Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2022

ΠολΠρωτΑθ 1168/22 : ΙΚΕ - ΣΥΣΤΑΣΗ - ΕΙΣΦΟΡΕΣ - ΕΥΘΥΝΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ - ΜΕΙΩΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ. ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΛΟΓΙΣΜΙΚΟΥ - ΦΟΡΜΟΥΛΩΝ - ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ.

 


ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΕΙΔΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

ΑΡΙΘΜΟΣ 1168/2022

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Χριστόφορο Λινό, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Κωνσταντίνα Πολυζωγοπούλου, Πρωτόδικη Εισηγήτρια, Μαρία Τσακίρη, Πρωτόδικη και από τη Γραμματέα, Μαριάνθη Μισαηλίδου.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του την 20η Οκτωβρίου 2021, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ: 1) Της Κ. του Π., κατοίκου .... Αττικής, (οδός ...), με ΑΦΜ ... και 2) Β. του Ε., κατοίκου ομοίως με ΑΦΜ ....., για τους οποίους προκατέθεσαν εμπρόθεσμα προτάσεις οι δια των από 22-09-2020 δικαστικών πληρεξουσίων κοινοί πληρεξούσιοι δικηγόροι τους ΙΔ (AM ... ΔΣΑ), ΔΓ (AM ... ΔΣΑ) και ΓΚ (AM ... ΔΣΑ), οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου.

ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1) Ι. του Μ., κατοίκου .... Αττικής, (οδός ... αριθμ. ...) με ΑΦΜ ... και 2) Ε. του Κ., κατοίκου ομοίως, με ΑΦΜ ...., για τους οποίους προκατέθεσε εμπρόθεσμα προτάσεις ο δια των από 06-10-2020 δικαστικών πληρεξουσίων κοινός πληρεξούσιος δικηγόρος τους, ΘΖ (AM ... ΔΣΑ), ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου.

