Ο κύριος ακινήτου δεν έχει υποχρέωση να ανέχεται εκπομπές θορύβου από άλλο γειτονικό ακίνητο, εφόσον παραβλάπτουν σημαντικά τη χρήση του ακινήτου του και δεν προέρχονται από χρήση συνήθη για ακίνητα της περιοχής. Η προστασία στην περίπτωση αυτή χωρεί, είτε με τακτική αγωγή περί διατάραξης κυριότητας κατά το άρθρο 1108 ΑΚ (αρνητική αγωγή) ή περί διατάραξης νομής κατά το άρθρο 989 ΑΚ, είτε με αίτηση ασφαλιστικών μέτρων. Εν προκειμένω, πιθανολογείται ότι οι θόρυβοι που προκαλούνται από τη λειτουργία της βιοτεχνίας του καθ’ ου εκφεύγουν από τα ανεκτά όρια και παρεμποδίζουν το δικαίωμα των αιτούντων να απολαμβάνουν ένα ήρεμο περιβάλλον στην οικία τους κατά τη διάρκεια του ύπνου τους. Δεκτή η αίτηση προσωρινής ρύθμισης της κατάστασης.
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ 1523/2018
Πρόεδρος: Ε. Νικολάου
I. Κατά το άρθρο 57 του ΑΚ «όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον ... Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται ...». Το εν λόγω ιδιωτικό δικαίωμα στην προσωπικότητα έχει διαπλασθεί από το νόμο ως ένα δικαίωμα - πλαίσιο με επί μέρους αυτοτελείς εκφάνσεις που αποτελούν ειδικότερα δικαιώματα, όπως το δικαίωμα στη ζωή, το δικαίωμα στην υγεία, το δικαίωμα στην τιμή κ.ο.κ. (Καράκωστας, Περιβάλλον και Δίκαιο, Αθήνα-Κομοτηνή 2000, σ. 172). Η προσωπικότητα του ανθρώπου γεννάται και αναπτύσσεται ακώλυτα μέσα σε ένα ζωτικό χώρο που αποτελείται κατ' αρχήν από τα εκτός συναλλαγής πράγματα, δηλαδή κατά το άρθρο 966 ΑΚ, α) τα κοινά σε όλους (η ατμόσφαιρα και η θάλασσα), β) τα κοινόχρηστα (όπως, ενδεικτικώς κατ' άρθρο 967 ΑΚ, τα ελευθέρως και συνεχώς ρέοντα, νερό, οι δρόμοι, οι πλατείες, οι αιγιαλοί κ.λπ.) και γ) τα προορισμένα για την εξυπηρέτηση δημόσιων, δημοτικών, κοινοτικών ή θρησκευτικών σκοπών. Η ακώλυτη απόλαυση της χρήσης και της ωφέλειας των αγαθών που συναποτελούν τον ζωτικό περιβαλλοντικό χώρο για την ανάπτυξη της ανθρώπινης προσωπικότητας συνιστά αυτοτελή έκφανση του δικαιώματος της προσωπικότητας που προστατεύεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 57 και 59 του ΑΚ.
