Δευτέρα 13 Νοεμβρίου 2023

ΕφΠειρ 401/23 : ΤΡΑΠΕΖΕΣ - ΔΑΝΕΙΑ - ΟΡΟΙ - ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΟΚΟΥ ΒΑΣΕΙ ΕΤΟΥΣ 360 ΗΜΕΡΩΝ - ΕΛΛΕΙΨΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ. ΕΤΑΙΡΙΕΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ - ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ. ΔΙΑΤΑΓΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ - ΑΝΑΚΟΠΗ - ΜΕΡΙΚΗ ΑΚΥΡΩΣΗ. ΕΦΕΣΗ



ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

2o ΤΜΗΜΑ

ΑΡΙΘΜΟΣ 401/2023

 

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Μαρία Τσιάλτα, Εφέτη, η οποία ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιά και τη Γραμματέα Κ.Σ.

Συνεδρίασε δημόσια, στο ακροατήριό του στις ……….., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:


ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Ενώπιον του παρόντος Δικαστήριο νόμιμα φέρονται προς συζήτηση: α) Η από 10-1-2022  (αριθ. καταθ. Πρωτοδικείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ/ ………/2022, αριθ. καταθ. Εφετείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ/…../2022) έφεση κατά της με αριθμ. 1945/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, β) η από 25-7-2022 (αρ. κατ. ΓΑΚ/ΕΑΚ/ ……../2022 αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση και γ) η από 4-7-2022 (αρ. κατ. ΓΑΚ/ΕΑΚ/ ………/2022) αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, οι οποίες πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω της μεταξύ τους σχέσης κυρίου και παρεπομένου, υπάγονται στην ίδια διαδικασία και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 80, 83, 246, 285 παρ.1 και 524 του ΚΠολΔ).

ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 260 παρ.1  του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην κατ’ έφεση δίκη σύμφωνα με το άρθρο 524 παρ.1 του ΚΠολΔ, εάν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης δεν εμφανίζονται όλοι οι διάδικοι ή εμφανίζονται αλλά δε μετέχουν κανονικά στη συζήτηση, η συζήτηση ματαιώνεται. Κατά την παρ. 2 εδ.α΄ του ίδιου άρθρου στην τακτική και στις δίκες των ειδικών διαδικασιών, αν οι διάδικοι δε λάβουν κανονικά μέρος στη δίκη ή δεν εμφανιστούν στο ακροατήριο, η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώνεται. Ειδικότερα, εάν η μη εμφάνιση ή η μη προσήκουσα εμφάνιση των διαδίκων διαπιστωθεί μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, κατά τη μελέτη της ή τη διάσκεψη, η ματαίωση της συζήτησης κηρύσσεται με δικαστική απόφαση (ΕφΘεσ 2714/2009, ΕφΑθ 8862/2000, ΠΠρΛαρ 5/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου και από την επισκόπηση της δικογραφίας προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο, όσον αφορά την με αριθ. κατ. ΓΑΚ/ΕΑΚ/…………/2022 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα δεν κατέθεσε προτάσεις, ενώ τόσον η υπέρ ης, όσο και η καθ’ ης η πρόσθετη παρέμβαση δεν παραστάθηκαν στο Δικαστήριο και δεν κατέθεσαν προτάσεις. Επομένως, ενόψει του ότι άπαντες οι διάδικοι ως προς την πρόσθετη παρέμβαση είναι απόντες
(ενόψει της μη προσήκουσας δικονομικής παράστασης της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας) πρέπει να κηρυχθεί ματαιωθείσα η συζήτηση της με αριθ. κατ. ΓΑΚ/ΕΑΚ/…../2022 αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης.

IV. (α) Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 271, 272 παρ. 1 και 524 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως τα δύο πρώτα από αυτά τροποποιήθηκαν με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 και το άρθρο 524 παρ. 1 με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α` 87/23.7.2015) και ισχύουν από 1.1.2016 σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ. 2 του αυτού άρθρου του ιδίου άνω νόμου, τα οποία εφαρμόζονται και στην κρινόμενη έφεση ως εκ του χρόνου άσκησης, συνάγεται ότι, αν ο εφεσίβλητος δεν εμφανιστεί ή δεν λάβει μέρος κανονικά στη συζήτηση της έφεσης, προϋπόθεση του παραδεκτού της είναι η νόμιμη κλήτευσή του, ή η επίσπευση της συζήτησης από τον τελευταίο για την ορισθείσα νομίμως δικάσιμο. Ως εκ τούτου, σε περίπτωση, μη εμφάνισης του εφεσίβλητου στη συζήτηση της έφεσης, η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν παρών, εφόσον, όμως, επισπεύδει ο ίδιος τη συζήτηση ή έχει κληθεί νομίμως από τον παριστάμενο εκκαλούντα, στοιχεία στην έρευνα των οποίων οφείλει να προβεί το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως.(β) Περαιτέρω, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 524 παρ. 4 εδ. του ΚΠολΔ επί ερημοδικίας του εφεσιβλήτου, ως προς την έφεση, όπου η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν και αυτός παρών, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης, τις προτάσεις που κατατέθηκαν στην πρωτοβάθμια δίκη από το διάδικο που δεν εμφανίστηκε, καθώς και τα πρακτικά και τις εκθέσεις που λήφθηκαν κατ’ αυτή, τα οποία είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει μέσα σε πέντε ημέρες από τη συζήτηση ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 548/2019 αδημ, ΕφΠατρ 128/2021 αδημ, ΕφΑθ 82/2020 αδημ, ΕφΑΘ 169/2019 αδημ).

V. Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη με επίκληση από την εκκαλούσα, με αριθμ. …/22-2-2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιά, …….., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση έφεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην εφεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «…………..» για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Εντούτοις, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου, κατά την ανωτέρω δικάσιμο και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, η εφεσίβλητη δεν παραστάθηκε στο Δικαστήριο, ενώ από το φάκελο της δικογραφίας δεν προκύπτει αυτή να έχει καταθέσει έγγραφη δήλωση, κατ’ άρθρα 524 παρ. 1 και 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Η διαδικασία, ωστόσο, θα προχωρήσει, κατ’ αρχάς σαν να είναι η εφεσίβλητη παρούσα, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στο πρώτο και δεύτερο μέρος της νομικής σκέψης της παρούσας, καθότι για το παραδεκτό της συζήτησης της έφεσης προσκομίζονται τα πρακτικά και οι προτάσεις της απολειπόμενης εφεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατ’ άρθρο 524 παρ. 4 εδ. του ΚΠολΔ.

VI. Σύμφωνα με το άρθρο 83 παρ.1 του Ν. 4790/2021 «Διατάξεις για την επαναλειτουργία των πολιτικών δικαστηρίων και της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης», το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α` 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων. Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους. Περαιτέρω,  κατά το άρθρο 49 του Ν. 4963/2022 (ΦΕΚ Α /30-7-2022)  «1. Κατά την αληθή έννοια του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 (Α’ 104) και του πρώτου εδάφιου της περ. α΄ της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α’48) ως προθεσμίες άσκησης ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που ανεστάλησαν κατά το διάστημα από 13.3.2020 ως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 5.4.2021, νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 518, της παρ. 5 του άρθρου 545 και της παρ. 3 του άρθρου 564 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας [π.δ. 503/1985, (Α’ 182), ΚΠολΔ]. Σύμφωνα δε, με την παρ 2 του ίδιου άρθρου. κατά την αληθή έννοια του τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 και του τρίτου εδαφίου της περ. α΄ της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 ως προθεσμίες άσκησης ενδίκων μέσων των οποίων παρατείνεται η λήξη νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 518, της παρ. 5 του άρθρου 545 και της παρ. 3 του άρθρου 564 ΚΠολΔ.». Δέον να αναφερθεί ότι, σύμφωνα με την ΚΥΑ με αριθμ. Α1Αα/Γ.Π. οικ: 71342/6-11-2020 (ΦΕΚ 4899/6-11-2020) από την 7-11-2020 ανεστάλησαν λόγω της πανδημίας covid-19, οι νόμιμες και οι δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων ενώπιον των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών της Χώρας, και οι διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης. Η αναστολή δε, αυτή των νόμιμων και δικαστικών  προθεσμιών, όπως και της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, ήρθη από τις 6-4-2021, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ.1 της ΚΥΑ με αριθμ. Δ1Α/Γ.Π.οικ, 20651/3-4-2021 (ΦΕΚ 1308/3-4-2021).

Πέμπτη 2 Νοεμβρίου 2023

"ΣΥΝΤΟΜΗ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΠΛΑΙΣΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗ ΔΟΜΗΣΗ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ ΣΤΙΣ ΕΚΤΟΣ ΣΧΕΔΙΟΥ ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΣΥΝΑΡΤΗΣΕΙ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΤΟΥ ΓΗΠΕΔΟΥ ΣΕ ΚΟΙΝΟΧΡΗΣΤΗ ΟΔΟ" [ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ, Δρ Αρχιτέκτων Μηχανικός – Πολεοδόμος στο ΥΠΕΝ]

 


Το παρόν κείμενο αποτελεί μια συνοπτική παρουσίαση των σχετικών προβλέψεων της νομοθεσίας για τη δυνατότητα ή μη, δόμησης κατοικίας στις εκτός των εγκεκριμένων σχεδίων και οικισμών περιοχές. Στόχο έχει την παρουσίαση -ιστορικά – της διαδρομής της σχετικής νομοθεσίας κατά τον τελευταίο αιώνα, εκκινώντας από τον πρώτο συγκροτημένο πολεοδομικό νόμο (Νομ. Δ/γμα της 17.7.1923) μέχρι τον Ν. 3212/2003, με τον οποίο πλέον ορίστηκε ρητώς ως υποχρεωτικό το πρόσωπο 25μ. του ακινήτου σε κοινόχρηστο δρόμο προκειμένου αυτό να δομείται. Απώτερος στόχος αποτελεί η εις βάθος κατανόηση των συνθηκών, όπου μετά τις σχετικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας (Ολ ΣτΕ 176/2023, 1206/2023, 1652/2019, 962/2018, 665/2018 7μ., κτλ) με τις οποίες το Ανώτατο Δικαστήριο έχει ερμηνεύσει τη νομοθεσία προβάλλοντας ως υποχρεωτικό το πρόσωπο των εκτός σχεδίου γηπέδων σε αναγνωρισμένη κοινόχρηστη οδό προκειμένου αυτά να καθίστανται δομήσιμα, η εκτός σχεδίου δόμηση έχει «παγώσει» και μεγάλος αριθμός ιδιοκτητών έχει βρεθεί στη δυσάρεστη θέση της μη δυνατότητας αξιοποίησης της περιουσίας του. Την σύντομη παρουσίαση του νομοθετικού πλαισίου, συνοδεύουν κάποια βασικά συμπεράσματα.

·         Με το Νομοθετικό Διάταγμα (ΝΔ) της 17.7.1923 (ΦΕΚ 228 Α΄) επιχειρήθηκε η δημιουργία πολεοδομικών σχεδίων στις οικιστικές περιοχές, με ταυτόχρονο περιορισμό της δυνατότητας δόμησης στις περιοχές χωρίς σχέδιο, κυρίως μέσω της απαγόρευσης δημιουργίας νέων δρόμων προσπέλασης. Όσες οδοί ήταν προϋφιστάμενες θεωρήθηκε ότι νομίμως υφίστανται. Ειδικότερα, με το άρθρο 20 του ΝΔ απαγορεύτηκε η διάνοιξη οδών και γενικότερα κοινόχρηστων χώρων με ιδιωτική πρωτοβουλία, απαγορεύτηκαν οι σχετικές δικαιοπραξίες και ορίστηκε ότι τέτοιες μεταβιβάσεις θεωρούνται αυτοδικαίως άκυρες (παρ. 1). Εξαιρέθηκαν ρητώς οι περιπτώσεις καλλιεργούμενων εκτάσεων, στις οποίες επετράπη η διάνοιξη αγροτικών διόδων αποκλειστικά για τη μεταφορά προϊόντων και όχι για δόμηση ή κατάτμηση των γηπέδων (παρ. 3). Οι αγροτικές αυτές οδοί, δεν συνδέθηκαν με την «πολεοδομική» έννοια της «κοινοχρησίας» καθώς αποσκοπούσαν αποκλειστικά στη δυνατότητα πρόσβασης στα καλλιεργούμενα κτήματα. Το ΝΔ προέβλεψε στο άρθ. 17, ότι η εκτός σχεδίου και εκτός ζωνών δόμηση (αυτοδίκαια οι ζώνες στα 500μ. από τα όρια των οικισμών λόγω μη καθορισμού τους), υπόκειται σε περιορισμούς που θα οριστούν με σχετικό προεδρικό διάταγμα το οποίο θα βασιστεί στην αρχή ότι δεν πρέπει να δημιουργούνται οικιστικές περιοχές εκτός σχεδίου πόλεως, (ιδιωτική ρυμοτομία) ενώ εξαίρεση στον κανόνα αυτό, αποτελούν τα έχοντας πρόσωπο σε αναγνωρισμένες από το κράτος αμαξιτές οδούς και σιδηροδρομικές γραμμές.