Οι ενάγοντες Αιτούν να γίνει δεκτή η από 24-05-2020 αγωγή τους, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, με γενικό αριθμό κατάθεσης .../2020 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου ..../2020, μετά δε το πέρας των προθεσμιών που προβλέπουν τα άρθρα 237 και 238 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκαν με το ν. 4335/2015, προσδιορίστηκε κατ' άρθρο 237 παρ. 4 ΚΠολΔ για την παραπάνω αναφερόμενη δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο με αριθμό ΣΤΑ1/7.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, δεν παραστάθηκαν, πλην όμως κατέθεσαν προσηκόντως, εντός της προθεσμίας Π του άρθρου 237 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 του ν. 4335/2015, προτάσεις, δια των οποίων αναπτύσσουν τους ισχυρισμούς τους και ζητούν να γίνουν αυτοί δεκτοί.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. α) Με τις διατάξεις των άρθ. 43 επ. του ν. 4072/2012 θεσμοθετήθηκε νέος εταιρικός τύπος ήτοι αυτός της ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας (εφεξής ΙΚΕ), με σκοπό να καλυφθούν οι ανάγκες μικρομεσαίων ιδίως επιχειρήσεων για άσκηση της επιχειρηματικής τους δράσης μέσω ενός εταιρικού σχήματος που θα κυμαινόταν μεταξύ ανώνυμης εταιρίας και προσωπικών εταιριών και θα ήταν απαλλαγμένο από δύσκαμπτες ρυθμίσεις του νόμου περί ΕΠΕ και από το σύμφυτο με την τελευταία σύστημα της διπλής πλειοψηφίας στη λήψη των αποφάσεων (βλ. σχετικώς Αλεξανδρίδου, Δίκαιο Εμπορικών Εταιριών, β' έκδ., 2016, σ. 601 επ., Ρόκα, Εμπορικές εταιρίες ζ' έκδ., 2012, σ. 579 επ., Β. Αντωνόπουλος Ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία, δ' εκδ., 2016, σ. 1 επ.). Θεσπίζοντας την ως άνω ευέλικτη και κατάλληλη για μικρομεσαίες ιδίως επιχειρήσεις εταιρική μορφή, ο νομοθέτης επιχείρησε, συνεπώς να συνδυάσει στοιχεία από το δίκαιο των προσωπικών εταιριών (π.χ. το μη επιβεβλημένο της ύπαρξης εταιρικού κεφαλαίου ιδία μετά την τροποποίηση του άρθ. 43 § 3 εδ. α' του ν. 4072/2012 από τον ν. 4155/2013, και την έλλειψη διατυπώσεων) και από το δίκαιο των κεφαλαιουχικών εταιριών (π.χ. ελεύθερη μεταβίβαση εταιρικής συμμετοχής έλλειψη ευθύνης για εταιρικά χρέη κ.α. βλ. Αλεξανδρίδου, ό.π., σ. 601, στον αρ. περ. 2). Πρόκειται για εταιρία με νομική προσωπικότητα, την οποία αποκτά με την καταχώρισή της στο ΓΕΜΗ, και με σωματειακή δομή, η οποία είναι εμπορική κατά το τυπικό σύστημα και ανήκει κατά βάση στις κεφαλαιουχικές εταιρίες ευθυνόμενη κατ' αρχάς για τα χρέη της μόνο αυτή με την περιουσία της εξαιρουμένης της περίπτωσης εταίρων με εγγυητικές εισφορές οι οποίοι υπέχουν περιορισμένη ευθύνη για τα εταιρικά χρέη (βλ. Αλεξανδρίδου, ό.π., σ. 603, στους αρ. περ. 5 επ., Ρόκα, ό.π., σ. 580). Οι βασικοί μηχανισμοί προστασίας των εταιρικών δανειστών, που θεσπίζονται στις κεφαλαιουχικές εταιρίες απαντώνται και στην ΙΚΕ. Κατά την αρχική πρόβλεψη, η ΙΚΕ έπρεπε κατά τη σύστασή της να έχει κεφάλαιο τουλάχιστον ενός ευρώ, μετά την τροποποίηση του άρθ. 43 § 3 εδ. α' του ν. 4072/2012 από τον ν. 4155/2013, ωστόσο, μπορεί αυτή να ιδρυθεί σήμερα και χωρίς κεφάλαιο, στοιχείο που συμβαδίζει με την κοινή πλέον διαπίστωση ότι ο μηχανισμός προστασίας των εταιρικών δανειστών μέσω του κεφαλαίου σχετική μόνον αξία έχει και ελάχιστα διασφαλίζει κατ' ουσίαν τη φερεγγυότητα της εταιρίας (βλ. Αλεξανδρίδου, ό.π., σ. 603, στον αρ. περ. 5). β) Περαιτέρω, οι εισφορές στην ΙΚΕ διακρίνονται σε κεφαλαιακές εξωκεφαλαιακές και εγγυητικές χωρίς να είναι αναγκαίο άπαντα τα ως άνω είδη εισφορών να συνδυάζονται στην αυτή εταιρία. Κάθε εταίρος μπορεί να έχει εταιρικά μερίδια, που εκπροσωπούν διαφορετικά είδη εισφορών, ενώ κάθε εταιρικό μερίδιο μπορεί να εκπροσωπεί ένα μόνο είδος εισφοράς Οι κεφαλαιακές εισφορές που αποτελούν εισφορές σε μετρητά ή σε είδος, σχηματίζουν το κεφάλαιο της ΙΚΕ, το σύνολο δε της ονομαστικής αξίας των εισφορών του εν λόγω είδους σχηματίζουν το κεφάλαιο της εταιρίας, που εμφανίζεται και στον σχετικό λογαριασμό των ιδίων κεφαλαίων της εταιρίας (βλ. Ρόκα, ό.π., σ. 582-583, Αλεξανδρίδου, ό.π., σ. 621-624 και αναλυτικά Αντωνόπουλο, ό.π., σ. 135-166-βλ. σχετικώς άρθ. 76-80 του ν. 4072/2012). Οι κεφαλαιακές εισφορές σε είδος απαιτείται να είναι δεκτικές χρηματικής αποτίμησης και να μπορούν να αποτελέσουν στοιχείο του ενεργητικού. Η αποτίμηση γίνεται κατ' αρχάς σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθ. 9 και 9α του κ.ν. 2190/1920 και υποβάλλεται σε δημοσιότητα στο ΓΕΜΗ, δεν απαιτείται, ωστόσο, να λάβει χώρα, όταν η αξία της εισφοράς κατά το καταστατικό ή, σε περίπτωση αύξησης κεφαλαίου, κατά την απόφαση που αυξάνει το κεφάλαιο, δεν υπερβαίνει το ποσό των 5.000 ευρώ (βλ. σχετικώς Αντωνόπουλο, ο.π., σ. 140-144, Αλεξανδρίδου, ο.π., σ. 622). Οι κεφαλαιακές εισφορές, είτε είναι χρηματικές είτε εισφορές είδους, πρέπει να καταβληθούν ολοσχερώς κατά την ίδρυση της εταιρίας, δηλαδή την καταχώρησή της στο ΓΕΜΗ, ή κατά την αύξηση του κεφαλαίου, ο δε διαχειριστής οφείλει μέσα σε ένα μήνα από τη σύσταση ή την αύξηση του κεφαλαίου να βεβαιώσει την ολοσχερή καταβολή με πράξη, που καταχωρίζεται στο ΓΕΜΗ. Η υπαίτια παράλειψη πιστοποίησης της καταβολής ή ανακριβής πιστοποίηση μπορεί να θεμελιώσει ευθύνη του διαχειριστή έναντι της εταιρείας και των τρίτων για τη ζημία που τυχόν θα υποστούν. Αν το κεφάλαιο καλύπτεται με εισφορές είδους, ο διαχειριστής οφείλει να πιστοποιήσει ότι το αντικείμενο που καταβλήθηκε είναι εκείνο που προβλέπεται στο καταστατικό και που αποτιμήθηκε κατά τα άρθρα 99α ν.2190/1920. Επί μη ολοσχερούς καταβολής, ο διαχειριστής οφείλει να προβεί άμεσα σε μείωση του κεφαλαίου και ακύρωση των εταιρικών μεριδίων, που δεν εξοφλήθηκαν (βλ. άρθ. 77 § 4 του ν. 4072/2012). Αύξηση ή μείωση των εταιρικών μεριδίων, που αντιστοιχούν σε κεφαλαιακές εισφορές μπορεί να γίνει μόνο με αύξηση ή μείωση του κεφαλαίου (βλ. άρθ. 77 § 3 του ν. 4072/2012, καθώς και Αλεξανδρίδου, ό.π., σ. 622, στον αρ. περ. 3). Δεν είναι δυνατόν στον εταίρο να επικαλεστεί ολική καταβολή αξίας κάποιων μεριδίων και μη καταβολή της αξίας άλλων λόγω της αρχής του αδιαίρετου της καταβολής του κεφαλαίου. Ο διαχειριστής που δεν προέβη στα ανωτέρω έχει ποινική ευθύνη κατ' άρθρο 119 περιπτ. Στ' ν. 4072/2012, ενώ οι εταίροι θα μπορούν να λάβουν οι ίδιοι απόφαση μείωσης του κεφαλαίου. Αν δεν υπάρξει ούτε πράξη του διαχειριστή ούτε απόφαση των εταίρων δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επήλθε αυτόματη μείωση του κεφαλαίου (βλ. Αλ. Σπυρίδωνος, Δίκαιο ΙΚΕ & ΕΠΕ, Ερμηνεία κατ' άρθρο. Νομική Βιβλιοθήκη 2012, σελ. 30). Αν τώρα η εισφορά σε είδος βαρύνεται με νομικό ελάττωμα, ο εταίρος υποχρεούται να το άρει διαφορετικά ο διαχειριστής προχωράει επίσης στη μείωση του κεφαλαίου και ακύρωση των μεριδίων. Αν πάλι βαρύνεται με πραγματικό ελάττωμα, ο διαχειριστής μειώνει επίσης το κεφάλαιο ακυρώνοντας τα μερίδιά του ή ζητάει από τον εταίρο τη συμπλήρωσή του με χρήμα (Β. Αντωνόπουλος, ό.π. σελ. 143-144). γ) Εξάλλου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 67 «1. Ο διαχειριστής ευθύνεται έναντι της εταιρείας για παραβάσεις του παρόντος νόμου, του καταστατικού και των αποφάσεων των εταίρων, καθώς και για κάθε διαχειριστικό πταίσμα. Η ευθύνη αυτή δεν υφίσταται προκειμένου για πράξεις ή παραλείψεις που στηρίζονται σε σύννομη απόφαση των εταίρων ή που αφορούν εύλογη επιχειρηματική απόφαση, η οποία ελήφθη με καλή πίστη, με βάση επαρκείς πληροφορίες και αποκλειστικά προς εξυπηρέτηση του εταιρικού συμφέροντος, Αν περισσότεροι διαχειριστές ενήργησαν από κοινού, ευθύνονται εις ολόκληρο. 2. Με απόφαση των εταίρων μπορεί να απαλλάσσεται ο διαχειριστής μετά την έγκριση των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων μόνο για τα διαχειριστικά πταίσματα, εκτός αν οι εταίροι παρέχουν ομόφωνα γενική απαλλαγή. 3. Η αξίωση της εταιρείας παραγράφεται μετά τριετία από την τέλεση της πράξης. 4. Την αγωγή της εταιρείας για αποζημίωση ασκεί και οποιοσδήποτε εταίρος ή διαχειριστής της εταιρείας. Με απόφαση των εταίρων μπορεί να ορίζεται ειδικός εκπρόσωπος της εταιρείας για τη διεξαγωγή της δίκης.». Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο διαχειριστής ΙΚΕ ευθύνεται έναντι του νομικού προσώπου αυτής για παραβάσεις του παρόντος νόμου, του καταστατικού και των αποφάσεων των εταίρων. Επίσης ο διαχειριστής ΙΚΕ ευθύνεται και για κάθε «διαχειριστικό πταίσμα» (άρθρ. 67 παρ. 1 εδ. α' ν. 4072/2012). Σε διαχειριστικό πταίσμα θα υποπίπτει ο διαχειριστής, εάν κατά την άσκηση των καθηκόντων του ως οργάνου της εταιρείας παραβίασε τους κανόνες επιμέλειας τους οποίους μπορεί και οφείλει να τηρεί ο μέσος επιμελής διοικητής ξένης περιουσίας με βάση την καλή πίστη (αρ. 288 και 281 ΑΚ). Στις ανωτέρω περιπτώσεις η ΙΚΕ έχει αξίωση κατά του διαχειριστή για αποκατάσταση της Οίμίας, την οποία υπέστη λόγω της συμπεριφοράς του. Επομένως, για να θεμελιωθεί ευθύνη του διαχειριστή θα πρέπει να συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις του γενικού δικαίου της αποζημίωσης. Ο διαχειριστής δεν έχει ευθύνη έναντι των εταίρων, οι οποίοι κατ' αρχήν δεν έχουν ευθεία αξίωση εναντίον του για τη ζημία που υφίστανται από τις πράξεις που αυτός ενεργεί κατά τα ανωτέρω, αφού τη ζημία υφίσταται η εταιρεία και οι εταίροι υφίστανται μόνο έμμεση ζημία. Η έμμεση ζημία των εταίρων μπορεί να αποκατασταθεί κατ' αρχήν μόνο εμμέσως, μέσω της αποκατάστασης της άμεσης ζημίας του νομικού προσώπου της IKE (Β. Αντωνόπουλος, ΙΚΕ ό.π. υπό αρθρ. 67/1 σελ. 71). Η εταιρική αγωγή της ΙΚΕ κατά του διαχειριστή, εφόσον θεμελιώνεται ευθύνη του κατά τα ανωτέρω, δεν προϋποθέτει τη λήψη προηγούμενης απόφασης των εταίρων, με την οποία αποφασίζεται η άσκησή της. Η εταιρική αγωγή ασκείται κατ' αρχήν από την ίδια την εταιρεία νομίμως εκπροσωπούμενη. Μπορεί όμως να ασκηθεί και πλαγιαστικώς από οποιονδήποτε εταίρο ή διαχειριστή της ΙΚΕ ως μη δικαιούχο διάδικο με αίτημα την καταβολή της αποζημίωσης στο νομικό πρόσωπο της ΙΚΕ. Πλαγιαστική άσκηση της αγωγής από τρίτον δεν μπορεί να ασκηθεί (ΑΠ 580/1984 ΕΕμπΔ 1985. 464, ΕφΠειρ 235/2007 ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΕφΑΘ 3669/2002 ΕλλΔνη 2003. 218, ΕφΘεσ 309/1998 ΔΕΕ 1998. 602, ΠΠρΘεσ 3526/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΘεσ 3972/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΘεσ 12535/2009 ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΠΠρΘεσ 34395/2008 ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΠΠρΗρακλ 537/2000 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΑρτ 32/1997 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΘεσ 13481/1996 Αρμ. 1997. 1345, βλ. Σπυρίδωνος ό.π σελ.479-483, Γιοβαννόπουλο σε ΣΕΑΚ, επιμ. Απ. Γεωργιάδη, Τ. Ι., υπό το άρθρο 741, στον αρ. περ. 40, Μαρίνο, ο.π., σελ. 117-118, στους αρ. περ. 176 επ.). Ειδικότερα, η εν λόγω νομική κατασκευή (actio pro socio) ευρίσκει το έρεισμά της στην εταιρική σύμβαση και στο γεγονός ότι οι εταίροι, κατά την κατάρτιση της εταιρικής σύμβασης, υπόσχονται, κατ' άρθρο 741 ΑΚ, την εκπλήρωση των εταιρικών υποχρεώσεων όχι μόνο προς το νομικό πρόσωπο της εταιρίας, αλλά και σε κάθε εταίρο ατομικά (βλ. αναλυτικά Μαρίνο, ο.π., σελ. 113 επ., στους αρ. περ. 161 επ., Ρόκα, Εμπορικές Εταιρίες, 7η έκδ, σελ. 81-82, Παναγιώτου, Το Νέο Δίκαιο της Ομόρρυθμης & Ετερόρρυθμης Εταιρίας 2013, σελ. 135 επ., Λιακόπουλο σε Γεωργιάδη/Σταθόπουλου ΑΚ, υπό το άρθρο 748, στον αρ. 10, Κολοτούρο, Actio Pro Sodo Η δικονομική διάστασις της εταιρικής αγωγής, 2006 passim). Με βάση αυτή την κατ' ουσίαν συμπληρωτική ερμηνεία της εταιρικής σύμβασης σύμφωνα με την καλή πίστη (άρθρο 200 ΑΚ), συνάγεται το συμπέρασμα ότι στην άσκηση σχετικής αγωγής για την εκπλήρωση των εταιρικών υποχρεώσεων, που ερείδονται στην εταιρική σύμβαση, νομιμοποιείται μεν κατ’ αρχάς το νομικό πρόσωπο της εταιρίας εκπροσωπούμενο από τον διαχειριστή της στην περίπτωση, όμως που ο τελευταίος δεν υπάρχει ή αδρανεί ή συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 750 ΑΚ, τις αξιώσεις της εταιρίας δύναται να τις ασκήσει, με επίκληση των ανωτέρω γεγονότων, και έκαστος των εταίρων στο όνομά του αιτούμενος ως μη δικαιούχος διάδικος την εκπλήρωση (πχ την καταβολή της οφειλόμενης εισφοράς ή την καταβολή αποζημίωσης λόγω παράβασης πρωτογενών υποχρεώσεων από την εταιρική σύμβαση ή την παροχή λογοδοσίας) προς την εταιρία και όχι προς τον ίδιο ατομικά (βλ. ως προς τη θεμελΐωση και τις προϋποθέσεις άσκησης της εν λόγω αγωγής αντί άλλων Μαρίνο, ο.π., σελ. 113-116, ΕφΠειρ 378/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΘες 10390/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΘες 3879/2001 ΑΡΜ 2002,240). δ) Τέλος, στο άρθρο 744 ΑΚ ορίζεται ότι: «Ως προς τον κίνδυνο της εισφοράς την ευθύνη για ελαττώματά της εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για τη μίσθωση, αν η εισφορά συνίσταται στη χρήση πράγματος ή εργασία, και οι διατάξεις για την πώληση, αν η εισφορά συνίσταται στην κυριότητα πράγματος». Ιδίως εφαρμόζεται το άρθρο 516 ΑΚ, που παραπέμπει στις γενικές διατάξεις των άρθρων 335, 336, 347 επ. και 380 επ. ΑΚ, ωστόσο με την επιφύλαξη της υποκατάστασης του δικαιώματος υπαναχώρησης από εκείνο της καταγγελίας κατ' άρθρο 743 ΑΚ. Γίνεται ωστόσο δεκτή διασταλτική ερμηνεία του άρθρου 744 ΑΚ, ώστε να εφαρμόζονται αναλογικά διατάξεις που καλύπτουν άλλα ζητήματα αφορώντα την ευθύνη του εισφέροντα (λ.χ. χρονικά όρια, περιεχόμενο, περιορισμούς ευθύνης κλπ). Αντίστοιχα, εφαρμόζονται αναλογικά διατάξεις άλλων επώνυμων συμβάσεων που καλύπτουν αντίστοιχες κατηγορίες εισφορών, όπως εκείνες για τη σύμβαση έργου (επί εισφοράς έργου) ή για την εκχώρηση απαίτησης (επί εισφοράς απαίτησης), οι οποίες ως ειδικότερες εκτοπίζουν τις διατάξεις για την πώληση δικαιώματος Επίσης ο καταρχήν ενδοτικός χαρακτήρας των διατάξεων, στις οποίες γίνεται παραπομπή, επιτρέπει στους εταίρους να ρυθμίσουν κατ' απόκλιση από τις νόμιμες ρυθμίσεις τα ζητήματα του κινδύνου και τις ευθύνης για ελκώματα (βλ. Γιοβαννόπουλος σε Απ. Γεωργιάδη, ΣΕΑΚ, άρθρο 744 αρ. 4 πρβλ. Θ Σιδηρόπουλο, Η έκτακτη αύξηση κεφαλαίου στην ανώνυμη εταιρία, 1 » 2008, σελ. 162-163).

