Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #αλλοδαποί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #αλλοδαποί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 10 Μαρτίου 2016

Προτάσεις Γ. Εισαγγελέα ΔΕΚ για την σύλληψη αλλοδαπού λόγω παράνομης διαμονής στο έδαφος κράτους μέλους


Αίτηση προδικαστικής αποφάσεως την οποία υπέβαλε το Cour de cassation (Γαλλία) στις 6 Φεβρουαρίου 2015 – Sélina Affum (σύζυγος Amissah) κατά Préfet du Pas de Calais, Procureur général de la Cour d’appel de Douai

(Υπόθεση C-47/15)

Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική

Αιτούν δικαστήριο

Cour de cassation

Διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης

Αναιρεσείουσα: Sélina Affum (σύζυγος Amissah)

Αναιρεσίβλητοι: Préfet du Pas de Calais, Procureur général de la Cour d’appel de Douai

Προδικαστικά ερωτήματα

Έχει το άρθρο 3, σημείο 2, της οδηγίας 2008/115/ΕΚ 1 την έννοια ότι ένας υπήκοος τρίτης χώρας διαμένει παράνομα στο έδαφος κράτους μέλους και για το λόγο αυτό εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας, δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 1 αυτής, όταν ο εν λόγω αλλοδαπός βρίσκεται σε καθεστώς απλής διελεύσεως, ως επιβάτης λεωφορείου το οποίο κινείται στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους, προερχόμενο από άλλο κράτος μέλος, το οποίο αποτελεί μέρος του χώρου Σένγκεν, και με προορισμό διαφορετικό κράτος μέλος;

    Έχει το άρθρο 6, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας την έννοια ότι η τελευταία δεν αντίκειται σε εθνική νομοθεσία προβλέπουσα ποινή φυλακίσεως για την παράνομη είσοδο υπηκόου τρίτης χώρας, όταν τον εν λόγω αλλοδαπό μπορεί να αναλάβει άλλο κράτος μέλος, κατ’ εφαρμογή συμφωνίας ή διευθετήσεως συναφθείσας με το τελευταίο αυτό κράτος μέλος πριν την έναρξη ισχύος της οδηγίας;     Ανάλογα με την απάντηση που θα δοθεί στο προηγούμενο ερώτημα, έχει η εν λόγω οδηγία την έννοια ότι αντίκειται σε εθνική νομοθεσία προβλέπουσα ποινή φυλακίσεως στην περίπτωση παράνομης εισόδου υπηκόου τρίτης χώρας υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με αυτές που έθεσε το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην απόφασή του της 6ης Δεκεμβρίου 2011, Achughbabian (C-329/11)  , σχετικά με την παράνομη διαμονή, οι οποίες αφορούν την παράλειψη προηγούμενης υποβολής του αλλοδαπού στα αναγκαστικά μέτρα που προβλέπει το άρθρο 8 της οδηγίας και τη διάρκεια της διοικητικής κρατήσεώς του;

--------------------------------------------
Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΥΠΟΥ αριθμ. 9/16
Λουξεμβούργο, 2 Φεβρουαρίου 2016
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα στην υπόθεση C-47/15 Sélina Affum κατά Préfet du Pas de Calais et Procureur général de la Cour d’appel de Douai

Κατά τον γενικό εισαγγελέα Szpunar, αλλοδαπός ο οποίος δεν έχει συλληφθεί κατά την παράνομη διέλευσή του από τα εξωτερικά σύνορα του χώρου Σένγκεν δεν μπορεί να φυλακισθεί αποκλειστικά και μόνο λόγω της παράνομης εισόδου του στο έδαφος κράτους μέλους
Αυτό ισχύει, μεταξύ άλλων, όταν ο αλλοδαπός συλλαμβάνεται κατά την έξοδό του από τον χώρο Σένγκεν, από τον οποίο απλώς διέρχεται, και έχει κινηθεί για αυτόν διαδικασία επανεισδοχής στο κράτος μέλος από το οποίο έρχεται

Κατά το γαλλικό δίκαιο οι υπήκοοι τρίτων χωρών μπορούν να τιμωρούνται με ποινή φυλακίσεως ενός έτους για την παράνομη είσοδό τους στη γαλλική επικράτεια.

