Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #κατάργηση δίκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #κατάργηση δίκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2017

Ζητήματα κατάργησης της δίκης-ανάλυση του άρθρου 32 παρ. 2 και 3 του ΠΔ 18/1989 (ΣτΕ Ολ 3175/2014, 1586/2016) [Ευγενία Β. Πρεβεδούρου, Αν. Καθηγήτρια Νομικής ΑΠΘ]


Στο τελευταίο μάθημα της Σύνθεσης Δημοσίου Δικαίου θα εξετασθούν ζητήματα του δικονομικού θεσμού της κατάργησης της δίκης, ειδικότερα δε της κατάργησης της ακυρωτικής δίκης ελλείψει αντικειμένου, λόγω μεταβολών, που επήλθαν κατά την εκκρεμοδικία και αφορούν την προσβαλλόμενη πράξη. Θα αναλυθεί το άρθρο 32 του πδ 18/1989, το οποίο προβλέπει την κατάργηση της δίκης σε περίπτωση ανάκλησης ή ακύρωσης της προσβαλλόμενης πράξης ή εξαφάνισης της προσβαλλόμενης δικαστικής απόφασης (παρ. 1) καθώς και σε περίπτωση παύσης της ισχύος της προσβαλλόμενης πράξης μέχρι την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης (παρ. 2). 
Θα μελετηθούν περαιτέρω οι περιπτώσεις συνέχισης της δίκης που προβλέπονται ειδικά στις παρ. 2 και 3 του άρθρου 32. Η παράγραφος 2 αφορά τη συνέχιση της δίκης, παρά την παύση της ισχύος της προσβαλλόμενης πράξης, λόγω επίκλησης ιδιαιτέρου εννόμου συμφέροντος που δικαιολογεί τη συνέχιση. Θα  εξετασθεί, κατά συνέπεια, η έννοια του ιδιαιτέρου εννόμου συμφέροντος για τη συνέχιση της δίκης (βλ. αναλυτικά ΣτΕ 1586/2016). Η παράγραφος 3 αφορά ειδική περίπτωση συνέχισης της δίκης, οσάκις η παύση της ισχύος της προσβαλλόμενης πράξης οφείλεται στο ότι αυτή ήταν περιορισμένης χρονικής ισχύος και μετά τη λήξη της εκδόθηκε πράξη νέου περιεχομένου, ή αυτή τροποποιήθηκε ή αντικαταστάθηκε με πράξη που εξακολουθεί να είναι δυσμενής για τον αιτούντα. Στην περίπτωση αυτή ο αιτών προβάλλει με δικόγραφο που κατατίθεται 6 πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση σχετικό ισχυρισμό και ζητεί συνέχιση της δίκης (βλ. ανάλυση των σχετικών προϋποθέσεων στην απόφαση ΣτΕ Ολ 3175/2014).
Διάγραμμα αποφάσεων
ΣτΕ 1586/2016 (Δ΄ Τμήμα)
Προσβαλλόμενη πράξη
2.Επειδή, με την αίτηση αυτή, που συμπληρώνεται με το από 17.4.2014 δικόγραφο προσθέτων λόγων, ζητείται η ακύρωση της απόφασης ΓΠ-477/11.9.2013 του Προέδρου της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής με θέμα «Στατιστική ταξινόμηση του φορέα “Οργανισμός Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας”». Με την ανωτέρω προσβαλλόμενη πράξη απερρίφθη αίτημα διαγραφής του ήδη αιτούντος Οργανισμού από το Μητρώο Φορέων Γενικής Κυβέρνησης.
3. Επειδή, η υπόθεση εισάγεται στην επταμελή σύνθεση του Τμήματος με την από 17.3.2014 πράξη του Προέδρου του, λόγω σπουδαιότητας.