Προσβολή της ειδικότερης αυτής πλευράς του δικαιώματος επί της προσωπικότητας επέρχεται όταν διαταράσσεται στοιχείο του ζωτικού χώρου από τα ανωτέρω αναφερόμενα κατά τέτοιο τρόπο ώστε: α) καταργείται εξ ολοκλήρου ή αλλοιώνεται η κοινή ωφέλεια που πηγάζει από τη χρήση του συγκεκριμένου αγαθού, είτε β) καθίσταται αδύνατη η χρήση του στοιχείου αυτού ή άλλου συνδεομένου προς αυτό (ΑΠ 286/1987 ΕλλΔνη 29, 1365 και Καράκωστα, ό.π. σ. 173 και 176). Τέτοια προσβολή είναι απαγορευμένη κατά το άρθρο 57 ΑΚ και αναδίδει τις εκεί καθοριζόμενες αξιώσεις εφόσον είναι παράνομη. Τούτο συμβαίνει, κατά την κρατούσα άποψη, όταν η προσβολή γίνεται κατά παράβαση ρητής διάταξης νόμου (ΑΠ 718/2001 ΕλλΔνη 42, 942), ενώ κατ’ άλλη άποψη και όταν υπάρχει οποιαδήποτε κοινωνικά απρόσφορη επέμβαση στη σφαίρα του συγκεκριμένου κάθε φορά αγαθού, η οποία λαμβάνει χώρα χωρίς προς τούτο δικαίωμα ή με την άσκηση μεν δικαιώματος, που όμως είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας από το προσβαλλόμενο είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκησή του καταχρηστική κατ' άρθρο 281 ΑΚ και 25 παρ. 3 του Σ (ΕφΑθ 1688/1998 ΕλλΔνη 39, 667, 12154/1990 ΕλλΔνη 32, 1673 και Καράκωστα, ό.π., σ. 177-178), δηλαδή δεν απαιτείται να είναι η προσβάλλουσα το αγαθό συμπεριφορά απαγορευμένη από ειδική διάταξη νόμου αλλά αρκεί το ότι είναι βλαπτική και κοινωνικά απρόσφορη και μόνο. Η παράνομη προσβολή δεν απαιτείται να είναι επιπλέον και υπαίτια (βλ. Καράκωστα, ό.π. σ. 175 και τις εκεί περαιτέρω παραπομπές).
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η απόλαυση ενός ήρεμου περιβάλλοντος ελεύθερου από ρύπους είναι και αυτή μία έκφανση του δικαιώματος επί της προσωπικότητας. Προσβολή ως προς αυτή την πλευρά του όλου δικαιώματος μπορεί να προκαλείται και όταν διαταράσσεται η ωφέλεια από την απόλαυση του φυσικού περιβάλλοντος όσον αφορά την ατμόσφαιρα με την εκπομπή ρύπων όπως καπνού, αναθυμιάσεων αλλά και θορύβων (ηχορύπανση). Εάν η εκπομπή είναι τόσο ισχυρή, ώστε να απειλεί και την υγεία των κοινωνών, τότε επέρχεται προσβολή και ως προς μία επιπλέον έκφανση του γενικού δικαιώματος της προσωπικότητας, εκείνης που αφορά το ειδικότερο δικαίωμα στην υγεία. Οι προσβολές που επέρχονται με εκπομπή θορύβων είναι πάντα παράνομες όχι μόνο ως κοινωνικά απρόσφορες βλαπτικές πράξεις αλλά και ως αντικείμενες σε ειδικότερες ρητές απαγορευτικές διατάξεις του νόμου και μάλιστα στο άρθρο 417 ΠΚ περί διαταράξεως ησυχίας, στα άρθρα 1 και 3 του ΑΝ 2520/1940, στην Υγειονομική διάταξη Α5/3010/14.8.1985 (ΦΕΚ Β' 593) και στην Αστυνομική διάταξη 1023/2/3710/1996 (ΑΠ 718/2001 ό.π.). Από τις ανωτέρω μάλιστα διατάξεις συνάγεται ότι, όποιος σε αστική περιοχή, διαταράσσει με θορύβους και φωνασκίες την ησυχία των κατοίκων κατά τις ώρες κοινής ησυχίας ενεργεί παράνομα.
Περαιτέρω τις αξιώσεις εκ του άρθρου 57 ΑΚ επί προσβολής της προσωπικότητας μπορεί να ασκήσει ο προσβαλλόμενος όχι μόνο με τακτική αγωγή αλλά και με αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων για την προσωρινή ρύθμιση κατάστασης κατά τα άρθρα 731 επ. ΚΠολΔ (ΠΠρΑθ 702/1981 ΝοΒ 29, 1301, ΜΠρΡοδ 500/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΧαλ 91/2004 ΝοΒ 2005, 320, όπου και λοιπές νομολογιακές και θεωρητικές παραπομπές και Τζίφρας, Ασφ. Μέτρα 1985, σ.273 επ.). Επιπροσθέτως, κατά το άρθρο 1003 ΑΚ, ο κύριος ακινήτου δεν έχει υποχρέωση να ανέχεται εκπομπές θορύβου κ.λπ. από άλλο γειτονικό ακίνητο και συνεπώς έχει δικαίωμα να ζητήσει να απαγορευθούν αυτές (αξίωση για άρση της προσβολής και παράλειψη στο μέλλον), εφόσον παραβλάπτουν σημαντικά τη χρήση του ακινήτου του και δεν προέρχονται από χρήση συνήθη για ακίνητα της περιοχής. Το παράνομο αίρεται αν η εκπομπή προέρχεται από χρήση συνηθισμένη για τα ακίνητα της περιοχής.
