω επαναλαμβανόμενη συζήτηση αποτελεί, όπως και αυτή του αρθρ. 254 ΚΠολΔ, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση. Και ναι μεν στο αρθρ. 307 δεν μνημονεύεται ρητώς, όπως στο άρθρο 254 ΚΠολΔ, ότι η επαναλαμβανόμενη συζήτηση αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης, όμως δεν συντρέχει κανένας δικαιολογητικός λόγος να αντιμετωπιστούν κατά διαφορετικό τρόπο οι δύο περιπτώσεις. Και τούτο γιατί οι δύο περί επαναλήψεως διατάξεις διαφέρουν μόνο ως προς το λόγο της επαναλήψεως, ο οποίος μάλιστα στην περίπτωση του άρθρου 307 δεν οφείλεται σε καμιά περίπτωση σε υπαιτιότητα διαδίκου. Έτσι δεν υφίσταται στην τελευταία περίπτωση δικαιολογητικός λόγος να έχει, αν δεν εμφανιστεί κάποιος διάδικος ή δεν εμφανιστεί προσηκόντως ή δεν καταθέσει εκ νέου προτάσεις, δυσμενέστερη μεταχείριση δικαζόμενος ερήμην. Κατά συνέπεια δεν απαιτείται στη νέα συζήτηση η εκ νέου κατάθεση προτάσεων, ενώ ο διάδικος ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία (ΕφΠειρ 261/2014 Τ.Ν.Π. ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΕφΑθ 143/2013 Τ.Ν,Π. ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΕφΑαρ 502/2013 Τ.Ν,Π, ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΕφΑθ 720/2012 ΕλλΔνη 2013.1093, ΕφΘεσ 1927/2012 Αρμ 2013,1503, ΕφΘεσ 383/2012 Τ.Ν,Π, ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 151/2012 ΕΠολΔ 2012.737, ΕφΑθ 961/2009 ΕλλΔνη 2010.1058 με σημ, I, Κατρά, ΕφΑθ 7196/2007 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, ΕφΑαρ 519/2007 ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2008,151, ΕφΑθ 1849/2001 ΕλλΔνη 2003.208, ΕφΑθ 3365/1995 ΕλλΔνη 37.1161, Μακρίδου στην Κεραμεως-Κονδύλη-Νίκα ΕρμΚΠολΔ, άρθ. 307). Επομένως νόμιμα εισάγεται για ανασυζήτηση η από 31.3.2011 έφεση, που πήρε αριθ. κατάθ. ..../2011 τσυ ηττηθέντος πρωτοδίκως ενάγοντος κατά της 5904/2010 · οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την .../2019 και με αρ. έκθ. κατ. Γ.Α.Κ. .../16 πράξη του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης, του Δικαστηρίου αυτσύ, κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ., επειδή δεν εκδόθηκε απόφαση μετά την παρέλευση πλέον των οχτώ μηνών από τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την ανωτέρω δικάσιμο και ο εισηγητής δικαστής επέστρέψε τη δικογραφία.

Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, «αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν1 από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πρτν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση, για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση», κατά δε τη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 2 του ιδ. Κώδ., «στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση». Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ «αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων, των σχετικών με την αρμοδιότητα) παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο, το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή και στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές». Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποιο από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής. (ΑΠ 975/2000 ΕλΔνη 42.81). Ειδικότερα η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα. Η έκταση αυτή της αναιρέσεως προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως, κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν της εκτάσεως της αναιρέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως ως ολικής (ΑΠ 1308/2004 ΕλΔνη 46.84, ΑΠ 1833/2001). Επομένως στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση (ΕφΘεσ 2518/2000 Αρμ, 2001.46). Αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης, τότε μόνο ως προς αυτά εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της απόφασης, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΑΠ 1145/2005 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 129/2004 Δ 2004.804, ΑΠ 659/88 ΕλΔνη 30.310, ΑΠ 1279/83 Δ 15.421, ΑΠ 1042/75 ΝοΒ 24.387, ΕφΠειρ 68/94 ΕλΔνη 35.1385), εκτός από τα κεφάλαια που συνδέονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται (ΑΠ 1717/2002 ΕλΔνη 44.1563). Αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολο της αποβάλλει την ισχύ της, οι δε διάδικοι επανέρχονται στην πριν από αυτήν κατάσταση. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται μία απόφαση, όταν η αναιρούσα αυτήν απόφαση δεν περιορίζει με σχετική διάταξη την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς από τους διαδίκους (ΑΠ 43/2005 ΕλΔνη 46.1401, ΑΠ 380/1999, ΑΠ 674/1998). Με την αναίρεση της απόφασης, κατά το μέτρο παραδοχής της αντίστοιχης αίτησης, κατά το σύνολο ενός ενιαίου κεφαλαίου ή των πλειόνων κεφαλαίων, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας, έφεση, αγωγή κλπ. Έτσι, αν αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου, και δεν πρόκειται για τις περιπτώσεις του άρθρου 580 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων, των σχετικών με την αρμοδιότητα, αναβιώνει η πρωτόδικη απόφαση και η κατ' αυτής έφεση, που θα κριθεί πάλι από το Εφετείο. Το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ.3, 581 παρ.2και 3, 579 παρ.1 ΚΠολΔ, επανεκδικάζει την έφεση ως προς το κεφάλαιο στο οποίο αναφέρεται η παράβαση, για την οποία η αναίρεση και δεν περιορίζεται στο νομικό ζήτημα, περί του οποίου ο γενόμενος δεκτός λόγος αναιρέσεως, λαμβανομένου υπόψη ότι η αναίρεση επέρχεται για ορισμένη παράβαση αλλά η υπόθεση επανεκδικάζεται κατά το εκκληθέν, επί του οποίου με την απόφασή του αποφαίνεται το δικαστήριο της παραπομπής. Το τελευταίο δεσμεύεται μόνο ως προς το νομικό ζήτημα που έλυσε η παραπεμπτική απόφαση (ΑΠ 548/2008 ΝΟΜΟΣ, 805 και 806/2008 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 137/2004 Δίκη 35.1171) και όχι από τις διαπιστώσεις της απόφασης που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά γεγονότα, δυνάμενο να εκτιμήσει διαφορετικά τις αποδείξεις, εφόσον δεν εθίγησαν με την αναίρεση, από ότι η αναιρεθείσα, μη δεσμευόμενο ούτε ως προς το σημείο αυτό από εκείνη (ΑΠ 129/2004 Δίκη 35.804). Αν η απόφαση που αναιρέθηκε είναι Εφετείου, δεν ακυρώνεται και η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ακόμα και αν αυτή στηρίζεται στο ίδιο ελάττωμα και τούτο, διότι με την αναίρεση της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου αναβιώνει η εκκρεμοδικία της έφεσης κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (ΑΠ 963/1999 ΕλΔνη 41.51), ως προς την οποία θα αποφανθεί το δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο είτε θα δεχθεί την έφεση και θα εξαφανίσει την απόφαση, είτε θα απορρίψει αυτή, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. (ΑΠ 1421/2002 ΧρΙΔ Γ 145). Το εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, εφόσον η αναιρετική απόφαση δεν ασχολήθηκε με το διαδικαστικό ζήτημα του εμπροθέσμου της εφέσεως ως προϋπόθεσης του παραδεκτού της, θα (επανεξετάσει την εν λόγω διαδικαστική προϋπόθεση (ΕφΠειρ 658/1989 ΝοΒ 38.662), δυνάμενο και να την απορρίψει ως εκπρόθεσμη, εφόσον ο γενόμενος δεκτός αναιρετικός λόγος αφορούσε την ουσία του επιδίκου ουσιαστικού δικαιώματος (ΕφΠειρ 658/1989 ΕλΔνη 31.1490).

Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2020

Covid_19 : Όλα τα νέα μέτρα

 


  • Από την Τρίτη 3-11-2020 το πρωί 6 πμ και για ένα μήνα τίθεται σε ισχύ ένα πρόγραμμα βάσει του οποίου η επικράτεια χωρίζεται, πλέον, σε δύο ζώνες αντί για τέσσερις: Επιτήρησης και Αυξημένου Κινδύνου.
  • Στη ζώνη Επιτήρησης εντάσσονται όλοι οι νομοί που μέχρι τώρα παρουσίαζαν σχετικά λίγα κρούσματα, αυτοί δηλαδή που μέχρι σήμερα είναι στο «πράσινο» και το «κίτρινο». 
    Περιορισμός της κυκλοφορίας από τις 12:00 το βράδυ έως τις 5:00 το πρωί.
    Εφαρμογή τηλεργασίας 50% σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα. Και πλήρης τηλεκπαίδευση στα πανεπιστήμια.
    Όχι συναθροίσεις, πάντα αποστάσεις και προσωπική υγιεινή.

    Στη ζώνη Αυξημένου Κινδύνου εντάσσονται οι περιοχές που μέχρι σήμερα βρίσκονται όχι μόνο στο «κόκκινο», αλλά και στο «πορτοκαλί». Δηλαδή όλη η Βόρεια Ελλάδα αλλά και η Αττική, από την επόμενη εβδομάδα. Ειδικά εκεί, στις προηγούμενες ρυθμίσεις προστίθενται και οι ακόλουθες:
    Το ίδιο θα ισχύει και για τους χώρους ψυχαγωγίας, πολιτισμού και άθλησης: Μπαρ, καφέ, κινηματογράφοι, μουσεία και θέατρα, όπως και κλειστά γυμναστήρια.
    Σε αντίθεση με την άνοιξη, ωστόσο, δεν απαγορεύονται οι μετακινήσεις εκτός νομού.

  • Αναστέλλεται η λειτουργία όλων των χώρων εστίασης, πλην της κατ’ οίκον διανομής φαγητού και της παραλαβής από το κατάστημα.
  • Εκεί θα ισχύουν τα γνωστά μέτρα, κάποια από τα οποία διευρύνονται. Και είναι τα εξής: Χρήση μάσκας παντού, σε εσωτερικούς και εξωτερικούς χώρους.
  • Οι νέοι κανόνες, που θα ισχύσουν από τις 6:00 το πρωί της Τρίτης, επικεντρώνονται στις δύο εστίες που, διαπιστωμένα, ευνοούν τη μετάδοση του ιού: Στη διασκέδαση και την κινητικότητα των πολιτών. Ενώ διατηρούν σε ολόκληρη την επικράτεια τη λειτουργία της βιομηχανίας, του λιανεμπορίου και των σχολείων. Και παραμένουν ανοιχτές υπηρεσίες, όπως τα ξενοδοχεία και τα κομμωτήρια. Γιατί εκεί τα στοιχεία δείχνουν ότι το πρόβλημα ελέγχεται.

Επεκτείνουμε και ενισχύσουμε το «δίχτυ ασφαλείας» για εργαζόμενους και επιχειρήσεις

Σε συνέχεια των κυβερνητικών ανακοινώσεων για τον νέο Χάρτη Υγειονομικής Ασφάλειας και Προστασίας, επεκτείνουμε και ενισχύσουμε το «δίχτυ ασφαλείας» για εργαζόμενους και επιχειρήσεις. Συγκεκριμένα:

  1. Οι εργαζόμενοι επιχειρήσεων-εργοδοτών, ανά την επικράτεια, που πλήττονται σύμφωνα με τη διευρυμένη λίστα ΚΑΔ Απριλίου, δύνανται να τεθούν σε προσωρινή αναστολή σύμβασης εργασίας.
  • Συνεπώς είναι δικαιούχοι αποζημίωσης ειδικού σκοπού, αναλογικά με το διάστημα που τίθενται σε αναστολή, υπολογιζόμενης επί ποσού 534 ευρώ μηνιαίως.
  • Για το ανωτέρω χρονικό διάστημα καλύπτονται από τον Κρατικό Προϋπολογισμό αναλογικά και οι πλήρεις ασφαλιστικές εισφορές, υπολογιζόμενες επί του ονομαστικού μισθού.