Νομική φύση και παθητική νομιμοποίηση της ΕΛΣΤΑΤ
4. Επειδή, η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛ.ΣΤΑΤ.) συνεστήθη με το άρθρο 10 του ν. 3832/2010 (Α ́ 38) ως ανεξάρτητη διοικητική αρχή, με σκοπό την συστηματική παραγωγή επισήμων στατιστικών και την διενέργεια σχετικών επιστημονικών ερευνών και μελετών. Στην παράγραφο 1 του ως άνω άρθρου 10 του ν. 3832/2010 ρητώς ορίζεται ότι η ΕΛ.ΣΤΑΤ. «… παρίσταται αυτοτελώς σε κάθε είδους δίκες που έχουν ως αντικείμενο δικαιώματα ή υποχρεώσεις της, καθώς και πράξεις ή παραλείψεις της». Συνεπώς, εφ’ όσον με την υπό κρίση αίτηση προσβάλλεται πράξη της ΕΛ.ΣΤΑΤ., στην παρούσα δίκη νομιμοποιείται παθητικώς η εν λόγω Αρχή, η οποία νομίμως παρέστη στο ακροατήριο διά πληρεξουσίου δικηγόρου (ΣτΕ 2497/2013).
Η έννοια του δημόσιου τομέα για τον προσδιορισμό του δημοσιονομικού ελλείμματος κατά το δίκαιο της Ένωσης
5. Επειδή, στο άρθρο 126 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πρώην άρθρο 104 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας) ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «1. Τα κράτη μέλη αποφεύγουν τα υπερβολικά δημοσιονομικά ελλείμματα. 2. Η Επιτροπή παρακολουθεί την εξέλιξη της δημοσιονομικής κατάστασης και το ύψος του δημοσίου χρέους στα κράτη μέλη προκειμένου να εντοπίζει τις μεγάλες αποκλίσεις. Ειδικότερα, εξετάζει την τήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας, με βάση τα ακόλουθα δύο κριτήρια: α/ κατά πόσον ο λόγος του προβλεπομένου ή υφισταμένου δημοσιονομικού ελλείμματος προς το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν υπερβαίνει μια τιμή αναφοράς … β/ κατά πόσον ο λόγος του δημοσίου χρέους προς το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν υπερβαίνει μια τιμή αναφοράς … Οι τιμές αναφοράς ορίζονται στο πρωτόκολλο για τη διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος, που προσαρτάται στις Συνθήκες. 3. …». Στο δε άρθρο 1 του ανωτέρω Πρωτοκόλλου σχετικά με την διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος (αριθ. 12) ορίζονται τα ακόλουθα: «Οι τιμές αναφοράς που αναφέρονται στο άρθρο 126, παράγραφος 2 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι οι εξής: 3% για το λόγο μεταξύ του προβλεπομένου ή υφισταμένου δημοσιονομικού ελλείμματος και του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος σε τιμές αγοράς, 60% για το λόγο μεταξύ του δημοσίου χρέους και του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος σε τιμές αγοράς». Περαιτέρω, στο άρθρο 2 του ιδίου Πρωτοκόλλου ορίζεται ότι «οι όροι δημόσιος και δημοσιονομικός νοούνται με ευρεία έννοια [με τους ανωτέρω όρους αποδόθηκε στην ελληνική γλώσσα ο αγγλικός όρος general government, βλ. ΣτΕ 2497/2013, Ολομ. 3404 – 3406/2014], ήτοι καλύπτουν την κεντρική κυβέρνηση, την περιφερειακή ή τοπική διοίκηση και τα ταμεία κοινωνικής ασφάλισης, εξαιρουμένων των εμπορικών πράξεων, όπως ορίζονται στο ευρωπαϊκό σύστημα ολοκληρωμένων οικονομικών συναλλαγών». Εξ άλλου, για την εφαρμογή του αντίστοιχου πρωτοκόλλου σχετικά με τη διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος (αριθ. 20), το οποίο προσηρτάτο στην