ΙΙ. α). Σύμφωνα με την Οδηγία 91/250/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 14ης Μαΐου 1991 για τη νομική προστασία των προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών, υποχρεούνται τα κράτη-μέλη να θεωρήσουν το πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή ως λογοτεχνικό έργο. Ειδικότερα, στο άρθρο 1 της εν λόγω Οδηγίας στο οποίο καθορίζεται το αντικείμενο της προστασίας ορίζονται τα ακόλουθα: «1. Σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας τα κράτη-μέλη προστατεύουν τα προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών με δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας σαν λογοτεχνικά έργα κατά την έννοια της σύμβασης της Βέρνης για την προστασία των λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών έργων. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας ο όρος "προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών" περιλαμβάνει και το προπαρασκευαστικό υλικό σχεδιασμού τους. 2. Η προστασία σύμφωνα με την παρούσα οδηγία ισχύει για κάθε μορφή έκφρασης ενός προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή. Οι ιδέες και οι αρχές στις οποίες βασίζεται οποιοδήποτε στοιχείο προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή, περιλαμβανόμενων και εκείνων στις οποίες βασίζονται τα συστήματα διασύνδεσής του, δεν προστατεύονται με δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας βάσει της παρούσας οδηγίας. 3. Ένα πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή προστατεύεται εφόσον είναι πρωτότυπο με την έννοια ότι είναι αποτέλεσμα προσωπικής πνευματικής εργασίας του δημιουργού του. Η παροχή της προστασίας δεν εξαρτάται από την εφαρμογή κανενός άλλου κριτηρίου». Το περιεχόμενο της ως άνω Οδηγίας του Συμβουλίου έχει τροποποιηθεί με την Οδηγία 2009/24/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Απριλίου 2009 για τη νομική προστασία των προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών. Εντούτοις, το άρθρο 1 και της Οδηγίας αυτής, είναι πανομοιότυπο με το προπαρατιθέμενο άρθρο της ως ανωτέρω Οδηγίας 91/250/ΕΟΚ, η οποία μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τον ν. 2121/1993 περί πνευματικής ιδιοκτησίας και συγγενικών δικαιωμάτων. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του συγκεκριμένου νόμου, «οι πνευματικοί δημιουργοί με τη δημιουργία του έργου αποκτούν πάνω σ' αυτό πνευματική ιδιοκτησία, που περιλαμβάνει ως αποκλειστικά και απόλυτα δικαιώματα το δικαίωμα εκμετάλλευσης του έργου (περιουσιακό δικαίωμα) και το δικαίωμα της προστασίας του προσωπικού τους δεσμού προς αυτό (ηθικό δικαίωμα)», ενώ και κατά την παρ. 2, «τα δικαιώματα αυτά περιλαμβάνουν τις εξουσίες, που προβλέπονται στα άρθρα 3 και 4 του παρόντος νόμου». Εξάλλου, στο άρθρο 2 του παραπάνω νόμου απαριθμούνται εκτενώς, ενδεικτικά, τα πνευματικά δημιουργήματα τα οποία, εφόσον είναι πρωτότυπα, θεωρούνται έργα και είναι αντικείμενα της πνευματικής ιδιοκτησίας.