Στις 22 Μαρτίου 2013 η Sélina Affum, γκανέζικης ιθαγένειας, συνελήφθη από τη γαλλική αστυνομία στο σημείο εισόδου της υποθαλάσσιας σήραγγας της Μάγχης, ενώ επέβαινε σε λεωφορείο προερχόμενο από τη Γάνδη (Βέλγιο) με προορισμό το Λονδίνο (Ηνωμένο Βασίλειο). Αφού επέδειξε βελγικό διαβατήριο με φωτογραφία και όνομα τρίτου και καθώς δεν διέθετε άλλο έγγραφο ταυτότητας ή ταξιδιωτικό έγγραφο στο όνομά της, τέθηκε αρχικά υπό κράτηση για παράνομη είσοδο στη γαλλική επικράτεια πριν τεθεί υπό προσωρινή κράτηση εν αναμονή της επανεισδοχής της στο Βέλγιο.
Η S. Affum υποστηρίζει ότι η κράτησή της δεν ήταν νόμιμη, έτσι το la Cour de cassation (Γαλλία) ερωτά το Δικαστήριο αν, βάσει της οδηγίας για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών [1], επιτρέπεται να επιβληθεί ποινή φυλακίσεως σε υπήκοο τρίτης χώρας για την παράνομη είσοδό του στην εθνική επικράτεια.

Με τις σημερινές του προτάσεις ο γενικός εισαγγελέας Maciej Szpunar υπενθυμίζει καταρχάς ότι η οδηγία εφαρμόζεται στους παρανόμως διαμένοντες στο έδαφος κράτους μέλους υπηκόους τρίτων χωρών και ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η οδηγία αυτή δεν απαγορεύει να επιβληθεί σε παρανόμως διαμένοντα υπήκοο τρίτης χώρας ποινή φυλακίσεως σε δύο περιπτώσεις: 1) όταν έχει εφαρμοστεί η διαδικασία επιστροφής που προβλέπει η οδηγία 2008/115 και ο αλλοδαπός παραμένει παράνομα στο έδαφος του κράτους μέλους χωρίς να συντρέχει κάποιος δικαιολογητικός λόγος [2] και 2) όταν η διαδικασία επιστροφής έχει εφαρμοστεί και το εν λόγω πρόσωπο εισέρχεται εκ νέου στην επικράτεια του ίδιου κράτους μέλους κατά παράβαση απαγορεύσεως εισόδου [3].

Ο γενικός εισαγγελέας φρονεί ότι η οδηγία εφαρμόζεται στην περίπτωση της S. Affum. Η οδηγία δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί αν η S. Affum είχε συλληφθεί κατά την είσοδό της στον χώρο Σένγκεν από τα εξωτερικά σύνορα. Η S. Affum δεν σκοπούσε όμως να εισέλθει στον χώρο Σένγκεν (στον οποίο βρισκόταν ήδη λόγω της διαμονής της στο Βέλγιο και τη Γαλλία) αλλά να εξέλθει από τον χώρο Σένγκεν (δεδομένου ότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν εντάσσεται στον χώρο Σένγκεν).

------------------------------------------------------------------------
1 Οδηγία 2008/115/EK του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών (ΕΕ L 348, σ. 98).
2 Απόφαση του Δικαστηρίου της 6ης Δεκεμβρίου 2011, Achughbabian (υπόθεση C-329/11, βλ. AT αριθ. 133/11).
3 Απόφαση του Δικαστηρίου της 1ης Οκτωβρίου 2015, Celaj (υπόθεση C-290/14, βλ. AT αριθ. 112/15).



Τετάρτη 2 Μαρτίου 2016

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΕΕ της 1ης Μαρτίου 2016 (τμήμα μείζονος συνθέσεως) στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C 443/14 και C 444/14: ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΛΟΓΟΥΣ ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗΣ Η ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΜΕΤΡΟΥ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗΣ ΔΙΑΜΟΝΗΣ [συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-443/14 Alo και C-444/14 Osso]


