Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2017

ΜΠρΠειρ 229/2016 : "Περιορισμός της δυνατότητας αναστολής εκτέλεσης βάσει επιταγής συνταχθείσας μετά την 1.1.2016"


(...) Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 937 ΚΠολΔ, όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίηση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας με τον ν. 4335/2016 και εφαρμόζεται ως προς τις διατάξεις του για την αναγκαστική εκτέλεση όταν η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση διενεργήθηκε μετά τις 1.1.2016, στις δίκες τις σχετικές με την εκτέλεση: α) Έχει δικαίωμα να παρέμβει κάθε δανειστής εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, β) Σε περίπτωση εκτέλεσης που στηρίζεται σε δικαστική απόφαση ή διαταγή πληρωμής, κατά της απόφασης που εκδίδεται επί της ανακοπής επιτρέπεται η άσκηση μόνο έφεσης.
Στις λοιπές περιπτώσεις των εκτελεστών τίτλων του άρθρου 904 παράγραφος 2, κατά της απόφασης που εκδίδεται επί της ανακοπής επιτρέπεται η άσκηση όλων των ένδικων μέσων πλην της ανακοπής ερημοδικίας.
Στις περιπτώσεις των προηγούμενων εδαφίων, η άσκηση ένδικου μέσου δεν αναστέλλει την πρόοδο της εκτέλεσης, εκτός αν το δικαστήριο του ένδικου μέσου, μετά από αίτηση του ασκούντος αυτό, που υποβάλλεται και αυτοτελώς, δικάζοντας με τη διαδικασία των άρθρων 686επ, διατάξει την αναστολή, με παροχή ή και χωρίς παροχή εγγύησης, εφόσον κρίνει ότι η ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογεί την ευδοκίμηση του ένδικου μέσου. Επίσης μπορεί να διαταχθεί να προχωρήσει η αναγκαστική εκτέλεση αφού δοθεί εγγύηση. Ειδικά, όταν ζητείται η αναστολή πλειστηριασμού, αυτή είναι απαράδεκτη, αν δεν κατατεθεί το αργότερο πέντε (5) εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού. Η απόφαση πρέπει να δημοσιεύεται έως τις 12:00 ́ το μεσημέρι της Δευτέρας που προηγείται του πλειστηριασμού.
γ) Σε περίπτωση άμεσης εκτέλεσης το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί ανακοπή, μπορεί μετά από αίτηση του ανακόπτοντος, που δικάζει με τη διαδικασία των άρθρων 686επ, να διατάξει την αναστολή της εκτέλεσης με παροχή ή και χωρίς παροχή εγγύησης… 3. Στις δίκες σχετικά με την εκτέλεση για την εκδίκαση των ανακοπών εφαρμόζονται οι διατάξεις της διαδικασίας των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614επ. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 951 ΚΠολΔ, η αναγκαστική εκτέλεση για να ικανοποιηθεί χρηματική απαίτηση γίνεται με κατάσχεση περιουσίας εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση ή με αναγκαστική διαχείριση ή με προσωπική κράτηση. Όταν πρόκειται για ένωση προσώπων του άρθρου 62 § 2, η αναγκαστική εκτέλεση γίνεται στην κοινή περιουσία τους. 2. Η κατάσχεση δεν επιτρέπεται να επεκταθεί σε περισσότερα από όσα χρειάζονται για να ικανοποιηθεί η απαίτηση και για να καλυφθούν τα έξοδα της εκτέλεσης.
Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι η αίτηση αναστολής της διαδικασίας της εκτέλεσης για τις περιπτώσεις όπου η αναγκαστική εκτέλεση επισπεύδεται με βάση επιταγή που έχει συνταχθεί μετά την 1.1.2016 προβλέπεται και είναι παραδεκτή α) σε περίπτωση άμεσης εκτέλεσης ενώπιον του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί ανακοπή κατά της εκτέλεσης, που δικάζει με τη διαδικασία των άρθρων 686επ, το οποίο μπορεί να διατάξει την αναστολή της εκτέλεσης με παροχή ή και χωρίς παροχή εγγύησης και β) σε περίπτωση εκτέλεσης που στηρίζεται σε δικαστική απόφαση ή διαταγή πληρωμής, ενώπιον του Δικαστηρίου του ένδικου μέσου που τυχόν έχει ασκηθεί κατά της απόφασης που εκδίδεται επί της ανακοπής που δικάζει με τη διαδικασία των άρθρων 686επ, και το οποίο μπορεί να διατάξει την αναστολή, με παροχή ή και χωρίς παροχή εγγύησης, εφόσον κρίνει ότι η ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογεί την ευδοκίμηση του ένδικου μέσου.
Σύμφωνα δε με την αιτιολογική έκθεση που συντάχθηκε για τον ως άνω Νόμο με σκοπό τη βελτίωση και απλοποίηση του συστήματος της αναγκαστικής εκτέλεσης και την ταχύτερη διεξαγωγή της εκτελεστικής διαδικασίας, η Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή πρότεινε και ενσωμάτωσε σημαντικές αλλαγές, που συμβάλλουν στην ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης και ως εκ τούτου στην πληρέστερη ικανοποίηση της αξίωσης του δανειστή. Η γενική γραμμή στο πεδίο της αναγκαστικής εκτέλεσης ακολουθεί δύο βασικές κατευθύνσεις: η πρώτη θέλει να περιορίσει τον αριθμό των ένδικων βοηθημάτων που μπορούν να ασκηθούν κατά τη διενέργεια των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας και η δεύτερη να περιορίσει τον χρόνο που απαιτείται για να ολοκληρωθεί η υλοποίηση στην πράξη των εκτελεστών τίτλων. Το ισχύον πριν την ψήφιση του ν. 4335/2015 σύστημα προέβλεπε πλήθος ανακοπών και αναστολών που μπορούσαν να ασκή- σουν οι ενδιαφερόμενοι, προκειμένου να προβάλλουν τους ισχυρισμούς τους κατά την αναγκαστική εκτέλεση, ενώ η διαδικασία που ακολουθείτο προέβλεπε τη δυνατότητα στη συνέχεια άσκησης ένδικων μέσων κατά των αποφάσεων που εκδίδονταν σχετικά, ώστε πολλές φορές ο χρόνος που απαιτείτο για να ολο- κληρωθεί το στάδιο της αναγκαστικής εκτέλεσης να είναι ίσης διάρκειας με εκείνον που απαιτήθηκε, όταν ο εκτελεστός τίτλος είναι δικαστική απόφαση, για να εκδοθεί η τελευταία. Η ικανοποίηση των δύο αυτών αναγκών είναι εφικτή με το ακόλουθο σύστημα: όλα τα παράπονα που μπορούν να προβληθούν για πλημ- μέλειες της εκτελεστικής διαδικασίας θα ασκούνται μόνο σε δύο χρονικά σημεία: το πρώτο θα βρίσκεται πριν τον πλειστηριασμό και θα περιλαμβάνει όλους ανεξαιρέτως τους λόγους για τους οποίους τα μέρη της διαδικασίας ισχυρίζονται ότι η τελευταία πάσχει σε κάποιο σημείο της και το δεύτερο μετά τον πλει- στηριασμό. Ειδικότερα, αμέσως μετά την επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση και την επιβολή της κατάσχεσης θα διενεργούνται σε πολύ μικρό χρονικό πλαί- σιο όλες οι απαιτούμενες γνωστοποιήσεις και κοινο- ποιήσεις της προδικασίας του πλειστηριασμού και ο τελευταίος θα προσδιορίζεται να διενεργηθεί μέσα σε λίγους μήνες από την ημέρα της κατάσχεσης. Αφού, λοιπόν, όλες οι πράξεις θα ενεργούνται αμέσως μετά την κατάσχεση, ο ενδιαφερόμενος διάδικος θα μπορεί αλλά και θα πρέπει να συγκεντρώσει όλα τα παράπονά του κατά της μέχρι τώρα εκτελεστικής διαδικασίας σε μια ανακοπή, που θα εκδικάζεται πριν από τη διενέργεια του πλειστηριασμού. Η διαδικασία που θα τηρείται θα είναι εκείνη των περιουσιακών διαφορών και θα επιτρέπεται στη συνέχεια η άσκηση μόνο έφε-σης κατά της απόφασης που θα εκδίδεται, χωρίς να αναστέλλεται η περαιτέρω διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης. Θα υπάρχει όμως η δυνατότητα υπό προϋποθέσεις της άσκησης αίτησης αναστολής στο δικαστήριο του ένδικου μέσου, το οποίο θα μπορεί να διατάξει την αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης. Με τον τρόπο αυτόν πριν από τον πλειστηριασμό θα έχουν λυθεί όλα τα ζητήματα που ενδεχομένως θα έχουν ανακύψει σε αυτό το πρώτο στάδιο και δεν θα υπάρχει ο κίνδυνος καθυστερήσεων μέσω της άσκησης πολλών ένδικων βοηθημάτων, τα οποία συνόδευαν την άσκηση των ανακοπών κατά της εκτέλεσης. Έτσι, σύμφωνα με τον ισχύοντα Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, καταργείται η δυνατότητα της άσκησης αίτησης αναστολής της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, πριν την έκδοση απόφασης επί της ασκηθείσας ανακοπής, για τις περιπτώσεις της έμμεσης εκτέλεσης, στις οποίες περιλαμβάνεται η εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών αξιώσεων. Τυχόν δε ασκηθείσα με αυτό το περιεχόμενο αίτηση τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Με την κρινόμενη αίτηση, το αιτούν ζητά να ανασταλεί η αναγκαστική εκτέλεση που επισπεύδεται σε βάρος του, δυνάμει της από 7.3.2016 επιταγής προς εκτέλεση που συντάχθηκε κάτωθι της με αριθμό 769/2015 διαταγής πληρωμής που εξέδωσε η Δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και περιεβλήθη τον εκτελεστήριο τύπο με το με αριθμό 778/2015 απόγραφο, μέχρι την έκδοση απόφασης του Δικαστηρίου, επί της με αριθμό κατάθεσης 578/2016 ανακοπής κατά της εκτέλεσης αυτής, που έχει ασκήσει το αιτούν. Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθώς με αυτή ζητείται η αναστολή της διαδικασίας έμμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης από το Δικαστήριο, πριν την έκδοση απόφασης επί της ανακοπής και της άσκησης ενδίκου μέσου κατά αυτής. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της καθ’ ης πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αιτούντος, λόγω της απόρριψης της αίτησης.

Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2017

ΕφΑθ 2288/2016: "Διάταξη μεταβίβασης ονόματος χώρου (domain name) λόγω προσβολής σήματος και πανευρωπαϊκή διάταξη παράλειψης προσβολής"


Σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πρώην Κοινοτικό Σήμα). Προϋποθέσεις προστασίας αυτού σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) 207/2009 και τον παλαιό νόμο περί σημάτων Ν. 2239/1994. Όνομα χώρου στο διαδίκτυο (domain name). Ένδικη προστασία των Σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης «ALIBABA» (ιδίως του «alibaba.com»). Το Εφετείο επικυρώνει την για πρώτη φορά χορηγηθείσα (από ελληνικό δικαστήριο) πανευρωπαϊκή απαγόρευση χρήσης απομιμητικών ενδείξεων (pan-European injunction). Το Εφετείο επικυρώνει την για πρώτη φορά διαταχθείσα (από ελληνικό δικαστήριο) μεταβίβαση ενός ονόματος χώρου από τον κάτοχό του / εναγόμενο προς τον ενάγοντα / δικαιούχο του αντίστοιχου σήματος, ως μία μορφή αυτούσιας αποκατάστασης (αποζημίωση in natura) κατ άρθρο 297 εδβ του Αστικού ΚώδικαΑπορρίπτει έφεσηΕπικυρώνει την εκκαλουμένη απόφαση υπ αριθμ. 4839/2014 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
  