Ειδικότερα, στο άρθρο 2 παρ. 1, 3 και 4 του ίδιου νόμου προβλέπονται τα εξής: «1. Ως έργο νοείται κάθε πρωτότυπο πνευματικό δημιούργημα λόγου, τέχνης ή επιστήμης που εκφράζεται με οποιαδήποτε μορφή, ιδίως τα γραπτά ή προφορικά κείμενα... 3. Θεωρούνται ως έργα λόγου και προστατεύονται κατά τις διατάξεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας τα προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών και το προπαρασκευαστικό υλικό του σχεδιασμού τους. Η προστασία παρέχεται σε κάθε μορφή έκφρασης ενός προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή. Οι ιδέες και οι αρχές στις οποίες βασίζεται οποιοδήποτε στοιχείο του προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή περιλαμβανόμενων και εκείνων στις οποίες βασίζονται τα συστήματα διασύνδεσης του, δεν προστατεύονται κατά τον παρόντα νόμο. Ένα πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή θεωρείται πρωτότυπο, εφόσον είναι προσωπικό δημιούργημα του δημιουργού του. 4. Η προστασία του παρόντος νόμου είναι ανεξάρτητη από την αξία και τον προορισμό του έργου, καθώς και από το γεγονός ότι το έργο προστατεύεται ενδεχομένως και από άλλες διατάξεις». Ο ορισμός αυτός συμπίπτει εννοιολογικά με τον ανωτέρω ορισμό της Οδηγίας 91/250/ΕΟΚ, η οποία, ως προαναφέρθηκε, προβλέπει ότι το πρόγραμμα ενός υπολογιστή είναι πρωτότυπο, εφόσον είναι «αποτέλεσμα προσωπικής πνευματικής εργασίας του δημιουργού του», κατά συνέπεια αρκεί το ίδιο κριτήριο πρωτοτυπίας που απαιτείται για τα άλλα έργα του πνεύματος (βλ. ΑΠ 919/2007, ΑΠ 1493/2009, ΑΠ 1438/2004 και ΕφΘες 1786/2014, άπασες δημοσιευθείσες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, στην ελληνική επικράτεια γίνεται νομολογιακά δεκτό ότι το πρόγραμμα του ηλεκτρονικού υπολογιστή προστατεύεται, εφόσον χαρακτηρίζεται από μία προσωπική πνευματική συμβολή του δημιουργού του και από μία ιδιαίτερη ατομικότητα ή εφόσον εμφανίζει δημιουργικό ύφος που το διαφοροποιεί από άλλα παρεμφερή προγράμματα και ασχέτως εάν αυτά, ως τεχνολογικά προϊόντα, προστατεύονται με το απόλυτο και αποκλειστικό δικαίωμα της ευρεσιτεχνίας [βλ. άρθρο 45 του ν. 2121/1993, πρβλ και ΑΠ (Ποινικό τμήμα) 1500/2006, ΑΠ 919/2007, ΕφΠειρ 599/2012, άπασες δημοσιευθείσες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Δεν αρκεί, όμως για να προσδώσει πρωτοτυπία σε ένα έργο, το απλό γεγονός ότι αυτό δεν είναι αντιγραφή (ακόμη και με κάποιες παραλλαγές) ενός άλλου, ούτε η πρωτοτυπία ταυτίζεται με τον κόπο, την επιμέλεια, την έκταση, τη χρησιμότητα, τη δαπάνη ή τη χρονική διάρκεια που απαιτήθηκαν για την εκπόνηση του, αλλά θα πρέπει να παρουσιάζει (ως σύνολο ή τμήμα του) την απαιτούμενη πρωτοτυπία (βλ. ΕφΘες 1786/2014, ό.π.). Εξάλλου, η προστασία του πρωτότυπου έργου είναι ανεξάρτητη .από το μέγεθος ή την ολοκλήρωση ή την αξία αυτού ή τον προορισμό του, δηλαδή τη δυνατότητα εμπορικής εκμετάλλευσης του ή απόκτησης ακαδημαϊκού ή άλλου επιστημονικού τίτλου. Στην τελευταία περίπτωση, δεν απαιτείται για την προστασία του δημιουργού να έχει αναγνωρισθεί προηγουμένως και επισήμως η πρωτοτυπία του έργου και υπό των αρμοδίων για την απονομή του ακαδημαϊκού τίτλου οργάνων (βλ. ΑΠ 20/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Το εάν ένα πνευματικό δημιούργημα είναι πρωτότυπο έργο ή όχι αποτελεί, σε κάθε περίπτωση, πραγματικό ζήτημα (βλ. ΑΠ 152/2006, ΕλλΔνη 2006, 493 και ΕφΘες 1786/2014, ό.π.). β) Το πρόγραμμα του ηλεκτρονικού υπολογιστή είναι ο φορέας των πληροφοριών η έλλειψη του οποίου καθιστά άχρηστη τη συσκευή, στον τομέα δε των ηλεκτρονικών υπολογιστών (Η/Υ) έχει επικρατήσει το ζεύγος των εννοιών hardware (μηχανικό μέρος του Η/Υ) και software. Η έννοια του τελευταίου περιλαμβάνει όλα τα είδη προγραμμάτων Η/Υ μαζί με το συνοδευτικό υλικό τους, ορίζεται δε ως το σύνολο των διανοητικά επεξεργασθέντων για την επίλυση του προβλήματος επεξεργασίας πληροφοριών. Στη γενική έννοια του software περιλαμβάνονται: α) το πρόγραμμα του Η/Υ, β) ή περιγραφή προγράμματος (προπαρασκευαστικό υλικό) και γ) το συνοδευτικό υλικό. Ως πρόγραμμα του ηλεκτρονικού υπολογιστή νοείται μία σειρά εντολών που έχουν σκοπό να επιτρέψουν στη συσκευή επεξεργασίας πληροφοριών, δηλαδή στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, να εκτελέσει ή επιτύχει ορισμένη λειτουργία ή ορισμένα αποτελέσματα. Επομένως το πρόγραμμα είναι το τελικό προϊόν ή η αποκρυστάλλωση μίας μακράς εξελικτικής διαδικασίας και το σπουδαιότερο μέρος ενός έτοιμου «πακέτου» software, το οποίο περιλαμβάνει τον πηγαίο κώδικα (source code) και το πρόγραμμα της μηχανής (machine code), μέρη που έχουν τη μεγαλύτερη οικονομική αξία και αποτελούν το προσφιλέστερο αντικείμενο της αντιγραφής. Η περιγραφή του προγράμματος περιλαμβάνει το προστάδιο εκπόνησης του, μέρος και αυτό της γενικής ιδέας του software, που ορίζεται από τις πρότυπες οδηγίες ως μία πλήρης παράσταση διαδικασίας σε γλωσσική, σχηματική ή άλλη μορφή, τα στοιχεία της οποίας επαρκούν για τον καθορισμό μίας σειράς εντολών, οι οποίες θα απαρτίσουν το τελικό πρόγραμμα και με τη βοήθεια των οποίων (στοιχείων) μπορεί να γίνει η οριστική εκπόνηση του, στο δε συνοδευτικό υλικό ή τεκμηρίωση εφαρμογής ανήκουν οι οδηγίες προς το χειριστή, σχόλια, παρατηρήσεις και σημειώσεις που εξηγούν το χειρισμό του προγράμματος. Κεντρική, όμως σημασία για το γράψιμο ενός προγράμματος έχει ο αλγόριθμος που αποτελεί κάθε διαδικασία επίλυσης ενός προβλήματος η εκτέλεση της οποίας έχει προκαθοριστεί μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια. Η ιδιορρυθμία του αλγόριθμου συνίσταται στο ότι η εκτέλεση του μπορεί να γίνει μηχανικά και, επομένως παριστά μία διαδικασία της οποίας η εκτέλεση δεν απαιτεί δημιουργική φαντασία ή ικανότητα και μπορεί να αφεθεί σε μία απολύτως αυτοματοποιημένη μηχανή. Από άποψη δικαίου πνευματικής ιδιοκτησίας το ζεύγος ιδέας και μορφής αντικατοπτρίζει τη σχέση αλγόριθμου προγράμματος γι' αυτό και ο πρώτος δεν προστατεύεται. Συνακόλουθα, η εκπόνηση ενός προγράμματος Η/Υ γίνεται βάσει προκαθορισμένων κανόνων και αποτελεί μία αξιόλογη διανοητική εργασία, η οποία απαιτεί αναλυτική και συνθετική ικανότητα, φαντασία και κρίση για τη σωστή επιλογή μεθόδου και ορθά κριτήρια επιλογής δεδομένων, ενώ η επιτυχία του εξαρτάται από την ποιότητα και την ακρίβεια των προκαταρκτικών εργασιών και τη δημιουργική ικανότητα εύρεσης του καταλληλότερου αλγόριθμου (βλ. ΕφΠειρ 599/2012, ΕφΑθ 2949/2003 και ΕφΘες 1784/2014, άπασες δημοσιευθείσες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, η ως άνω προστασία ισχύει για κάθε μορφή έκφρασης ενός προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή, ενώ οι ιδέες και οι αρχές στις οποίες βασίζεται οποιοδήποτε στοιχείο προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή, περιλαμβανόμενων και εκείνων στις οποίες βασίζονται τα συστήματα διασύνδεσής του, δεν προστατεύονται με δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας βάσει τόσο της ως άνω Οδηγίας 91/250/ ΕΟΚ, όσο και της παρ. 3 του άρθρου 2 του ν. 2121/1993.

Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2022

ΣΤΕ 2033/2022 [ΠΑΡΑΝΟΜΗ ΥΑ ΠΕΡΙ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟΥ ΚΤΙΡΙΟΥ ΩΣ ΜΝΗΜΕΙΟΥ]



 Περίληψη

Τα ακίνητα πολιτιστικά αγαθά που ανάγονται στους προϊστορικούς, αρχαίους, βυζαντινούς και μεταβυζαντινούς χρόνους και χρονολογούνται έως και το 1830, δηλαδή τα αρχαία ακίνητα μνημεία, προστατεύονται από τον νόμο, χωρίς να απαιτείται έκδοση διοικητικής πράξης για τον χαρακτηρισμό τους. Τα ακίνητα μνημεία που ανάγονται σε περίοδο προγενέστερη των εκάστοτε τελευταίων εκατό ετών χαρακτηρίζονται ως μνημεία με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, λόγω της σημασίας τους, η οποία μπορεί να αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στην αρχιτεκτονική αξία τους (όπως συμβαίνει με τα οικοδομήματα που σημαδεύουν την εισαγωγή μιας σημαντικής περιόδου της αρχιτεκτονικής στη Χώρα ή έχουν διακριθεί από την έγκυρη αρχιτεκτονική κριτική), στην αξία τους από πολεοδομική άποψη (προκειμένου π.χ. για μεμονωμένο κτίσμα ή για κτιριακό συγκρότημα που αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα μιας ιστορικής φάσης στην εξέλιξη του οικισμού ή δημιουργεί ανάπτυγμα όψεων και συμβάλλει στην ανάδειξη της εικόνας του αστικού τοπίου), ή, τέλος, στην ιστορική αξία τους (όταν πρόκειται για ακίνητο ή χώρο που συνδέεται με την πολιτική ή κοινωνική ή οικονομική ιστορία του νεότερου ελληνικού κράτους ή ορισμένης περιοχής και η διατήρησή του συμβάλλει στη διαφύλαξη της ιστορικής μνήμης). Ως μνημεία χαρακτηρίζονται για τους ίδιους λόγους και ακίνητα αναγόμενα στην περίοδο των εκάστοτε τελευταίων εκατό ετών, εφόσον, όμως, η σημασία τους για έναν ή περισσότερους από τους παραπάνω λόγους είναι

Η νομιμότητα των διοικητικών πράξεων που εκδίδονται κατ’ εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων του ν. 3028/2002 ελέγχεται από τον ακυρωτικό δικαστή, τόσο ως προς την πληρότητα της αιτιολογίας όσο και ευθέως για την ορθή εφαρμογή του νόμου, εφόσον από τα στοιχεία του φακέλου διαπιστώνεται, με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας, η συνδρομή ή μη των κριτηρίων που προβλέπονται από τον νόμο για τον χαρακτηρισμό.