Στην περίπτωση αυτή ο κύριος έχει υποχρέωση να ανέχεται την εν λόγω εκπομπή (ΜΠρΠειρ 629/2015, ΤΝΠ ΔΣΑ). Η προστασία στην περίπτωση αυτή χωρεί είτε με τακτική αγωγή περί διατάραξης κυριότητας κατά το άρθρο 1108 ΑΚ (αρνητική αγωγή) ή περί διατάραξης νομής κατά το άρθρο 989 ΑΚ, είτε με αίτηση ασφαλιστικών μέτρων για την προσωρινή προστασία της νομής του προσβαλλομένου λόγω διατάραξης. Η μορφή της προστασίας αυτής οργανώνεται παράλληλα με εκείνη που δίδεται εκ του ότι οι εν λόγω εκπομπές συνήθως συναστούν και προσβολή της προσωπικότητας υπό την ανωτέρω έννοια, (βλ. παρατηρήσεις Γ. Ιατρού στην ΑΠ 718/2001 ΧρΙΔ 511 επ. και ΜΠρΧαλ 91/2004, ό.π.). Πάντως, όταν προσβάλλεται η προσωπικότητα του γείτονα, δεν έχει ισχύ η υποχρέωση ανοχής (για εκπομπές από συνηθισμένη χρήση) που προβλέπει το άρθρο 1003 ΑΚ, διότι πρόκειται για προσβολή διαφορετικών εννόμων αγαθών (ΑΠ 718/2001, ό.π.).
II. Κατά το άρθρο 692 παρ. 4 του ΚΠολΔ, τα ασφαλιστικά μέτρα δεν πρέπει, να συνίστανται στην ικανοποίηση του δικαιώματος, του οποίου ζητείται η εξασφάλιση ή διατήρηση. Με τη διάταξη αυτή, η ρύθμιση της οποίας υπαγορεύεται από τη φύση της προσωρινής δικαστικής προστασίας, τίθεται απαγορευτικός κανόνας, δεσμευτικός για το δικαστήριο, κατά τον οποίο τα ασφαλιστικά μέτρα, δεν πρέπει να συνίστανται στην ικανοποίηση του δικαιώματος, του οποίου ζητείται η εξασφάλιση ή διατήρηση, γιατί δεν είναι επιτρεπτή η, με τα ασφαλιστικά μέτρα, δημιουργία αμετάκλητων καταστάσεων στις σχέσεις των διαδίκων, έτσι που να ματαιώνεται ο τελικός σκοπός της οριστικής δικαστικής προστασίας. Από τη γραμματική διατύπωση της διάταξης δίνεται η εντύπωση, ότι αυτή δεν καλύπτει όλους τους στόχους των ασφαλιστικών μέτρων, δηλαδή την εξασφάλιση ή τη διατήρηση του δικαιώματος ή τη ρύθμιση της κατάστασης, αλλά μόνον τους δύο πρώτους. Όμως, ο κανόνας αυτός έχει εφαρμογή και στο ασφαλιστικό μέτρο της ρύθμισης κατάστασης, το οποίο δεν διαφέρει, κατά το σκοπό του, από τα άλλα ασφαλιστικά μέτρα, αφού και αυτό συνδέεται τελολογικά με κάποιο δικαίωμα, που πρέπει, να προστατευθεί προσωρινά για την αποτροπή δημιουργίας, έως την περάτωση της κύριας διαγνωστικής δίκης, αμετάκλητων καταστάσεων, που θα μπορούσαν να ματαιώσουν τον πραγματικό σκοπό της δίκης αυτής.