·         Με το Προεδρικό Διάταγμα (ΠΔ) στο ΦΕΚ 231/Α/1928, κατ’ εξουσιοδότηση του ΝΔ 1923 (το οποίο τέθηκε σε ισχύ το 1924), καθορίστηκαν οι όροι και περιορισμοί δόμησης στις εκτός σχεδίου περιοχές. Εντός των ζωνών 500μ. γύρω από τις πόλεις και τους οικισμούς επετράπη μόνο η ανέγερση κτιρίων και εγκαταστάσεων που δεν είναι συμβατές με τους οικισμούς (όπως βιομηχανίες, νοσοκομεία, κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις κτλ). Η αρτιότητα ορίστηκε στα 2 ή στα 8 στρ. ανάλογα με τη χρήση, ενώ τα κτίρια έπρεπε να ανεγείρονται στις «ιδανικές εκτάσεις των εγκεκριμένων οδών» (δηλαδή στις νοητές επεκτάσεις τους, προκειμένου να είναι δυνατή η ακώλυτη επέκταση του σχεδίου στο μέλλον). Στην περιοχή πέραν των ζωνών των πόλεων και οικισμών, ορίστηκε ως ελάχιστη επιφάνεια γηπέδου τα 4 στρέμματα ενώ με το άρθ. 6 του ΠΔ ορίστηκε ότι κατά μήκος των εθνικών, επαρχιακών και δημοτικών οδών (και σιδηροδρομικών γραμμών), μπορεί να ανεγερθεί από μια σειρά εξοχικών κατοικιών. Συνεπώς στο αρχικό διάταγμα ρύθμισης της εκτός σχεδίου δόμησης, ορίστηκε ότι κατοικία επιτρέπεται μόνο επί του αναγνωρισμένου από το κράτος, οδικού και σιδηροδρομικού δικτύου και πάντως πέραν των 500μ. από τις πόλεις και τους οικισμούς (έτσι ώστε να αποφευχθεί η άτυπη επέκταση των οικισμών, χωρίς σχέδιο).

·         Βάσει του ΠΔ στο ΦΕΚ 421/Α/1929 που ακολούθησε (και του Ν. 3406 που αυτό κωδικοποίησε), χαρακτηρίστηκαν οι εκτός σχεδίου οδοί είτε ως εθνικές και επαρχιακές, είτε ως δημοτικές – κοινοτικές, είτε ως αγροτικές. Για την πρώτη κατηγορία (εθνικές και επαρχιακές) ορίστηκαν ειδικά κριτήρια και διαδικασίες για τον χαρακτηρισμό, σχεδιασμό, κατασκευή και συντήρησής τους. Για τη δεύτερη κατηγορία (δημοτικές – κοινοτικές) ορίστηκε ότι οι οδοί αυτές, αποτελούν εκείνες που ενώνουν οικισμούς μεταξύ τους ή με την επαρχιακή/εθνική οδό (άρθ. 4), ενώ μεταγενέστερα ορίστηκε ότι αυτές χαρακτηρίζονται με σχετική απόφαση Νομάρχη. Τέλος, ως «αγροτικές» ορίστηκαν οι οδοί που οδηγούν από τους οικισμούς στην πέριξ αυτών περιοχές (γεωργοκτηνοτροφικές), οι οποίες δεν αποτελούν αντικείμενο χαρακτηρισμού και κατά μήκος των οποίων δεν επιτρεπόταν η ανέγερση εξοχικών κατοικιών βάσει του ΠΔ ΦΕΚ 231/Α/1928.

·         Το άρθ 6 του από 1928 ΠΔ τροποποιήθηκε με το ΠΔ στο ΦΕΚ 299/Α/1929 και καθορίστηκε για όλη την εκτός σχεδίου περιοχή (εντός και εκτός ζώνης), στα έχοντας πρόσωπο 10μ. και βάθος 15μ. στις εθνικές, επαρχιακές, δημοτικές – κοινοτικές οδούς (και στις σιδηροδρομικές γραμμές) η δυνατότητα δόμησης μιας σειράς οικοδομών (όχι μόνο εξοχικών κατοικιών). Συνεπώς, ένα μόλις χρόνο μετά τη ρύθμιση της δόμησης στις εκτός σχεδίου περιοχές, η κατοικία μπορούσε πλέον να ανεγερθεί παντού εκτός ζώνης οικισμών (δεδομένου ότι το αρθ 1 περί απαγόρευσης κατοικίας εντός ζώνης συνέχισε να ισχύει), όμως είτε σε μικρά γήπεδα (ακόμα και 750 τ.μ.) εφόσον βρίσκονταν εκατέρωθεν των χαρακτηρισμένων και αναγνωρισμένων ως δημοσίων /δημοτικών οδών/ σιδηροδρομικών γραμμών, είτε σε γήπεδα μεγαλύτερα των 4 στρεμμάτων (εφόσον δεν υπήρχε πρόσωπο στο αναγνωρισμένο αυτό οδικό δίκτυο). Η προϋπόθεση όμως του προσώπου σε δρόμο, φαίνεται ότι ίσχυε και στις δύο περιπτώσεις. Κι αυτό γιατί η συνέχιση της ισχύος του άρθ 8 του από 1928 ΠΔ, σύμφωνα με το οποίο για όλες τις ανεγειρόμενες οικοδομές εκτός σχεδίου, πέραν των σαφώς οριζόμενων όρων της εκτός σχεδίου, ισχύουν οι γενικές διατάξεις περί ανεγειρόμενων οικοδομών εντός σχεδίου πόλεως, σε συνδυασμό με την απαγόρευση δημιουργίας νέων οδών με ιδιωτική πρωτοβουλία μετά το 1924 με σκοπό την αποφυγή εξάπλωσης της δόμησης οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η αναγκαιότητα προσώπου σε κοινόχρηστο δρόμο υπήρχε. Εφόσον όμως τα ακίνητα βρίσκονταν παρά του αναγνωρισμένου οδικού και σιδηροδρομικού δικτύου, το αναγκαίο μέγεθος (αρτιότητα) για να καθίστανται δομήσιμα ήταν πολύ μικρότερο από εκείνο που απαιτούνταν για όσα ακίνητα είχαν μεν πρόσωπο σε οδό, όμως, διαφορετικών χαρακτηριστικών (αποτελούσαν επομένως άλλες οδούς οι οποίες δεν ανήκαν στις χαρακτηρισμένες από το από 1929 ΠΔ, πλην βεβαίως των «αγροτικών» που ούτε χαρακτηρίζονταν, ούτε αποτελούσαν υποχρεωτικά κοινόχρηστες οδούς, αλλά εξυπηρετούσαν αποκλειστικά την απαραίτητη πρόσβαση στις καλλιεργούμενες εκτάσεις).

·         Οι ανωτέρω διατάξεις εφαρμόστηκαν για 33 έτη (πλην συμπληρώσεων – τροποποιήσεων των άρθ 5 και 6 με το ΦΕΚ 133/Δ/1960), και συγκεκριμένα μέχρι το 1962, όταν με το ΒΔ που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 142/Δ/1962, η κατά παρέκκλιση αρτιότητα των 750 τ.μ. αυξήθηκε σε 1200 τ.μ., το πρόσωπο από 10μ. σε 20μ. και το βάθος από 15 σε 35μ. Σε κάθε περίπτωση, αυτά εξακολουθούσαν να ισχύουν για τα ακίνητα με πρόσωπο στους χαρακτηρισμένους δρόμους και σιδηροδρομικές γραμμές και συγκεκριμένα για μια σειρά οικοδομών εκατέρωθεν των αξόνων, ενώ ορίστηκε εκ νέου, ότι ως δημοτικές – κοινοτικές οδοί για την εφαρμογή της νομοθεσίας αυτής, νοούνται οι μοναδικοί δρόμοι που ενώνουν οικισμούς ή συνδέουν με επαρχιακές και εθνικές οδούς.

Ενδεχομένως η αναγκαιότητα εκ νέου ορισμού της έννοιας των δημοτικών οδών για την εφαρμογή των γνωστών πλέον ως «παρεκκλίσεων της εκτός σχεδίου δόμησης», ως των οδών εκείνων που ενώνουν τους οικισμούς, αλλά πλέον ρητώς ως των κύριων/μοναδικών από τους ενδεχομένως πολλούς δρόμους που ενώνουν τους οικισμούς, προέκυψε από την εντωμεταξύ τροποποίηση του ΠΔ ΦΕΚ 421/Α/1929, με τον νεότερο Ν. 3155/1955 (ΦΕΚ 63/Α/1955) «Περί κατασκευής και συντηρήσεως οδών». Σύμφωνα με τον νεότερο αυτόν Νόμο, ως δημοτικές νοούνται πλέον «αι εξυπηρετούσαι τας πάσης φύσεως ανάγκας ενός Δήμου ή μιάς Κοινότητος εντός των διοικητικών ορίων αυτού». Επομένως, το 1955 διαχωρίστηκε ουσιαστικά η πολεοδομική έννοια της «δημοτικής οδού», η οποία χορηγεί τη δυνατότητα παρεκκλίσεων, με την οδική/συγκοινωνιακή έννοια της – επίσης – «δημοτικής οδού» που υφίσταται νομίμως και εξυπηρετεί τον Δήμο, δεν χορηγεί όμως τη δυνατότητα παρεκκλίσεων ·σε κάθε περίπτωση όμως αυτοί οι δρόμοι υφίστανται και προφανώς προσδίδουν πρόσβαση και επομένως «όριο με τον δρόμο» στα ακίνητα εκατέρωθεν.

Σημαντικό επίσης είναι ότι ενώ στο χαρακτηρισμό των οδών του κράτους έτους 1929, υπήρχε η έννοια της «αγροτικής οδού», το 1955 αυτή έπαψε να υπάρχει. Ενδεχομένως αυτό μπορεί να εξηγηθεί από τον όχι απαραίτητα κοινόχρηστο χαρακτήρα των αγροτικών οδών, ώστε αυτοί να συνιστούν οδούς του κράτους. Άλλωστε ήδη από το 1923, οι αγροτικές οδοί συνδέονταν αποκλειστικά  με τις καλλιεργούμενες εκτάσεις και δεν αφορούσαν ούτε τη δόμηση ούτε το κράτος ως υποχρέωση συντήρησης και έργων οδοποιίας. Σημαντικό δίκτυο παλαιών αγροτικών μονοπατιών έχουν κοινόχρηστο χαρακτήρα και εξυπηρετούσαν ανέκαθεν την πρόσβαση των αγροτών, βοσκών και ζώων (σε πολλές περιπτώσεις όμως μεγάλα τους τμήματα καταστράφηκαν στην πορεία του χρόνου από τη διάνοιξη δημοτικών και επαρχιακών οδών) όμως, άλλες αγροτικές οδοί διανοίχθηκαν σε ιδιωτικές εκτάσεις (που ρητώς επετράπησαν από το ΝΔ του 1923 εφόσον αυτές εξυπηρετούσαν μόνο τη μεταφορά αγροτικών προϊόντων) που στην πορεία των χρόνων περιήλθαν σε κοινή χρήση. Όσες δεν σχετίζονταν με την προσπάθεια ιδιωτικής ρυμοτόμησης και επομένως, δεν οδήγησαν στον κατακερματισμό της αγροτικής γης αποτελούν νομίμως διανοιγμένες αγροτικές οδούς. Σε κάθε περίπτωση, η κυριότητα της επιφάνειας που καταλαμβάνουν αγροτικές οδοί οι οποίες διανοίχθηκαν από ιδιώτες, είτε αυτές φαίνεται να έχουν αφεθεί σε κοινή χρήση είτε όχι, εξετάζεται από τα πολιτικά δικαστήρια και σχετίζεται με το χρόνο.