Όπως προκύπτει από το ιστορικό της υπόθεσης, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο του υπ’ αριθμ. 25/29.9.2016 πρακτικού του Κ.Σ.Ν.Μ., η Διοίκηση επαναφέρει το ζήτημα του χαρακτηρισμού του κτιρίου της οδού Ταξιαρχών 23, υπό το καθεστώς πλέον του ν. 3028/2002, εξετάζοντας τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 6 παρ. 1 περ. β. Προκειμένου δε να καταστεί εφικτή η χρονολόγηση του κτιρίου εξετάσθηκαν αναλυτικά, όπως προκύπτει από τις καταγραφείσες απόψεις στο πρακτικό, τα αρχιτεκτονικά και μορφολογικά χαρακτηριστικά, τόσο στο εσωτερικό, όσο και στο εξωτερικό του κτιρίου.  Κατόπιν αξιολόγησης του συνόλου των ανωτέρω χαρακτηριστικών (δομικά στοιχεία, υπάρχουσα εσωτερική σκάλα, πόρτες στο εσωτερικό), αλλά ιδίως του τρόπου κατασκευής της πλευράς του κτιρίου που αποκαλύφθηκε μετά την κατεδάφιση όμορου κτίσματος (αργολιθοδομή με ξυλοδεσιές), η οποία δεν ήταν ορατή κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης περί μη χαρακτηρισμού του επίμαχου οικήματος ως μνημείου (1991), το Κ.Σ.Ν.Μ. αιτιολογώντας πλήρως , κατά το μέρος τούτο, την γνώμη του, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το επίμαχο κτίριο είναι προγενέστερο των τελευταίων εκατό ετών, καθώς, όπως προκύπτει από το πρακτικό, ανάγεται τουλάχιστον το αργότερο στο β’ μισό του 19ου αιώνα. Επομένως, ο προβαλλόμενος λόγος περί μη νομίμου αιτιολογίας της προσβαλλομένης, ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 6 παρ. 1 β του ν. 3028/2002 , και συγκεκριμένα ως προς τη χρονολόγηση του κτιρίου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ωστόσο, δεν προκύπτει κατά τρόπο σαφή η σημασία του επίμαχου κτιρίου, σύμφωνα με τα κριτήρια που τίθενται καθ’ ερμηνεία του άρθρου 6 παρ. 1β του ν. 3028/2022 (όπως π.χ. οικοδόμημα που σημαδεύει την εισαγωγή μιας σημαντικής περιόδου της αρχιτεκτονικής στη Χώρα ή οικοδόμημα που έχει διακριθεί από έγκυρη αρχιτεκτονική κριτική], ενώ τα ίδια μορφολογικά και αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά, όπως προκύπτει από τα ανωτέρω αποσπάσματα του πρακτικού του Κ.Σ.Ν.Μ., αξιολογούνται κατά τρόπο διαφορετικό από πλευράς σπουδαιότητας. Πέραν αυτού, από το πρακτικό του Κ.Σ.Ν.Μ. δεν προκύπτει η σημασία του οικοδομήματος από άλλες απόψεις, όπως π.χ. πολεοδομική ή ιστορική (σύνδεση με την οικονομική, κοινωνική και πολιτική ζωή της περιοχής), σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 6 παρ. 1 β του ν. 3028/2002. Εξάλλου, όσον αφορά στην ιστορική αξία του οικοδομήματος, όπως προκύπτει από το πρακτικό του Κ.Σ.Ν.Μ., διατυπώνονται αμφιβολίες, ως προς το εάν στο επίμαχο οικοδόμημα γεννήθηκε ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Θεόδωρος Συναδινός.

Εξάλλου, ενόψει της πλημμελούς αιτιολογίας του πρακτικού του Κ.Σ.Ν.Μ και συνακόλουθα και της προσβαλλόμενης πράξης ως προς τη σημασία του οικοδομήματος κλονίζεται η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με την ύπαρξη σύνδεσης με το όμορο , χαρακτηρισμένο ως μνημείο οίκημα στον αριθμό 21. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη πράξη είναι αόριστη, καθ’ o μέρος με αυτήν γίνεται αναφορά σε άλλα κτίρια, της ίδιας περιόδου με το επίδικο, τα οποία μαζί με αυτό και το χαρακτηρισθέν ως μνημείο, όμορο οικοδόμημα αποτελούν αρχιτεκτονικό σύνολο και τεκμήριο της πολεοδομικής, αρχιτεκτονικής, οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης της πόλης του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα και εμπλουτίζουν το κτιριακό και πολιτισμικό απόθεμα του ιστορικού εμπορικού κέντρου. Και τούτο διότι σε κανένα σημείο, τόσο της εισήγησης της Προϊσταμένης της Δ.Π.Α.Ν.Σ.Μ , όσο και του πρακτικού του Κ.Σ.Ν.Μ., δεν προσδιορίζονται τα κτίρια αυτά, η θέση αυτών και η σχέση τους με το επίδικο, παρά το γεγονός ότι μέλος του Συμβουλίου επέμεινε να προσδιοριστούν επακριβώς τα ανωτέρω κτίρια. Με τα δεδομένα αυτά η προσβαλλόμενη πράξη αιτιολογείται πλημμελώς, ως προς τη συνδρομή των λοιπών, εκτός της χρονολόγησης του ακινήτου, προϋποθέσεων του άρθρου 6 παρ. 1 β του ν. 3028/2002, όπως βασίμως προβάλλεται.

 

ΕισηγητήςΜ.Ε. Παπαδημήτρη

Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2022

"Σκέψεις για το διαχρονικό δίκαιο στο πεδίο του σωφρονιστικού δικαίου" [Κώστας Κοσμάτος, Επίκ. Καθηγητής Νομικής ΔΠΘ]

 


Ι. Όπως ήδη αναπτύχθηκε σε προηγούμενο σημείωμά μας [1], με τον Ν 4760/2020 τροποποιήθηκαν, επί το αυστηρότερο, οι προϋποθέσεις χορήγησης τακτικών αδειών των κρατουμένων που εκτίουν ποινές κάθειρξης άνω των 10 ετών.

Ενόψει των τροποποιήσεων αυτών, το ζήτημα που προκύπτει σήμερα στην πράξη είναι το καθεστώς που θα πρέπει να διέπει όσους ήταν ήδη (μέχρι τη θέσπιση του Ν 4760/2020) κρατούμενοι με ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης άνω των 10 ετών. Η κατηγορία αυτή των κρατουμένων αριθμεί διαχρονικά τουλάχιστον το 40% επί του συνόλου των κρατουμένων στη χώρα μας. Σημειώνεται ότι ένα μεγάλο μέρος από την κατηγορία αυτή των κρατουμένων αυτών ήδη λάμβαναν τακτικές άδειες, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 55 ΣωφρΚ (πριν την τροποποίησή του με το Ν 4760/2020).

 

ΙΙ. Το παραπάνω ζήτημα δεν προκύπτει για πρώτη φορά στη χώρα μας. Χρήσιμο είναι να υπενθυμίσουμε ότι ανάλογη αυστηροποίηση των προϋποθέσεων για την χορήγηση τακτικής άδειας έχει προβλεφθεί και στο παρελθόν και ειδικότερα:

 

α) Σε περιπτώσεις καταδίκων για διακίνηση ναρκωτικών, οι οποίοι είχαν καταδικαστεί σε ποινές πρόσκαιρης κάθειρξης, με πρόβλεψη για πραγματική έκτιση των δύο πέμπτων της ποινής ή είχαν καταδικαστεί για εγκλήματα διακίνησης ναρκωτικών σε ισόβια κάθειρξη, με πρόβλεψη για πραγματική έκτιση τουλάχιστον δέκα ετών (με το άρθρο 2 Ν 2943/2001, ΦΕΚ Α’ 203). Η παραπάνω διαφοροποίηση, ωστόσο, περιορίστηκε στις περιπτώσεις της κάθειρξης, η οποία επιβλήθηκε για εγκλήματα που προβλέπονται μόνο στις επιβαρυντικές περιστάσεις των άρθρων 23 και 23Α του νόμου περί ναρκωτικών - Ν 3459/2006 (με το άρθρο  21 Ν 3727/2008, ΦΕΚ Α’ 257).

 

β) Σε περιπτώσεις καταδίκων για θανατηφόρα ληστεία (άρθρο 380 παρ. 2 του Ποινικού Κώδικα), με πρόβλεψη για πραγματική έκτιση των δύο πέμπτων της ποινής  (άρθρο 77 Ν 4139/2013). Σημειώνεται ότι η διάταξη αυτή είναι ακόμα σε ισχύ.

 

γ) Σε περιπτώσεις καταδίκων για τα εγκλήματα των άρθρων 134, 135, 135Α, 138, 187Α, 299, 380 παρ. 2 και 385 παρ. 1 περ. α΄ ΠΚ, εφόσον τελούνται στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, με πρόβλεψη για χορήγηση τακτικής άδειας δύο έτη πριν τη συμπλήρωση είκοσι ετών πραγματικής έκτισης της ποινής, προκειμένου για ποινή ισόβιας κάθειρξης, και των 3/5 πραγματικής έκτισης της ποινής, προκειμένου για ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης (άρθρο 1 παρ. 12 Ν 4274/2014, ΦΕΚ Α’ 147). Η διάταξη αυτή καταργήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 Ν 4322/2015 (ΦΕΚ Α’ 42).

 

III. Η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου έχει ασχοληθεί με το ζήτημα του διαχρονικού δικαίου που προέκυπτε από τις παραπάνω νομοθετικές μεταβολές στο πεδίο των αδειών των κρατουμένων. Ειδικότερα:

 

α) Αρχικά, με τις τροποποιήσεις του Ν 2943/2001, η  ΓνωμΕισΑΠ 5/2001 (Δ. Κατσιρέας) δέχθηκε ότι «οι προβλέπουσες την χορήγηση αδειών στους κρατούμενους διατάξεις των άρθρων 54 επ. του Σωφρονιστικού Κώδικα δεν αφορούν θέματα ουσιαστικού ποινικού δικαίου, αλλά ρυθμίζουν ζητήματα διοικήσεως των φυλακών, σχετικά με τη διαβίωση των κρατουμένων, αποσκοπούσες, όπως προκύπτει και από τον τίτλο του έβδομου κεφαλαίου (άρθρο 51 επ.) του Σωφρονιστικού Κώδικα, στην επικοινωνία των κρατουμένων με το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον». Ως εκ τούτου, οι διατάξεις για τις άδειες των κρατουμένων δεν υπάγονται στο πεδίο του ουσιαστικού ποινικού δικαίου, ώστε να έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 2 ΠΚ. Σημειώνεται ότι η τελική λύση για το ζήτημα δόθηκε νομοθετικά, με το άρθρο 14 παρ. 2 Ν 2993/2002, με το οποίο ορίστηκε ότι οι διατάξεις του Ν 2943/2001 εφαρμόζονται μόνο για πράξεις που τελέστηκαν μετά την έναρξη ισχύος του (12.9.2001).

