Τετάρτη 10 Ιουλίου 2019

Σχόλιο στην υπ’ αριθμ. 130/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακ/των Ναυπλίου* (Aπαλλακτική απόφαση για δημάρχους και μέλη επιτροπής παραλαβής δημοτικών έργων ελλείψει ζημίας) [Αντώνης Ν. Πεπελάσης Δικηγόρος στον Άρειο Πάγο, Μέλος ΕΕΠ]




1. Με πρόσφατη, ήδη αμετάκλητη, απόφαση του (130/2018), το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Ναυπλίου δέχτηκε τον (αμέσως κατωτέρω αναπτυσσόμενο) σχετικό υπερασπιστικό ισχυρισμό των εκεί κατηγορουμένων και κήρυξε αυτούς αθώους των αποδοθεισών σε αυτούς (κακουργηματικών) κατηγοριών της απιστίας (390 ΠΚ) και της ψευδούς βεβαίωσης (242 ΠΚ).

2. Συγκεκριμένα, ως προς την αποδιδόμενη, βάσει του παραπεμπτικού βουλεύματος, κατηγορία, ότι οι μεν δήμαρχοι υπέγραψαν εντάλματα πληρωμής δημοτικών έργων που δεν είχαν εκτελεστεί είτε καθόλου είτε σύμφωνα με τις αντίστοιχες τεχνικές περιγραφές, προκαλώντας με τον τρόπο αυτό αντίστοιχη ζημία στη δημοτική περιουσία (κακουργηματική απιστία), τα δε μέλη της επιτροπής παραλαβής των έργων αυτών (δημοτικοί σύμβουλοι), ότι ψευδώς βεβαίωσαν την καλή εκτέλεση αυτών υπογράφοντας τις σχετικές βεβαιώσεις καλής εκτέλεσης και παραλαβής αυτών (κακουργηματική ψευδής βεβαίωση), προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι: ουδεμία ζημία, προκλήθηκε πολλώ μάλλον εν γνώσει και δόλια, στη δημοτική περιουσία του Δήμου, καθώς η πλειοψηφία των ένδικων έργων εκτελέσθηκε κανονικά, βάσει των αποφάσεων της Δημαρχιακής Επιτροπής, των τεχνικών περιγραφών και των συνταχθέντων ιδιωτικών συμφωνητικών, το δε κόστος τους αντιστοιχούσε στο προϋπολογισθέν κόστος, όσο δε άφορα τις υπόλοιπες περιπτώσεις έργων, κατά τις οποίες, λόγω έκτακτων αναγκών ή νέων δεδομένων που προέκυπταν στην πορεία, υπήρξαν αλλαγές είτε στον τρόπο εκτέλεσής τους, με τη χρησιμοποίηση διαφορετικών εν τέλει υλικών, είτε ακόμη και στο ίδιο το έργο, με την εκτέλεση τελείως διαφορετικών εργασιών, και σε αυτές τις περιπτώσεις, τα έργα που εκτελέσθηκαν ήταν τουλάχιστον ίσης αξίας με τα προϋπολογισθέντα, ώστε ομοίως να μην δύναται να στοιχειοθετηθεί τυχόν ζημία της δημοτικής περιουσίας.

3. Ειδικότερα, στο μεν νομικό μέρος της απόφασης (με παραπομπές σε νομολογία και βιβλιογραφία), αναλύονται τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της απιστίας και δη οι έννοιες:
(α) του εγκλήματος της απιστίας, ως εγκλήματος ουσιαστικού και όχι πλουτισμού, αφού απαιτεί απλή πρόκληση βλάβης ξένης περιουσίας χωρίς σκοπό νοσφίσεως,
(β) του προστατευόμενου έννομου αγαθού, που είναι και η σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ δράστη και παθόντος,
(γ) της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος που συνίσταται (κρατούσα θεωρία της καταχρήσεως) σε οποιαδήποτε, κατά την επιμέλεια ή διαχείριση της ξένης περιουσίας (είτε στο σύνολο είτε μερικά είτε σε ορισμένη πράξη επιμελείας ή διαχείρισης) εκ προθέσεως ενέργεια (πράξη ή παράλειψη) άνευ σκοπού νοσφισμού, συνεπαγομένη ζημία στη ξένη περιουσία, η οποία (ενέργεια) πρέπει να τελεσθεί δυνάμει της σχέσεως της εξουσιοδοτήσεως σε προστασία της αλλότριας περιουσίας και να εμφανίζεται ως δικαιοπρακτική και εξωτερική
(δ) των ορίων της επιμελούς και χρηστής διαχείρισης,
(ε) της υπαγωγής στο πεδίο εφαρμογής του 390 ΠΚ, κάθε ζημιογόνας συμπεριφορά που δεν υπάγεται στο άρθρο 256 ΠΚ,
(στ) της αιτιώδους συνάφειας (κινδύνου) μεταξύ της παράβασης των κανόνων επιμελούς διαχείρισης και της ζημίας, καθώς η ζημία θα πρέπει να είναι πραγμάτωση εκείνου ακριβώς του κινδύνου που έθεσε ο δράστης, όταν εν γνώσει του παρέβη τους κανόνες της επιμελούς διαχείρισης, αλλιώς (πραγμάτωση άλλου κινδύνου), δεν στοιχειοθετείται απιστία, έστω και αν συντρέχουν όλα τα στοιχεία της και
(ζ) της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αυτού, που με την νέα μορφή που προσέλαβε η διάταξη, μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 36 § 2 του Ν 2172/1993 και στην οποία γίνεται χρήση της λέξης «με γνώση» (ενώ υπό την αρχική διατύπωση οριζόταν «όποιος με πρόθεση ζημιώνει»), δεν αρκεί ενδεχόμενος δόλος αλλά απαιτείται άμεσος δόλος, δηλαδή γνώση από τον υπαίτιο ότι η επιχειρούμενη ενέργεια είναι επιζήμια για τα ξένα συμφέροντα, τα οποία διαχειρίζεται ή επιμελείται και θέληση αυτού να ζημιώσει τη ξένη περιουσία.
Το «εν γνώσει» σημαίνει ότι τυχόν αμφιβολία του ως προς την πρόκληση με την ενέργειά του ζημίας, αποκλείει τον άμεσο δόλο, που απαιτείται κατά τα παραπάνω για τη θεμελίωση της υποστάσεως του εγκλήματος αυτού.