Η διακριτική ευχέρεια που δίνει το άρθρο 732 του ΚΠολΔ, κατά το οποίο το δικαστήριο δικαιούται, να διατάξει ως ασφαλιστικό μέτρο και κάθε μέτρο, που κατά τις περιστάσεις είναι κατά την κρίση του πρόσφορο για την εξασφάλιση ή διατήρηση του δικαιώματος ή τη ρύθμιση κατάστασης, δεν αποτελεί εξαίρεση από τον προαναφερόμενο απαγορευτικό κανόνα του άρθρου 692 παρ. 4 ΚΠολΔ, αλλά ο κανόνας αυτός αποτελεί οριοθέτηση της παρεχόμενης στο δικαστήριο, με το άρθρο 782 ΚΠολΔ, διακριτικής ευχέρειας. Ο κανόνας του άρθρου 692 παρ. 4 υποχωρεί μόνο στις ακραίες εκείνες περιπτώσεις που πιθανολογείται κίνδυνος σημαντικής προσβολής της αξίας του ανθρώπου, η οποία διασφαλίζεται συνταγματικώς (άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος) και όχι απλώς περιουσιακών ζημιών (ΜΠρΑθ 4629/2004 Αρμ 2005, 250, ΜΠρΑθ 1377/2004 ΝοΒ 2005, 305, ΜΠρΠειρ 2524/1999 ΕλλΔνη 1999, 1627, Π. Τζίφρα, Ασφαλιστικά Μέτρα, 1985, σελ. 58-59). Η καταδίκη σε ενέργεια, παράλειψη ή ανοχή πράξης, που αποτελεί το περιεχόμενο εφάπαξ παροχής, χωρίς να υπάρχει μία διαρκής έννομη σχέση που μπορεί να ρυθμιστεί για περιορισμένο χρονικό διάστημα, ή η ενεργοποίηση διαπλαστικού (ουσιαστικού) δικαιώματος οδηγούν σε ικανοποίηση των αντίστοιχων δικαιωμάτων και συνεπώς σε ρύθμιση υπερβαίνουσα τα όρια των άρθρων 692 παρ. 4 και 731-732 ΚΠολΔ (ΠΠρΑθ 17/1984 Δ 1986, 252, ΜΠρΑθ 1377/2004 ΝοΒ 2005, 305, ΜΠρΑθ 11923/1998 ΝοΒ 46, 1480).
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω προκύπτει, ότι, σε περίπτωση προσβολής απόλυτων δικαιωμάτων, όπως είναι το δικαίωμα της προσωπικότητας, δεν αποκλείεται η καταδίκη του καθ’ ου προς προσωρινή άρση της προσβολής, χωρίς να παραβιάζεται η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 692 παρ. 4 του ΚΠολΔ, αφού η προστασία της προσωπικότητας φέρει χαρακτήρα διαρκούς έννομης σχέσης, η οποία, όταν υπάρξει ανάγκη, μπορεί να τεθεί προσωρινά σε λειτουργία, χωρίς με αυτό να κινδυνεύει να ματαιωθεί ο σκοπός της κύριας δίκης, εφόσον σε περίπτωση που τυχόν ο καθ’ ου δικαιωθεί στην κύρια δίκη, θα δικαιούται στο μέλλον να επαναλάβει τις πράξεις που κρίθηκαν σε προσωρινό στάδιο αθέμιτες (ΠΠρΣαμ 58/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΘεσ 1847/2012 Αρμ 2014, 57, ΜΠρΚορ 2449/2008 ΧρΙΔ 2009, 122, ΜΠρΗρακλ 3064/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Με την υπό κρίση αίτησή τους οι αιτούντες εκθέτουν ότι ο καθ’ ου εκμεταλλεύεται, στο διπλανό ακίνητο εκείνου στο οποίο οι ίδιοι κατοικούν, μία βιοτεχνία παραγωγής πιτών, η οποία λειτουργεί από τον Απρίλιο του 2017 καθημερινώς, πλην Κυριακής, αποκλειστικώς κατά τις νυκτερινές ώρες, μεταξύ 3.30 και 7.00 και ότι εξαιτίας εκπομπών ήχου και κραδασμών, πέραν των ανεκτών ορίων και σε ώρες κοινής ησυχίας, έχει υποστεί βλάβη η ψυχική υγεία του πρώτου εξ αυτών και τέθηκε σε κίνδυνο η κύηση της δεύτερης εξ αυτών, με αποτέλεσμα να προσβάλλεται παράνομα η προσωπικότητά τους. Ζητούν, δε, επικαλούμενοι επικείμενο κίνδυνο για την υγεία των ίδιων και του κυοφορούμενου κατά το χρόνο άσκησης της αίτησης (ήδη γεννηθέντος, κατά την ημερομηνία συζήτησης αυτής) εμβρύου να υποχρεωθεί προσωρινά ο καθ’ ου να παύσει να θέτει σε λειτουργία τα μηχανήματα της επιχείρησής του κατά τη διάρκεια όλων των νυκτερινών ωρών της κοινής ησυχίας, δηλαδή από τις 22.00 έως τις 7.30 τη χειμερινή περίοδο (Οκτώβριο έως Μάρτιο) και από τις 23.00 έως τις 7.00 τη θερινή περίοδο (Απρίλιο έως Σεπτέμβριο), με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης σε βάρος του, ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης, καθώς και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη τους σε βάρος του.
Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα, η υπό κρίση αίτηση παραδεκτά εισάγεται για να συζητηθεί, κατά την προκειμένη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ. ΚΠολΔ), ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, το οποίο είναι αρμόδιο τόσο καθ’ ύλην, κατ’ άρθρο 683 § 1 ΚΠολΔ, όσο και κατά τόπον, κατ’ άρθρο 22 ΚΠολΔ. Εκτιμάται, δε, ειδικότερα, ότι δεν πρόκειται για διαφορά από τους περιορισμούς του γειτονικού δικαίου (άρθρα 1003 επ. ΑΚ), για την οποία αρμόδιο είναι το ειρηνοδικείο (άρθρο 15 αριθ. 3 ΚΠολΔ), αλλά για διαφορά από την προσβολή της προσωπικότητας που ανήκει στην υλική αρμοδιότητα του πολυμελούς πρωτοδικείου (άρθρο 18 ΚΠολΔ) και άρα τα ανάλογα ασφαλιστικά μέτρα διατάσσονται από το μονομελές πρωτοδικείο (683 παρ. 1 ΚΠολΔ), σύμφωνα με την υπό στοιχείο (I) νομική σκέψη που προηγήθηκε. Είναι δε επαρκώς ορισμένη (ως προς την έκθεση του στοιχείου της επείγουσας περίπτωσης, συνιστάμενης στον άμεσο κίνδυνο βλάβης της υγείας των αιτούντων και του κυοφορούμενου και πλέον ήδη γεννηθέντος, τέκνου τους, κατά τα ειδικότερα στην αίτηση αναφερόμενα, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού του καθ’ ου) και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 57 § 1 εδ. α΄ ΑΚ, 2 § 1, 5 §§ 1, 2 και 5 και 25 του Συντάγματος και 731, 732, 700 § 1, 947 § 1 εδ. α' και 176 ΚΠολΔ, χωρίς παράλληλα τα αιτούμενα ασφαλιστικά μέτρα που ρυθμίζουν το θέμα να προσκρούουν στον απαγορευτικό κανόνα του άρθρου 692 § 4 ΚΠολΔ (απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού του καθ’ ου), αφού από τη λήψη των μέτρων αυτών δεν δημιουργούνται αμετάκλητες καταστάσεις που να οδηγούν στην πλήρη ικανοποίηση του δικαιώματος, του οποίου ήδη διώκεται η εξασφάλιση, σύμφωνα με όσα ήδη αναφέρθηκαν στην υπό στοιχείο (II) νομική σκέψη που προηγήθηκε. Πρέπει, επομένως, η αίτηση να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, ενόψει του ότι για το παραδεκτό της άσκησής της, της παράστασης κατά τη συζήτησή της και της κατάθεσης σημειώματος εκ μέρους των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων προσκομίσθηκαν το υπ' αριθ. Π ..., Π ..., Π ... και Π ... γραμμάτια προκαταβολής εισφορών του ΔΣΑ, κατ’ άρθρο 61 παρ. 4 Ν 4194/2013, ως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 8 γ Ν 4205/2013.