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ 
ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Αριθμός Απόφασης 2288/2016 
ΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ Τμήμα 17°
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γεωργίου, Πρόεδρο Εφετών, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Εφέτη, Στυλιανό Κακαβιά, Εφέτη - Εισηγητή, και από τη Γραμματέα Ελένη Καρρά.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 19 Νοεμβρίου 2015, για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση μεταξύ:
ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ: 1) Εδρεύουσας στα Γλυκά Νερά Αττικής (οδός ...) και νομίμως εκπροσωπούμενης μονοπρόσωπης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «… ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ» και τον διακριτικό τίτλο «D. D. Μ.Ε.Π.Ε.» και 2) ..., κατοίκου ομοίως, οι οποίοι παραστάθηκαν διά της πληρεξούσιας δικηγόρου τους ΓΚ.
ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Εδρεύουσας στις Νήσους Κέυμαν (..............................Grand Cayman, Cayman Islands) και νομίμως εκπροσωπούμενης εταιρίας με την επωνυμία «.............................. (......................................) και τον διακριτικό τίτλο «.......................» («.....................»), η οποία παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της ΕΜ.
Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη με την από 11-8-2011 αγωγή της προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που κατατέθηκε με γεν. αριθ. καταθ. 144614/11-8-2011 και αριθ. καταθ. δικογρ. 8259/11-8-2011 ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ' αυτήν.
Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 4839/2014 οριστική απόφαση του, με την οποία έκαμε δεκτή κατά ένα μέρος την αγωγή.
Την αμέσως προαναφερόμενη απόφαση προσέβαλαν οι εναγόμενοι, ήδη εκκαλούντες, με την από 8-4-2015 έφεση τους, η οποία έχει κατατεθεί με αριθ. εκθ. καταθ. 2346/8-4-2015.
Επί της έφεσης αυτής ορίστηκε δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή αυτής της απόφασης, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων αναφέρθηκαν στις προτάσεις που κατέθεσαν.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.   Εισάγεται προς κρίση η από 8-4-2015 (με αριθ. καταθ.2346/8-4-2015) έφεση των εκκαλούντων - εναγομένων, 
1) μονοπρόσωπης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «… ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ» και 2) …, κατά της υπ' αριθμ. 4839/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία. Η έφεση αυτή, για την οποία κατατέθηκε από τους εκκαλούντες το κατ’ άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ (παράγραφος η οποία προστέθηκε με την παρ. 2 του άρθρ. 12 ν. 4055/2012 και, σύμφωνα με το άρθρ. 113 του ίδιου νόμου, ισχύει από 2-4-2012, τροποποιηθείσα με το άρθρ. 93 παρ. 1 ν. 4139/2013) παράβολο (βλ. την από 8-4-2015 βεβαίωση της Γραμματέως του Τμήματος Πολιτικών Ενδίκων Μέσων του Πρωτοδικείου Αθηνών περί κατάθεσης παραβόλων σε συνδυασμό με τα επισυναπτόμενα στην έκθεση κατάθεσης του εν λόγω ενδίκου μέσου υπ’ αριθμ. 2928536, 2928537, 2928538 και 2928539, σειράς Α', παράβολα Δημοσίου και υπ' αριθμ. 152306 και 152307, σειράς Α', παράβολα ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ.), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, και δη εντός της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών, που τάσσεται κατ' άρθρ. 518 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε σε καθέναν των εκκαλούντων - εναγομένων στις 10-3-2015 (βλ. τις μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενες από την εφεσίβλητη - ενάγουσα υπ' αριθμ. 10941Γ/10-3-2015 και 10942Γ/10-3-2015 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Αθηνών …) και η έφεση κατατέθηκε στις 8-4-2015. Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω, κατά την ίδια διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 533 παρ.1 ΚΠολΔ).
II. Στην από 29-12-2014 (με γεν. αριθ. εκθ. καταθ. 144614/11-8-2011 και αριθ. καταθ. δικογρ. 8259/11-8-2011) αγωγή, που η ενάγουσα, ήδη εφεσίβλητη, εδρεύουσα στις Νήσους Κέυμαν και νομίμως εκπροσωπούμενη εταιρία με την επωνυμία «ALIBABA GROUP HOLDING LIMITED» (Αλιμπάμπα Γκρουπ Χόλντινγκ    Λίμιτεντ) και τον διακριτικό τίτλο «Alibaba» «Αλιμπάμπα»), άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των εναγομένων, ήδη εκκαλούντων, 1) εδρεύουσας στα Γλυκά Νερά Αττικής (οδός …) και νομίμως εκπροσωπούμενης μονοπρόσωπης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «…ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ» και τον διακριτικό τίτλο «D.D. Μ.Ε.Π.Ε.» και 2) …, και δη καθ' ο μέρος αυτή ερευνάται στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της υπό κρίση έφεσης, ιστορούνται, κατ’ ορθή εκτίμηση του δικογράφου της, τα εξής: Ότι η ενάγουσα, η οποία είναι η μητρική εταιρία ενός πολυεθνικού Ομίλου εταιριών «Alibaba Group», με κεντρική διοίκηση στη πόλη Hangzhou (Χάνγκζου) της Κίνας, δραστηριοποιείται στον τομέα της παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικού εμπορίου μέσω διαδικτύου σε παγκόσμιο επίπεδο, περιλαμβανομένης της Ελλάδος και της Ε.Ε., χρησιμοποιώντας από την ίδρυση της και μετέπειτα, συνεχώς και αδιαλλείπτως στις συναλλαγές της, ως σήμα των προϊόντων και υπηρεσιών της, ως επωνυμία και διακριτικό γνώρισμα (διαδικτυακό και μη) της επιχείρησης της την ένδειξη «ALIBABA», με την οποία έχει καθιερωθεί στις διεθνείς συναλλαγές. Ότι η ίδια (ενάγουσα) είναι δικαιούχος, πέραν των άλλων, του αναφερόμενου στην αγωγή κοινοτικού σήματος «ALIBABA.COM», το οποίο περιέχει την πιο πάνω ένδειξη και ισχύει νόμιμα, ενώ διακριτικά γνωρίσματα της έχουν καταστεί τόσο το σήμα αυτό όσο και η επωνυμία της καθώς και το όνομα χώρου (domain name) «alibaba.com», που η ίδια χρησιμοποιεί ήδη από το έτος 1999 στο διαδίκτυο για τις υπηρεσίες της και περιλαμβάνουν την αυτή ως άνω λεκτική ένδειξη. Ότι το κοινοτικό σήμα και διακριτικά γνωρίσματα της ενάγουσας, τα οποία προαναφέρονται, είχαν καταστεί ήδη από το έτος 2004 και συνέχισαν έκτοτε να αποτελούν σήμα και διακριτικά γνωρίσματα φήμης, διότι, κατά τα ειδικότερα στο αγωγικό δικόγραφο εκτιθέμενα, εμφανίζουν αυξημένο   βαθμό καθιέρωσης στις συναλλαγές, μοναδικότητα, ιδιοτυπία και διακριτική δύναμη, απολαμβάνουν της ιδιαίτερης θετικής εκτίμησης του καταναλωτικού κοινού σε σχέση με τις υπηρεσίες που διακρίνουν, σηματοδοτούν και διακρίνουν, για ιδιαίτερο εκτεταμένο χρονικό διάστημα και σε ευρεία, παγκοσμίως, γεωγραφική έκταση, περιλαμβάνουσα και την Ελλάδα και τα λοιπά κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.), μεγάλο όγκο συναλλαγών που διενεργούνται με τις ηλεκτρονικές διαδικτυακές πύλες - πλατφόρμες αυτής (ενάγουσας), και για την παγκόσμια προβολή και προώθηση τους έχουν πραγματοποιηθεί σημαντικές επενδύσεις και έχουν καταβληθεί αντίστοιχα σημαντικές διαφημιστικές δαπάνες. Ότι εντός του