4. Στο δε ουσιαστικό μέρος η απόφαση, μετά από λεπτομερή και περιπτωσιολογική αναφορά ανά έργο και αξιολόγηση του συνόλου του αποδεικτικού υλικού [και των καταθέσεων των μαρτύρων ενώπιον του Δικαστηρίου, οι οποίοι κατέθεσαν ως προς τα έργα που δεν είχαν ολοκληρωθεί (εν μέρει εκτέλεση) ότι έγιναν εργασίες σε άλλα έργα που κρίθηκε από τους δύο πρώτους κατηγορούμενους (σ.σ. δημάρχους), κατόπιν αιτημάτων των ενδιαφερομένων κατοίκων, ότι ήταν επείγοντα και είχαν απόλυτη προτεραιότητα] κατέληξε ότι ακόμη και στην περίπτωση που πράγματι:
(α) κάποια εκ των ένδικων δημοτικών έργων είχαν εκτελεστεί με διαφορετικό τρόπο από αυτόν που προβλεπόταν στις αντίστοιχες τεχνικές περιγραφές του έργου,
(β) είχαν εκτελεστεί αντ’ αυτών άλλα έργα επείγοντος χαρακτήρα και φύσης κατόπιν σχετικής συνεννόησης με τα αρμόδια τοπικά όργανα και φορείς, εφόσον η αξία τους είναι αντίστοιχη, δεν στοιχειοθετούνται (αφενός αντικειμενικώς, ελλείψει ζημίας του Δήμου, αφετέρου υποκειμενικώς, ελλείψει δόλου) ούτε το αδίκημα της απιστίας για τους εκάστοτε δημάρχους που υπέγραψαν τα εντάλματα πληρωμής των έργων, ούτε το αδίκημα της ψευδούς βεβαίωσης για τα μέλη της επιτροπής παραλαβής των έργων.
Ειδικότερα αναφέρεται ότι, το γεγονός ότι δεν ολοκληρώθηκαν κάποια έργα, κατά τα ανωτέρω αναλυτικά αναφερόμενα, πλην όμως δόθηκε προτεραιότητα και εκτελέστηκαν άλλα έργα επείγοντα σύμφωνα με τις ανάγκες και τα αιτήματα των κατοίκων και συνεπώς τα χρήματα του αρχικού προϋπολογισμού δαπανήθηκαν για την εκτέλεση των έργων επειγούσης φύσεως, όπως ήδη αναφέρεται, δεν σημαίνει ότι ο κατηγορούμενος δήμαρχος τέλεσε το αδίκημα της απιστίας κατ' εξακολούθηση με ζημία άνω των 30.000 ευρώ, σύμφωνα με την ποινική δίωξη, ούτε βέβαια ότι, οι κατηγορούμενοι, μέλη της επιτροπής παραλαβής, τέλεσαν το αδίκημα της ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση σε κακουργηματική μορφή, σύμφωνα με τα ανωτέρω αναφερόμενα. Συνακόλουθα, πρέπει να κηρυχθούν οι κατηγορούμενοι αθώοι για τις αποδιδόμενες σε αυτούς πράξεις.

5. Ένα επιπλέον ενδιαφέρον νομικό ζήτημα που τέθηκε ως αυτοτελής ισχυρισμός υπόψη του ανωτέρω δικαστηρίου είναι αυτό της μετατροπής της κατηγορίας από κακουργηματική απιστία του 390 ΠΚ σε πλημμεληματική απιστία του 256 ΠΚ, καθώς η φερόμενη ζημία ήταν άνω των 30.000 € μικρότερη όμως των 120.000 € και δεν υπήρχε καμία αναφορά (ούτε εκ πλαγίου) σε ιδιαίτερα τεχνάσματα. Συγκεκριμένα υποστηρίχθηκε ότι η αποδιδόμενη κατηγορία λόγω της ιδιότητας του κατηγορούμενου ως Δημάρχου και σε σχέση με πληρωμή δημοτικών έργων, σε κάθε περίπτωση υπάγεται στο άρθρο 256 ΠΚ και επομένως θα έπρεπε (για να στοιχειοθετηθεί η κακουργηματική περίπτωση αυτού) να αναφέρονται ή/και περιγράφονται ή/και γίνεται έστω μνεία τυχών ιδιαιτέρων τεχνασμάτων, τα οποία τάχα αυτός να μεταχειρίστηκε, ώστε να πληρείται η σωρευτική προϋπόθεση, η οποία τίθεται στην περίπτωση κατά την οποία η επελθούσα ζημία ξεπερνάει το ποσό των 30.000 €, δεν ξεπερνάει όμως το ποσό των 120.000 €.
Η μεν απόφαση κατά πλειοψηφία, εμμέσως απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό με τις αναφορές στο νομικό της μέρος περί της έννοιας της απιστίας του 390 ΠΚ και ούτως ή άλλως με την απαλλακτική της κρίση παρήλκε η περαιτέρω ενασχόληση, ωστόσο ένα μέρος του Δικαστηρίου είχε την άποψη ότι έπρεπε το Δικαστήριο να αχθεί σε καταδικαστική κρίση και μάλιστα κατ΄ επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας σε απιστία στην υπηρεσία, με το σκεπτικό ότι αυτή (η μεταβολή) είναι επιτρεπτή καθώς δεν πρόκειται για διάφορη κατά χρόνο, τόπο και ιστορικές περιστάσεις πράξη, τα δε ιδιαίτερα τεχνάσματα (σ.σ. προφανώς εννοεί συμπερασματικά) ενυπάρχουν και προσδιορίζονται στο παραπεμπτικό βούλευμα άμεσα συνδεόμενα με τα εντάλματα πληρωμής που (σ.σ. οι Δήμαρχοι) υπέγραψαν.

Δείτε την απόφαση εδώ : ΤριμΕφΝαυπ_130_2018

Παρασκευή 5 Ιουλίου 2019

ΠρΧαλκίδας (ΔιοικΟλ) 2/19 : ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ ΤΗΣ ΣΥΖΗΤΗΣΗΣ - Ν.4335/15. Ζητήματα που γεννήθηκαν με τη νέα τακτική διαδικασία του Ν.4335/15, για τον τρόπο επανάληψης της συζήτησης μετά την έκδοση προδικαστικής απόφασης. Πόρισμα της Ολομέλειας των Δικαστών του Πρωτοδικείου Χαλκίδας στην περίπτωση έκδοσης μη οριστικής απόφασης και επανάληψης της συζήτησης ή επαναφοράς της αγωγής προς συζήτηση, κατά τα άρθρα 237, 249, 250 και 254 του ΚΠολΔ.




ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΧΑΛΚΙΔΑΣ (ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 2/2019

Αποτελούμενο από τους Δικαστές: 1) .................
Συνήλθε στο Κατάστημα του Πρωτοδικείου Χαλκί­δας την 17η Ιανουαρίου 2019, ημέρα Πέμπτη και ώρα 10.30 με την παρουσία του κ. Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χαλκίδας .............., του κ. Προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Χαλκίδας Δημητρίου Γκίκα και του Προϊσταμένου Διεύθυνσης Γραμματείας του Πρω­τοδικείου Χαλκίδας Μιλτιάδη Ψυλλάκη, προκειμένου (κατ εφαρμογή του άρθρου 14 παρ. 4 του Κώδικα Οργα­νισμού Δικαστηρίων) να ανταλλάξουν τα μέλη της από­ψεις στο νομικό ζήτημα της ερμηνείας του άρθρου 254 Κ.Πολ.Δ., στις περιπτώσεις εφαρμογής των άρθρων 237 και 238 του ιδίου Κώδικα και συγκεκριμένα: Με ποιόν τρόπο επαναλαμβάνεται η συζήτηση μετά την έκδοση προδικαστικής απόφασης με την νέα τακτική διαδικα­σία; Με κατάθεση κλήσης ακολουθώντας εκ νέου την κατάθεση προτάσεων - προσθήκης (άρθρων 237 και 238) και στη συνέχεια προσδιορισμό δικασίμου; Ή με κατάθεση κλήσης με απευθείας προσδιορισμό δικα­σίμου από την Γραμματεία, με εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 254 του Κ.Πολ.Δ. και αν ναι, θα ισχύει προθε­σμία προσθήκης - αντίκρουσης μετά την επαναλαμβα­νόμενη συζήτηση και ποιά;
Αφού διαπιστώθηκε ότι υπάρχει η νόμιμη απαρτία (15 παρόντες, 4 απόντες: ...................).
Στη συνέχεια άκουσε τον κ. ΔΓ, Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Χαλκίδας ο οποίος ανέπτυξε τις απόψεις του ως εξής:
«Με τον ν. 4335/2015 επιχειρήθηκε η εισαγωγή ενός δικονομικού συστήματος δίκης κατά την τακτική διαδικα­σία, προκειμένου να αξιοποιηθεί το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί αμέσως μετά την άσκηση της αγωγής.
Γίνεται αντιληπτό ότι το νέο σύστημα δίνει προτεραιό­τητα στην έγγραφη διαδικασία έναντι της προφορικής, σε ό,τι αφορά δε την εμμάρτυρη απόδειξη, αυτή επί της αρχής συνεχίζει να διεξάγεται, όταν και εφόσον κρίνεται απαραίτητο. Προκρίνεται, συνεπώς, η γραπτή διεξαγωγή δίκης, με το προβάδισμα να δίδεται πλέον στις ένορ­κες βεβαιώσεις, εκτός και αν κριθεί αναγκαία η εξέταση μάρτυρα στο ακροατήριο, οπότε με πράξη ή με απόφαση που διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 237 παρ. 6 και 254 του Κ.Πολ.Δ., τέτοια εξέταση μαρτύρων καθίσταται δυνατή (ορ. Π.Πρ.Θεσ. 12935/2017 ΤΝΠ-Νόμος).
Σύμφωνα με την Αιτιολογική Έκθεση του ν. 4335/2015, οι προαναφερθείσες τροποποιήσεις του άρθρου 254 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. έγιναν «ώστε να καθίσταται δυνατή κατά την τακτική διαδικασία των άρθρων και 238 Κ.Πολ.Δ., όπου η συζήτηση στο ακροατήριο είναι τυπική, η εξέταση των διαδίκων ή η διενέργεια αυτοψίας ή πραγματογνωμο­σύνης, όταν αυτό κρίνεται απαραίτητο από το δικαστή­ριο. Σε συμπλήρωση της ρύθμισης αυτής και με σκοπό την οικονομία της δίκης προστέθηκε νέο τέταρτο εδάφιο στην ίδια παράγραφο, ώστε σε περίπτωση που κριθεί αναγκαίο από το δικαστήριο και να καταφύγει σε κάποιο από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, αλλά και να εξε­τάσει μάρτυρα κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 237 παρ. 6 Κ.Πολ.Δ., να το πράξει αυτό "uno actu" με την απόφαση για την επανάληψη της συζήτησης και να μην απαιτείται ξεχωριστή διάταξη του δικαστή» (Βλ. ΑιτΕκθ ν. 4335/2015 στοιχ. Γ II13 (άρθρο 254 Κ.Πολ.Δ.), επίσης ΑιτΕκθ ν. 4335/2015 στοιχείο ΓII11 (άρθρα 237 και 238 Κ.Πολ.Δ.), όπου σημειώνεται ότι «δεν αποκλείεται η επα­νάληψη της συζήτησης, σύμφωνα με τη γενική διάταξη του άρθρου 254, η οποία μπορεί να έχει και ως αντικεί­μενο τη διενέργεια αυτοψίας, πραγματογνωμοσύνης ή εξέτασης των διαδίκων και ενδεχομένως, μαζί με αυτά, την εξέταση μαρτύρων στο ακροατήριο»).
Ουσιαστικά, ο νομοθέτης του 4335/2015, στο πλαί­σιο της πλήρους αλλαγής της δίκης της τακτικής διαδικα­σίας, προέβλεψε ότι στις περιπτώσεις των άρθρων 237 και 238 Κ.Πολ.Δ., με την απόφαση για την επανάληψη της συζήτησης, δηλαδή όταν η ανάγκη αυτή ανακύπτει και μεταγενέστερα, υπό τα νέα δεδομένα μπορεί, επιπλέον, αν κρίνεται απολύτως αναγκαία η εξέταση των μαρτύρων στο ακροατήριο, να διαταχθεί και η εξέταση ενός μάρ­τυρα από κάθε πλευρά κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση. Ειδικά, δηλαδή, στη δίκη της τακτικής διαδι­κασίας, το πεδίο εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 254 Κ.Πολ.Δ. επεκτάθηκε με τον ν. 4335/2015, καθώς με την ίδια απόφαση για την επανάληψη της συζήτησης μπορεί, επιπλέον, αν κριθεί αναγκαίο και για λόγους οικονομίας της δίκης, να διαταχθεί και η εξέταση ενός μάρτυρα από κάθε πλευρά, ώστε να μη χρειάζεται ξεχω­ριστή διάταξη κατά το άρθρο 237 παρ. 6 Κ.Πολ.Δ.
Συνεπώς, ο νομοθέτης, με σκοπό την επιτάχυνση, προέβλεψε ότι με την ίδια απόφαση διατάσσεται τόσο η επανάληψη του άρθρου 237 παρ. 6 Κ.Πολ.Δ., όσο και εκείνη του άρθρου 254 Κ.Πολ.Δ., ώστε η εξέταση μαρτύρων να διεξαχθεί σε μία επαναλαμβανόμενη συζήτηση. Στην τελευταία αυτή μορφή επαναλήψεως της συζήτησης, κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση, οι διάδικοι κλητεύονται τουλάχιστον τριάντα ημέρες πριν από αυτήν.
Από τη σύγκριση των δύο διατάξεων, ήτοι του νέου άρθρου 237 παρ. 6 Κ.Πολ.Δ. (αφενός) και του τροποποιηθέ­ντος 254 Κ.Πολ.Δ. (αφετέρου), διαπιστώνεται ότι καθιερώ­θηκαν δύο διακριτές μεταξύ τους μορφές επανάληψης της συζήτησης. Ειδικότερα, από τη μια πλευρά, καθιε­ρώθηκε η δυνατότητα επανάληψης της συζήτησης κατά τη διάταξη του άρθρου 237 παρ. 6 Κ.Πολ.Δ., η οποία διατάσ­σεται με απλή πράξη (διάταξη) του προέδρου επί πολυ­μελούς πρωτοδικείου ή του δικαστή της υπόθεσης επί μονομελούς πρωτοδικείου και ειρηνοδικείου, που κατα­χωρίζεται σε οικείο βιβλίο του δικαστηρίου και επέχει θέση κλήτευσης όλων των διαδίκων και σκοπό έχει μόνο την εξέταση μαρτύρων. Ταυτόχρονα, όμως, από την άλλη πλευρά, προβλέφθηκε και η δυνατότητα επανάληψης της συζήτησης κατά τη διάταξη του άρθρου 254 Κ.Πολ.Δ., η οποία διατάσσεται με μη οριστική απόφαση του δικά­ζοντος δικαστηρίου, προκειμένου να διαταχθεί αυτο­ψία, πραγματογνωμοσύνη ή εξέταση των διαδίκων στο ακροατήριο και η οποία μπορεί να συνδυαστεί και με εξέταση μαρτύρων.
Ωστόσο, η σχέση των νέων άρθρων 237 παρ. 6 Κ.Πολ.Δ. και 254 Κ.Πολ.Δ., που αμφότερες ρυθμίζουν την επανάληψη της συζήτησης, αν κρίνεται απολύτως αναγκαία η εξέταση μαρτύρων στο ακροατήριο, φαίνεται προβληματική.
Η εφαρμογή της ρύθμισης του άρθρου 254 Κ.Πολ.Δ. ως προς την εξέταση μαρτύρων στην τακτική διαδικασία δεν αποκλείεται από εκείνη του άρθρου 237 του ίδιου κώδικα, αλλά προϋποθέτει ότι με την εκδιδόμενη μη οριστική απόφαση διατάσσεται επίσης, δηλαδή πέραν της εξέτα­σης των μαρτύρων στο ακροατήριο, η διενέργεια έτερης αναγκαίας διαδικαστικής πράξης, ώστε, ένεκα της αρχής της οικονομίας της δίκης, να γίνονται uno actu και να μην απαιτείται η έκδοση της προπεριγραφείσας διάταξης από τον πρόεδρο της πολυμελούς σύνθεσης ή το δικαστή του μονομελούς δικαστηρίου. Στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 254 Κ.Πολ.Δ., προβλέπεται ότι στην επαναλαμβα­νόμενη συζήτηση, η οποία προσδιορίζεται το συντομό­τερο εφικτό, οι διάδικοι κλητεύονται τριάντα τουλάχιστον ημέρες πριν απ αυτήν και η υπόθεση εκδικάζεται από τον ίδιο δικαστή ή, σε περίπτωση πολυμελούς δικαστηρίου, την αυτή σύνθεση, εκτός αν κάτι τέτοιο τυγχάνει, εξαιτίας φυσικών ή νομικών λόγων, αδύνατο.