Η θέσπιση επομένως από την πολιτεία το 1955, επιπλέον των κυρίων/μοναδικών δημοτικών οδών που περιγράφονταν στη νομοθεσία του 1929, και όλων εκείνων των νομίμως υφιστάμενων δημοτικών οδών ως το σύνολο των δρόμων που εξυπηρετούν τις ανάγκες ενός Δήμου, ενισχύει το επιχείρημα ότι οι «δευτερεύουσες», μη αναγνωρισμένες δημοτικές οδοί, οι οποίες όμως κατά τη νομοθεσία εξυπηρετούσαν τις ανάγκες του Δήμου χωρίς να απαιτείται ειδική διαδικασία χαρακτηρισμού τους, αποτελούσαν τις οδούς εκείνες οι οποίες προσέδιδαν «πρόσωπο» στα ακίνητα για τα οποία δεν εφαρμόζονταν οι παρεκκλίσεις. Άλλωστε πρόκειται για αυταπόδεικτο συμπέρασμα, ότι η πρόσβαση στη δομημένη ιδιοκτησία οφείλει να είναι ακώλυτη και επομένως από δίκτυο κοινόχρηστων χώρων. Λειτουργικά, είναι εντελώς διαφορετική η προσέγγιση ανθρώπων και ζώων σε μη περιφραγμένες ιδιοκτησίες, η οποία μπορεί να γίνεται ενδεχομένως και διαμέσου τρίτων ιδιοκτησιών, από εκείνη της πρόσβασης στην ιδιοκτησία όπου υπάρχει κατοικία, η οποία οφείλει να είναι ακώλυτη, επομένως μόνο μέσω κοινόχρηστων χώρων (ή και χώρων σε «κοινή χρήση»).

·         Με το ΒΔ στο ΦΕΚ 141/Δ/1964 η αρτιότητα των 1200 τ.μ. αυξήθηκε περαιτέρω στα 2000τμ, το πρόσωπο σε 25μ., με βάθος 40μ. ενώ επετράπησαν περισσότερα του ενός κτισμάτων ανά γήπεδο, όμως μόνο επί της οδού (σε σειρά). Διατηρήθηκαν δε οι παρεκκλίσεις των 750 τ.μ. (μέχρι το 1962) και 1200 τ.μ. (μέχρι το 1964).

·         Το ΠΔ που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 307/Δ/1976, ρύθμισε ειδικότερα την κατοικία στις εκτός σχεδίου περιοχές. Αν και τιτλοφορείται ως τροποποίηση των άρθ 5 και 6 του από 1928 ΠΔ, έμμεσα τροποποίησε και το αρθ. 1 με το οποίο δεν επιτρεπόταν η εντός ζώνης ανέγερση κατοικίας. Το ΠΔ του 1976, επέτρεψε την ανέγερση κατοικιών στο σύνολο της εκτός σχεδίου περιοχής, ορίζοντας ως γενική αρτιότητα τα 4 στρ., μέγιστη επιφάνεια κάλυψης τα 200 τ.μ. με 2 ορόφους (δηλαδή 400 τ.μ. ή 10% δόμηση), απαιτούμενες αποστάσεις κτλ., ενώ διατηρήθηκαν οι παρεκκλίσεις  αρτιότητας εφόσον τα ακίνητα είχαν πρόσωπο σε νομίμως καθορισμένες/αναγνωρισμένες μέχρι τότε εθνικές, επαρχιακές, δημοτικές και κοινοτικές οδούς και σιδηροδρομικές γραμμές, ενώ τα κτίσματα έπρεπε επιπλέον να τηρούν και τις αποστάσεις ασφαλείας της υπεραστικής συγκοινωνίας (αρθ. 3). Ειδική μνεία γίνεται δε στα συγκροτήματα κατοικιών και πολυκατοικίες που ανεγέρθησαν με τον Α.Ν 395/1968 (άρθ. 3), που δεν εξετάζονται όμως εδώ. Το ΠΔ του 1976, δεν κάνει επίσης καμία αναφορά σε πρόσωπο στο οδικό δίκτυο πέραν του χαρακτηρισμένου/αναγνωρισμένου εθνικού/επαρχιακού/κύριου δημοτικού που χορηγεί τις παρεκκλίσεις. Όλες οι υπόλοιπες οδοί, αναφέρονται στα τοπογραφικά διαγράμματα, συμβόλαια κτλ ως «δημοτικές», απλά και μόνο επειδή «εξυπηρετούν τις ανάγκες του Δήμου» χωρίς ποτέ κανείς να τις χαρακτηρίσει αφού δεν υπήρχε τέτοια πρόβλεψη της νομοθεσίας. Σε περίπτωση αίτησης οικοδομικής άδειας, ο Δήμος βεβαίωνε ότι αποτελεί Δημοτική οδό, με το σκεπτικό ότι συντηρείται από αυτόν, έχει ασφαλτοστρωθεί, έχουν περάσει δίκτυα κτλ.

Ας σημειωθεί ότι στους επίσημους χάρτες της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας (1955, 1965, 1975) το οδικό δίκτυο διακρίνεται σε Εθνικό, Επαρχιακό, Κοινοτικό (δημοτικό), σε καρροποίητες οδούς (χωρίς οδόστρωμα) και τέλος σε ημιονικές οδούς (μη αμαξιτοί δρόμοι, μονοπάτια, καλντερίμια). Ως Κοινοτικό Δίκτυο δε, νοείται το σύνολο των δρόμων με οδόστρωμα και όχι μόνο οι μοναδικές οδοί που ενώνουν οικισμούς. Ας σημειωθεί επιπλέον ότι η συγκεκριμένη εποχή αφορά μια περίοδο όπου έχει ξεκινήσει η ανέγερση εξοχικών κατοικιών στις εκτός σχεδίου περιοχές, στις οποίες γίνονται κατατμήσεις προκειμένου να προκύψουν ακίνητα 4 στρεμμάτων για την προσφορότερη εκμετάλλευση της γης σε σχέση με τη δόμηση. Στην πράξη, οι κατατμήσεις αυτές γίνονταν είτε διανοίγοντας ιδιωτικά οδούς κατά παράβαση της νομοθεσίας, ώστε να χορηγηθεί η απαιτούμενη πρόσβαση, είτε αντικαθιστώντας τα μονοπάτια με δρόμους, είτε μέσω της σύστασης δουλειών διόδου, έχοντας ως συνέπεια τη δημιουργία πολλών ‘τυφλών’ – χωρίς πρόσωπο σε δρόμο – ακινήτων.

·         Με το ΠΔ που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 133/Δ/1977 αντικαταστάθηκαν τα άρθρα 1, 2 και 4 του από 1928 ΠΔ και ορίστηκε ότι εντός της ζώνης των πόλεων (500μ.) η κατοικία επιτρέπεται μόνο ως συνοδευτική εγκατάσταση των γεωργοκτηνοτροφικών χρήσεων γύρω από οικισμούς κάτω των 5000 κατοίκων (αγροικία μικρότερη από 100 τ.μ.) στα 8 στρ., ενώ οι λοιπές χρήσεις (βιομηχανία, ξενοδοχεία, νοσοκομεία, ευαγή ιδρύματα) στα 4 στρ. αρτιότητα. Φαίνεται επομένως ότι «διορθώθηκε» μεν η σιωπηρή τροποποίηση του αρθ 1 του από 1928 ΠΔ που είχε επέλθει με το από 1976 ΠΔ επιτρέποντας ουσιαστικά την κατοικία εντός ζώνης, παράλληλα όμως συνέχισε να ισχύει η πρόβλεψή του που επέτρεπε την κατοικία στα κατά παρέκκλιση γήπεδα με πρόσωπο στις εθνικές, επαρχιακές και δημοτικές οδούς, ακόμα και εντός ζώνης πόλεων, δεδομένου ότι το από 1977 ΠΔ δεν τροποποίησε το από 1976 ΠΔ (αρθ. 5 και 6).

·         Στο άρθρο 4 του ν. 651/1977 προβλέφθηκε ποινή φυλάκισης 3 μηνών έως 1 έτους καθώς και χρηματική ποινή για όποιον μεταβιβάζει την κυριότητα ακινήτων κατά παράβαση των διατάξεων του ΝΔ 1923, με το οποίο είχε απαγορευτεί η διάνοιξη οδών από ιδιώτες και άνευ σχεδιασμού. Προφανώς το πρόβλημα των παράνομων κατατμήσεων είχε πλέον γίνει τόσο έντονο που αναγκάστηκε ο νομοθέτης να επιβάλλει σκληρές ποινές, σε μια προσπάθεια αναχαίτισής του.

·         Με την παρ. 2 του άρθρου 6 του Ν. 720/1977 (καταργήθηκε το 1983 με τον ν. 1337) ορίστηκε ότι οι ιδιωτικές οδοί που έχουν σχηματιστεί πριν την ισχύ του ν. 651/1977, αποτελούν αγροτικές οδούς ενώ για τη δόμηση ισχύουν οι εκάστοτε πολεοδομικές διατάξεις. Φαίνεται επομένως ότι λίγους μήνες μετά την επιβολή των σκληρών ποινών για τη διάνοιξη ιδιωτικών οδών, ο νομοθέτης ανακάλεσε την αυστηρή διάταξη, ίσως επειδή διεφάνη το πρόβλημα έλλειψης δυνατότητας δόμησης μεγάλου αριθμού εκτός σχεδίου ακινήτων, αφού αυτά είχαν πρόσωπο σε ιδιωτικές οδούς. Με τον τρόπο αυτό, «άνοιξε» ξανά η δυνατότητα μεταβιβάσεων, ενώ παράλληλα θεωρήθηκε σιωπηρώς, ότι αφού δομείται το σύνολο της εκτός σχεδίου και δεν αναφέρεται ρητώς στη νομοθεσία η αναγκαιότητα προσώπου σε χαρακτηρισμένη/αναγνωρισμένη εθνική/επαρχιακή/δημοτική οδό, δύναται το ακίνητο να έχει πρόσβαση/πρόσωπο σε αγροτική οδό. Η διαπίστωση αυτή, προκύπτει και από το γεγονός ότι τοπογραφικά διαγράμματα της εποχής εκείνης – αλλά και πιο πρόσφατα -, παρουσιάζουν ως οικοδομήσιμα τα ακίνητα με πρόσωπο σε αγροτική οδό.