 

β) Ακριβώς αντίθετη με την παραπάνω προσέγγιση είχε η ΓνωμοδΕισΑΠ 6/2013 (Γ. Παντελής), ενόψει της νομοθετικής μεταβολής του Ν 4139/2013 ( για το αδίκημα της θανατηφόρας ληστείας), στην οποία σημειώνεται ότι «και μετά την τροποποίηση του άρ. 55 Ν. 2776/1999 με το άρ. 77 Ν. 4139/2013, έχουν εφαρμογή οι ευμενέστερες για τους κρατούμενους διατάξεις, δηλαδή οι κρατούμενοι στους οποίους χορηγούντο άδειες εφ` όσον είχαν εκτίσει το 1/5 της ποινής τους, θα συνεχίσουν να παίρνουν με το ίδιο καθεστώς και μετά τον ισχύ του Ν. 4139/2013». Η θέση που εκφράστηκε στην εν λόγω Γνωμοδότηση, παρότι δεν έγινε ρητή μνεία ούτε στο άρθρο 7 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο απαγορεύει την αναδρομική εφαρμογή δυσμενέστερης διάταξης, ούτε όμως και στο άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ, το οποίο επιβάλλει τη σε κάθε περίπτωση εφαρμογή του επιεικέστερου νόμου, υιοθέτησε την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων προκειμένου να οδηγηθεί στην κρίση περί εφαρμογής της προϊσχύουσας επιεικέστερης για τον κρατούμενο διάταξης.

 

γ) Για την παρούσα τροποποίηση του Ν 4760/2020 εκδόθηκε η ΓνωμΕισΑΠ 8/2021 (Λ. Σοφουλάκης), με την οποία υποστηρίζεται ότι «δεν υπάρχει έδαφος νομικής σκέψης περί εφαρμογής ευμενέστερων διατάξεων βάσει της γενικής αρχής του άρθρου 2 παρ. 1-2 ΠΚ, δεδομένου ότι οι θεσπιζόμενοι σωφρονιστικού και λοιποί ρυθμιστικού χαρακτήρα κανόνες διαβίωσης των κρατουμένων, ως και αυτές που πραγματεύονται τα περί χορήγησης άδειας τούτων, δεν συνιστούν επ’ ουδενί ουσιαστικούς ποινικούς νόμους, κατά την έννοια του άρθρου 1 ΠΚ, για να μπορεί να γίνει λόγος περί υπαγωγής αυτών στην άνω έννοια του άρθρου 2 παρ. 1-2 ΠΚ».

 

ΙV. Προκειμένου λοιπόν να απαντηθούν τα αναφύοντα ζητήματα διαχρονικού δικαίου, βασική προϋπόθεση αποτελεί ο προσδιορισμός της φύσης του θεσμού των αδειών των κρατουμένων. Για την ουσιαστική απάντηση του ερωτήματος αυτού θα πρέπει να συνεκτιμηθούν τα εξής:

 

Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2022

ΜονΕφΛαρίσης 387/2022 : "Ευθύνη τραπεζών από πλημμελείς επενδυτικές υπηρεσίες - Εταιρίες Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών - Ευθύνη προστήσαντος - Ομόλογα ατελεύτητης διάρκειας (perpetual bonds) - Προστασία καταναλωτή - Υποχρέωση ενημέρωσης - Αδικοπραξία - Παραγραφή αξιώσεων"

 


Προϋποθέσεις ευθύνης του προστήσαντος για τη ζημία που προκάλεσε ο προστηθείς σε τρίτο παράνομα κατά την υπηρεσία του. Παράβαση αρχών του Κώδικα Δεοντολογίας των ΕΠΕΥ. Προστασία καταναλωτή. Ευθύνη παρέχοντος υπηρεσίες. Υποχρέωση οποιουδήποτε προμηθευτή για ορθή, αναγκαία και κατάλληλη πληροφόρηση του μέσου καταναλωτή. Προστασία αποδεκτών των επενδυτικών υπηρεσιών. Σύμβαση εντολής. Λειτουργία δομημένων ομολόγων. Τα ομόλογα ατελεύτητης διάρκειας δεν είναι απλά στη σύλληψη και στη λειτουργία τους. Ευθύνη τράπεζας και ΕΠΕΥ. Παραβίαση της κύριας υποχρέωσής της κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών προς τους αδαείς επενδυτές η οποία συνίσταται στην παροχή ορθών και πλήρων συμβουλών προς τους επενδυτές ώστε η ενημέρωση αυτών ως καταναλωτών να γίνεται με τρόπο κατανοητό και με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια. Κάθε τράπεζα και κάθε ΕΠΕΥ οφείλει να λαμβάνει υπόψη της την ιδιαίτερη κατάσταση κ.λπ. του κάθε επενδυτή. Αδικοπραξία κατά το άρθρο 914 ΑΚ. Υποχρέωση των εναγομένων τράπεζας, ΕΠΕΥ και προστηθέντων υπαλλήλων τους, να καταβάλουν αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση στην ενάγουσα επενδύτρια προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας της και της ηθικής της βλάβης. Πενταετής παραγραφή αξιώσεως του παθόντος αφότου αυτός έλαβε γνώση για τη ζημία και για τον υπόχρεο σε αποζημίωση. Γνώση εκ μέρους του παθόντος ως προς το πρόσωπο του προστήσαντος.

Αριθμός 387/2022

TO ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΑΣ

Συγκροτήθηκε από τον δικαστή Περικλή Αλεξίου, Εφέτη, τον οποίο όρισε η Διευθύνουσα το Εφετείο Λάρισας, και από τη γραμματέα Αλεξάνδρα Μπουραδάμου, Δικαστική υπάλληλο.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, στις 08.11.2019, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των εκκαλούντων - εναγομένων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.», η οποία εδρεύει στην Αθήνα, οδός Σταδίου αριθμός 40, φέρει Α.Φ.Μ. …, και εκπροσωπείται νόμιμα. 2) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ALPHA ASSET MANAGEMENT ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ», η οποία εδρεύει στην Αθήνα, οδός Καρνεάδου αριθμός 25-29, και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου (μετά από συγχώνευση με απορρόφηση) της εταιρείας με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ», ΑΦΜ …., 3) …, τραπεζικού υπαλλήλου, κατοίκου Λάρισας, οδός …., Α.Φ.Μ. …. Δ.Ο.Υ. Β' Λάρισας, 4) …, τραπεζικού υπαλλήλου, κατοίκου Σουτραλί Αγριας Βόλου, οδός …, ΑΦΜ …. Οι ανωτέρω διάδικοι παραστάθηκαν στη δίκη δια της πληρεξούσιας δικηγόρου τους ΖΠ, δικηγόρου του Δικηγορικού Συλλόγου Λάρισας, η οποία κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.

Της εφεσίβλητης - ενάγουσας: …, αγρότισσας, κατοίκου Οιχαλίας Τρικάλων, Α.Φ.Μ. … Δ.Ο.Υ. Τρικάλων. Η ανωτέρω διάδικος παραστάθηκε στη δίκη δια του πληρεξούσιου δικηγόρου της ΑΤ, δικηγόρου του Δικηγορικού Συλλόγου Τρικάλων, ο οποίος κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242§2 ΚΠολΔ και έγγραφες προτάσεις.

Η ήδη εφεσίβλητη, …., κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων την από 30.01.2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ΤΜ…./30.01.2018 αγωγή αποζημίωσης εναντίον των αντιδίκων της, (ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και το διακριτικό τίτλο "ALPHA ΒΑΝΚ», ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ALPHA ASSET MANAGEMENT ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ» και το διακριτικό τίτλο "ALPHA ASSET MANAGEMENT Α.Ε.Δ.Α.Κ.», ως καθολικής διαδόχου μετά από συγχώνευση με απορρόφηση της εταιρείας με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ», ...), και ζήτησε όσα αναφέρονται στο αιτητικό της. Ως προς την αγωγή αυτή, η οποία εκδικάστηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στη δικάσιμο της 19.09.2018, αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η οριστική απόφαση τακτικής διαδικασίας με αριθμό 232/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή εν μέρει. Την απόφαση εκείνη εκκάλεσαν οι εναγόμενοι, ως διάδικοι, οι οποίοι ηττήθηκαν εν μέρει στην πρωτοβάθμια δίκη, με την ένδικη έφεση τους, (η οποία φέρει ημερομηνία 12.12.2018 και αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./13.12.2018), για την εκδίκαση της οποίας ορίστηκε νόμιμα ως δικάσιμος η 08.11.2019, (με φροντίδα της πληρεξούσιας δικηγόρου των εκκαλούντων και με την υπ' αριθμόν …/07.01.2019 πράξη ορισμού δικασίμου της Γραμματέα του Εφετείου Λάρισας).

Πριν από τη διεξαγωγή τούτης της δίκης ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εφεσίβλητης κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου (τούτου) δήλωση του άρθρου 242§2 ΚΠολΔ και ζήτησε να εκδικαστεί η επίδικη υπόθεση, χωρίς να παραστεί αυτός κατά την εκφώνηση της. Στη διάρκεια της δίκης τούτης παραστάθηκαν οι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου όπως εκτέθηκε ανωτέρω, έλαβαν χώρα όσα αναφέρονται στα ταυτάριθμα με τούτη την απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο επιφυλάχθηκε να αποφασίσει.