Πέμπτη 27 Ιουνίου 2019

Ο ρόλος των κινήτρων και των ευκαιριών στη δόμηση του προτύπου του ηλεκτρονικο-οικονομικού εγκλήματος [ΠΕΡΠΕΡΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ, Κοινωνιολόγος- Εκπαιδευτικός, ΜΔΕ Εγκληματολογίας, Διδάκτωρ του τμήματος Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου]



H ανάπτυξη της πληροφορικής από τη δεκαετία του ’80, η εξέλιξη των τηλεπικοινωνιών, η δημιουργία εθνικών και παγκοσμίων δικτύων, κατέστησε την πληροφορική τεχνολογία προσιτή, εκτός από τα προνομιούχα κοινωνικά στρώματα και στις ευρύτερες μάζες πληθυσμού (εκδημοκρατισμός του διαδικτύου) και δημιούργησε ευκαιρίες τέλεσης πληροφορικών εγκλημάτων όχι μόνο σε ειδικούς πληροφορικής, αλλά και σε απλούς χρήστες των τεχνολογιών και εργαζόμενους στο πλαίσιο της νόμιμης απασχόλησης τους. Ως εκ τούτου εμφανίζεται τα τελευταία χρόνια μια ιδιαίτερη μορφή οικονομικού εγκλήματος που προσδιορίζεται από τα μέσα τέλεσης ή και από το αντικείμενο της αξιόποινης πράξης που αποτελεί το ηλεκτρονικο-οικονομικό έγκλημα. Η επέμβαση τρίτου σε ηλεκτρονικό υπολογιστή που έχει ως αποτέλεσμα, εκτός των άλλων και την προσβολή οικονομικών έννομων αγαθών συνιστά το ηλεκτρονικο-οικονομικό έγκλημα.

