Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #υποχρεωτική διαμονή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #υποχρεωτική διαμονή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 18 Μαρτίου 2016

Απόφαση στην υπόθεση C-695/15 PPU Shiraz Baig Mirza κατά Bevándorlási és Állampolgársági Hivatal: Κάθε κράτος μέλος έχει τη δυνατότητα, βάσει του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ, να προωθεί αιτούντα διεθνή προστασία προς ασφαλή τρίτη χώρα ανεξαρτήτως του αν είναι ή όχι υπεύθυνο για την εξέταση της αιτήσεως

Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΥΠΟΥ αριθ. 32/16 - Λουξεμβούργο, 17 Μαρτίου 2016
Απόφαση στην υπόθεση C-695/15 PPU - Shiraz Baig Mirza κατά Bevándorlási és Állampolgársági Hivatal
"Κάθε κράτος μέλος έχει τη δυνατότητα, βάσει του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ, να προωθεί αιτούντα διεθνή προστασία προς ασφαλή τρίτη χώρα ανεξαρτήτως του αν είναι ή όχι υπεύθυνο για την εξέταση της αιτήσεως
Το κράτος μέλος μπορεί να κάνει χρήση της δυνατότητας αυτής ακόμη και αφότου αναγνωρίσει ότι είναι υπεύθυνο να εξετάσει την αίτηση, κατ’ εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού, και αναλάβει εκ νέου τον αιτούντα"

Ο Shiraz Baig Mirza, Πακιστανός υπήκοος, εισήλθε παρανόμως στο ουγγρικό έδαφος από τη Σερβία τον Αύγουστο του 2015. Στις 7 Αυγούστου 2015 υπέβαλε μια πρώτη αίτηση διεθνούς προστασίας στην Ουγγαρία. Ενόσω εκκρεμούσε η εξέταση της αιτήσεώς του, ο S. Mirza εγκατέλειψε τον τόπο υποχρεωτικής διαμονής που του είχαν ορίσει οι ουγγρικές αρχές. Με απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2015, οι ουγγρικές αρχές σταμάτησαν τη διαδικασία εξετάσεως της αιτήσεως για τον λόγο ότι ο αιτών την ανακάλεσε σιωπηρώς.
Στη συνέχεια, ο S. Mirza συνελήφθη στην Τσεχική Δημοκρατία στην προσπάθειά του να εισέλθει στην Αυστρία. Οι τσεχικές αρχές ζήτησαν από την Ουγγαρία να αναλάβει εκ νέου τον ενδιαφερόμενο, αίτημα που έγινε δεκτό από την Ουγγαρία. Ο S. Mirza υπέβαλε τότε δεύτερη αίτηση διεθνούς προστασίας στην Ουγγαρία. Στις 19 Νοεμβρίου 2015 οι ουγγρικές αρχές απέρριψαν την αίτηση αυτή ως απαράδεκτη, χωρίς να την εξετάσουν επί της ουσίας. Συγκεκριμένα, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι, όσον αφορά τον αιτούντα, η Σερβία έπρεπε να θεωρηθεί ασφαλής τρίτη χώρα.
Ο S. Mirza προσέφυγε κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Debreceni Közigazgatási és Munkaügyi Bíróság (δικαστήριο διοικητικών και εργατικών διαφορών του Debrecen, Ουγγαρία). Το εν λόγω δικαστήριο ζήτησε από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης να διευκρινίσει αν ο S. Mirza μπορεί να προωθηθεί προς ασφαλή τρίτη χώρα παρά το γεγονός ότι, κατά τα φαινόμενα, οι τσεχικές αρχές δεν είχαν ενημερωθεί για την ουγγρική νομοθεσία που προβλέπει την προώθηση των αιτούντων διεθνή προστασία προς τρίτες ασφαλείς χώρες και την πρακτική που ακολουθούν σχετικά οι ουγγρικές αρχές.