έτους 2011 η ενάγουσα πληροφορήθηκε ότι η πρώτη των εναγομένων, εταιρία παροχής υπηρεσιών διαδικτύου, της οποίας μοναδικός εταίρος, διαχειριστικής και νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο δεύτερος από αυτούς (εναγομένους), μέσω του οποίου η πρώτη ενεργεί και ο οποίος ενεργεί και ατομικώς, χρησιμοποιούν στις συναλλαγές, χωρίς τη δική της (δηλαδή της ενάγουσας) άδεια, ως όνομα χώρου (domain name) σε διεθνές επίπεδο και ως διακριτικό γνώρισμα της επιχείρησης της, την ένδειξη «alibaba.info», η οποία της παραχωρήθηκε, εν αγνοία της νυν αντιδίκου της, στις 26-11-2004, προκειμένου να διακρίνουν διαδικτυακές υπηρεσίες τηλεπικοινωνιακής προβολής και διαφήμισης, στις οποίες περιλαμβάνονται και υπηρεσίες διαφήμισης τρίτης εταιρίας, και δη της διαδικτυακής πύλης «SEDO.COM». Ότι οι εναγόμενοι, με τη χρήση της παραπάνω ένδειξης, ως μέρους του καταχωρηθέντος ως άνω από αυτούς ονόματος χώρου (domain name), κατά παραποίηση και απομίμηση, μεταξύ των άλλων, του κατοχυρωμένου κοινοτικού σήματος της ενάγουσας, για υπηρεσίες ταυτόσημες, άλλως παρόμοιες με εκείνες που καλύπτει το σήμα της τελευταίας, προσβάλλουν παρανόμως και υπαιτίως το σήμα αυτό, δημιουργώντας κίνδυνο σύγχυσης, περιλαμβανομένου στον κίνδυνο αυτό και του κινδύνου συσχέτισης, του καταναλωτικού κοινού, το οποίο εκλαμβάνει εκ πλάνης ότι η εν λόγω ονομασία χώρου ανήκει στην ενάγουσα ή σε επιχείρηση εμπορικά συνδεδεμένη με αυτήν ή ελεγχόμενη από αυτήν, βλάπτουν τη διακριτική δύναμη και φήμη του εν λόγω σήματος και των προαναφερόμενων διακριτικών γνωρισμάτων της ενάγουσας (σήματος, επωνυμίας και ονόματος χώρου), απομειώνοντας την ελκτική δύναμη τους, ενώ, περαιτέρω, αντλούν, από την πρόκληση σύγχυσης, όπως άλλωστε επιδιώκουν, αθέμιτο όφελος χωρίς εύλογη αιτία, από τη φήμη αυτών στην Ελλάδα και τα λοιπά κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.), καθόσον καρπώνονται, χωρίς κόπο, περιουσιακό όφελος μέσω της πρόκλησης κινδύνου συνειρμικής διασύνδεσης μεταξύ αυτής (ενάγουσας) και της πρώτης των εναγομένων. Ότι, επιπροσθέτως, η ιστορούμενη καταχώριση και χρήση από τους εναγομένους του άνω ονόματος χώρου (domain name) παρεμποδίζει την ενάγουσα να καταχωρίσει και χρησιμοποιήσει το εν λόγω όνομα χώρου για λογαριασμό της δικής της επιχείρησης. Οτι, έτσι και σε ακολουθία με τα παραπάνω, η, χωρίς άδεια, εκμετάλλευση από τους εναγομένους του φημισμένου κοινοτικού σήματος και των προαναφερόμενων διακριτικών γνωρισμάτων φήμης της ενάγουσας, συνιστά, παραλλήλως, εν γνώσει των εναγομένων, πράξη παράνομη και αντίθετη στα χρηστά συναλλακτικά ήθη, κατά την έννοια των διατάξεων περί αθέμιτου ανταγωνισμού, καθώς αποσκοπεί στην επίτευξη κέρδους μέσω της χρήσης/υφαρπαγής της, με κόπους και έξοδα, αποκτηθείσας προγενεστέρως άϋλης περιουσίας αυτής (ενάγουσας) και αθέμιτη εκμετάλλευση της φήμης τους. Με βάση τα περιστατικά αυτά η ενάγουσα ζητεί: α)Να αναγνωριστεί ότι η χρήση από τους εναγομένους της ένδειξης «alibaba.info» ως ονομασίας χώρου (domain name) και ως διακριτικού σημείου τους συνιστούν παραποιήσεις, άλλως απομιμήσεις του επίδικου σήματος, διακριτικών γνωρισμάτων και επωνυμίας της, καθώς και αθέμιτη εκμετάλλευση, χωρίς εύλογη αιτία, της φήμης που το σήμα αυτό έχει αποκτήσει στην Ε.Ε. και στην Ελλάδα, καθώς και βλάβη της φήμης και του διακριτικού χαρακτήρα αυτών. β) Να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εντός προθεσμίας δύο (2) μηνών από την επίδοση σε αυτούς της, επί της υπό κρίση αγωγής, απόφασης, να άρουν την ιστορούμενη ως άνω προσβολή και να μεταβιβάσουν στην ίδια (ενάγουσα) την ονομασία χώρου (domain name) «alibaba.info», άλλως να παραιτηθούν αμετάκλητα από αυτήν, τούτο δε με την απειλή σε βάρος τους χρηματικής ποινής, ύψους πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης τους προς την εν λόγω υποχρέωση, καθώς και προσωπικής κράτησης εναντίον του δευτέρου των εναγομένων, διάρκειας ενός (1) έτους. γ) Να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να παύσουν στο παρόν και να παραλείπουν στο μέλλον να χρησιμοποιούν στις συναλλαγές, στην Ελλάδα και στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.), ως διακριτικό γνώρισμα και ονομασία χώρου (domain name) την ένδειξη «alibaba.info», κατ’ απομίμηση ή παραποίηση του σήματος, διακριτικών γνωρισμάτων και επωνυμίας «ΑLΙΒΑΒΑ», απειλούμενης σε βάρος τους χρηματικής ποινής, ύψους εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ και εναντίον του δευτέρου από αυτούς (εναγομένους) και προσωπικής κράτησης, διάρκειας ενός (1) έτους, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης τους στην αμέσως πιο πάνω υποχρέωση. δ) Να δημοσιευθεί το διατακτικό της απόφασης σε δύο (2) ημερήσιες εφημερίδες πανελλαδικής κυκλοφορίας, με δαπάνες των εναγομένων και επιμέλεια της ιδίας (ενάγουσας). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση του, αφού απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ως προς το υπό στοιχ. α’ κύριο αίτημα της, καθώς και ως προς το παρεπόμενο αίτημα της περί επιβολής χρηματικής ποινής σε βάρος των εναγομένων και απαγγελίας προσωπικής κράτησης εναντίον του δευτέρου από αυτούς (εναγομένους), για την περίπτωση που αυτοί δεν προβούν στη μεταβίβαση προς την ενάγουσα του επίμαχου ονόματος χώρου (domain name), έκανε δεκτή αυτήν εν μέρει, και δη κατά το μέρος της το οποίο βάλλεται με την υπό κρίση έφεση, ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, και i) υποχρέωσε τους εναγομένους να παύσουν στο παρόν και να παραλείπουν στο μέλλον να χρησιμοποιούν, καθ' οιονδήποτε τρόπο, στις συναλλαγές, εντός της Ελλάδος και της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.), την ένδειξη. «alibaba.info», κατά παραποίηση και απομίμηση του προγενέστερου κοινοτικού σήματος και διακριτικού γνωρίσματος της ενάγουσας «alibaba.com», του διακριτικού τίτλου και της επωνυμίας της, ii) απείλησε σε βάρος των εναγομένων χρηματική ποινή, ύψους δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, και εναντίον του δευτέρου των εναγομένων προσωπική κράτηση, διάρκειας ενός (1) μηνός, για κάθε παράλειψη συμμόρφωσης τους προς την αμέσως ανωτέρω υποχρέωση, iii)διέταξε τη δημοσίευση του διατακτικού της απόφασης στις ημερήσιες εφημερίδες πανελλαδικής κυκλοφορίας «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» και «ΤΑ ΝΕΑ», με δαπάνες των εναγομένων και με επιμέλεια της ενάγουσας, iν)κήρυξε την απόφαση προσωρινά εκτελεστή  ως  προς τις ανωτέρω  διατάξεις της,  ν) διέταξε τη μεταβίβαση της ονομασίας χώρου «alibaba.com» στην ενάγουσα και νί) καταδίκασε τους εναγομένους στη δικαστική δαπάνη της ενάγουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής, και δη κατά το μέρος κατά το οποίο ηττήθηκαν, παραπονούνται ήδη με την έφεση τους οι εκκαλούντες -εναγόμενοι, ζητώντας, για τους λόγους που εκτίθενται σ' αυτήν και ανάγονται σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, να εξαφανιστεί η προσβαλλόμενη απόφαση και ν' απορριφθεί η αγωγή.

Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2017

"Οικοδομικοί συνεταιρισμοί, οικιστική ανάπτυξη και δάσος με αφορμή την ΣτΕ 3052/2015" [ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Σ. ΚΑΠΟΤΑΣ, Δικηγόρος Πατρών, ΜΔΕ Δημοσίου Δικαίου ΕΚΠΑ, ΜΔΕ Δασολογίας ΑΠΘ, ΜΔΕ Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Πατρών, υπ. Δρ. Πολυτεχνείου Κρήτης]







Τα δύο κυρίαρχα ζητήματα που αναδεικνύονται στη ΣτΕ 3052/2015* είναι αφενός αυτό της απαγόρευσης οικιστικής αξιοποίησης των δασών και αφετέρου της ανταλλαγής των μη δυνάμενων να αξιοποιηθούν οικιστικά εκτάσεων. Η του ΣτΕ είναι πάγια και επαναλαμβάνεται για χρόνια, υποστηρίζοντας ότι δεν συνιστά λόγο δημοσίου συμφέροντος η οικιστική αξιοποίηση των δασών. Εν προκειμένω εγείρεται ο προβληματισμός κατά πόσον από το Σύνταγμα προκύπτει κάποια απόλυτη απαγόρευση στην πολιτική εξουσία να μην εισάγει διατάξεις για να μεταβάλει τον χαρακτήρα μιας δασικής έκτασης με την επίκληση ενός λόγου δημοσίου συμφέροντος, όπως η οικιστική αξιοποίηση. Σχετικά μετο ζήτημα της ανταλλαγής των μη δυνάμεων να αξιοποιηθούν οικιστικά εκτάσεων, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι η χρονική διαφοροποίηση με ορόσημο το Σύνταγμα του 1975 ή έστω την ισχύ του ν. 998/1979 παραβλέπει ότι και σε διάφορες άλλες περιπτώσεις, ο νομοθέτης και η διοίκηση θέσπισαν διατάξεις οι οποίες επέτρεπαν την οικιστική αξιοποίηση δασικών εκτάσεων.

1. Εισαγωγή
Η οικιστική αξιοποίηση των δασών και δασικών εκτάσεων αποτελεί ζήτημα που απασχολεί τα τελευταία χρόνια τη νομική θεωρία και πράξη. Επί του εν λόγω θέματος υπάρχει παγία νομολογία του Συμβούλιου της Επικράτειας και δημοσιεύσεις στις οποίες υποστηρίζεται η άποψη ότι η οικιστική αξιοποίηση συνιστά ανεπίτρεπτη επέμβαση1. Ως παρεμπίπτον ανακύπτει το ζήτημα της αξιοποίησης των ακινήτων που βρίσκονται σε δάση και δασικές εκτάσεις και ανήκουν κατά κυριότητα σε οικοδομικούς συνεταιρισμούς.
Με την με αριθ. 3052/2015 απόφαση του Ε΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, το Δικαστήριο κλήθηκε να κρίνει επί αίτησης ακύρωσης Οικοδομικού Συνεταιρισμού και μελών αυτού, κατά παράλειψης οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας της Διοίκησης. Η εν λόγω παράλειψη συντελέστηκε με τη σιωπηρή αρνηση του αρμοδίου Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής να προβεί σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες για την ανταλλαγή της έκτασης του συνεταιρισμού, κατ΄ άρθρο 3 παρ. 7 του ν. 998/79 ή κατ΄ άρθρο 1 παρ. 16 του ν. 3208/2003, με ίσης αξίας έκταση του Δημοσίου.
Το Δικαστήριο με την ως άνω απόφασή του, έκανε δεκτή την ασκηθείσα αίτηση και αποφάσισε ότι πρέπει να ακυρωθεί η παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας της Διοίκησης, η οποία θα πρέπει να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για την απαλλοτρίωση ή την ανταλλαγή της εν λόγω δασικής έκτασης.

2. Η απόφαση
Κατά το Δικαστήριο, ο συνεταιρισμός είναι κύριος της εν λόγω έκτασης, ήδη, πριν το έτος 1968 και από τότε είχε προβεί σε ενέργειες κατ΄ εφαρμογή των διατάξεων που ίσχυαν για τη δημιουργία παραθεριστικού οικισμού. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα, η Διοίκηση ενέκρινε πολλές από τις ενέργειες του συνεταιρισμού προς τον σκοπό της δημιουργίας οικισμού. Ο Υπουργός Γεωργίας, το έτος 1981, ενημέρωσε τον συνεταιρισμό ότι δεν δύναται να ικανοποιηθεί το αίτημά του, διότι η έκταση που του ανήκει είναι δάσος και σύμφωνα με τον ν. 998/1979 τα δάση και οι δασικές εκτάσεις δεν μπορούν να αξιοποιηθούν οικιστικά. Κατόπιν των ανωτέρω, ο συνεταιρισμός και τα μέλη του υπέβαλαν αίτηση -το έτος 2010 προς το Υπουργείο Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, με την οποία ζήτησαν από το Δημόσιο να προβεί είτε σε ανταλλαγή της έκτασης του συνεταιρισμού με άλλη, ίσης αξίας, έκταση του Δημοσίου, είτε στην απαλλοτρίωση αυτής. Η Διοίκηση, απαντώντας στην αίτηση, υποστήριξε ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 3208/2003 διαδικασία για ανταλλαγή εκτάσεων των συνεταιρισμών απαιτεί τη συγκρότηση ειδικής προς τούτο επιτροπής, η οποία μετά το έτος 2008 δεν είχε λάβει χώρα με την έκδοση της προβλεπόμενης κοινής υπουργικής απόφασης. Έτσι, οι αιτούντες στράφηκαν κατά της παράλειψης της Διοίκησης να προβεί στην ικανοποίηση του αιτήματός τους.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Διοίκηση με τις προγενέστερες του ν. 998/1979 ενέργειές της, δημιούργησε την εύλογη προσδοκία στον αιτούντα συνεταιρισμό ότι η επίδικη έκταση θα ήταν οικιστικά αξιοποιήσιμη και όφειλε να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για την απαλλοτρίωση ή την έγκριση της ανταλλαγής της δασικής έκτασης του αιτούντος συνεταιρισμού, κατ΄ εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 3 του άρθρου 50 του ν. 998/1979 και 1 παρ. 16 του ν. 3208/2003, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο. Το προστατευτέο δικαίωμα ήταν εν προκειμένω αυτό της ιδιοκτησίας και η νομική βάση του θεμελιώθηκε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης με αναφορά στην κατωτέρω αναφερόμενη από 13.7.2006 απόφαση του ΕΔΔΑ.
Το Δικαστήριο για να καταλήξει σε αυτή την απόφαση, επανέλαβε κατ΄ αρχάς την πάγια θέση του ότι διατάξεις, οι οποίες προβλέπουν τη δυνατότητα οικιστικής ανάπτυξης δασών και δασικών εκτάσεων αντίκεινται στη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία απαγορεύει τη μεταβολή του προορισμού των δασών και δασικών εκτάσεων. Η θέση αυτή του Δικαστηρίου, η οποία επαναλαμβάνεται σε πλείστες αποφάσεις, έχει ενδιαφέρον λόγω της υιοθετούμενης διατύπωσης της «απόλυτης απαγόρευσης» και θα τη σχολιάσουμε κατωτέρω.