·         Δεν είναι τυχαίο ότι ένα χρόνο αργότερα καταργείται και αντικαθίσταται το από 1928 ΠΔ με νέο ΠΔ για τη ρύθμιση της εκτός σχεδίου δόμησης η οποία είχε πάρει προφανώς μεγάλες διαστάσεις. Με το ΦΕΚ 538/Δ/1978 κωδικοποιείται και εμπλουτίζεται ουσιαστικά η σχετική νομοθεσία, μεταβάλλοντας ορισμένες από τις μέχρι τότε ρυθμίσεις. Η κατοικία επιτρέπεται πλέον παντού (και εντός ζώνης), η περίφραξη των γηπέδων επίσης, στις περιπτώσεις ακινήτων μεταξύ δρόμου και θάλασσας υποχρεωτικά αυτή τοποθετείται εσώτερα κατά 3μ ώστε να εξασφαλίζεται η ελεύθερη πρόσβαση στη θάλασσα, καθορίζεται γενική αρτιότητα στα 4 στρ. ενώ για όσα ακίνητα υφίσταντο τον 4ο/1977 εντός ζώνης, αρτιότητα τα 2 στρ. Διατηρούνται επίσης οι προγενέστερες παρεκκλίσεις των 750, 1200 και 2000τμ στα έχοντας πρόσωπο στις εθνικές, επαρχιακές και κύριες/μοναδικές δημοτικές οδούς, ενώ ενσωματώνονται για την κατοικία οι διατάξεις του από 1976 ΠΔ,  με μέγιστη δόμηση τα 200τμ, στα βιομηχανικά κτίρια ορίζεται ΣΔ 0,9, στα νοσοκομεία 0,6, στα ξενοδοχεία 0,4 κτλ και διευρύνονται περαιτέρω οι χρήσεις (όπως ιεροί ναοί και κοινοτικά ιατρεία στα 500τμ γήπεδα). Το εν λόγω ΠΔ όπως και τα προηγούμενα, δεν κάνει καμία ευθεία αναφορά στο αναγκαίο πρόσωπο των γηπέδων πλην των περιπτώσεων παρεκκλίσεων επί του χαρακτηρισμένου/αναγνωρισμένου οδικού και σιδηροδρομικού δικτύου. Δεδομένου επομένως, ότι εξακολουθούν και ισχύουν παράλληλα, οι προβλέψεις του ΝΔ του 1923 σε συνδυασμό με τον ΓΟΚ 1973 που ήδη είχε τεθεί σε ισχύ (ΝΔ 8/73) με αρκετές διατάξεις του οποίου να ρυθμίζουν και τη δόμηση στα εκτός σχεδίου ακίνητα, προκύπτει έμμεσα η αναγκαιότητα ορίου του δομήσιμου εκτός σχεδίου ακινήτου σε κοινόχρηστο χώρο· όχι όμως ‘αναγνωρισμένο’ όπως είναι το οδικό δίκτυο των εθνικών/επαρχιακών/κύριων και μοναδικών δημοτικών οδών, αφού η νομοθεσία δεν προέβλεπε τέτοια διαδικασία αλλά ούτε και αναγκαιότητα χαρακτηρισμού των οδών.

Πέμπτη 26 Οκτωβρίου 2023

"ΤΟ ΔΙΚΟΓΡΑΦΟ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΣΥΜΠΛΗΓΑΔΩΝ ΤΗΣ ΑΟΡΙΣΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΡΝΗΣΙΔΙΚΙΑΣ" (Γεωργίου Αμπατζή Δικηγόρου ε.τ.)

 


ΤΟ ΔΙΚΟΓΡΑΦΟ  ΤΗΣ  ΑΓΩΓΗΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΣΥΜΠΛΗΓΑΔΩΝ   ΤΗΣ

 ΑΟΡΙΣΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΡΝΗΣΙΔΙΚΙΑΣ

 

ΤΡΟΧΑΙΟ ΑΤΥΧΗΜΑ ΣΕ ΟΔΟ ΥΠΟ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ-

ΤΟ ΟΡΙΣΜΕΝΟ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΣΤΗΝ ΕΝΝΟΜΗ ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΤΗΣΗΣ

 

          ( Με αφορμή την υπ’αριθ. 293/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών[1])

Υπό Γεωργίου Αμπατζή, Δικηγόρου ε.τ.

 

Μεταξύ των δικηγόρων της πράξης επικρατεί τον τελευταίο κυρίως καιρό προβληματισμός, ο οποίος  στηρίζεται στο γεγονός ότι αγωγές τους απορρίπτονται λόγω αοριστίας, παρά το γεγονός ότι, όπως υποστηρίζουν, αυτές είναι ορισμένες  σύμφωνα με τον νόμο. Το φαινόμενο αυτό, που παρατηρείται κυρίως στις αποφάσεις των  δικαστηρίων του πρώτου βαθμού, οδηγεί  στην κατάργηση της αρχής της ταχείας και ορθής απονομής της δικαιοσύνης, η οποία αρχή διέπει ως αίτημα το δικαιϊκό σύστημα της χώρας μας. Από την έρευνα που διενεργήσαμε εντοπίσαμε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα το οποίο φαίνεται να δικαιώνει τον πάρα πάνω προβληματισμό  και το οποίο ενσαρκώνει η σχολιαζόμενη εδώ υπ΄αριθ.293/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Ο σχολιασμός που ακολουθεί δεν στοχεύει μόνο στο να καταδείξει τις εσφαλμένες, κατά την άποψή μας, κρίσεις της σχολιαζόμενης απόφασης ως προς την αοριστία του δικογράφου της αγωγής στη συγκεκριμένη υπόθεση. Ο βασικός μας στόχος είναι να φανεί με ποιόν τρόπο ο έλληνας εφαρμοστής του δικαίου αντιμετωπίζει σε ορισμένες περιπτώσεις το ζήτημα της αοριστίας του δικογράφου, τα όρια της οποίας διευρύνει σε τέτοιο βαθμό, ώστε η κρίση του αυτή να χαρακτηρίζεται βάσιμα ως αρνησιδικία. Με την έννοια αυτή ο σχολιασμός της εν λόγω απόφασης, στην οποία ο σχετικός προβληματισμός αναδύεται σε έντονο βαθμό, έχει χαρακτήρα πιλοτικό.

Με την απόφαση αυτή καταδεικνύεται παράλληλα, μέσω του ιστορικού της υπόθεσης με την οποία αυτή ασχολήθηκε, και η παθογένεια που υπάρχει στον τομέα της  απονομής της δικαιοσύνης στη χώρα μας  με τις υπερβολικές καθυστερήσεις  στην εκδίκαση των υποθέσεων και την έκδοση των αποφάσεων,  αλλά και η δυσλειτουργία γενικώτερα της δημόσιας υπηρεσίας.

Για τον λόγο αυτό κρίθηκε σκόπιμο να αναφερθεί με συντομία το ιστορικό της συγκεκριμένης υπόθεσης, από το οποίο προκύπτουν με ανάγλυφο τρόπο τα δύο πάρα πάνω αρνητικά φαινόμενα στη λειτουργία βασικών τομέων του ελληνικού κράτους.

 Ι.-  ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 TΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΤΟΥ ΚΟΙΝΩΝΟΥ  ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΧΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Ένα από τα θεμελιώδη δικαιώματα που διασφαλίζει το  ισχύον  ελληνικό Σύνταγμα  στους κοινωνούς είναι η ανεμπόδιστη και μέσα στα όρια που προβλέπει ο νόμος αξίωση παροχής έννομης προστασίας. Αυτό ορίζεται στο άρθρο 20 παρ.1 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο   καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια ...όπως ο νόμος ορίζει”. Η διάταξη αυτή εξειδικεύεται και συγκεκριμενοποιείται από τα  άρθρα 87 παρ.1 και  93 παρ.3 του ίδιου νομοθετήματος. Σύμφωνα με το πρώτο από αυτά “Η δικαιοσύνη απονέμεται από δικαστήρια  συγκροτούμενα από τακτικούς δικαστές, που απολαμβάνουν λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία”, ενώ σύμφωνα με το δεύτερο  “Κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη και απαγγέλλεται σε δημόσια συνεδρίαση”. Με τις πάρα πάνω συνταγματικές διατάξεις  καθιερώνεται ένα διφυούς φύσεως δικαίωμα  το οποίο εμπεριέχει στοιχεία τόσο  κοινωνικής υφής, με την έννοια ότι δημιουργεί μία μη αγώγιμη  υποχρέωση της πολιτείας να ιδρύσει δικαστήρια στελεχωμένα από δικαστικούς λειτουργούς  εξοπλισμένους με τις αναγκαίες νομικές γνώσεις  και με πλήρη ανεξαρτησία, αλλά περιέχει  και  στοιχεία ατομικού δικαιώματος, με την έννοια της αγώγιμης πλέον αξίωσης του κοινωνού έναντι της πολιτείας να μην εμποδίζει με νομοθετικούς ή άλλους περιορισμούς την επιδίωξη εκ μέρους του κοινωνού δικαστικής ακρόασης και προστασίας[2].

Για να έχει όμως πρακτικό αντίκρυσμα η πάρα πάνω συνταγματική επιταγή πρέπει η σχετική δικαστική προστασία να είναι α) καθολική, δηλ. να παρέχεται σε όλα τα πρόσωπα, φυσικά ή νομικά, και για όλα τα δικαιώματα που αναγνωρίζει το ουσιαστικό δίκαιο β) πλήρης, να εκτείνεται δηλαδή στην διάγνωση του δικαιώματος, την προστασία του  και την υλοποίηση της σχετικής απόφασης μέσω της αναγκαστικής εκτέλεσης  γ) έγκαιρη, δηλ. να παρέχεται εντός ευλόγου χρόνου και δ) αποτελεσματική, δηλ. να διασφαλίζεται μέσω αυτής τόσο η σε ορθολογικές βάσεις εξέλιξη της διαδικασίας όσο και η διαμόρφωσή της σε περιβάλλον κατάλληλο να αποκαλύψει την ύπαρξη του προσβληθέντος δικαιώματος[3].

Οι θεμελιώδεις αυτές αρχές  κατοχυρώνονται εξάλλου και εξειδικεύονται με τρόπο συγκεκριμένο  και με τις υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου(ΕΣΔΑ). Στο άρθρο 6 αυτής της Σύμβασης, που έχει τον υπέρτιτλο “Δικαίωμα στην χρηστή απονομή  δικαιοσύνης” και στην παράγραφο 1 αυτού του άρθρου ορίζεται ότι  κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα να εκδικασθεί η υπόθεσή του “δικαίως, με δημοσιότητα και εντός λογικής προθεσμίας από ανεξάρτητο και αμερόληπτο  δικαστήριο.”

Από την πλευρά του δικαστικού λειτουργού ο οποίος καλείται να εκφέρει δικαστική κρίση σε μία υπόθεση,  η υλοποίηση της πάρα πάνω συνταγματικής επιταγής πρέπει να πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις . Ο δικαστής οφείλει 1) Να εξειδικεύει τη διάταξη που καλείται να εφαρμόσει, ερμηνεύοντας την όχι  με ανέλεγκτη διακριτική ευχέρεια αλλά σύμφωνα με τους γενικά παραδεδεγμένους ερμηνευτικούς κανόνες και μεθόδους που ισχύουν στην νομική επιστήμη της χώρας του και η κρίση του αυτή ελέγχεται  από το αρμόδιο αναιρετικό δικαστήριο. 2) Να υπαγάγει τα πραγματικά περιστατικά τα οποία συνθέτουν την υπόθεση η οποία άγεται προς εκδίκαση ενώπιόν του στον προσήκοντα κανόνα δικαίου, αίτημα το οποίο επιτυγχάνεται μέσω της ορθής εφαρμογής του υπαγωγικού συλλογισμού και 3) να εναρμονίζει την ερμηνεία του κανόνα δικαίου τον οποίο καλείται να εφαρμόσει προς την αντίστοιχη  ερμηνευτική θέση που έχει υιοθετήσει το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο της χώρας του,και προκειμένου για την Ελλάδα  όσον αφορα τις διαφορές ιδιωτικού δικαίου, ο Άρειος Πάγος. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται η ομοιόμορφη ερμηνεία του δικαίου, αφού  το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας μας καλείται με τις αποφάσεις του  να είναι ο θεματοφύλακας και εγγυητής αυτής της αρχής. Με την ομοιόμορφη αυτήν ερμηνεία του δικαίου επιτυγχάνεται και η ισότητα  μεταξύ των πολιτών, η οποία αποτελεί την πρώτη αρχή του κράτους δικαίου, όπως επισημαίνει και ο καθηγητής Κ.Κεραμεύς[4]. Πρέπει να σημειωθεί ότι  στο δικό μας δικαϊκό σύστημα, στο οποίο επικρατεί η αρχή της δικαστικής ανεξαρτησίας, κανένα δικαστήριο δεν δεσμεύεται από τις λύσεις που έχουν νομολογηθεί προηγουμένως ακόμα και από την νομολογία των ανωτάτων δικαστηρίων. (Μοναδική εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα αποτελεί η διάταξη της παρ.4 του άρθρου 580 του ΚπολΔικ, σύμφωνα με την οποία οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των Τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν). Αν όμως ο δικαστής της ουσίας  υιοθετεί ερμηνευτική άποψη η οποία αποκλίνει από εκείνην που ακολούθησε για  το ίδιο νομικό ζήτημα ο Άρειος Πάγος οφείλει να τεκμηριώσει με τρόπο ειδικό και εμπεριστατωμένο την αποκλίνουσα αυτή άποψή του, επί της οποίας μπορεί να στηριχθεί η διαφορετική ερμηνευτική εκδοχή και η οποία  ενδέχεται να οδηγήσει σε μεταγενέστερη διαφορετική νομολογία ακόμα και του Αρείου Πάγου ως προς την ερμηνεία της συγκεκριμένης διάταξης. Αν δεν το κάνει, δηλαδή αν δεν παραθέσει πειστική νομική επιχειρηματολογία που να στηρίζει την αποκλίνουσα αυτήν άποψή του, τότε οδηγούμεθα σε ανομοιόμορφη ερμηνεία του δικαίου, η οποία και αναιρεί τη θεμελιώδη συνταγματική αρχή της ισότητας των Ελλήνων απέναντι στον νόμο (αρθρ.4 παρ.1 του Συντάγματος). Και αυτό διότι δύο ή περισσότερες  υποθέσεις που στηρίζονται στα ίδια πραγματικά περιστατικά αντιμετωπίζονται με διαφορετικό τρόπο, ο οποίος είναι ευμενέστερος για τον ένα και δυσμενέστερος για τον άλλο πολίτη που προσφεύγει στην δικαιοσύνη προκειμένου να προστατεύσει τα έννομα συμφέροντα και δικαιώματά του.