προϊσχύσασα Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, εξεδόθη ο Κανονισμός (ΕΚ) 479/2009 του Συμβουλίου της 25ης Μαΐου 2009 (ΕΕ L 145/10.6.2009), ο οποίος εξακολούθησε να ισχύει και μετά την θέση σε ισχύ της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (1.12.2009). Στο άρθρο 1 του εν λόγω Κανονισμού ορίζονται, εκτός των άλλων, και τα ακόλουθα: «1. Για τους σκοπούς του πρωτοκόλλου σχετικά με τη διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος και του παρόντος κανονισμού, οι όροι που περιλαμβάνονται στις παραγράφους 2 έως 6 ορίζονται σύμφωνα με το ευρωπαϊκό σύστημα εθνικών και περιφερειακών λογαριασμών της Κοινότητας (στο εξής “ΕΣΛ 95”) που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2223/96. Οι κωδικοί μέσα σε παρενθέσεις αναφέρονται στο ΕΣΛ 95. 2. Ο όρος “δημόσιο” καλύπτει τον ευρύτερο “δημόσιο τομέα” [έτσι αποδόθηκε στα ελληνικά ο αγγλικός όρος general government, βλ. ΣτΕ 2497/2013, Ολομ. 3404-3406/2014] (S.13), που υποδιαιρείται στους υποτομείς “κεντρική διοίκηση” (S.1311), “διοίκηση ομόσπονδων κρατιδίων” (S.1312), “τοπική αυτοδιοίκηση” (S.1313) και “οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης” (S.1314), εξαιρουμένων των εμπορικών πράξεων όπως ορίζονται στο ΕΣΛ 95. Η εξαίρεση των εμπορικών πράξεων σημαίνει ότι ο “δημόσιος τομέας” (S.13) περιλαμβάνει μόνο τις θεσμικές μονάδες που έχουν ως κύριο καθήκον την παραγωγή μη εμπορεύσιμων υπηρεσιών. 3. Το “δημοσιονομικό έλλειμμα (πλεόνασμα)” είναι η καθαρή λήψη (καθαρή χορήγηση) δανείων (EDP B.9) του “δημόσιου τομέα” (S.13), όπως ορίζεται στο ΕΣΛ 95. … 4. … 5. Το “δημόσιο χρέος” αποτελείται από την ονομαστική αξία όλων των ακαθάριστων τρεχουσών υποχρεώσεων του “δημόσιου τομέα” (S.13) στο τέλος του έτους, με εξαίρεση τις υποχρεώσεις των οποίων τα αντίστοιχα χρηματοοικονομικά στοιχεία του ενεργητικού βρίσκονται στην κατοχή του “δημόσιου τομέα” (S.13). …». Στο άρθρο 3 παρ. 1 του ανωτέρω Κανονισμού (ΕΚ) 479/2009 προβλέπεται ότι «Τα κράτη μέλη γνωστοποιούν στην Επιτροπή (Eurostat) δύο φορές το χρόνο, την πρώτη φορά πριν από την 1η Απριλίου του τρέχοντος έτους (έτος ν) και τη δεύτερη φορά πριν από την 1η Οκτωβρίου του έτους ν, τα προϋπολογισθέντα και τα πραγματικά δημόσια ελλείμματα και το προϋπολογισθέν και πραγματικό ύψος του δημόσιου χρέους τους. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή (Eurostat) για το ποιες εθνικές αρχές είναι αρμόδιες για τη γνωστοποίηση στο πλαίσιο της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος», ενώ στο άρθρο 16, όπως τροποποιήθηκε με τον Κανονισμό (ΕΕ) 679/2010 (ΕΕ L 198), ορίζεται ότι «1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τα πραγματικά στοιχεία που γνωστοποιούνται στην Επιτροπή (Eurostat) παρέχονται σύμφωνα με τις αρχές που έχουν θεσπισθεί με το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 223/2009. Ως προς το θέμα αυτό, οι εθνικές στατιστικές υπηρεσίες οφείλουν να διασφαλίζουν ότι τα γνωστοποιούμενα στοιχεία είναι σύμφωνα με το άρθρο 1 του παρόντος κανονισμού και τους σχετικούς λογιστικούς κανόνες του ΕΣΛ 95. … 2. …». Περαιτέρω, με τον Κανονισμό (ΕΚ) 223/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Μαρτίου 2009 («σχετικά με τις ευρωπαϊκές στατιστικές κ.