3. Παρελθούσα νομολογία ΣτΕ και ΕΔΔτΑ
Το Δικαστήριο, αντιμετωπίζοντας το ίδιο ζήτημα στο παρελθόν, είχε κρίνει ότι ήταν αντισυνταγματική τόσο η διάταξη για την οικιστική αξιοποίηση των δασών όσο και η διάταξη που προέβλεπε την απαλλοτρίωση ή ανταλλαγή των εκτάσεων οι οποίες δεν μπορούσαν πλέον να αξιοποιηθούν οικιστικά λόγω της προστασίας τους ως δασικών, ακόμα και αν είχαν αποκτηθεί με σκοπό την οικιστική αξιοποίηση πριν τη θέσπιση του Συντάγματος (ΣτΕ 3403/2001). Στην ανωτέρω απόφαση είχε μειοψηφήσει ο τότε Σύμβουλος Ν. Ρόζος και η Παρέδρος Β. Καμπίτση, οι οποίοι είχαν υποστηρίξει ότι η διάταξη για την ανταλλαγή και την απαλλοτρίωση, εξεταζόμενη αυτοτελώς και ερμηνευόμενη εν όψει της διατάξεως του άρθρου 24 του Συντάγματος, συνάδει προς τις διατάξεις αυτές, καθ΄ ο μέρος προβλέπει την ανταλλαγή ή απαλλοτρίωση εκτάσεων οι οποίες είχαν αποκτηθεί προ της ενάρξεως ισχύος του Συντάγματος 1975.
Η ανωτέρω απόφαση οδήγησε μετά από σχετική προσφυγή (35859/02) στην έκδοση δύο αποφάσεων του ΕΔΔτΑ2. Το ΕΔΔτΑ κρίνοντας το ζήτημα της ανταλλαγής ανέφερε: «… Το Δικαστήριο εντυπωσιάζεται ιδιαίτερα από το γεγονός ότι, ενώ θίχθηκε η ουσία του δικαιώματος κυριότητας των προσφευγόντων, οι προσφεύγοντες απέτυχαν να λάβουν αποζημίωση σύμφωνα µε την ελληνική νομοθεσία. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό µε την τελική άρνηση του Κράτους να απαλλοτριώσει την περιουσία των προσφευγόντων ή να την ανταλλάξει µε άλλη ίσης αξίας, επιδείνωσε σημαντικά τις δυσμενείς επιπτώσεις στην κατάσταση των προσφευγόντων και δημιούργησε ένα δυσανάλογο βάρος γι΄ αυτούς …». Έτσι, έκανε δεκτή την προσφυγή του συνεταιρισμού, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η παρέμβαση στα περιουσιακά δικαιώματα των προσφευγόντων συνιστά ρύθμιση της χρήσης της περιουσίας τους, κατά την έννοια της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου.
Το ΕΔΔτΑ, σε επόμενη απόφασή του, ασχολήθηκε με το ζήτημα του ύψους της καταβλητέας αποζημίωσης, επαναλαμβάνοντας ότι όταν διαπιστώνεται παραβίαση κάποιας διάταξης της ΕΣΔΑ, η εκάστοτε Κυβέρνηση είναι κατ΄ αρχήν ελεύθερη να επιλέξει τον τρόπο συμμόρφωσης προς την απόφαση.
Αυτή η διακριτική ευχέρεια, σχετικά µε τον τρόπο εκτέλεσης της απόφασης, αντανακλά την ελευθερία επιλογής που συνοδεύει την πρωταρχική υποχρέωση των Συμβαλλομένων Κρατών βάσει της Σύμβασης να εξασφαλίζουν τα δικαιώματα και τις ελευθερίες που εγγυάται η Σύμβαση (άρθρο 1). Εάν η φύση της παραβίασης επιτρέπει την restitutio in integrum αποκατάσταση3, εναπόκειται στην Κυβέρνηση να την πραγματοποιήσει, καθώς το ΕΔΔτΑ δεν έχει ούτε την εξουσία ούτε την πρακτική δυνατότητα να το πράξει. Ωστόσο, εφ΄ όσον το εθνικό δίκαιο δεν επιτρέπει -ή επιτρέπει μόνον εν μέρει- την αποκατάσταση, το άρθρο 41 της ΕΣΔΑ παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία να χορηγήσει στον παθόντα τη δίκαιη ικανοποίηση που θα του φανεί ενδεδειγμένη.
Το ΕΔΔτΑ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, η φύση της παραβίασης που διαπιστώθηκε στην κύρια απόφαση, δεν του επιτρέπει να προχωρήσει βάσει της αρχής restitutio in integrum. Εν όψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο επιδίκασε υπέρ των προσφευγόντων συλλογικά το ποσόν των 5.000.000 ευρώ ως αποζημίωση λόγω υλικής βλάβης, πλέον των φόρων µε τους οποίους μπορεί να επιβαρυνθεί το ποσό αυτό.
Υπό την επιρροή των ανωτέρω αποφάσεων και κρίσεων του ΕΔΔτΑ, μεταβλήθηκε η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας με την έκδοση της ΣτΕ 1058/2012, την οποία επικαλείται και η υπό σχολιασμό απόφαση. Με την εν λόγω απόφαση έγινε δεκτό ότι η πρόβλεψη για τις ανταλλαγές, εξεταζόμενη αυτοτελώς σε σχέση με τις ρυθμίσεις των προηγούμενων παραγράφων, δεν έρχεται σε αντίθεση προς τις απαγορεύσεις που απορρέουν από το άρθρο 24 του Συντάγματος, μόνον όμως καθ΄ ο μέρος αφορά εκτάσεις ως προς τις οποίες ο εκεί αναφερόμενος συνεταιρισμός είχε αποκτήσει ιδιοκτησιακό δικαίωμα με οποιοδήποτε τρόπο, δηλαδή είτε δι΄ αγοράς είτε διά παραχωρήσεως ή ανταλλαγής, προ της ενάρξεως ισχύος του Συντάγματος 1975 (αντιθ. ΣτΕ 4884/1987 7μ.).
Και τούτο, διότι κατά τις διατάξεις του Συντάγματος, δεν είναι θεμιτή η απόκτηση δασών και δασικών εκτάσεων με σκοπό την οικιστική τους αξιοποίηση. Περαιτέρω, κατά το ΣτΕ, καθ΄ εαυτή η διάταξη για τις ανταλλαγές, ερμηνευόμενη εν όψει του άρθρου 17 του Συντάγματος, του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ) και της αρχής της προστατευόμενης εμπιστοσύνης, ως ειδικότερης έκφρασης του Κράτους Δικαίου, έχει εφαρμογή και δημιουργεί υποχρέωση της Διοίκησης, ύστερα από σχετικό αίτημα, για ανταλλαγή ή απαλλοτρίωση, στις περιπτώσεις μόνον εκείνες, κατά τις οποίες έχει εγκριθεί η οικιστική αξιοποίηση με πράξεις των πολεοδομικών αρχών πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 998/1979 (29.12.1979), με τον οποίο θεσπίστηκε το ειδικότερο καθεστώς προστασίας των δασών και δασικών εκτάσεων, εν όψει της παραπάνω συνταγματικής επιταγής. Τέλος, σε περίπτωση ανταλλαγής η παραχωρούμενη στον συνεταιρισμό δημόσια έκταση πρέπει να είναι ίσης αξίας με την ανταλλασσόμενη έκταση, κατά τα οριζόμενα στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 50 παρ. 3 του ν. 998/1998, μεταξύ δε των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη από τη Διοίκηση για τον προσδιορισμό της αξίας της έκτασης του συνεταιρισμού πρέπει να συνεκτιμάται και ο δασικός χαρακτήρας της. Κατά τη γνώμη όμως των Συμβούλων Ι. Μαντζουράνη και Α. Ντέμσια, για τις πράξεις της διοίκησης περί οικιστικής αξιοποιήσεως, η έκδοση των οποίων θεμελιώνει υποχρέωση της Διοίκησης να απαλλοτριώσει την έκταση του συνεταιρισμού ή να εγκρίνει την ανταλλαγή της, κρίσιμος χρόνος είναι το Σύνταγμα του 1975, αφού με την ισχύ του Συντάγματος δεν νοούνται πράξεις της Διοικήσεως για οικιστική αξιοποίηση δασών και δασικών εκτάσεων.