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

I. Η ένδικη έφεση με ημερομηνία 12.12.2018 και αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/13.12.2018, την οποία άσκησαν οι εναγόμενοι, (ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και το διακριτικό τίτλο «ALPHA ΒΑΝΚ», ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «ALPHA ASSET MANAGEMENT ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ» και το διακριτικό τίτλο «ALPHA ASSET MANAGEMENT Α.Ε.Δ.Α.Κ.», ως καθολική διάδοχος μετά από συγχώνευση με απορρόφηση της εταιρείας με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ», ……..), ως διάδικοι που ηττήθηκαν εν μέρει στην πρωτοβάθμια δίκη μετά την εν μέρει παραδοχή της ένδικης αγωγής της αντιδίκου τους, εναντίον της οριστικής απόφασης τακτικής διαδικασίας με αριθμό 232/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, μέσα στην προθεσμία των τριάντα ημερών από την ημέρα (14.11.2018), οπότε επιδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση στην πληρεξούσια δικηγόρο και νόμιμη αντίκλητο των εναγομένων, ήδη εκκαλούντων, Νίκη Παπαγεωργίου,   δικηγόρο του Δ.Σ. Τρικάλων, με παραγγελία του πληρεξούσιου δικηγόρου της αντιδίκου τους, η οποία λαμβάνεται υπόψη στην επίδικη υπόθεση ως προθεσμία της έφεσης, αφού επιδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, με την οποία περατώθηκε η πρωτοβάθμια δίκη οριστικά, (βλ. άρθρο 51 S§ 1 ΚΠολΔ και την έκθεση επίδοσης με αριθμό …/ 14.11.2018 του δικαστικού επιμελητή Τρικάλων …), και φέρεται νόμιμα προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, υλικά και τοπικά αρμοδίου για την εκδίκαση της, (βλ. άρθρα 19, 495 § 1, 513 § 1, 516 § 1, 517 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του άρθρου του 19 από το άρθρο 4§2 Ν. 3994/2011, σε συνδυασμό προς το άρθρο 72§§4-13 Ν. 3994/2011). Επίσης, κατά την κατάθεση της ένδικης έφεσης, η οποία διενεργήθηκε στις 13.12.2018, οι εκκαλούντες, διαμέσου της πληρεξούσιας δικηγόρου τους, κατέθεσαν το νόμιμο παράβολο έφεσης. Επομένως, η ένδικη έφεση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί στη συνέχεια ως προς την παραδεκτή υποβολή και βασιμότητα των λόγων της με την ίδια διαδικασία, με την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, (βλ. άρθρο 533 ΚΠολΔ), μέσα στα όρια που καθορίζονται από τους λόγους της, (βλ. άρθρο 522 ΚΠολΔ).

II. 1. Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος. Η συμπεριφορά αυτή μπορεί να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για να υπάρξει παρανομία, δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί να αντιβαίνει η συμπεριφορά στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας, η οποία επιβάλλεται στο πλαίσιο της συναλλακτικής και, γενικότερα, της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικά επιβεβλημένης και απορρέουσας από τη θεμελιώδη δικαιϊκή αρχή της συνεπούς συμπεριφοράς υποχρέωσης για λήψη ορισμένων μέτρων επιμέλειας, ώστε να αποφεύγεται η πρόκληση ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων. Η παράλειψη, ως όρος της αδικοπραξίας, συντρέχει, όταν υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς προφύλαξη του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και προς αποτροπή του ζημιογόνου  αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει είτε από δικαιοπραξία είτε από ειδική διάταξη νόμου είτε από την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, η οποία απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (βλ. ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 118/2006, ΑΠ 831/2005, ΑΠ 174/2005). Είναι δυνατό μία ζημιογόνα ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει, συγχρόνως, και ευθύνη από αδικοπραξία. Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή καθ' εαυτή θα ήταν παράνομη, ακόμη και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή στο γενικό καθήκον να μην προκαλεί κάποιος ζημία σε άλλον υπαίτια (βλ. ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 1028/2015, ΑΠ 1738/2013). Περαιτέρω, αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά, να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα, (βλ. ΟλομΑΠ 18/2004). Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου (βλ. ΑΠ 719/2012). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχτηκε, κυριαρχικά, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, διότι είναι κρίση νομική, η οποία ανάγεται στην ορθή ή μη υπαγωγή των διδαγμάτων της κοινής πείρας από το δικαστήριο της ουσίας στην αόριστη νομική έννοια , της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ. Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, αφορά τα πραγματικά περιστατικά και δεν ελέγχεται αναιρετικά, (βλ. ΟλομΑΠ 2/2019, ΑΠ 1228/2019).

Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2022

ΜΠρΑθ 7152/2022 : Πλειστηριασμός. Ακύρωση πράξης δήλωσης και δήλωσης συνέχισης αναγκαστικής κατάσχεσης εταιρίας διαχείρισης απαιτήσεων. Ακύρωση αναγκαστικής εκτέλεσης. Εξουσία κατ' εξαίρεση νομιμοποίησης μη δικαιούχου διαδίκου δεν απονέμεται στις εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων που μεταβιβάστηκαν με τον ν. 3156/2003. Διαφορετικά νομικά πλαίσια ν. 3156/2013 και ν. 4354/2015.

 


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

 

Αριθμός Απόφασης: 7152/2022

Γενικός αριθμός κατάθεσης ανακοπής: ./2022

Ειδικός αριθμός κατάθεσης ανακοπής: ./2022

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΣΥΓΚΡΟΤΉΘΗΚΕ από το Δικαστή Μιχαήλ Φίλιππα, Πρόεδρο Πρωτοδικών, που ορίστηκε μετά από κλήρωση που έγινε σύμφωνα με το ν. 3327/2005, χωρίς τη σύμπραξη γραμματέα.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του την 27η Οκτωβρίου 2022, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΑΝΑΚΟΠΤΟΥΣΑΣ: ... με Α.Φ.Μ. ... κατοίκου Αθηνών, οδ. ..., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας Δικηγόρου της Ε Κ με A.M. ...... του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.

ΤΗΣ ΚΑΘ' ΗΣ Η ΑΝΑΚΟΠΗ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ», νόμιμα εκπροσωπούμενης, με Α.Φ.Μ. . και έδρα στην Αθήνα, Λεωφ. Μεσογείων αρ. 109, ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία «Sunrise I NPL Finance Designated Activity Company», με έδρα το Δουβλίνο της Ιρλανδίας, 3 George's Dock, EFSC, 4ος όροφος, Dublin 1, της τελευταίας ως ειδικής διαδόχου στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.», η οποία (καθ' ης η ανακοπή) παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου Δικηγόρου της ΠΣ με A.M. ........του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.

Η ανακόπτουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 20-10-2022 ανακοπή της, που κατατέθηκε την 21-10-2022 με γενικό αριθμό κατάθεσης ./2022 και ειδικό αριθμό κατάθεσης ./2022 και προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και κατά την εκφώνηση της από το οικείο έκθεμα, οι πληρεξούσιοι Δικηγόροι των διαδίκου ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα σημειώματα που κατέθεσαν.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η ανακύπτουσα ιστορεί στην υπό κρίση ανακοπή της ότι η καθ' ης η ανακοπή εταιρεία, ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία «Sunrise I NPL Finance Designated Activity Company», της τελευταίας ως ειδικής διαδόχου στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.», επέσπευσε σε βάρος της αναγκαστική εκτέλεση, επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση σε ακίνητο ιδιοκτησία τη, και προσδιορίστηκε πλειστηριασμός για την 6-7-2022, ο οποίος ματαιώθηκε. Και ότι κατόπιν τούτου η καθ' ης προέβη σε δήλωση συνέχισης πλειστηριασμού και όρισε ημερομηνία αυτού την 4-11-2022. Με βάση τα ανωτέρω ζητεί, για τους λόγους που ανάφερα στο δικόγραφο της ανακοπής της, να ακυρωθεί η υπ' αρ. ./30-9-2022 δήλωση συνέχισης πλειστηριασμού της Συμβολαιογράφου Αθηνών . και να καταδικαστεί η καθ' ης στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης. Με το περιεχόμενο αυτό και αίτημα η ανακοπή αυτή παραδεκτά κατατέθηκε και εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού ως καθ' ύλην και κατά τόπον αρμοδίου (άρθρα 973 παρ. 1, 3, 6 ΚΠολΔ), για να δικασθεί κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (686 επ. ΚΠολΔ), ασκηθείσα εμπροθέσμως, αφού η προσβαλλόμενη δήλωση συνέχισης πλειστηριασμού αναρτήθηκε στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του ΕΦΚΑ την 3-10-2022 και δεν παρήλθαν οι 30 ημέρες της προθεσμίας της παρ. 6 του άρθρου 973 ΚΠολΔ μέχρι την έγερση της ανακοπής, η οποία περαιτέρω είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 973 παρ. 6 και 176 ΚΠολΔ και επομένως, πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό, τη νομική και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της.