λπ.», ΕΕ L 87) θεσπίσθηκαν κανόνες για την ανάπτυξη, την παραγωγή και την διάδοση των ευρωπαϊκών στατιστικών. Στο άρθρο 1 του εν λόγω Κανονισμού ορίζεται ότι «… Σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας και τις αρχές της ανεξαρτησίας, της ακεραιότητας και της υπευθυνότητας των εθνικών αρχών και της κοινοτικής αρχής, οι ευρωπαϊκές στατιστικές είναι στατιστικές που απαιτούνται για την υλοποίηση των δραστηριοτήτων της Κοινότητας. …», ενώ στο άρθρο 5 παρ. 1 προβλέπονται τα εξής: «Κάθε κράτος μέλος ορίζει την εθνική στατιστική υπηρεσία που έχει την ευθύνη για το συντονισμό όλων των δραστηριοτήτων που αναλαμβάνονται σε εθνικό επίπεδο για την ανάπτυξη, την παραγωγή και τη διάδοση ευρωπαϊκών στατιστικών και ενεργεί ως σημείο επαφής για την Επιτροπή (Eurostat) σε στατιστικά ζητήματα (ΕΣΥ). Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για την εξασφάλιση της εφαρμογής της παρούσας διάταξης». Εξ άλλου, το Ευρωπαϊκό Σύστημα Εθνικών και Περιφερειακών Λογαριασμών της Κοινότητας (ESA 95, ΕΣΛ 95 ή ΕΣΟΛ 1995), στο οποίο παραπέμπουν οι προμνησθείσες διατάξεις του Κανονισμού 479/2009, θεσπίσθηκε με τον Κανονισμό (ΕΚ) 2223/1996 του Συμβουλίου της 25ης Ιουνίου 1996 (ΕΕ L 310, βλ. Παράρτημα Α ́), οι διατάξεις του οποίου ισχύουν αμέσως και δεσμεύουν τις αρχές των κρατών μελών, οι οποίες, κατά την κατάρτιση των δημοσιονομικών στατιστικών που υποβάλλονται στην Eurostat σύμφωνα με τις διατάξεις των προαναφερθέντων κανονισμών 479/2009 και 223/2009, οφείλουν να τηρούν τις αρχές, τους ορισμούς, τις ταξινομήσεις και τους λογιστικούς κανόνες που απορρέουν από το ανωτέρω Ευρωπαϊκό Σύστημα Λογαριασμών (βλ. ΣτΕ 2497/2013). Όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1.01 του Κεφαλαίου 1 του ΕΣΛ 1995: «Το Ευρωπαϊκό Σύστημα Εθνικών και Περιφερειακών Λογαριασμών (ΕΣΛ 1995, ή απλώς: ΕΣΛ) είναι ένα διεθνώς συμβατό λογιστικό πλαίσιο για τη συστηματική και λεπτομερή περιγραφή μιας συνολικής οικονομίας (δηλαδή περιφέρειας, χώρας ή ομάδας χωρών), των συνιστωσών της και των σχέσεών της με άλλες συνολικές οικονομίες. Το ΕΣΛ 1995 αντικαθιστά το Ευρωπαϊκό Σύστημα Ολοκληρωμένων Οικονομικών Λογαριασμών που δημοσιεύτηκε το 1970 (ΕΣΛ 1970 …)». Στο Κεφάλαιο 2 του ΕΣΛ 1995 καθορίζονται οι «θεσμικοί τομείς» της οικονομίας κάθε χώρας (ομάδες στις οποίες εντάσσονται οι θεσμικές μονάδες με παρόμοιο τύπο οικονομικής συμπεριφοράς, παρ. 2.17), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο δημόσιος τομέας (S.13). Ο δημόσιος τομέας υποδιαιρείται σε τέσσερις υποτομείς: α) κεντρική διοίκηση, β) διοίκηση ομόσπονδου κρατιδίου, γ) τοπική αυτοδιοίκηση και δ) οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης (παρ. 2.70). Σύμφωνα δε με τις παραγράφους 2.69 και 2.71 του Κεφαλαίου 2 του ΕΣΛ 1995, στον δημόσιο τομέα (και, συγκεκριμένα στον υποτομέα της κεντρικής διοίκησης) υπάγονται και «τα μη κερδοσκοπικά ιδρύματα που αναγνωρίζονται ως ανεξάρτητα νομικά πρόσωπα, τα οποία είναι παραγωγοί λοιπού μη εμπορεύσιμου προϊόντος και ελέγχονται και κατά κύριο λόγο χρηματοδοτούνται από την κεντρική διοίκηση».