Τετάρτη 28 Δεκεμβρίου 2016

Supreme Court Reaffirms Personal-Benefit Requirement for Insider Trading


The Supreme Court confirmed today that the "personal benefit" required to establish a claim for insider trading can consist of making a gift of material, nonpublic information to a family member or friend and that an exchange of "something of a pecuniary or similarly valuable nature" is not required. The decision in Salman v. United States (No. 15-628) reaffirms the Court's 1983 ruling in Dirks v. SEC and appears to undercut the Second Circuit's 2014 decision in United States v. Newman, which had sought to tighten the nature of the personal-benefit requirement.
The Court's ruling does not break new ground on insider trading and leaves the law as it had been before the Second Circuit's Newman decision generated a round of questions about what constitutes a legally cognizable "personal benefit."  But the decision is also significant because the Court reaffirmed the personal-benefit requirement and expressly declined to decide whether that requirement applies not only in "classical" cases of insider trading, but also in "misappropriation" cases.
Factual Background
The Salman case arose from an alleged insider-trading scheme involving members of an extended family. The tipper, who worked for an investment bank, allegedly had provided confidential information to his brother about the bank's clients, knowing that the brother would trade on the information. The brother then tipped Salman, whose sister had become engaged to and later married the tipper. The brother eventually pled guilty to insider trading and testified for the Government against Salman.
The evidence at trial showed that the tipper and his brother had enjoyed "a close and mutually beneficial relationship."  The tipper testified that he "'love[d] [his] brother very much' and that he gave [him] the inside information in order to 'benefit him' and to 'fulfill[] whatever needs he had.'"  The evidence also showed that Salman had been aware of the brothers' "close fraternal relationship."  The jury convicted Salman, and the Ninth Circuit affirmed the conviction.
Ninth Circuit's Decision
The Ninth Circuit based its ruling on the Dirks decision, which had established the framework for tippee liability. Dirks held that tippee liability depends on tipper liability – and that a tipper breaches a fiduciary duty by disclosing confidential information only if he or she benefited directly or indirectly from the disclosure. The Supreme Court defined the "personal benefit" that constitutes the insider's breach of duty as including "a pecuniary gain or a reputational benefit that will translate into future earnings."  The Court added:  "[t]he elements of fiduciary duty and exploitation of nonpublic information also exist when an insider makes a gift of confidential information to a trading relative or friend."
Applying Dirks, the Ninth Circuit held that the tipper's "disclosure of confidential information to [his brother], knowing that [the brother] intended to trade on it, was precisely the 'gift of confidential information to a trading relative' that Dirks envisioned."  The court also found sufficient evidence that Salman – the indirect tippee – had known the initial source of the tip and that the jury "could readily have inferred [the tipper's] intent to benefit [his tippee-brother]."
Salman contended on appeal that the Second Circuit's Newman decision required a more rigorous interpretation of Dirks's personal-benefit requirement and that something more than a mere family relationship was needed to establish a breach of duty. Newman had held that, to the extent that "a personal benefit may be inferred from a personal relationship between the tipper and tippee, . . . such an inference is impermissible in the absence of proof of a meaningfully close personal relationship that generates an exchange that is objective, consequential, and represents at least a potential gain of a pecuniary or similarly valuable nature."
The Ninth Circuit rejected Salman's contention that the direct tippee's familial relationship with his tipper-brother was insufficient to demonstrate that the tipper had received a benefit without "at least a potential gain of a pecuniary or similarly valuable nature."  Instead, the Ninth Circuit concluded that, "[t]o the extent Newman can be read to go so far, we decline to follow it. Doing so would require us to depart from the clear holding of Dirks that the element of breach of fiduciary duty is met where an 'insider makes a gift of confidential information to a trading relative or friend.'"  The court therefore held that "[p]roof that the insider disclosed material nonpublic information with the intent to benefit a trading relative or friend is sufficient to establish the breach of fiduciary duty element of insider trading."
Salman sought and obtained review from the Supreme Court as to the question:  "Does the personal benefit to the insider that is necessary to establish insider trading under Dirks . . . require proof of 'an exchange that is objective, consequential, and represents at least a potential gain of a pecuniary or similarly valuable nature,' as the Second Circuit held in [Newman], . . . or is it enough that the insider and the tippee shared a close family relationship, as the Ninth Circuit held in this case?"
Supreme Court's Decision
The Supreme Court unanimously affirmed the Ninth Circuit and held that Dirks "easily resolves the narrow issue presented here."
The Court reiterated the rule that "a tippee is exposed to liability for trading on inside information only if the tippee participates in a breach of the tipper's fiduciary duty."  The examination of tippee liability thus must start with the tipper. "Whether the tipper breached [his or her] duty depends in large part on the purpose of the disclosure to the tippee."  The test for tipper liability under Dirks is "whether the [tipper] personally will benefit, directly or indirectly, from his disclosure."  The Court thus confirmed that "the disclosure of confidential information without personal benefit is not enough."
As to the nature of the requisite personal benefit, the Court reemphasized Dirks's holding that "a tipper breaches a fiduciary duty by making a gift of confidential information to 'a trading relative,' and that rule is sufficient to resolve the case at hand."  "[W]hen a tipper gives inside information to 'a trading relative or friend,' the jury can infer that the tipper meant to provide the equivalent of a cash gift."
The Court rejected Salman's reliance on Newman and ruled that, "[t]o the extent the Second Circuit held that the tipper must also receive something of a 'pecuniary or similarly valuable nature' in exchange for a gift to family or friends, . . . we agree with the Ninth Circuit that this requirement is inconsistent with Dirks."
Salman's Implications
The Salman decision is short, unanimous, and tied to existing precedent. The decision therefore does not alter insider-trading law, although it might put to rest at least some of the rumblings that Newman had raised. But the Court's ruling is also significant for what it did not do.
First, the Court did not retreat from the personal-benefit requirement. The Government had urged the Court to adopt a broad distinction between disclosure for corporate purposes and disclosure for noncorporate purposes – and to hold that any disclosure for a noncorporate purpose satisfies Dirks. But the Court did not rule so broadly. A personal benefit is still required. Nor did the Court jettison the personal-benefit requirement and adopt a broad parity-of-information principle, which would have prohibited trading on material, nonpublic information without further analysis of breaches of duty or personal benefits.
Second, the Court assumed without deciding that the personal-benefit requirement applies in all insider-trading cases, whether brought under the "classical" theory (which involves a breach of duty to the issuer and its shareholders) or under the "misappropriation" theory (which involves a breach of duty to the source of the information). The parties in Salman did not dispute that the personal-benefit analysis applied under both theories, so the Court "proceed[ed] on the assumption that it does."  The potential distinction between the two theories has been an issue since the Newman decision, with the Government arguing that Newman was a classical-theory case and that its stringent personal-benefit requirement does not apply to misappropriation-theory cases. That argument apparently remains alive at the Supreme Court level, although lower courts do not appear to have accepted it.
Third, subsequent cases might explore whether the Supreme Court meant to draw any distinctions between tips to family members and tips to friends. On the one hand, the Court held that Dirks's holding that "a tipper breaches a fiduciary duty by making a gift of confidential information to 'a trading relative' . . . [was] sufficient to resolve the case at hand" (emphasis added). On the other hand, the Court observed that, "[t]o the extent the Second Circuit held [in Newman] that the tipper must also receive something of a 'pecuniary or similarly valuable nature' in exchange for a gift to family or friends, . . . we agree with the Ninth Circuit that this requirement is inconsistent with Dirks" (emphasis added). Future defendants might argue that Salman is only about "trading relatives," not mere "friends," and that a more rigorous construction of the personal-benefit requirement is still appropriate for friends, even if not for relatives. The Government will likely respond that Dirks addressed both "trading relative[s] or friend[s]" and that the Supreme Court reaffirmed Dirks.
Fourth, the Salman decision did not involve another critical element of tippee liability:  whether the tippee knew or should have known that the tipper had received a legally cognizable personal benefit (whatever that benefit might be). Even if no distinction between family and friends exists for purposes of the personal-benefit requirement, the difference could matter in connection with the tippee's knowledge of the benefit. An argument or inference that a remote tippee knew or consciously avoided knowing of the tipper's benefit might be more tenable where the direct tippee was related to the tipper than where the direct tippee was merely a friend of the tipper.
We will continue to watch how Salman plays out in future cases.