Δεδομένου ότι S. Mirza τελεί υπό κράτηση, η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως εξετάσθηκε με την επείγουσα προδικαστική διαδικασία, την οποία προβλέπει ο Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου.
Με τη σημερινή του απόφαση, το Δικαστήριο επισημαίνει καταρχάς ότι κάθε κράτος μέλος έχει τη δυνατότητα προωθήσεως αιτούντος διεθνή προστασία προς ασφαλή τρίτη χώρα και αφού αυτό αναγνωρίσει ότι είναι υπεύθυνο να εξετάσει, κατ’ εφαρμογή του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ1, την αίτηση διεθνούς προστασίας και αναλάβει εκ νέου αιτούντα ο οποίος εγκατέλειψε το συγκεκριμένο κράτος πριν εκδοθεί απόφαση επί της ουσίας όσον αφορά την πρώτη του αίτηση διεθνούς προστασίας.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι, στις περιπτώσεις που το υπεύθυνο κράτος μέλος (εν προκειμένω, η Ουγγαρία) αναλαμβάνει εκ νέου αιτούντα διεθνή προστασία, ο κανονισμός Δουβλίνο ΙΙΙ δεν επιβάλλει σε αυτό την υποχρέωση να ενημερώνει το κράτος μέλος το οποίο προβαίνει στη μεταφορά (εν προκειμένω, την Τσεχική Δημοκρατία) σχετικά με την εθνική του νομοθεσία που διέπει την προώθηση των αιτούντων διεθνούς προστασίας προς τρίτες ασφαλείς χώρες ή την πρακτική που ακολουθούν σχετικά οι αρχές του.
Το Δικαστήριο υπογραμμίζει επίσης ότι η μη διαβίβαση των σχετικών πληροφοριών μεταξύ των δύο εμπλεκόμενων κρατών δεν προσβάλλει το κατοχυρούμενο στο δίκαιο της Ένωσης δικαίωμα του αιτούντος να ασκήσει αποτελεσματική προσφυγή κατά, αφενός, της αποφάσεως μεταφοράς του και, αφετέρου, της αποφάσεως επί της αιτήσεώς του για διεθνή προστασία.
Τέλος, το Δικαστήριο κρίνει ότι το δικαίωμα του αιτούντος διεθνή προστασία να ζητήσει, σε περίπτωση όπως η επίδικη, να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της αιτήσεώς του, είτε στο πλαίσιο της διαδικασίας που διεκόπη προηγουμένως είτε στο πλαίσιο νέας διαδικασίας, χωρίς η σχετική αίτηση να θεωρηθεί ως νέα αίτηση διεθνούς προστασίας, δεν στερεί από το υπεύθυνο κράτος μέλος τη δυνατότητα να απορρίψει την αίτηση διεθνούς προστασίας ως απαράδεκτη ούτε του επιβάλλει την υποχρέωση να συνεχίσει την εξέταση της αιτήσεως από ορισμένο στάδιο της διαδικασίας.
-----------------------------------------------------------
1 Κανονισμός 604/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ή από απάτριδα (αναδιατύπωση) (ΕΕ L 180, σ. 31).
-----------------------------------------------------------

ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Η προδικαστική παραπομπή παρέχει στα δικαστήρια των κρατών μελών τη δυνατότητα, στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς της οποίας έχουν επιληφθεί, να υποβάλουν στο Δικαστήριο ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή με το κύρος πράξεως οργάνου της Ένωσης. Το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να επιλύσει τη διαφορά σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή δεσμεύει, κατά τον ίδιο τρόπο, τα άλλα εθνικά δικαστήρια που επιλαμβάνονται παρόμοιου προβλήματος.

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2016

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΕΕ της 1ης Μαρτίου 2016 (τμήμα μείζονος συνθέσεως) στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C 443/14 και C 444/14: ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΛΟΓΟΥΣ ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗΣ Η ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΜΕΤΡΟΥ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗΣ ΔΙΑΜΟΝΗΣ [συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-443/14 Alo και C-444/14 Osso]


Ιστορικό
Κατά την Οδηγία 2011/95/ΕΕ(link is external), τα κράτη μέλη οφείλουν να επιτρέπουν στα πρόσωπα, τα οποία έχουν αναγνωρίσει ως δικαιούχους του καθεστώτος επικουρικής προστασίας, να κυκλοφορούν ελεύθερα εντός του εδάφους τους υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με εκείνες που προβλέπονται για τους υπηκόους τρίτων χωρών που διαμένουν νομίμως στο έδαφός τους.
Το γερμανικό δίκαιο προβλέπει ότι, όταν οι δικαιούχοι του καθεστώτος επικουρικής προστασίας λαμβάνουν κοινωνικές παροχές, η άδεια διαμονής τους πρέπει να συνοδεύεται με την υποχρέωση να διαμένουν σε συγκεκριμένο τόπο (υποχρέωση διαμονής).
Αφενός, με την υποχρέωση αυτή είναι δυνατόν να διασφαλίζεται κατάλληλος επιμερισμός της επιβάρυνσης που συνεπάγονται οι παροχές αυτές μεταξύ των διαφόρων αρμοδίων επί τούτου φορέων.
Αφετέρου, μπορεί να έχει ως στόχο τη διευκόλυνση της ένταξης των υπηκόων τρίτων χωρών στη γερμανική κοινωνία.
Οι Ι. Alo και Α. Osso είναι Σύριοι υπήκοοι, οι οποίοι εισήλθαν στη Γερμανία, όπου τους χορηγήθηκε καθεστώς επικουρικής προστασίας. Επιπλέον, τους επιβλήθηκε υποχρέωση διαμονής την οποία αμφισβητούν ενώπιον των γερμανικών δικαστηρίων.
Η διαφορά εκκρεμεί επί του παρόντος ενώπιον του Bundesverwaltungsgericht (Ομοσπονδιακό Διοικητικό Δικαστήριο, Γερμανία), το οποίο ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει κατά πόσον η υποχρέωση διαμονής συμβιβάζεται με την οδηγία.
Απόφαση
Με τη σημερινή του απόφαση, το Δικαστήριο διαπιστώνει καταρχάς ότι η οδηγία επιβάλλει στα κράτη μέλη να επιτρέπουν στα πρόσωπα, στα οποία χορήγησαν το καθεστώς επικουρικής προστασίας, όχι μόνον να μπορούν να μετακινούνται ελεύθερα εντός του εδάφους τους, αλλά, επίσης, να μπορούν να επιλέγουν τον τόπο διαμονής τους στο εν λόγω έδαφος.
Κατά συνέπεια, η επιβληθείσα στα πρόσωπα αυτά υποχρέωση διαμονής συνιστά περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας την οποία εγγυάται η οδηγία.
Όταν η εν λόγω υποχρέωση διαμονής επιβάλλεται μόνον στους δικαιούχους του καθεστώτος επικουρικής προστασίας που λαμβάνουν κοινωνικές παροχές, συνιστά, επίσης, περιορισμό στην πρόσβαση των δικαιούχων αυτών στην κοινωνική προστασία που προβλέπει το δίκαιο της Ένωσης.
Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι οι δικαιούχοι του καθεστώτος επικουρικής προστασίας δεν μπορούν, κατ’ αρχήν, να υπάγονται, σε πιο περιοριστικό καθεστώς από το εφαρμοστέο στους άλλους υπηκόους τρίτων χωρών που διαμένουν νομίμως στο οικείο κράτος μέλος, όσον αφορά την επιλογή του τόπου διαμονής τους, και από το εφαρμοστέο στους υπηκόους του κράτους αυτού, όσον αφορά την πρόσβαση στην κοινωνική αρωγή.
Εντούτοις, το Δικαστήριο φρονεί ότι είναι δυνατόν να επιβάλλεται υποχρέωση διαμονής στους δικαιούχους του καθεστώτος επικουρικής προστασίας, εάν αυτοί δεν τελούν, σε σχέση με τον επιδιωκόμενο από την επίμαχη εθνική ρύθμιση σκοπό, σε κατάσταση αντικειμενικώς συγκρίσιμη με εκείνη των υπηκόων τρίτων χωρών που διαμένουν νομίμως στο οικείο κράτος ή με εκείνη των υπηκόων του κράτους αυτού.
Στη συνέχεια, το Δικαστήριο αναγνωρίζει ότι η μετακίνηση των δικαιούχων κοινωνικών παροχών ή η άνιση συγκέντρωσή τους στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να συνεπάγεται μη κατάλληλο επιμερισμό της επιβάρυνσης που απορρέει από τις παροχές αυτές μεταξύ των διαφόρων αρμοδίων επί τούτου φορέων. Εντούτοις, ο άνισος αυτός επιμερισμός των επιβαρύνσεων δεν συνδέεται ειδικά με την τυχόν ιδιότητα των προσώπων που λαμβάνουν κοινωνικές παροχές ως δικαιούχων του καθεστώτος επικουρικής προστασίας.
Υπό τις συνθήκες αυτές, η οδηγία αντιτίθεται στην επιβολή υποχρέωσης διαμονής στους δικαιούχους του καθεστώτος επικουρικής προστασίας η οποία αποσκοπεί στον κατάλληλο επιμερισμό της επιβάρυνσης που συνεπάγονται οι επίμαχες παροχές.
Αντιθέτως, το Δικαστήριο αναφέρει ότι απόκειται στο γερμανικό δικαστήριο να εξετάσει αν οι δικαιούχοι του καθεστώτος επικουρικής προστασίας που λαμβάνουν κοινωνικές παροχές αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες δυσχέρειες ένταξης από άλλους υπηκόους τρίτων χωρών που διαμένουν νομίμως στη Γερμανία και λαμβάνουν κοινωνικές παροχές.