 

ΙΙ.-Η  ΑΟΡΙΣΤΙΑ    ΤΗΣ    ΑΓΩΓΗΣ

Τα  Διαχωριστικά   Όρια  Μεταξύ   Αοριστίας  Της Αγωγής Και  Αρνησιδικίας  

Ο νόμος στον οποίο παραπέμπει το άρθρο 20 παρ.1 του Συντάγματος για την παροχή έννομης προστασίας, όσον αφορά την αρτιότητα από δικονομική άποψη μιας αστικής αξίωσης,  είναι το άρθρο 216 του Κ.Πολ.Δικ. Σύμφωνα με την παρ.1 εδ.α΄αυτού του άρθρου  η αγωγή πρέπει να περιέχει, εκτός των άλλων στοιχείων, και“....σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με τον νόμο  την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου...” . Στη θεμελιώδη αυτή διάταξη οφείλει να στηρίζεται και η κρίση του δικαστή ως προς το εάν το δικόγραφο της αγωγής πάσχει από αοριστία ή όχι.

 

α)  Τα στοιχεία που πρέπει να περιέχει η αγωγή κατά το νόμο για να είναι ορισμένη.

 Η κρίση του εφαρμοστή του δικαίου συγκροτείται ως λογικός συλλογισμός, του οποίου την ελάσσονα πρόταση αποτελεί η ιστορική βάση, την μείζονα ο νόμιμος λόγος ευθύνης και το συμπέρασμα η αίτηση. Μνεία του νόμιμου λόγου ευθύνης στην αγωγή δεν είναι απαραίτητη, αφού ο δικαστής γνωρίζει τον νόμο και τον εφαρμόζει αυτεπάγγελτα. Ως ιστορική βάση  νοείται η έκθεση  στην αγωγή   των πραγματικών περιστατικών  τα οποία στηρίζουν το αίτημά της. Η αγωγή πρέπει δηλαδή να περιέχει υποχρεωτικά  το σύνολο των γεγονότων, του εξωτερικού ή του εσωτερικού κόσμου, χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της έννομης σχέσης[5]. Αυτό απαιτεί η  πάρα πάνω διάταξη του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δικ., δεδομένου ότι  ο έλληνας νομοθέτης ακολούθησε τη θεωρία του συγκεκριμένου ή ουσιαστικού  προσδιορισμού του επιδίκου δικαιώματος, σε αντίθεση με άλλα δίκαια όπως π.χ. το γερμανικό που έχει υιοθετήσει την αρχή της επικλήσεως στο δικόγραφο μόνον της συγκεκριμένης έννομης σχέσης  από την οποία απορρέει η προβαλλόμενη αξίωση όχι όμως και των πραγματικών περιστατικών τα οποία απαιτούνται κατά το νόμο για την θεμελίωση του αιτήματος και τα οποία μπορεί να συμπληρωθούν  μεταγενέστερα κατά την προφορική συζήτηση που ακολουθεί[6]. Και είναι βέβαια αληθές, όπως προαναφέρθηκε, ότι ο διάδικος δεν είναι υποχρεωμένος να μνημονεύει στην αγωγή την διάταξη η οποία είναι εφαρμοστέα στην κρινόμενη εκάστοτε περίπτωση και η οποία συνιστά τον νόμιμο λόγο ευθύνης του, αφού αυτή την γνωρίζει ο δικαστής και την εφαρμόζει αυτεπάγγελτα. Όμως τα αναγκαία στοιχεία για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής είναι συνάρτηση του εφαρμοζόμενου κανόνα δικαίου. Έτσι  τα πραγματικά περιστατικά της εμπειρικής πραγματικότητας, τα οποία οφείλει ο ενάγων να περιλάβει οπωσδήποτε στο δικόγραφο της αγωγής, του θα πρέπει να ανταποκρίνονται πλήρως στο περιεχόμενο του πραγματικού του εφαρμοστέου στην συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου. Αυτό σημαίνει, όπως  ορθά έχει παρατηρηθεί, ότι καταστρώνοντας ο ίδιος την αγωγή του υποχρεώνεται έμμεσα να προσανατολίζεται και νοερά τουλάχιστον να επικαλείται την  νομική διάταξη που είναι εφαρμοστέα στην κάθε περίπτωση[7]. Αν λοιπόν τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο οδηγούν  π.χ. σε απαίτηση που στηρίζεται σε αδικοπραξία, η οποία μας ενδιαφέρει ειδικά στην περίπτωση που εξετάζεται σε αυτή τη μελέτη, τότε είναι αναγκαίο στην αγωγή να εκτίθενται όλα τα υποχρεωτικά στοιχεία που ορίζονται από τις σχετικές διατάξεις, με τα οποία και εξειδικεύονται οι πάρα κάτω αόριστες νομικές έννοιες. Τα στοιχεία αυτά είναι  τα πραγματικά περιστατικά  τα οποία θεμελιώνουν κατά το νόμο α) την παράνομη και υπαίτια ζημιογόνο συμπεριφορά του εναγομένου. Η παράνομη αυτή συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε πααράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή την δικαιοπραξία  είτε από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά  ήθη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, β) την πρόκληση από την εν λόγω συμπεριφορά  ζημίας  καθώς και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη θετική και αποθετική ζημία του ενάγοντος ,δηλ. την περιγραφή των ζημιών κατά το είδος, την έκταση, την αιτία και το ύψος της δαπάνης  η οποία απαιτείται για την αποκατάσταση  κάθε επί μέρους ζημίας  και τέλος γ) την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αιτιώδους συμπεριφοράς και της προκληθείσης ζημίας.

Η νομολογία του Αρείου Πάγου έχει θέσει δύο κριτήρια με βάση τα οποία κρίνεται αν τα πραγματικά περιστατικά  που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής είναι σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση επαρκή, ώστε με βάση αυτή την περιγραφή να προχωρήσει το δικαστήριο στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και να απονείμει δικαιοσύνη, σύμφωνα με τους θεμελιώδεις κανόνες που ισχύουν  σε μία  ευνομούμενη πολιτειακή συγκρότηση, όπως είναι η ελληνική έννομη τάξη. Τα κριτήρια αυτά που αποτελούν ταυτόχρονα και αιτήματα  η πραγμάτωση των οποίων είναι αναγκαία για την περαιτέρω  έρευνα της αγωγής από ουσιαστική άποψη, είναι τα ακόλουθα α)Να μπορεί το δικαστήριο με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά να εκτιμήσει την νομική βασιμότητα του αγωγικού δικαιώματος που κατάγεται προς κρίση και β) να παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο, με βάση τα ίδια αυτά περιστατικά, να αμυνθεί  κατά της αγωγικής αξιώσεως  που θεμελιώνεται επαυτών προβάλλοντας τους  ισχυρισμούς του με ανταπόδειξη ή ένσταση. Εφόσον συντρέχουν οι πάρα πάνω προϋποθέσεις ο δικαστής είναι υποχρεωμένος να προχωρήσει στην  έρευνα της ουσίας της υποθέσεως, σύμφωνα και με τις υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις που αναφέρονται πάρα πάνω, εάν δεν υπάρχουν βέβαια άλλα δικονομικής ή άλλης συναφούς φύσεως τυπικά προβλήματα, πέραν της αοριστίας, τα οποία παρεμποδίζουν την περαιτέρω έρευνα της αγωγής. Σε διαφορετική περίπτωση θίγεται καίρια το δικαίωμα πρόσβασης στο δικαστήριο, αφού τίθεται φραγμός ο οποίος και καταργεί τη δυνατότητα ουσιαστικής εξέτασης της υποθέσεως του πολίτη από το αρμόδιο δικαστήριο.

Όσον αφορά την ενεργητική και παθητική νομιμοποίηση των διαδίκων πρέπει να τονισθεί ότι συνήθως τα γεγονότα που τη θεμελιώνουν ταυτίζονται με την ιστορική βάση της αγωγής. Επομένως τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ασκούμενη αξίωση  αρκούν προκειμένου να θεμελιώσουν και τη νομιμοποίηση. Αν όμως τα περιστατικά που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση δεν ταυτίζονται με εκείνα που συνθέτουν την ιστορική βάση της αγωγής, όπως συμβαίνει όταν έχει επέλθει μεταβολή στα υποκείμενα της ουσιαστικής έννομης σχέσης (π.χ. λόγω διαδοχής), τότε πρέπει να εκτίθενται στην αγωγή και τα περιστατικά εκείνα που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση[8].

Οι πάρα πάνω θεμελιώδεις αρχές για την αντιμετώπιση της αοριστίας του δικογράφου της αγωγής έχουν χαραχθεί κατά τρόπο πάγιο από την νομολογία του Αρείου Πάγου και ακολουθούνται απαρέγκλιτα από το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας μας[9].

 

β)   Ο υπαγωγικός   Συλλογισμός   και ο  Λειτουργικός   του    Ρόλος

 

Η ίδια η φύση του δικαίου είναι προσανατολισμένη στον πρακτικό σκοπό να ρυθμίσει ιδιωτικές

διαφορές. Ο σκοπός αυτός επιτυγχάνεται  με την έκδοση της δικαστικής απόφασης, η οποία πρέπει να είναι ουσιαστικά ορθή, δηλαδή να είναι σύμφωνη με τις αρχές που αποτελούν την βάση του συστήματος του θετικού δικαίου. Το αίτημα αυτό εκπληρώνεται όταν η δικαστική απόφαση περιέχει ειδική  και εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση, όπως ορίζεται στο αναφερόμενο πάρα πάνω 'άρθρο 93 αριθ.3 του ισχύοντος Συντάγματος. Σε υλοποίηση αυτής της αρχής ο κοινός νομοθέτης θέσπισε για μεν τις αποφάσεις της πολιτικής δικαιοσύνης τον κανόνα του  άρθρου 305 αριθ.5 του ΚΠολΔικ και για τις αποφάσεις, βουλεύματα κλπ. της ποινικής δικαιοσύνης, μάλιστα με αυστηρότερη διατύπωση, τον κανόνα του άρθρου 139 του ΚΠοινΔικ. Το διανοητικό εργαλείο το οποίο έχει στην διάθεσή του ο δικαστής προκειμένου να μπορέσει να ανταποκριθεί στην υποχρέωσή του αυτή είναι ο υπαγωγικός συλλογισμός με την  ειδικώτερη μορφή του δικανικού υπαγωγικού συλλογισμού. Με βάση αυτόν τον συλλογισμό ο δικαστής καλείται, κατά τη συγκρότηση της δικανικής του κρίσης, να εντάξει τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής  και αποτελούν την ελάσσονα πρόταση  στον κανόνα δικαίου, ο οποίος αντιστοιχεί προς αυτά τα περιστατικά και ο οποίος συνιστά την μείζονα πρόταση. Αν λοιπόν τα πραγματικά αυτά περιστατικά, δηλαδή τα ουσιώδη,  δεν εκτίθενται καθόλου στο δικόγραφο  ή αυτά εκτίθενται ανεπαρκώς, ατελώς ή ασαφώς, τότε δεν μπορεί να λειτουργήσει ο υπαγωγικός συλλογισμός. Κατά συνέπεια  η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί ως αόριστη. Όπως μάλιστα  χαρακτηριστικά  έχει γραφτεί η λειτουργία αυτού του συλλογισμού  έχει αρνητική χροιά, δηλαδή έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της αγωγής για τον πάρα πάνω λόγο[10]. Έτσι ο δικανικός υπαγωγικός συλλογισμός ανάγεται  ως η λυδία λίθος για την δικαστική  κρίση ως προς την αοριστία της αγωγής και ως το υπέρτατο, και μοναδικό άλλωστε, διανοητικό εργαλείο με το οποίο ο εφαρμοστής του δικαίου οδηγείται σε μία απόφαση η οποία ανταποκρίνεται στο συνταγματικό αίτημα της έκδοσης μιας απόφασης που θα είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη.