Τέτοια εγκλήματα είναι οι διάφορες εμπορικές απάτες μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή και του ίντερνετ, η μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση, η βιομηχανική κατασκοπεία, οι πυραμίδες, οι επενδυτικές απάτες, η χειραγώγηση των τιμών μετοχών του χρηματιστηρίου[1], οι απάτες με πιστωτικές κάρτες, η παράνομη μεταφορά κεφαλαίων από ηλεκτρονικούς τραπεζικούς λογαριασμούς, οι παραβιάσεις πνευματικής ιδιοκτησίας, το ξέπλυμα μαύρου χρήματος στο διαδίκτυο κλπ.

Ο Ν. Κουράκης περιλαμβάνει το ηλεκτρονικό έγκλημα και το έγκλημα στο διαδίκτυο στο φάσμα του οικονομικού εγκλήματος ανάμεσα σε εγκλήματα όπως οι τελωνειακές απάτες, η φοροδιαφυγή, οι απάτες, οι απάτες στο χρηματιστήριο, η μόλυνση του περιβάλλοντος, το εμπόριο προσωπικών δεδομένων κλπ.[2]

Σύμφωνα με ειδικούς, που χρησιμοποιούν στρατηγικές πρόληψης του εγκλήματος στο πλαίσιο των προσεγγίσεων των «εγκληματικών ευκαιριών», για να τελεστεί ένα έγκλημα απαιτείται η συνέργια τριών παραγόντων.

 Το πρώτο στοιχείο είναι το κίνητρο, το τι ωθεί κάποιον σε τέλεση του εγκλήματος, παραβίαση κλπ. Το δεύτερο είναι τα διαθέσιμα μέσα, τα εργαλεία για την τέλεση και το τρίτο είναι η κατάλληλη ευκαιρία η οποία συνίσταται στην εύρεση του ελκυστικού στόχου που διαθέτει κάποιο κενό ασφαλείας, εγγύτητα στον δράστη, αξία, ευκολία απόκτησης, μεταφερσιμότητα.[3]

H διάπραξη των εγκλημάτων, εκτός από το κίνητρο του εγκληματία, διευκολύνεται και από τις ευκαιρίες που μπορεί να παρέχει ένα περιβάλλον. Πολλά από τα εγκλήματα, μεταξύ αυτών και τα μη βίαια οικονομικά και ηλεκτρονικά εγκλήματα, τελούνται λόγω της ύπαρξης των κατάλληλων ευκαιριών που παρουσιάζονται όταν ένας πρόθυμος δράστης με κίνητρο συναντήσει σε χώρο και χρόνο ένα κατάλληλο στόχο και αποφασίζει να τον «πλήξει» στο πλαίσιο των, κατά τα άλλα νόμιμων, συνηθισμένων δραστηριοτήτων της επαγγελματικής ή μη απασχόλησης του. Τα στοιχεία αυτά που είναι παρόντα και κατά την τέλεση του ηλεκτρονικο-οικονομικού εγκλήματος εξετάζονται παρακάτω.

Στο πλαίσιο αυτό ο σκοπός του παρόντος είναι η εξέταση του ρόλου των κινήτρων και των ευκαιριών για τη διαμόρφωση του εγκληματικού προτύπου του ηλεκτρονικο-οικονομικού εγκλήματος.

1. Θεωρητική προσέγγιση
Κατά τη δεκαετία του ’60 διατυπώθηκαν θεωρίες όπως αυτή «των ευκαιριών» (opportunity theory) από τους R. Cloward και L. Ohlin η οποία έχει ως βάση τις θεωρίες πίεσης (strain theory) που εμπνεύστηκε ο R. Merton από το έργο του E. Durkheim.[4]

Τη δεκαετία του ‘70 αναπτύχθηκαν νεοπαγείς θεωρίες, στο πλαίσιο της ευρύτερης περιβαλλοντικής εγκληματολογικής προσέγγισης, βασισμένες σε απλές παραδοχές που πηγάζουν από το παλιό σχήμα: «η ευκαιρία κάνει την κλέφτη»[5]. Οι θεωρίες αυτές αντλούν βάσεις τόσο από την κοινωνική ανταλλαγή[6], την ορθολογική επιλογή, όσο και από τις απόψεις της (πρώτης) οικολογικής σχολής του Σικάγου, από το διαφορικό συγχρωτισμό και το έγκλημα του λευκού περιλαιμίου που ανέπτυξε ο Sutherland, από την αρχική θεωρία των εγκληματικών ευκαιριών των Cloward και Ohlin και την «ανθρώπινη οικολογία» του Amos Hawley.[7] Ανασύρθηκαν θεωρίες, όπως του Beccaria για την «ελεύθερη βούληση και επιλογή» ή ο ωφελιμισμός του Bentham, οι οποίες συνδυάστηκαν και δομήθηκαν οι πιο σύγχρονες θεωρητικές προσεγγίσεις που χρησιμεύουν και για την προσέγγιση των οικονομικών και ηλεκτρονικών εγκλημάτων.

Αυτές οι νέες προσεγγίσεις είναι:

Η θεωρία της ορθολογικής επιλογής (Rational Choice Theory) των Cornish και Clarke, που αντλεί περιεχόμενο από τις απόψεις του Beccaria, θεωρεί ότι το έγκλημα αποτελεί αποτέλεσμα εσκεμμένων αποφάσεων που λαμβάνουν οι δράστες με βάση υπολογισμούς που κάνουν σταθμίζοντας τα αναμενόμενα οφέλη (σε χρήμα, κύρος, θέση, ικανοποίηση) με το κόστος δηλαδή τους πιθανούς κινδύνους σύλληψης ή καταδίκης.[8]
Η θεωρία των καθημερινών δραστηριοτήτων των Cohen και Felson πιστεύει ότι η ευκαιριακή δομή της εγκληματικής δραστηριότητας συντίθεται στη βάση της συνύπαρξης τριών παραγόντων: α) ενός δράστη με κίνητρο, β) ενός κατάλληλου και διαθέσιμου στόχου – θύματος και γ) της απουσία ικανής φύλαξης του στόχου. Η τροποποίηση ενός ή περισσότερων από αυτά τα στοιχεία – παράγοντες οδηγούν στην αλλαγή της εγκληματικής ευκαιρίας και των πιθανοτήτων θυματοποίησης.[9]
Η θεωρία των εγκληματικών προτύπων» (ή «περιβαλλοντική εγκληματολογία») των Brantingham & Brantingham. Σύμφωνα με τη θεωρία των εγκληματικών προτύπων (crime pattern) το εγκληματικό πρότυπο διαμορφώνεται στη βάση των περιβαλλοντικών συνθηκών που οι δράστες συναντούν κατά τη διάρκεια των καθημερινών τους δραστηριοτήτων. Οι περιβαλλοντικές αυτές συνθήκες περιλαμβάνουν τους κόμβους, τα μονοπάτια και τα όρια των περιοχών μεταξύ των οποίων κινούνται καθημερινά οι δράστες.[10]
Οι ευκαιρίες για τη διάπραξη εγκλήματος, οι περιστασιακές και περιβαλλοντικές συνθήκες λαμβάνουν κεντρική θέση στις εγκληματολογικές μελέτες και εξετάζονται πλέον ως αιτιώδεις παράγοντες για κάθε μορφή εγκλήματος, ακόμα και για τα οικονομικά και τα ψηφιακά. Η μετακίνηση του ενδιαφέροντος από τις κοινωνικο-οικονομικές δομές προς τις περιβαλλοντικές και ευκαιριακές, από την προσωπικότητα του δράστη προς το γεγονός και όχι τα βαθύτερα αίτιά του, επέτρεψε την κατανόηση του πώς και του γιατί τα εγκλήματα διαφοροποιούνται στο χώρο και το χρόνο, γιατί τα εγκλήματα δεν κατανέμονται ομοιόμορφα μεταξύ όλων των γεωγραφικών περιοχών αλλά συγκεκριμένα εγκλήματα δείχνουν προτίμηση σε συγκεκριμένους χώρους και χρόνους. Η διαφοροποίηση αυτή των εγκλημάτων στο χώρο και το χρόνο δεν οφείλεται τόσο στη διαφορετική διαθεσιμότητα πιθανών δραστών αλλά κυρίως στην ύπαρξη διαφορετικών κατάλληλων ευκαιριών στους δράστες που διαμορφώνουν την «ευκαιριακή δομή» της κάθε – εγκληματικής – δραστηριότητας. Η προσέγγιση αυτή μας επιτρέπει και τον αποτελεσματικότερο σχεδιασμό της αποτροπής, μέσω της αλλαγής των ευκαιριακών δομών του εγκλήματος, όχι μόνο των παραδοσιακών εγκλημάτων «δρόμου» αλλά και αυτών του λευκού περιλαιμίου, των οικονομικών ή των άλλων μη βίαιων εγκλημάτων.[11]

Η βασική διαφορά των νέων θεωριών των «εγκληματικών ευκαιριών» από την αρχική των Cloward and Ohlin, όπως επισημαίνει ο Cook, είναι ότι οι νέες εμπλέκουν την οικονομική θεωρία και την ορθολογική επιλογή στη διαδικασία λήψης της απόφασης και τον τρόπο αλληλεπίδρασης πιθανών δραστών και θυμάτων, ενώ η αρχική θεωρία δίνει έμφαση στη διαδικασία της κοινωνικής μάθησης. Για τους Cloward & Ohlin η επίδραση των εγκληματικών ευκαιριών στην συμπεριφορά είναι έμμεση μέσω του συγχρωτισμού με την παραβατική υποκουλτούρα.[12]

Οι βασικές αρχές των νεότερων θεωριών, που εστιάζουν στο ρόλο των «εγκληματικών ευκαιριών», συνοψίζονται από τους Felson και Clarke ως εξής:

Οι εγκληματικές ευκαιρίες παίζουν ρόλο στη δημιουργία κάθε είδους εγκλήματος.
Οι εγκληματικές ευκαιρίες είναι εξειδικευμένες.
Οι εγκληματικές ευκαιρίες είναι συγκεντρωμένες και όχι τυχαία διασκορπισμένες στο χώρο και το χρόνο.
Οι εγκληματικές ευκαιρίες εξαρτώνται από τις καθημερινές δραστηριότητες ρουτίνας.
Το ένα έγκλημα μπορεί να δημιουργεί τις ευκαιρίες για ένα άλλο.
Μερικά αντικείμενα (στόχοι) είναι πιο ελκυστικά κατά τη δημιουργία ευκαιριών.
Οι εγκληματικές ευκαιρίες δημιουργούνται και από τις κοινωνικές και τεχνολογικές αλλαγές.
Το έγκλημα μπορεί να περιοριστεί αν περιορίσουμε τις παρεχόμενες ευκαιρίες.
Με τον περιορισμό των ευκαιριών μέσω άσκησης προληπτικής πολιτικής συνήθως δεν μετατοπίζεται η εγκληματική δραστηριότητα σε άλλο μέρος.
Ο περιορισμός των ευκαιριών σε ένα μέρος επιτυγχάνει και τη μείωση των δεικτών εγκληματικότητας στην ευρύτερη κοινότητα ή κοινωνία.[13]
2. Ο ρόλος των κινήτρων για τη διάπραξη ηλεκτρονικό – οικονομικού εγκλήματος

4.1.

Κίνητρο είναι η διαδικασία που ενεργοποιεί, ωθεί το άτομο σε δράση. Οι άνθρωποι δρουν για να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους, αυτό αποτελεί και το κίνητρο της δράσης. Ως εκ τούτου είναι άρρηκτη η σχέση μεταξύ των αναγκών ή των επιθυμιών του ατόμου και του κινήτρου που παρακινεί τη συμπεριφορά τους.

