«Όταν δεν είναι αναγκαίο να ψηφιστεί ένας
νόμος, τότε είναι αναγκαίο να μην ψηφιστεί» - Charles de Montesquieu
Ο αφορισμός του Montesquieu καθίσταται
επίκαιρος με τις δικαστικές αποφάσεις των τελευταίων δύο ετών που εξετάζουν τη
σχέση έντασης και τη δυνατότητα εναρμόνισης της ελευθερίας έκφρασης με τη
συμβολική νομοθεσία, που ποινικοποιεί την άρνηση ιστορικών γεγονότων1, ιδίως
γενοκτονιών. Η πιο πρόσφατη από αυτές τις αποφάσεις είναι η απόφαση Perincek
κατά Ελβετίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων τουΑνθρώπου (ΕΔΔΑ)2.
Ι. Η απόφαση Perincek κατά Ελβετίας
Στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 107 της
ΕΣΔΑ απαριθμούνται πε ριοριστικά λόγοι νομιμοποιητικοί του περιορισμού της
ελευθερίας έκφρασης που αποτελούν μέτρα αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία.
Στο πλαίσιο του ελέγχου της συμβατότητας της καταδίκης του Perincek με την ελευθερία
έκφρασης, όπως αυτή κατοχυρώνεται στην ΕΣΔΑ, το Δικαστήριο εξετάζει την
αναγκαιότητά της εντός μιας δημοκρατικής κοινωνίας.
Στις 17 Δεκεμβρίου 2013 το ΕΔΔΑ απεφάνθη,
με πλειοψηφία πέντε έναντι δύο, ότι η Ελβετία παραβίασε την ελευθερία έκφρασης
(άρθρο 10 ΕΣΔΑ) του επικεφαλής του τουρκικού Εργατικού Κόμματος, Doğun
Perincek, διατης ποινικής καταδίκης του λόγω της δημόσιας άρνησης της
αρμενικήςγενοκτονίας3. Η Ελβετία ζήτησε, εντός της προβλεπόμενης τρίμηνης
προθεσμίας4 την παραπομπή της υπόθεσης ενώπιον του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης,
ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η επανεξέταση της υπόθεσης.
Η υπόθεση ανάγεται στο 2005, όταν ο Doğun
Perincek, επικεφαλής του Τουρκικού Εργατικού Κόμματος, χαρακτήρισε σε συνέδρια
στην Ελβετία την αρμενική γενοκτονία ως ένα «διεθνές ψεύδος» και αρνήθηκε
δημοσίως ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε τελέσει το έγκλημα της γενοκτονίας.
Κατόπιν τούτου, η ένωση “Ελβετία –
Αρμενία” υπέβαλε μήνυση στις 15 Ιουλίου 2005.
Στις 9 Μαρτίου 2007, το αρμόδιο ελβετικό
δικαστήριο απεφάνθη ότι ο Perincek παραβίασε το άρθρο 261 bis5 του Ελβετικού
Ποινικού Κώδικα περί φυλετικών διακρίσεων, σύμφωνα με το οποίο «όποιος
αρνείται, υποτιμά χονδροειδώς ή επιδιώκει τη δικαιολόγηση γενοκτονίας ή άλλων
εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας με τρόπο που προσκρούει στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια,
εξαιτίας της φυλής, της εθνικότητας ή του θρησκεύματος [...], τιμωρείται με
φυλάκιση μέχρι τρία έτη ή με χρηματική ποινή». Το δικαστήριο επεσήμανε ότι η
αρμενική γενοκτονία είναι, όπως και το Ολοκαύτωμα, αναγνωρισμένο από το
ελβετικό κοινοβούλιο ιστορικό γεγονός, επομένως δεν απαιτείται παραπομπή στις
ιστορικές πηγές, προκειμένου να τεκμηριωθεί η γενοκτονία. Μετά την απόρριψη6
της αναίρεσής του από το Ελβετικό Ακυρωτικό Δικαστήριο, ο Perincek προσέφυγε
στο Δικαστήριο του Στρασβούργου, ισχυριζόμενος ότι η απόφαση της ελβετικής
δικαιοσύνης προσέβαλε το δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση (άρθρο 10 ΕΣΔΑ), διότι
το εφαρμοσθέν άρθρο περί φυλετικών διακρίσεων (261 bis παρ. 4 του ελβετικού
Ποινικού Κώδικα) αφενός στερείται ακριβείας και αφετέρου η καταδίκη του δεν εξυπηρέτησε
κάποιο νόμιμο σκοπό, ούτε υπαγορεύθηκε από «αναγκαιότητα μιας δημοκρατικής
κοινωνίας».
Αφετηρία της ποινικής αξιολόγησης του
Perincek είναι η εξέταση της καταχρηστικότητας (άρθρο 17 ΕΣΔΑ) της προσφυγής,
με την οποία τίθεται φρένο σε ενδεχόμενη χειραγώγηση και καταστρατήγηση, με
χαρακτηριστικό παράδειγμα τον Garaudy, για τον οποίο το ΕΔΔΑ έκρινε ότι επιχείρησε
να εκτρέψει την ελευθερία έκφρασης σε «σκοπούς αντίθετους στο γράμμα και το
πνεύμα της Σύμβασης» 8. Σε αυτό το βήμα, παρουσιάζει ενδιαφέρον η στάση του
Δικαστηρίου στην απόφαση Perincek σε ένα δορυφορικό, αλλά σχετικό με την
υπόθεση ζήτημα, μέσω του οποίου αποσαφηνίζεται η ανεκτικότητα του δικαστηρίου
απέναντι στο λόγο που δοκιμάζει ή επιβεβαιώνει το πεπερασμένο του δικαιώματος
της ελεύθερης έκφρασης. Μνημονεύοντας τις αποφάσεις Norwood κατά Ηνωμένου
Βασιλείου και Ivanov κατά Ρωσίας, το Δικαστήριο χαρακτηρίζει τις «πολιτικές
ομιλίες που υποκινούν μίσος βασιζόμενες σε θρησκευτικές, εθνοτικές ή
πολιτισμικές προκαταλήψεις» ως απειλή για τη δημόσια τάξη, την κοινωνική ειρήνη
και την πολιτική σταθερότητα σε δημοκρατικά κράτη9. Κατά αυτήν την προσέγγιση,
η ρητορική μίσους χαράσσει τα όρια του εννοιολογικού περιεχομένου της
ελευθερίας έκφρασης, είναι ασυμβίβαστη με τις θεμελιώδεις αρχές της Σύμβασης,
τις δημοκρατικές αρχές και τα ανθρώπινα δικαιώματα και ως εκ τούτου η επίκληση
του δικαιώματος της ελευθερίας έκφρασης από τον εμπνευστή του μισαλλόδοξου
λόγου απορρίπτεται από το Δικαστήριο ως καταχρηστική. Το ΕΔΔΑ δεν περιορίζεται,
δηλαδή, σε έναν γενικόλογο αφορισμό της ρητορικής μίσους, αλλά την εξαιρεί από
το προστατευτικό πεδίο του άρθρου 10,10 μη θεωρώντας, συνεκδοχικά το
περιεχόμενό της ως προϊόν ελεύθερης έκφρασης, αλλά ως προϊόν μίσους που
διαταράσσει τη δημόσια τάξη και τη δημοκρατική κοινωνία11.