 

 

ΙΙΙ. Η  ΣΧΟΛΙΑΖΟΜΕΝΗ    ΑΠΟΦΑΣΗ

α)  Σύντομο  Ιστορικό

Ο ενάγων που ήταν μόνιμος κάτοικος εξωτερικού οδηγούσε το Ι.Χ. επιβατικό αυτοκίνητό του  και έβαινε επί μιας οδού υπό κατασκευή στην ευρύτερη περιοχή των Πατρών. Η ελλιπής σήμανση αυτής της οδού εκ μέρους της υπεύθυνης κατασκευαστικής εταιρίας είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση τροχαίου ατυχήματος, την ολοσχερή καταστροφή του αυτοκινήτου του και τη σωματική βλάβη του ίδιου. Ανεζήτησε λοιπόν τον υπεύθυνο για τη σήμανση του τμήματος αυτού της οδού. Η αρμόδια  υπηρεσία του Δημοσίου, η οποία είχε την εποπτεία των εργασιών αυτής της οδού, του χορήγησε βεβαίωση  από την οποία προέκυπτε ότι αρμόδια για τη λειτουργία και συντήρηση  της οδού στο σημείο του ατυχήματος ήταν η ανάδοχος εταιρία του έργου “ Μ..........ΑΕ.”Με βάση το περιεχόμενο αυτού του δημοσίου εγγράφου  ο ζημιωθείς άσκησε την από 26-4-2010 αγωγή του στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών  κατά της εν λόγω εταιρίας. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’αριθ. 441/2013 απόφαση αυτού του δικαστηρίου, η οποία και έκανε δεκτή την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση  η εναγόμενη και το Εφετείο Πατρών με την υπ αριθ.119/2016 απόφασή του ανέτρεψε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, απέρριψε την αγωγή για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης της εναγομένης εταιρίας, διότι δέχτηκε ότι αρμόδια για την λειτουργία και συντήρηση του έργου δεν ήταν η “Μ......ΑΕ” , όπως  βεβαιωνόταν με το πάρα πάνω δημόσιο έγγραφο, αλλά η “Ο......ΑΕ”. Η απόφαση αυτή του Εφετείου στήριξε την κρίση της  σε άλλο μεταγενέστερο έγγραφο της ίδιας πάρα πάνω δημόσιας υπηρεσίας  με το οποίο, όπως έκρινε η απόφαση αυτή,  ανεκλήθη σιωπηρά η προηγούμενη βεβαίωση την οποία η υπηρεσία αυτή είχε εκδώσει και είχε χορηγήσει στον ενάγοντα. Μάλιστα ο τελευταίος καταδικάστηκε και στην δικαστική δαπάνη και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, παρά το γεγονός ότι ήγειρε την αγωγή του κατά της πρώτης εταιρίας αφού βασίστηκε στην βεβαίωση η οποία του χορηγήθηκε αρμοδίως και στο αυξημένης αποδεικτικής ισχύος στοιχείο που απέρρεε από το εν λόγω δημόσιο έγγραφο. Πρέπει να σημειωθεί ότι το δεύτερο από τα πάρα πάνω έγγραφα, με βάση το οποίο απορρίφθηκε η αγωγή  ως παθητικά ανομιμοποίητη, προσκομίσθηκε από την εναγομένη για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου και κατά τη συζήτηση της σχετικής έφεσής της. Ακολούθως ο ενάγων άσκησε νέα αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών που είχε το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο με την πρώτη αγωγή.  Η νέα αυτή αγωγή εστρέφετο πλέον κατά την κυρία βάση της κατά της κατονομαζόμενης στο δεύτερο έγγραφο ως  υπεύθυνης εταιρίας   “Ο........ΑΕ” , ως προστήσασας όπως επίσης και κατά της εταιρίας “Ο.Λ.ΑΕ.....” ως προστηθείσας , στην οποία η πρώτη είχε αναθέσει την ευθύνη της  συντήρησης και λειτουργίας της οδού και με την οποία αυτή τελούσε στην ουσία σε ενδοομιλική σχέση. Η σχολιαζόμενη απόφαση απέρριψε αυτή την αγωγή ως αόριστη.

 

β)  Οι απορριπτικές θέσεις της σχολιαζόμενης απόφασης

β-1) Ως προς την πρώτη εναγόμενη (προστήσασα)

 

Η απόφαση αυτή απέρριψε ως αόριστη την αγωγή ως προς την πρώτη εναγόμενη με τις ακόλουθες σκέψεις “......διότι αυτή δεν αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά της διεύθυνσης και επίβλεψης του  έργου από την πρώτη εναγόμενη εταιρία, τα οποία θεμελιώνουν την επικαλούμενη ιδιότητα της τελευταίας, ως προστήσασας την δεύτερη εναγόμενη....”.

Η ίδια η απόφαση αναφέρει σχετικά  ότι  στο  ιστορικό του δικογράφου της αγωγής  εκτίθενται επί λέξει τα ακόλουθα.   “ ....Δυνάμει της από 24.07.2007  Σύμβασης Λειτουργίας και Συντήρησης  η πρώτη εναγόμενη , ως ανάδοχος, ανέθεσε στη δεύτερη εναγόμενη, με την ιδιότητα της “λειτουργού”......τη λειτουργία ,συντήρηση και εκμετάλλευση του ως άνω αυτοκινητοδρόμου και του συνόλου των βοηθητικών έργων και λοιπών σχετικών δραστηριοτήτων, μεταξύ άλλων, της οριζόντιας και κατακόρυφης σήμανσης, πλέον του αυτοκινητοδρόμου και του δευτερεύοντος οδικού δικτύου μέχρι και απόσταση 1 χλμ. από το όριο του έργου παραχώρησης στους ανισόπεδους κόμβους. Ότι τμήμα του έργου αποτελούσε κατά τον επίδικο χρόνο και η παρακαμπτήρια οδός της ευρείας παράκαμψης που οδηγεί από την οδό Π...Κ...προς το Π...”.

Επίσης από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι σε αυτήν εκτίθενται και τα ακόλουθα, για τη συγκρότηση της ευθύνης της πρώτης εναγόμενης  με βάση τη σχέση της πρόστησης που την συνέδεε με την δεύτερη από αυτές. '....Επειδή η πρώτη εναγόμενη ευθύνεται αλληλέγγυα και εις ολόκληρον με την δεύτερη εναγόμενη για την αποκατάσταση της ζημίας μου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 922 του ΑΚ με την ιδιότητά της ως προστήσασας ,αφού αυτή ανέθεσε με την προαναφερόμενη Σύμβαση Λειτουργίας στη δεύτερη εναγόμενη-προστηθείσα τη Λειτουργία του Έργου , οι ζημιογόνες ενέργειες και παραλείψεις της δεύτερης τελέσθηκαν εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν σε αυτήν από την πρώτη εναγόμενη και τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο προς τη ζημία που μου προκλήθηκε....”.

 

Κριτική αυτής της θέσης

Όπως αναφέρεται πάρα πάνω (παρ.ΙΙ α) για να είναι κατά το νόμο ορισμένη η αγωγή πρέπει να εκτίθενται στο ιστορικό της τα πραγματικά περιστατικά τα οποία στηρίζουν το αίτημά της. Ως τέτοια νοούνται γεγονότα του εξωτερικού ή του εσωτερικού κόσμου χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της έννομης σχέσης και τα οποία γεγονότα είναι συνάρτηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου.

Ο Άρειος Πάγος  έχει χαράξει τις ακόλουθες πάγιες αρχές όσον αφορά το ορισμένο της αγωγής η οποία στηρίζεται στην πρόστηση.

α) “Ότι η σχέση της πρόστησης, η οποία έχει τέτοια  ευρύτητα  ώστε να καλύπτει κάθε εκούσια χρησιμοποίηση άλλων προσώπων, μπορεί να στηρίζεται σε σύμβαση εργασίας, έργου, εντολής και σε μη δικαιοπρακτική σχέση, όπως σε de facto συμβατική σχέση, χωρίς να έχει ιδιαίτερη κρισιμότητα  η τυχόν ιδιότητα του προστηθέντος ως αντιπροσώπου του προστήσαντος. Στη βάση της σχέσης της πρόστησης  μπορεί να είναι και οποιαδήποτε άλλη βιοτική σχέση μεταξύ προστήσαντος και προστηθέντος, σημειουμένου ότι είναι αδιάφορο αν η ανωτέρω σχέση, στην οποία βασίζεται η πρόστηση, είναι νόμιμη ή παράνομη,αν ο προστηθείς αμείβεται ή όχι  ή τέλος αν η σχέση πρόστησης είναι διαρκής ή ευκαιριακή, ενόψει τέλεσης συγκεκριμένης μόνο πράξης[11].

β) Ότι “Έκθεση των απαραίτητων κατά νόμο στοιχείων που πληρούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, θεωρείται ότι υπάρχει και όταν  ιστορικά αναφέρεται στην αγωγή ορισμένη  νομική έννοια, υπό την προϋπόθεση ότι το περιεχόμενό της είναι αναμφίβολα γνωστό, αφού τα προκαθορισμένα χαρακτηριστικά στοιχεία μιάς τέτοιας έννοιας υπονοούνται με την χρησιμοποίηση της λέξης με την οποία αυτή δηλώνεται, οπότε δεν απαιτείται λεπτομερής αναφορά και ανάλυση των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων. Μία τέτοια αξίωση θα υπερέβαινε την υπηρετούμενη συναφώς ανάγκη διασφαλίσεως αφ ενός της άμυνας του εναγομένου και αφ ετέρου της δυνατότητας του δικαστικού ελέγχου του νόμω βασίμου της αγωγής.  Αυτό απορρέει από την ισχύουσα στο χώρο του ελληνικού δικαίου θεωρία του συγκεκριμένου προσδιορισμού ή της λειτουργίας του κανόνα δικαίου. Εντεύθεν έπεται ότι εφόσον στην αγωγή αναφέρεται ιστορικά η αναμφίβολα γνωστή έννοια της πρόστησης, θεωρείται ότι προβάλλονται με αυτή τα χαρακτηριστικά για την εξειδίκευση και περιγραφή της έννοιας αυτής γεγονότα. Η συγκεκριμενοποίηση των αναφερόμενων στην αγωγή βασικών γνωρισμάτων της νομικής έννοιας μπορεί να γίνει με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία, έστω και αν αυτά δεν τα έχει επικαλεστεί ο ενάγων.”[12]

Επομένως, και σύμφωνα με την πάρα πάνω πάγια νομολογία του Αρείου Πάγου, για να είναι ορισμένη η αγωγή η οποία στηρίζεται στην σχέση της πρόστησης και κατά το σκέλος  κατά το οποίο αυτή στρέφεται εναντίον του προστήσαντος πρέπει  να περιέχει  εναλλακτικά τα ακόλουθα στοιχεία α) είτε τα γεγονότα τα οποία συνθέτουν την εμπειρική βάση του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου είτε β) να περιέχει απλώς τη λέξη “πρόστηση”.