Ο Abraham Maslow με τη θεωρία των αναγκών τόνισε τη σημασία των κινήτρων για την παρακίνηση των ατόμων σε κάποια δράση. Η ικανοποίηση των αναγκών αποτελεί τη βασική παραδοχή πάνω στην οποία στηρίζεται η θεωρία του Maslow. Όσο περισσότερο όμως ικανοποιούνται οι ανάγκες τόσο μικρότερο είναι το κίνητρο για δράση. Όταν ικανοποιηθεί πλήρως μια ανάγκη παύει πλέον να αποτελεί κίνητρο και κάποια άλλη ανάγκη παίρνει τη θέση της.[14]

Σύμφωνα με τον Maslow οι ανάγκες που κινητοποιούν τον άνθρωπο σε δράση ιεραρχούνται και ταξινομούνται σε:

Τρίτη 18 Ιουνίου 2019

ΑρΠάγος (Β2) 188/19 : Αξιώσεις κατά Δημοσίου - Τοκοφορία - Δημόσιο συμφέρον


ΑρΠάγος (Β2) 188/19 : Αξιώσεις κατά Δημοσίου - Τοκοφορία - Δημόσιο συμφέρον.  Η ρύθμιση  με την οποία, επί υπερημερίας, αναγνωρίζεται στα ΝΠΔΔ το δικαίωμα να καταβάλλουν, με την ιδιότητα του οφειλέτη, ποσοστό τόκου 6% ετησίως, ήτοι μικρότερο εκείνου που έχουν υποχρέωση να καταβάλλουν οι ιδιώτες ως οφειλέτες, εισάγει επιτρεπτή εξαίρεση υπέρ των ΝΠΔΔ, και δεν βρίσκεται σε αντίθεση ούτε προς τις αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις του Συντάγματος, ούτε προς αυτές του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που προστατεύει την περιουσία παντός προσώπου. Και τούτο, διότι η προστασία της περιουσίας του ΝΠΔΔ είναι αναγκαία προκειμένου αυτό να παραμένει σε θέση να εκπληρώνει, απρόσκοπτα, τους προέχοντες καταστατικούς σκοπούς του και να εξυπηρετεί το γενικότερο δημόσιο ή κοινωνικό συμφέρον. Αναιρεί ως προς τόκους.


Αριθμός 188/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ)", που εκπροσωπείται νόμιμα από το διάδοχό του - καθού η κλήση: Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής (1η Δ.Υ.Πε Αττικής)", το οποίο εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ΣΜ, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. 
Της αναιρεσίβλητης - καλούσας: Π. - Ά. Κ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ΝΓ, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/12/2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1754/2003 μη οριστική, 431/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8785/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον ΙΚΑ - ΕΤΑΜ με την από 29/5/2007 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 2026/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να συμπληρωθεί από τον εισηγητή έκθεση αναφορικά με το παραδεκτό και τη βασιμότητα του δεύτερου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Με την από 31/5/2018 κλήση της καλούσας η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Τζανάκης ανέγνωσε την από 27/8/2018 συμπληρωματική έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 29.05.2007 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 8785/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (4ου Τμήματος), που εκδόθηκε κατόπιν έφεσης κατά της 431/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη απόφαση, αφού έγινε δεκτή η έφεση και εξαφανίστηκε η εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, αντιμωλία των διαδίκων, ως άνω απόφαση του Πρωτοδικείου , έγινε στη συνέχεια δεκτή κατ' ουσίαν η αγωγή κατά ένα μέρος και αναγνωρίσθηκε ότι το αναιρεσείον υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναψεσίβλητη εντόκως το ποσό των δύο χιλιάδων επτά ευρώ και τριάντα τριών λεπτών (2.007,33) Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 147 παρ. 7 και 144 παρ. 1 Κ.Πολ.Α, Ν. 3918/2011 και άρθρα 2 και 21 παρ.9 του Ν. 4238/2014). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει, μετά την έκδοση της 2026/2017 απόφασης του Δικαστηρίου αυτού, με njv οποία ερευνήθηκε μόνον ο πρώτος λόγος αναίρεσης, να ερευνηθεί αυτή ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του δευτέρου λόγου της (άρθρ. 577§3 Κ.ΠολΔ).
Όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), η αναιρεσίβλητη με την από 31.12.2001 αγωγή της (την οποία άσκησε μαζί με άλλους 23 συναδέλφους της, ιατρούς συνδεομένους με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ιδιωτικού δικαίου) ισχυρίσθηκε ότι κατά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ δεν κατέβαλε σ' αυτήν τα οικογενειακά επιδόματα (γάμου και τέκνων) κατά το από 1.1.1998 μέχρι 31.12.2001 χρονικό διάστημα. Ενόψει αυτού, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι αυτό οφείλει να της καταβάλει για την ανωτέρω αιτία τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, με το νόμιμο τόκο από τότε που αυτά έχουν καταστεί απαιτητά, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 431/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως προς αυτήν. Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 8785/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (4° Τμήμα) με την οποία, αφού έγινε δεκτή η έφεση και εξαφανίστηκε η πρωτοβάθμια απόφαση ως προς την ως άνω ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, έγινε δεκτή η αγωγή της και αναγνωρίσθηκε ότι το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει σ' αυτήν (ενάγουσα) το ποσό των 2.007,33 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη του τέλους κάθε μήνα του αναφερομένου στο σκεπτικό χρονικού διαστήματος, που ήταν καταβλητέα κάθε επί μέρους παροχή. Επί της ως άνω ασκηθείσης αναιρέσεως, το Δικαστήριο αυτό με την 2026/2017 απόφασή του έκρινε ότι και επί αναγνωριστικής αγωγής οφείλονται τόκοι υπερημερίας και κατ' ακολουθία το Εφετείο Αθηνών, κατ' ορθή εφαρμογή του νόμου, επιδίκασε τόκους επί του παραπάνω αναφερομένου ποσού, το οποίο αναγνώρισε ότι οφείλεται στην αναιρεσίβλητη και συνεπώς ο πρώτος λόγος της ένδικης αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ.Ια ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον παραπονέθηκε για την αναγνώριση σε βάρος του τόκων υπερημερίας, είναι αβάσιμος και απέρριψε αυτόν. Περαιτέρω, το Δικαστήριο αυτό με την ως άνω απόφασή του (2026/2017) για τους λόγους που εκτίθενται σ' αυτή, διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως αυτής, προκειμένου, κατά την επαναληπτική συζήτηση αυτής, που θα οριζόταν με επιμέλεια των διαδίκων, να έχει συμπληρωθεί από τον Εισηγητή Αρεοπαγίτη η έκθεσή του αναφορικά με το παραδεκτό και την βασιμότητα τον δευτέρου λόγου της ως άνω από 29 Μαίου 2017 αιτήσεως περί αναιρέσεως.