Ιστορικό
Κατά την Οδηγία 2011/95/ΕΕ(link is external), τα κράτη μέλη οφείλουν να επιτρέπουν στα πρόσωπα, τα οποία έχουν αναγνωρίσει ως δικαιούχους του καθεστώτος επικουρικής προστασίας, να κυκλοφορούν ελεύθερα εντός του εδάφους τους υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με εκείνες που προβλέπονται για τους υπηκόους τρίτων χωρών που διαμένουν νομίμως στο έδαφός τους.
Το γερμανικό δίκαιο προβλέπει ότι, όταν οι δικαιούχοι του καθεστώτος επικουρικής προστασίας λαμβάνουν κοινωνικές παροχές, η άδεια διαμονής τους πρέπει να συνοδεύεται με την υποχρέωση να διαμένουν σε συγκεκριμένο τόπο (υποχρέωση διαμονής).
Αφενός, με την υποχρέωση αυτή είναι δυνατόν να διασφαλίζεται κατάλληλος επιμερισμός της επιβάρυνσης που συνεπάγονται οι παροχές αυτές μεταξύ των διαφόρων αρμοδίων επί τούτου φορέων.
Αφετέρου, μπορεί να έχει ως στόχο τη διευκόλυνση της ένταξης των υπηκόων τρίτων χωρών στη γερμανική κοινωνία.
Οι Ι. Alo και Α. Osso είναι Σύριοι υπήκοοι, οι οποίοι εισήλθαν στη Γερμανία, όπου τους χορηγήθηκε καθεστώς επικουρικής προστασίας. Επιπλέον, τους επιβλήθηκε υποχρέωση διαμονής την οποία αμφισβητούν ενώπιον των γερμανικών δικαστηρίων.
Η διαφορά εκκρεμεί επί του παρόντος ενώπιον του Bundesverwaltungsgericht (Ομοσπονδιακό Διοικητικό Δικαστήριο, Γερμανία), το οποίο ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει κατά πόσον η υποχρέωση διαμονής συμβιβάζεται με την οδηγία.
Απόφαση
Με τη σημερινή του απόφαση, το Δικαστήριο διαπιστώνει καταρχάς ότι η οδηγία επιβάλλει στα κράτη μέλη να επιτρέπουν στα πρόσωπα, στα οποία χορήγησαν το καθεστώς επικουρικής προστασίας, όχι μόνον να μπορούν να μετακινούνται ελεύθερα εντός του εδάφους τους, αλλά, επίσης, να μπορούν να επιλέγουν τον τόπο διαμονής τους στο εν λόγω έδαφος.
Κατά συνέπεια, η επιβληθείσα στα πρόσωπα αυτά υποχρέωση διαμονής συνιστά περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας την οποία εγγυάται η οδηγία.
Όταν η εν λόγω υποχρέωση διαμονής επιβάλλεται μόνον στους δικαιούχους του καθεστώτος επικουρικής προστασίας που λαμβάνουν κοινωνικές παροχές, συνιστά, επίσης, περιορισμό στην πρόσβαση των δικαιούχων αυτών στην κοινωνική προστασία που προβλέπει το δίκαιο της Ένωσης.
Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι οι δικαιούχοι του καθεστώτος επικουρικής προστασίας δεν μπορούν, κατ’ αρχήν, να υπάγονται, σε πιο περιοριστικό καθεστώς από το εφαρμοστέο στους άλλους υπηκόους τρίτων χωρών που διαμένουν νομίμως στο οικείο κράτος μέλος, όσον αφορά την επιλογή του τόπου διαμονής τους, και από το εφαρμοστέο στους υπηκόους του κράτους αυτού, όσον αφορά την πρόσβαση στην κοινωνική αρωγή.
Εντούτοις, το Δικαστήριο φρονεί ότι είναι δυνατόν να επιβάλλεται υποχρέωση διαμονής στους δικαιούχους του καθεστώτος επικουρικής προστασίας, εάν αυτοί δεν τελούν, σε σχέση με τον επιδιωκόμενο από την επίμαχη εθνική ρύθμιση σκοπό, σε κατάσταση αντικειμενικώς συγκρίσιμη με εκείνη των υπηκόων τρίτων χωρών που διαμένουν νομίμως στο οικείο κράτος ή με εκείνη των υπηκόων του κράτους αυτού.
Στη συνέχεια, το Δικαστήριο αναγνωρίζει ότι η μετακίνηση των δικαιούχων κοινωνικών παροχών ή η άνιση συγκέντρωσή τους στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να συνεπάγεται μη κατάλληλο επιμερισμό της επιβάρυνσης που απορρέει από τις παροχές αυτές μεταξύ των διαφόρων αρμοδίων επί τούτου φορέων. Εντούτοις, ο άνισος αυτός επιμερισμός των επιβαρύνσεων δεν συνδέεται ειδικά με την τυχόν ιδιότητα των προσώπων που λαμβάνουν κοινωνικές παροχές ως δικαιούχων του καθεστώτος επικουρικής προστασίας.
Υπό τις συνθήκες αυτές, η οδηγία αντιτίθεται στην επιβολή υποχρέωσης διαμονής στους δικαιούχους του καθεστώτος επικουρικής προστασίας η οποία αποσκοπεί στον κατάλληλο επιμερισμό της επιβάρυνσης που συνεπάγονται οι επίμαχες παροχές.
Αντιθέτως, το Δικαστήριο αναφέρει ότι απόκειται στο γερμανικό δικαστήριο να εξετάσει αν οι δικαιούχοι του καθεστώτος επικουρικής προστασίας που λαμβάνουν κοινωνικές παροχές αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες δυσχέρειες ένταξης από άλλους υπηκόους τρίτων χωρών που διαμένουν νομίμως στη Γερμανία και λαμβάνουν κοινωνικές παροχές.