( source : ) http://www.proskauer.com/publications/client-alert/supreme-court-reaffirms-personal-benefit-requirement-for-insider-trading/

Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2016

"New York Court Upholds Insider-Trading Verdict" [By Jonathan Richman]


U.S. District Judge Jed Rakoff denied motions for judgment as a matter of law or for a new trial after a jury found the defendants civilly liable for insider trading. The decision in SEC v. Payton (S.D.N.Y. Nov. 29, 2016) held that the jury had sufficient evidence to conclude that the initial tipper of inside information had misappropriated it and passed it on in breach of a duty of confidence and in exchange for a personal benefit – and that the defendant remote tippees had consciously avoided learning of the tipper’s breach of duty.
The Payton case involved inside information about a potential corporate acquisition.  The information had come from one of the acquiror’s outside attorneys, who allegedly had told a friend named Martin (the initial tipper) in circumstances where the two had allegedly shared a duty of trust and confidence.  Martin allegedly tipped his roommate, Conradt, who then allegedly tipped the two defendants.  The SEC brought civil proceedings against the two defendants for their trading, and the jury found them liable after a seven-day trial.
Judge Rakoff denied the defendants’ post-trial motions, concluding that sufficient evidence existed to allow the jury to have concluded that (i) the tipper (Martin) had breached his duty of trust and confidence to the source of the inside information, (ii) Martin had received a sufficient personal benefit in exchange for tipping Conradt, and (iii) the defendants (the remote tippees) had known or had had reason to know that Martin had breached his duty in exchange for a personal benefit.
Duty of Trust and Confidence. The court held that a rational jury could have concluded that a duty of trust and confidence had existed between the insider and the initial tipper (Martin), thereby justifying the insider’s belief that the tipper would not share the confidential information about the upcoming transaction.  The insider and the tipper had “enjoyed a close relationship of trust and confidence, including sharing private and sensitive matters about their careers, salaries, friends, and romantic partners.”  “Against this background, [the insider] shared details about the . . . transaction with [the tipper] because [the insider], a young associate, was ‘apprehensive’ about being assigned to work on a high-profile deal for a major client under the direction of a ‘fearsome’ partner, and wanted [the tipper’s] support and reassurance.”
Sufficiency of Personal Benefit. The court next held that a rational jury could have concluded that the tipper had received a personal benefit in exchange for tipping the initial tippee (Conradt).  The jury could have found that “[t]he two men considered each other friends and not only lived together as roommates but also engaged in a variety of social activities together, such as dining, hosting parties, playing basketball, and so forth.”  In addition, the jury had heard evidence that the tipper had tipped his friend “in order to benefit him, which, under the language of [the Supreme Court’s decision in Dirks v. SEC] at least, would have been a sufficient personal benefit.”  The jury could also have found a “quid pro quo” type of benefit sufficient to satisfy the Second Circuit’s decision in United States v. Newman because of several “favors” that the tippee had allegedly given to the tipper.
  • The tipper “repeatedly testified that he tipped [the tippee, who was an attorney] in exchange for advice about the legality of trading on the information.”
  • The tippee had helped the tipper when the tipper was arrested on an unrelated matter: the tippee had put the tipper in touch with a law-clerk friend who provided advice; the tippee had assisted the tipper in finding counsel and had suggested legal strategies that the tipper could use; and the tipper “himself linked the . . . tips to [the tippee’s] assistance with his arrest.”
  • The tippee had provided various household services to the tipper.
Defendants’ Conscious Avoidance of Knowledge. The court also held that a rational jury could have found that the remote tippees had known or had had reason to know that the initial tipper had disclosed the inside information in breach of a duty of confidentiality and in exchange for a personal benefit.
  • The tippee-defendants “were sophisticated investment professionals who understood that information about announced corporate transactions was confidential and valuable.”
  • The tippees also knew that the inside information “would have become ‘worthless’ if [they] had learned that it came from [a corporate insider], because [they] would have been unable to trade on it.”
  • The direct source of the defendants’ tips (Conradt) was “a green broker whose professional abilities [the defendants] held in small regard.”
  • The defendants’ direct source (Conradt) had “told them the source of the information was his roommate Trent Martin and warned them not to spread it any further.”
  • One of the remote tippees “took that warning to heart, concealing the information from another coworker who saw him researching [the target company] on his computer.”
  • “On a few occasions, [the defendant tippee] asked Conradt if his roommate (Martin) had learned any more [inside] information.”
Even though “neither defendant ever asked Conradt how his roommate came by the information or why his roommate shared it with him,” the court observed that, “without asking any questions, and crediting the inexperienced Conradt’s tips, they nonetheless made risky, speculative investments in [the target’s] securities, and turned handsome profits. . . . These are classic signs of ‘conscious disregard.’”  In addition, the defendants’ conduct after the transaction became public further supported “the inference that they generally understood, but had consciously avoided learning, the means by which the confidential [inside] information had been obtained.”
* *  *  *
The nature of the “personal benefit” requirement is currently before the Supreme Court in Salman v. United States, which was argued on October 5, 2016.  The oral argument in that case suggested that the Court is not likely to make any radical changes to insider-trading law, although the Court could refine the definition of the type of “personal benefit” needed to support a claim for breach of duty.  However, Salman involved tips within a family, rather than between or among unrelated individuals, so the Court could choose to focus narrowly on the family context.
Perhaps the more interesting aspect of the Payton decision is the court’s treatment of whether the defendants knew or should have known that the tipper (Martin) had breached his duty of confidentiality in exchange for a personal benefit.  The court laid out the evidence supporting the jury’s finding that the defendants had consciously avoided learning the facts:  they had believed that they could not trade if the information had come from an insider; they had known that their source (Conradt) had received the information from his roommate and that they were not supposed to share the information; they had concealed their investigations into the target company; and they had sought to disguise their conduct after placing their trades.  In these circumstances, the defendants’ failure to ask any questions about the origin of the information, coupled with their reliance on a source (Conradt) whom they apparently viewed as inexperienced, allowed the jury to conclude that the defendants had “generally understood, but had consciously avoided learning, the means by which the confidential . . . information had been obtained.”
We previously blogged about the Payton and Conradt cases herehere and here.