Από το απόσπασμα της αγωγής  που αναφέρεται πάρα πάνω καταφαίνεται ότι αυτή περιέχει όλα τα στοιχεία που απαιτεί ο νόμος για να είναι αυτή ορισμένη, σύμφωνα με τους όρους που ορίζονται  για την περίπτωση α΄ αφού υπάρχει πλήρης αντιστοιχία μεταξύ των στοιχείων τα οποία μνημονεύονται στο δικόγραφο και εκείνων τα οποία συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου. Και αυτό διότι η σύμβαση την οποία μνημονεύει η αγωγή ότι συνήφθη μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης εναγόμενης αποτελεί το πλέον ασφαλές και επαρκές θεμέλιο για την συγκρότηση της σχέσης της πρόστησης, όπως δέχεται και η νομολογία του Ανώτατου Ακυρωτικού της χώρας μας αφού αυτή εκφράζει την εξωτερίκευση της βούλησης δύο η και περισσοτέρων ατόμων, τα οποία σπεύδουν να δεσμευτούν αμοιβαία εντάσσοντας τα αμοιβαία δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους στον θεσμό της πρόστησης.

Στην αγωγή εξειδικεύονται περαιτέρω και οι ειδικώτερες πράξεις τις οποίες ανέλαβε να εκτελέσει η δεύτερη εναγόμενη μέσα στα πλαίσια  των υποχρεώσεών της ως προστηθείσα, και τις οποίες άντλησε ο ενάγων από το περιεχόμενο αυτής της συμβάσεως και οι οποίες είναι οι ακόλουθες. (Λειτουργία, συντήρηση,  εκμετάλλευση  και εκτέλεση   των βοηθητικών έργων και λοιπών σχετικών δραστηριοτήτων .......που αφορούσαν τον συγκεκριμένο αυτοκινητόδρομο.) Είναι επομένως σαφές ότι  στην αγωγή εκτίθενται όλα τα στοιχεία τα οποία συγκροτούν την έννοια βάθους  της σχέσης της πρόστησης, από την άποψη της συγκρότησης του σχετικού λογικού συλλογισμού και τα οποία αντιστοιχούν στο  πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, δηλ. στο άρθρο 922 του Α.Κ..[13].  Αφού, εσφαλμένα κατά την άποψή μας, η σχολιαζόμενη απόφαση έκρινε ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στην αγωγή δεν είναι επαρκή για να θεμελιώσουν την συγκρότηση της σχέσης της πρόστησης κατά τρόπο ορισμένο, είναι απορίας άξιο γιατί αυτή  δεν εναρμονίστηκε προς την πάγια θέση που έχει υιοθετήσει ο Άρειος Πάγος και να δεχτεί ότι η απλή αναφορά της νομικής έννοιας της πρόστησης αρκεί προκειμένου να θεωρηθεί η αγωγή ορισμένη. Αντίθετα αυτή προχώρησε στην απορριπτική κρίση της, την οποία και στήριξε στην ακόλουθη επιχειρηματολογία.

 Ότι η πάγια πάρα πάνω θέση της νομολογίας του Ανώτατου Ακυρωτικού της χώρας μας ,την οποία  αυτή απορρίπτει και την οποία μνημονεύει στο σκεπτικό της, αποτελεί δήθεν  “..την αποκλίνουσα άποψη που ακολουθείται από μικρή μερίδα της νομολογίας...”.Όμως από την έρευνα που διενεργήσαμε  δεν εντοπίσαμε καμία απολύτως αντίθετη απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία να δέχεται ότι η απλή αναφορά στο δικόγραφο της έννοιας της πρόστησης δεν είναι επαρκής, ώστε να θεμελιώσει το νομικά ορισμένο της αγωγής ,ή οποία στηρίζει το αιτητικό της σε αυτήν την σχέση.

 

β-2) Ως προς τη δεύτερη εναγόμενη (προστηθείσα)

 

Η αγωγή κρίθηκε από την σχολιαζόμενη απόφαση ότι είναι αόριστη και για τη δεύτερη εναγόμενη,

“ ....διότι δεν προσδιορίζονται τα φυσικά πρόσωπα που προέβησαν στις παράνομες και

υπαίτιες ενέργειες ή παραλείψεις εις βάρος του ενάγοντος, η ιδιότητα αυτών (όργανα των εν λόγω εταιριών ή υπάλληλοι αυτών)....και αν αυτά ενήργησαν εντός των ορίων των καθηκόντων ή των εντολών που είχαν λάβει από τις εναγόμενες εταιρίες...”.

Ως προς την απορριπτική αυτή κρίση της σχολιαζόμενης απόφασης, πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα.

 Έχει γίνει κατ’ αρχήν δεκτό ότι στην σχέση της πρόστησης, όπως συμβαίνει στην συγκεκριμένη περίπτωση, τόσο ο προστήσας όσο και ο προστηθείς μπορεί να είναι τόσο φυσικά  όσο και νομικά πρόσωπα[14]. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, όπως δέχεται με πάγιο τρόπο η νομολογία,  “...δεν απαιτείται  για το ορισμένο της αγωγής να αναγράφονται στο δικόγραφο της και τα φυσικά πρόσωπα που εκπροσώπησαν  το νομικό πρόσωπο (κατά την κατάρτιση της σύμβασης ή κατά την ενέργεια των  πράξεων και παραλείψεων) ή και ότι αυτά ενήργησαν εντός των ορίων της εκπροσωπευτικής τους εξουσίας, σύμφωνα με το καταστατικό του νομικού προσώπου...Και αυτό ισχύει τόσο στην περίπτωση που η αγωγή στηρίζεται στην διάταξη του άρθρου 922 είτε σε εκείνη του άρθρου 71 του Α.Κ.”[15] .

Πρέπει να επισημανθεί ότι, αφού η σχολιαζόμενη απόφαση δεν ακολούθησε ως προς το ζήτημα αυτό την πάγια νομολογία που αναφέρεται πάρα πάνω, όφειλε να τεκμηριώσει και μάλιστα με τρόπο ειδικό και  εμπεριστατωμένο την αποκλίνουσα άποψή της, πράγμα όμως το οποίο αυτή δεν έκανε. Με τον τρόπο αυτό οδηγούμεθα σε μία ανομοιόμορφη ερμηνεία του δικαίου η οποία με την σειρά της οδηγεί και σε ακύρωση  της θεμελιώδους αρχής της ισότητας  των Ελλήνων απέναντι στον νόμο (αρθρ.4 παρ.1 του Συντάγματος), όπως αναφέρεται πάρα πάνω.

Η αξίωση της σχολιαζόμενης απόφασης να προσδιορίσει ο ενάγων στο δικόγραφο της αγωγής τα φυσικά πρόσωπα τα οποία προέβησαν στις παράνομες και υπαίτιες πράξεις ή παραλείψεις  σε βάρος του, οδηγεί στη συγκεκριμένη περίπτωση και σε αρνησιδικία αλλά και σε ευθεία παράβαση του άρθρου 20 παρ.1 του Συντάγματος. Αυτό συμβαίνει διότι οι εναγόμενες εταιρίες, οι οποίες τελούν σε ενδοομιλική σχέση, αποτελούν μεγάλου μεγέθους  επιχειρήσεις στον τομέα κατασκευής οδικών έργων και απασχολούν πλήθος εργατών και υπαλλήλων για την εξυπηρέτηση των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων. Κατά συνέπεια, και σύμφωνα με τα δεδομένα της εμπειρικής πραγματικότητας αλλά και τους κανόνες της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι ανθρωπίνως αδύνατο να είναι σε θέση ο ενάγων να προσδιορίσει ποιό ήταν το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα φυσικά πρόσωπα στα οποία είχε ανατεθεί από την προστηθείσα εταιρία (β΄εναγόμενη) η ευθύνη για την εκτέλεση και την εποπτεία των εργασιών στο συγκεκριμένο τμήμα της οδού, στο οποίο συνέβη το τροχαίο ατύχημα. Το εμπόδιο αυτό επιτείνεται στο έπακρο αν ληφθεί υπόψη ότι ο ενάγων, ο οποίος τυχαία διήρχετο από το συγκεκριμένο σημείο της οδού, δεν είναι λογικό ούτε και αναμενόμενο να συνδέεται με τις εναγόμενες εταιρίες με οποιαδήποτε σχέση, ώστε να έχει πρόσβαση στα αρχεία αυτών των εταιριών, στα οποία καταχωρούνται τα σχετικά στοιχεία.

Η αντινομία αυτή, η οποία συνδέεται με τη δήθεν αοριστία της αγωγής  και προσλαμβάνει την ειδικώτερη μορφή αρνησιδικίας, συντρέχει σε κάθε περίπτωση κατά την οποία ο δικαστής αξιώνει από τον ενάγοντα να περιλάβει στο δικόγραφο της αγωγής γεγονότα τα οποία είναι παραγωγικά του επίδικου δικαιώματός του και τα οποία αυτός είναι ανθρωπίνως αδύνατο να έχει  στη διάθεσή του πριν από την έναρξη της δίκης, δεδομένου ότι δεν είχε θεμιτή πρόσβαση στο αρχείο των συμβάσεων τις οποίες κατήρτιζε η εναγομένη με τους υπαλλήλους και εργάτες της (Κ.Μπέης Δίκη 39 σελ 754 κ.επ. με σχετικά παραδείγματα από την νομολογία). Όπως ορθά παρατηρεί ο καθηγητής Κ.Μπέης στην μελέτη του αυτή, μία τέτοια αξίωση του δικαστηρίου αντιστρατεύεται ευθέως τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 20 παρ.1 του Συντάγματος και 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ για το δικαίωμα του καθενός να δικαστεί  δικαίως, δηλαδή χωρίς περιορισμούς, στους οποίους αντικειμενικά κάθε ενάγων θα αδυνατούσε να ανταποκριθεί. Και αυτό διότι δεν ανταποκρίνεται στη θεμελιώδη αρχή της δίκαιης δίκης και την θεσπιζόμενη από την ΕΣΔΑ  αρχή  της εντιμότητας (fair hearing) η επιφόρτιση του διαδίκου με δικονομικά βάρη στα οποία κανένας  ενάγων δεν μπορεί  αντικειμενικά να ανταποκριθεί. Στην περίπτωση αυτή η μοναδική ενδεδειγμένη λύση κατά τον πάρα πάνω συγγραφέα  είναι  να διατυπώσει ο ενάγων με σαφήνεια τους νομικούς ισχυρισμούς του οπότε και αντιστρέφεται το βάρος της απόδειξης, με την έννοια ότι εφεξής ο εναγόμενος φέρει το βάρος παροχής όλων των αναγκαίων πληροφοριών και της επίδειξης των σχετικών αποδεικτικών εγγράφων. Αν ο τελευταίος δεν ανταποκριθεί σε αυτό το δικονομικό βάρος του, τότε πρέπει να λειτουργεί  εναντίον του το μαχητό τεκμήριο ότι τα κρίσιμα γεγονότα έχουν συντελεστεί έτσι όπως τα έχει επικαλεστεί ο ενάγων.

 

IV. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Αοριστία   και   Αρνησιδικία

Εφόσον στο δικόγραφο της αγωγής προσδιορίζονται με σαφήνεια τα ουσιώδη  πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά τον εφαρμοστέο  κανόνα ουσιαστικού δικαίου για   την   γένεση του ουσιαστικού δικαιώματος για το οποίο ζητείται η δικαστική προστασία και παρέχεται έτσι η δυνατότητα λειτουργίας του υπαγωγικού συλλογισμού, τότε ο δικαστής είναι υποχρεωμένος να προχωρήσει στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως. Αν δεν το κάνει και απορρίψει την αγωγή ως  αόριστη τότε εμφανίζεται το φαινόμενο της αρνησιδικίας, η οποία υπάρχει ακόμα και όταν ο διάδικος  έχει το δικαίωμα να επανασκήσει την αγωγή του η οποία απορρίφθηκε για λόγους τυπικούς, όπως συμβαίνει με την περίπτωση της αοριστίας. Και αυτό διότι ως αρνησιδικία δεν θεωρείται μόνο ο παντελής αποκλεισμός του δικαιώματος  παροχής έννομης προστασίας ,αλλά και η καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης. Όπως εύστοχα έχει παρατηρηθεί σχετικά η εσφαλμένη εκ μέρους του δικαστηρίου κρίση περί ελλιπούς αναφοράς στοιχείων στην ιστορική βάση της αγωγής συχνά δεν ελέγχεται με ένδικα μέσα, αφού ο ενάγων δικαιολογημένα προτιμά να επανεγείρει την αγωγή του, με τις βελτιώσεις των δήθεν ελλείψεων τις οποίες επεσήμανε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αντί να διακινδυνεύσει την άσκηση εφέσεως κατά της πρωτοβάθμιας απορριπτικής απόφασης[16]. Και οι ασχολούμενοι με την απονομή της δικαιοσύνης στην χώρα μας, δικηγόροι και δικαστές, γνωρίζουν πόσο χρονοβόρα είναι η  εκ νέου εκδίκαση της αγωγής όταν αυτή επανασκηθεί, δεδομένου του φόρτου  που υπάρχει στα  ελληνικά δικαστήρια και της  συνακόλουθης καθυστέρησης στον προσδιορισμό νέας δικασίμου.