Πέμπτη 6 Ιουνίου 2019

ΣτΕ (Β') 732/19 : Δίκη ''πιλότος'' - Επίλυση ζητημάτων γενικότερου ενδιαφέροντος - Εκπρόθεσμη δήλωση φορολογίας εισοδήματος - Πότε παραγράφεται το δικαίωμα επιβολής φόρου του Δημοσίου



ΣτΕ (Β') 732/19 : Δίκη ''πιλότος'' - Επίλυση ζητημάτων γενικότερου ενδιαφέροντος - Εκπρόθεσμη δήλωση φορολογίας εισοδήματος - Πότε παραγράφεται το δικαίωμα επιβολής φόρου του Δημοσίου. Ειδικότερα, σε περίπτωση εκπρόθεσμης υποβολής δηλώσεως εντός της κατ' άρθρον 84 παρ. 1 του ν. 2238/1994 προθεσμίας πενταετούς παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου να επιβάλει τον οικείο φόρο ισχύει κατ' αρχήν η προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή (84 παρ. 1) πενταετής προθεσμία παραγραφής από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο λήγει η προθεσμία για την επίδοση της δήλωσης. Σε περίπτωση, όμως, που η εκπρόθεσμη δήλωση υποβληθεί κατά το τελευταίο έτος της ως άνω πενταετούς προθεσμίας παραγραφής, τότε το δικαίωμα του Δημοσίου να κοινοποιήσει το φύλλο ελέγχου παραγράφεται μετά την πάροδο τριετίας από τη λήξη του έτους υποβολής της εκπρόθεσμης δήλωσης.  Σε περίπτωση δε, εκπρόθεσμης υποβολής δηλώσεως μετά την πάροδο της προθεσμίας πενταετούς παραγραφής, το δικαίωμα του Δημοσίου για κοινοποίηση φύλλου ελέγχου παραγράφεται κατ' αρχήν μετά την πάροδο τριετίας από τη λήξη του έτους υποβολής της εκπρόθεσμης δήλωσης, με ανώτατο, ωστόσο, χρονικό όριο παραγραφής την προθεσμία των δεκαπέντε ετών από τη λήξη της προθεσμίας για την επίδοση της δήλωσης. Εν προκειμένω, δικάζει την προσφυγή κατά το μέρος που αφορά στα οικονομικά έτη 2007 και 2008 και παραπέμπει την υπό κρίση προσφυγή στο ΔιοικΕφΑθηνών για το οικονομικό έτος 2012 - Δεκτή εν μέρει  η προσφυγή.

Αριθμός 732/2019
TO ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Β'

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 5 Δεκεμβρίου 2018, με την εξής σύνθεση: Ε. Σάρπ, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β' Τμήματος, Σ. Βιτάλη, Κ. Νικολάου, Α. Γαλενιανού-Χαλκιαδάκη, Αγ. Σδράκα, Σύμβουλοι, Μ. Σκανδάλη, Α. Φοβάκης, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Ζυγουρίτσα.
Για να δικάσει την από 22 Ιουνίου 2018 αίτηση:
του ..., κατοίκου Γλυφάδας Αττικής (οδός ...), ο οποίος παρέστη με τους δικηγόρους: α) Σ Π (A.M. ... Δ.Σ. Πειραιά) και β) Ε Μ (A.M. ...), που τους διόρισε με πληρεξούσιο,
κατά της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, η οποία παρέστη με τον Χ Κ, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
Στη δίκη παρεμβαίνουν οι : Α. 1) ..., κατοίκου Κηφισιάς Αττικής (οδός ...), ο οποίος παρέστη με τις δικηγόρους: α) Α Μ (A.M. ...) και β) Κ Κ (A.M. ...), που τις διόρισε με πληρεξούσιο και 2) ..., κατοίκου Κηφισιάς Αττικής (οδός ...), η οποία δεν παρέστη και Β. 1) ... και 2) ..., κατοίκων Βούλας Αττικής (οδός ...), οι οποίοι παρέστησαν με τον δικηγόρο Ε Μ (A.M. ....), που τον διόρισαν με πληρεξούσιο.
Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει να ακυρωθούν: 1) η τεκμαιρόμενη σιωπηρή απόρριψη του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων επί της με αριθμ. Πρωτ. .../25.1.2018 ενδικοφανούς προσφυγής του, 2) η υπ' αριθμ. .../29.12.2017 οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος οικ. έτους 2007, 3) η υπ' αριθμ. .../29.12.2017 οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος οικ. έτους 2008, 4) η υπ' αριθμ. .../29.12.2017 οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού έκτακτης οικονομικής εισφοράς άρθρου 18 του Ν. 3758/2009 οικ. έτους 2008, 5) η υπ' αριθμ. .../29.12.2017 οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος οικ. έτους 2012 και 6) η υπ' αριθμ. .../29.12.2017 οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης Ν. 3986/2011 οικ. έτους 2012 του Προϊσταμένου του Κέντρου Ελέγχου Φορολογουμένων Μεγάλου Πλούτου (Κ.Ε.ΦΟ.ΜΕ.Π.).
Η πιο πάνω προσφυγή εισάγεται στο Β' Τμήμα του Δικαστηρίου κατόπιν της από 11 Οκτωβρίου 2018 πράξεως της Επιτροπής του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3900/2010.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Μ. Σκανδάλη.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τους πληρεξούσιους του προσφεύγοντος, οι οποίοι ανέπτυξαν και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους προσφυγής και ζήτησαν να γίνει δεκτή η προσφυγή, τους πληρεξούσιους των παρεμβαινόντων που παρέστησαν, οι οποίοι ζήτησαν να γίνουν δεκτές οι παρεμβάσεις και τον εκπρόσωπο της καθ' ης Αρχής, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά τον Νόμο
1. Επειδή, η υπό κρίση προσφυγή, που ασκήθηκε ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και για την οποία καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο ύψους 3.000 ευρώ (ηλεκτρονικό παράβολο με κωδικούς πληρωμής .../21.6.2018), εισάγεται στο Συμβούλιο της Επικρατείας, κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010, κατόπιν της .../11.10.2018 πράξεως της οικείας Επιτροπής, η οποία δημοσιεύθηκε στις εφημερίδες «ΤΑ ΝΕΑ» στις 17.11.2018 και «ΕΣΤΙΑ» στις 18.11.2018. Η υπόθεση εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον της επταμελούς συνθέσεως του Β' Τμήματος λόγω σπουδαιότητας, σύμφωνα με την από 31.10.2018 πράξη της Προέδρου του.