Κατά το άρθρο 919 ΚΠολΔ, τα πρόσωπα που μπορούν να επισπεύσουν αναγκαστική εκτέλεση είναι, εφόσον πρόκειται για δικαστικές και διαιτητικές αποφάσεις αποφάσεις, τα πρόσωπα που δεσμεύονται από το δεδικασμένο, κατά τα άρθρα 325 - 329 ΚΙΊολΔ, και στις λοιπές περιπτώσεις οι δικαιούχοι που αναφέρονται στον εκτελεστό τίτλο, τα πρόσωπα των άρθρων 325 - 327 ΚΠολΔ και αυτοί που απέκτησαν τη νομή ή κατοχή μετά τη σύνταξη του εγγράφου ή την έκδοση του τίτλου. Δεδομένου ότι σύμφωνα με το άρθρο 325 περ. 1 ΚΠολΔ το δεδικασμένο ισχύει υπέρ και κατά των διαδίκων, καθίσταται σαφές ότι, αφού δεσμεύονται από το δεδικασμένο, αναγκαστική εκτέλεση μπορούν να επισπεύσουν και οι λεγόμενοι μη δικαιούχοι ή μη υπόχρεοι διάδικοι, ήτοι αυτοί που, χωρίς να είναι οι ίδιοι φορείς της αξίωσης δεν διεξάγουν τη δίκη απλώς αντιπροσωπεύοντας το δικαιούχο (οπότε δεσμεύεται μόνο ο αντιπροσωπευόμενος) αλλά στο δικό τους όνομα για λογαριασμό του, όπως ο σύνδικος της πτώχευσης, ο πλαγιαστικώς ενάγων, ο εκκαθαριστής της κληρονομιάς κλπ. Περαιτέρω, δικαίωμα να προβεί σε δήλωση συνέχισης πλειστηριασμού κατ5 άρθρο 973 παρ. 1 ΚΠολΔ έχει ο ίδιος ο επισπεύδων την αναγκαστική εκτέλεση ή άλλως κατά την παρ. 2 κάθε δανειστής που έχει απαίτηση στηριζόμενη σε εκτελεστό τίτλο. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 § 1 του ν. 3156/2003, τιτλοποίηση απαιτήσεων είναι  η   μεταβίβαση επιχειρηματικών απαιτήσεων λόγω πώλησης με σύμβαση που καταρτίζεται εγγράφως μεταξά του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος, σε συνδυασμό με την έκδοση και διάθεση, με ιδιωτική τοποθέτηση μόνου, ομολογιών οποιοσδήποτε είδους ή μορφής, η εξόφληση των οποίων πραγματοποιείται: α) από το προϊόν είσπραξης των επιχειρηματικών απαιτήσεων που μεταβιβάζονται ή β) από δάνεια, πιστώσεις ή συμβάσεις παραγωγών χρηματοοικονομικών μέσων. Ως «ιδιωτική τοποθέτηση» θεωρείται η διάθεση των ομολογιών σε περιορισμένο κύκλο προσώπων, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τα εκατόν πενήντα. «Μεταβιβάζων», κατά την § 2 του ίδιου άρθρου, μπορεί να είναι έμπορος με εγκατάσταση στην Ελλάδα και «αποκτών» νομικό μόνο πρόσωπο - ανώνυμη εταιρία - με σκοπό την απόκτηση και την τιτλοποίηση των απαιτήσεων (Εταιρία Ειδικού Σκοπού). Η εταιρία καταβάλλει το τίμημα και «τιτλοποιεί» τις απαιτήσεις εκδίδοντας αξιόγραφα «ομολογίες» ονομαστικής αξίας τουλάχιστον 100.000 € η κάθε μία (§5). Στην πιο απλή μορφή της, η τιτλοποίηση συνίσταται στην εκχώρηση (μεταβίβαση λόγω πωλήσεως) απαιτήσεων από έναν ή περισσότερους τομείς δραστηριότητας μιας εταιρίας προς μία άλλη εταιρία, η οποία έχει ως ειδικό σκοπό την αγορά των ευ λόγοι απαιτήσεων έναντι τιμήματος. Το τίμημα καταβάλλεται από το προϊόν της διάθεσης σε επενδυτές ομολογιών, στο πλαίσιο ομολογιακού δανείου που η λήπτρια εταιρία εκδίδει για το σκοπό αυτό. Η πώληση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 513 επ. ΑΚ, η δε μεταβίβαση από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. ΑΚ, εφόσον οι διατάξεις αυτές δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νόμου αυτού (§6). Η σύμβαση μεταβίβασης των τιτλοποιημένων απαιτήσεων καταχωρίζεται σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 2844/2000 (§ 8). Από την καταχώριση της σχετικής σύμβασης κατά τα ανωτέρω επέρχεται η μεταβίβαση των τυποποιούμενων απαιτήσεων, εκτός αν άλλως ορίζεται στους όρους της σύμβασης, η δε μεταβίβαση αναγγέλλεται εγγράφως από τον μεταβιβάζοντα ή την εταιρεία ειδικού σκοπού στον οφειλέτη (§ 9). Ως αναγγελία λογίζεται η καταχώριση της σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν 2841/2000, σύμφωνα με τη διάταξη της § 8 του ιδίου άρθρου. Πριν από την αναγγελία δεν αποκτώνται έναντι τρίτων δικαιώματα που απορρέουν από τη μεταβίβαση (εκχώρηση) λόγω πώλησης της § 1. Η ανωτέρω καταχώριση γίνεται με δημοσίευση (κατάθεση εντύπου, η μορφή του οποίου καθορίστηκε με την 161337/30-10-2003 - ΦΕΚ Β' 1688/2003 υπουργική απόφαση και ήδη με την 20783/09-11-2020 - ΦΕΚ 4944/09-11-2020 - απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης) στο ενεχυροφυλακείο του τόπου της κατοικίας ή της έδρας του μεταβιβάζοντος, ως ενεχυροφυλακεία δε έως την ίδρυση τους με π.δ. ορίζονται τα κατά τόπους λειτουργούντα σήμερα υποθηκοφυλακεία ή κτηματολογικά γραφεία της έδρας των Πρωτοδικείου. Συνοπτικά, τα στοιχεία που περιέχονται στο άνω έντυπο με την προκαθορισμένη μορφή είναι: α) τα στοιχεία των συμβαλλόμενων, β) οι όροι της σύμβασης (λ.χ. νόμισμα και ποσό του τιμήματος της αγοράς), γ) ο τύπος των επιχειρηματικών απαιτήσεων, δ) το οφειλόμενο κεφάλαιο ανά επιχειρηματική απαίτηση και ανά σύνολο, ε) τα στοιχεία των οφειλετών και οι παρεπόμενες εμπράγματες και ενοχικές απαιτήσεις. Περαιτέρω, ο ως άνω νόμος προβλέπει ότι επί μία τέτοιας μεταβιβάσεως επιχειρηματικών απαιτήσεων από Τράπεζα σε μία εταιρεία ειδικού σκοπού είναι δυνατό να ανατεθεί με έγγραφη σύμβαση, η οποία σημειώνεται στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν 2844/2000 (§ 16), η διαχείριση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, το οποίο στην περίπτωση που η εταιρεία ειδικού σκοπού (αποκτήσεως) δεν εδρεύει στην Ελλάδα, πρέπει να είναι εγκατεστημένο στην Ελλάδα. Ειδικότερα, για την ως άνω σύμβαση διαχειρίσεως, η οποία κατά τα εννοιολογικά της στοιχεία ταυτίζεται με τη σύμβαση εντολής (713 επ. ΑΚ) και αντιπροσωπεύσεως (211 επ. ΑΚ), η §14 του ως άνω άρθρου 10, ορίζει τα ακόλουθα: «Με σύμβαση που συνάπτεται εγγράφως η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων μπορεί να ανατίθεται σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα που παρέχει νομίμως υπηρεσίες σύμφωνα με το σκοπό του στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, στον μεταβιβάζοντα ή και σε τρίτο, εφόσον ο τελευταίος είτε είναι εγγυητής των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων είτε ήταν επιφορτισμένος με τη διαχείριση ή την είσπραξη των απαιτήσεων πριν τη μεταβίβαση τους στον αποκτώντα. Αν η εταιρεία ειδικού σκοπού δεν εδρεύει στην Ελλάδα και οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις είναι απαιτήσεις κατά καταναλωτών πληρωτέες στην Ελλάδα, τα πρόσωπα στα οποία ανατίθεται η διαχείριση πρέπει να έχουν εγκατάσταση στην Ελλάδα. Σε περίπτωση υποκατάστασης του διαχειριστή, ο υποκατάστατος ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον διαχειριστή». Από τα παραπάνω, είναι σαφές ότι η ως άνω εταιρεία διαχειρίσεως ενεργεί πράξεις διαχειρίσεως ως αντιπρόσωπος και για λογαριασμό της εταιρείας ειδικού σκοπού (αποκτήσεως). Κατά την άποψη που το παρών Δικαστήριο θεωρεί ορθή, ο νόμος, στην περίπτωση της μεταβίβασης απαιτήσεων με σκοπό την τιτλοποίηση κατά τους ορισμούς του ν. 3156/2003, δεν απονέμει στην εταιρεία διαχειρίσεως (με την οποία συμβάλλεται η εταιρεία αποκτήσεως) την ιδιότητα του μη δικαιούχου ή μη υπόχρεου διαδίκου, έστω και έμμεσα χωρίς πανηγυρική διατύπωση ώστε η τελευταία να ασκεί ως μη δικαιούχος διάδικος, κατά παραχώρηση του νομοθέτη, αγωγές και άλλα ένδικα βοηθήματα ενώπιον των δικαστηρίων για τα δικαιώματα της εταιρείας αποκτήσεως, αιτούμενη έννομη προστασία στο όνομα του, όπως ρητά πράττει για τις εταιρίες διαχειρίσεως του ν. 4354/2015 στο άρθρο 2 § 4 αυτού. Με άλλα λόγια δεν της απονέμει ενεργητική κατ' εξαίρεση νομιμοποίηση. Ρυθμίζει απλά τους όρους και το πλαίσιο της εκτελέσεως εξώδικων διαχειριστικών (νομικών ή υλικών) πράξεων με σκοπό την είσπραξη (για λογαριασμό της εντολέως της, δικαιούχου) των απαιτήσεων από τους οφειλέτες.