Πιστεύουμε λοιπόν ότι η σχολιαζόμενη απόφαση με τις απορριπτικές κρίσεις της ξεπέρασε τα όρια που καθορίζει το άρθρο 216 του ΚΠολΔικ ως προς το ορισμένο της αγωγής, όπως τα όρια αυτά με πάγιο τρόπο έχουν οριοθετηθεί από τη νομολογία του Αρείου Πάγου. Με τον τρόπο αυτόν η εν λόγω απόφαση, όπως και όλες οι άλλες αποφάσεις που αντιμετωπίζουν με τον ίδιο τρόπο όπως η σχολιαζόμενη απόφαση το ζήτημα της αοριστίας της αγωγής, αναιρούν πλήρως το κατοχυρωμένο από τις προαναφερόμενες (και υπερνομοθετικής ισχύος) διατάξεις, δικαίωμα του κοινωνού στην παροχή δικαστικής προστασίας, που αποτελεί ένα από τα θεμελιωδέστερα συστατικά στοιχεία του κράτους δικαίου, και οδηγούν σε αρνησιδικία.

 


 

V. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

 

   Τα Είδη της Αοριστίας της Αγωγής  (Διάκριση  μεταξύ Νομικής  και Πραγματικής Αοριστίας)

 

Ο Άρειος Πάγος έχει καθορίσει και  τις  μορφές  υπό τις οποίες εμφανίζεται η αοριστία του δικογράφου της αγωγής  και τις έχει κατατάξει στις ακόλουθες κατηγορίες

 

α) Νομική  αοριστία. Ως τέτοιου είδους αοριστία  χαρακτηρίζεται εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου  και υπάρχει όταν τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής, ή την ένσταση είναι ανεπαρκή σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωση του δικογράφου. Η νομική αοριστία ελέγχεται αναιρετικά  με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚπολΔικ , ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και υπάρχει στις ακόλουθες δύο περιπτώσεις: 1) Αν το δικαστήριο της ουσίας  εσφαλμένα έκρινε την αγωγή ως αόριστη αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για την θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος  και 2) όταν το ίδιο δικαστήριο εσφαλμένα επίσης έκρινε την αγωγή ως ορισμένη, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Έτσι π.χ. ως νομικά αόριστη κρίνεται η αγωγή όταν ο ενάγων, επιδιώκοντας την αναγνώριση της κυριότητας επί ακινήτου εκθέτει ότι νέμεται  αυτό με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας (αρθρ. 1041 Α.Κ.) δυνάμει τίτλου ιδιωτικού εγγράφου[17].

 

β)Πραγματική αοριστία, η οποία υποδιακρίνεται σε ποσοτική και σε ποιοτική αοριστία. Ποσοτική  αοριστία υπάρχει όταν τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν κατ΄αρχήν το δικαίωμα  που ασκείται με την αγωγή και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου δεν εξειδικεύονται επαρκώς. Ποιοτική αοριστία εξάλλου υπάρχει όταν στο δικόγραφο γίνεται απλή επίκληση  των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών. Η ποσοτική αοριστία ελέγχεται αναιρετικά από  τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔικ και δημιουργεί βάσιμο λόγο αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε ως αόριστη την αγωγή παραβλέποντας στοιχεία αναγκαία για τη θεμελίωσή της παρά το γεγονός ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια στο δικόγραφο. Με βάση την ίδια διάταξη ιδρύεται λόγος αναίρεσης  αν το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για την θεμελίωσή της στοιχεία, τα οποία όμως δεν περιέχονται στο δικόγραφο. Τέτοιου είδους αοριστία υπάρχει π.χ. όταν στην αγωγή αποζημιώσεως από διαφυγόντα κέρδη εκτίθενται αφηρημένα τα στοιχεία που μνημονεύονται στην εφαρμοστέα διάταξη του Α.Κ. και στο  συνολικό διαφυγόν κέρδος, χωρίς να υπάρχει λεπτομερής  εξειδίκευση των συγκεκριμένων περιστατικών, των περιστάσεων και των μέτρων που καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επί μέρους κονδύλια ,τα οποία επίσης πρέπει να  αναφέρονται  με λεπτομέρεια, έτσι ώστε να μπορεί το δικαστήριο να εκτιμήσει την νομική βασιμότητα του επίδικου δικαιώματος  και ο εναγόμενος να αμυνθεί με ανταπόδειξη ή με ένσταση[18].  Η ποιοτική εξάλλου αοριστία ελέγχεται αναιρετικά  από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κπολ.Δικ. και υπάρχει αν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε ως αόριστη την αγωγή,  διότι δήθεν δεν αναφέρονταν σε αυτή καθόλου τα αναγκαία για την θεμελίωσή της στοιχεία, ενώ τα στοιχεία αυτά περιέχονταν στο δικόγραφο. Με βάση την ίδια διάταξη ιδρύεται και ο αναιρετικός έλεγχος αν το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ορισμένη την αγωγή  θεωρώντας  εσφαλμένα ότι εκτίθενται  τα αναγκαία για την θεμελίωσή της στοιχεία, ενώ αυτά δεν εκτίθενται καθόλου[19].

 

γ)  Οι Συνέπειες της διάκρισης μεταξύ Νομικής -Πραγματικής Αοριστίας

Η διάκριση μεταξύ νομικής και πραγματικής αοριστίας είναι αποφασιστικής σημασίας όχι μόνο στα πλαίσια  του αναιρετικού ελέγχου, αλλά  και ως προς την δυνατότητα θεραπείας του απαραδέκτου της αγωγής. Ενώ λοιπόν υπάρχει απεριόριστη θεραπεία της πραγματικής αοριστίας με τις προτάσεις του ενάγοντος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 224 εδ.2 του ΚπολΔικ ,ύστερα μάλιστα και από υπόδειξη του δικαστηρίου ( άρθρο 236 του ίδιου Κώδικα),δεν υπάρχει κανένα περιθώριο θεραπείας της νομικής αοριστίας ούτε με τις προτάσεις ούτε με αποδεικτικά μέσα ούτε με ομολογία του αντιδίκου ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου ούτε μέσω ανταγωγής η άλλης εισαγωγικής διαδικαστικής πράξεως. Επίσης επί νομικής αοριστίας δεν μπορεί να γίνει επιφύλαξη διορθώσεως ή συμπληρώσεως από την προσαγωγή ή την εκτίμηση των αποδείξεων. Όπως χαρακτηριστικά έχει γραφτεί ο ενάγων δύναται να συμπληρώσει τα υπάρχοντα όχι όμως και να αναπληρώσει τα ελλείποντα στοιχεία της αγωγής[20].  Πρέπει τέλος να επισημανθεί ότι  ως στοιχεία τα οποία συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής πρέπει να νοούνται εκείνα τα γεγονότα τα οποία είναι  ουσιώδη και όχι τα επουσιώδη. Επομένως η αγωγή θεωρείται ορισμένη όταν η ιστορική της βάση τεκμηριώνεται με όλα τα ουσιώδη γεγονότα, δηλαδή με εκείνες τις προϋποθέσεις από τις οποίες απορρέει η αιτούμενη έννομη συνέπεια. Αντίθετα όσα γεγονότα δεν θεμελιώνουν το αγωγικό αίτημα δεν ανήκουν στην ιστορική βάση της αγωγής ούτε φέρει ο ενάγων το βάρος επικλήσεώς του. Εφόσον πληρούνται οι πάρα πάνω προϋποθέσεις η απόρριψη της αγωγής λόγω ελλέιψεως επουσιωδών  και μη αναγκαίων στοιχείων για τη συγκρότηση του αγωγικού αιτήματος θα αποτελούσε, όπως προσφυώς έχει χαρακτηριστεί, καθαρή τυπολατρεία η οποία αντιστρατεύεται ευθέως  όχι μόνο την αρχή της οικονομίας της δίκης αλλά και την ίδια την ουσιαστική απονομή της δικαιοσύνης[21]

 



[1] Η δημοσίευση αυτής της μελέτης καθυστέρησε σκόπιμα, προκειμένου να τελεσιδικήσει η σχολιαζόμενη απόφαση με την έκδοση της απόφασης του Εφετείου, πράγμα το οποίο έγινε εντελώς πρόσφατα. Το Εφετείο απέρριψε τις κρίσεις της πρωτόδικης απόφασης ως προς την αοριστία της αγωγής, την οποία αγωγή ακολούθως έκανε δεκτή.

[2] Κ.Χρυσόγονος -Σ.Βλαχόπουλος “ Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα “εκδ.Δ παρ.28Α

[3] Ν.ΝίκαςΠολ.Δικ.Ισελ.21 κ.επ.,του ίδιου Εγχ.Πολ.Δικ.σελ.12 κ.επ.εκδ.2016

[4] ΝοΒ 2001 σελ1 κ.επ

[5] Ν.ΝίκαςΠολ.Δικ. ΙΙ σελ.142,Κ.Μακρίδου  'Η Αάριστη Αγωγή και οι Δυνατότητες Θεραπείας της” Δ΄έκδοση σελ.24κ.επ.

[6] Μητσόπουλος  ΕλΛ.Δνη  36(1995) σελ.1 κ.επ.και ιδιαίτερα σελ.6

[7]Ν.Νίκας όπ.παρ.σελ.143

[8] ΑΠ 569/1999 ΕλλΔνη 2000 σελ.114,668/2009 ΕλλΔνη 2000 σελ.124

[9] ΑΠ 123/2019,59/2019,866/2017 ,515/2016,1210/2015,1257/2009 και1042/2009 δημοσιευμένες σε Ιστοσελίδα-Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών –ΤΝΠ-ΝΟΜΟΣ

[10] Μ.Καράσης Ελλ.Δ/νη 32(1991) σελ449 κ.επ. Γ.Μητσόπουλος Ελλ.Δ/νη 36 (1995)σελ.1 κ.επ.

[11] ad hoc ΑΠ 866/2017,418/2018 σε ΝΟΜΟΣ

[12] (ad hocΑΠ\ 866/2017, 1856/2013, 1198/2009, 1224/2008, 1226/2007, 1876/1999 σε ΝΟΜΟΣ

[13] Για την έννοια βάθους βλέπετε σχετικα Ε.Π.Παπανούτσο  “Λογική” Β΄Εκδοση σελ.34 

[14] ΑΠ 866/2017  και  5/2006 σε ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 62/1990 ΑχΝομ1991 σελ.75

[15] ΑΠ 1625/2014 ,  ΑΠ 1342/2017, 112/2002, 908/2005, Μον.Εφ.Πατρ.519/2021, Εφ.Αθ.761/2016, δημοσιευμένες σε ΝΟΜΟΣ

[16] Κ.Μακρίδου όπ.παρ.σελ.37-38

[17] Κονδύλης ”Το Δεδικασμένον” εκδ. Α΄σελ.217 σημ.26

[18] Ολομ.ΑΠ 20/1992  Νοβ 1993 σελ.85,ΑΠ 1067/2014 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 802/2000 Νοβ 2001 σελ.1311

[19] ΑΠ 515/2016, 59/2019, 866/2017, 1210/2015, 1067/2014, 1605/2009, 1453/2009, 1942/2009

[20] Γ.Μητσόπουλος όπ.παρ.σελ.8

[21] Κ.Μακρίδου όπ.παρ.σελ.7 και 34 και επ.