Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2016

"ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ ΜΕΤΑ ΤΙΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΟΥ Ν. 4335/2015" [της Ευδοξίας Κιουπτσίδου- Στρατουδάκη, εφέτη]


ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ
1) Εισαγωγή, οι σημαντικότερες τροποποιήσεις στο γενικό και ειδικό μέρος
2) Ανακοπές του άρθρου 933
Α) Αρμόδιο δικαστήριο- Διαδικασία
Β) Προθεσμία άσκησης ανακοπών- Η ειδική ανακοπή του
άρθρου 973 παρ. 8
Γ) Ένδικα μέσα
Δ) Αναστολή εκτελέσεως λόγω άσκησης ανακοπής
3) Η δυνατότητα πολλαπλών κατασχέσεων
4) Τροποποιήσεις στις διατυπώσεις της κατάσχεσης και στην προδικασία πλειστηριασμού κινητών και ακινήτων
5) Η ανακοπή του άρθρου 954
6) Τροποποιήσεις στην κύρια διαδικασία του πλειστηριασμού
7) Ο προσδιορισμός της αξίας των ακινήτων
8) Αναγγελίες δανειστών
9) Τροποποιήσεις στις ρυθμίσεις για την κατάταξη δανειστών
10) Προσωπική κράτηση
11) Μεταβατικές διατάξεις
12) Επίλογος

1)Εισαγωγή, οι σημαντικότερες τροποποιήσεις στο γενικό και ειδικό μέρος
Οι σημαντικότερες τροποποιήσεις, που επέφερε ο νόμος 4335/2015 στο δίκαιο της αναγκαστικής εκτελέσεως, εστιάζονται στις ρυθμίσεις που αναφέρονται στις ανακοπές του άρθρου 933 και ειδικότερα στις προθεσμίες άσκησής τους και στα ένδικα μέσα που ασκούνται κατά των αποφάσεων επ΄αυτών, στη θέσπιση δυνατότητας επιβολής πολλαπλών κατασχέσεων επί του ιδίου πράγματος (κινητού ή ακινήτου), στην προδικασία του πλειστηριασμού, στην κατάταξη των δανειστών και στην απαγγελία προσωπικής κράτησης.

2) Ανακοπές του άρθρου 933

Α) Αρμόδιο δικαστήριο- Διαδικασία
Η επιμέρους διάταξη του άρθρου 933, που αναφέρεται σε δυνατότητα προβολής αντιρρήσεων κατά της εγκυρότητας του εκτελεστού τίτλου, τη διαδικασία της εκτέλεσης και την απαίτηση, παραμένει ως έχει, προβλέπεται δε προσδιορισμός και εκδίκαση των τυχόν περισσότερων ανακοπών κατά την ίδια δικάσιμο (ευλόγως/ όμως όχι αναγκαίως και συνεκδίκαση, ζήτημα που θα κριθεί από το δικαστήριο), ρύθμιση που προδήλως θα εφαρμόζεται εφόσον αυτό είναι δυνατό. Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση των ανακοπών παραμένει το Ειρηνοδικείο και το Μονομελές Πρωτοδικείο με τις διακρίσεις που ισχύουν και σήμερα.
Η αρχική πρόθεση του νεότερου νομοθέτη, η οποία αποτυπώθηκε στο ΣχΝ το οποίο είχε δοθεί προς διαβούλευση, προέβλεπε εφαρμογή της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων για την εκδίκαση των ανακοπών αυτών, χωρίς δυνατότητα άσκησης ένδικων μέσων κατά των σχετικών αποφάσεων στις περισσότερες περιπτώσεις. Οι σκέψεις αυτές, που θα έθεταν σε κίνδυνο σημαντικά συμφέροντα των διαδίκων (και οφειλέτη, αλλά και επισπεύδοντος), αφού η διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δεν παρέχει πλήρως τα εχέγγυα ασφαλούς κρίσης, σε συνδυασμό και με τον αποκλεισμό της άσκησης ενδίκων μέσων προς διόρθωση των τυχόν σφαλμάτων της δικαστικής κρίσης, που θα σχηματιζόταν ταχέως και κατά πιθανολόγηση, θα αιτιολογείτο δε συνοπτικώς, ευτυχώς εγκαταλείφθηκαν.
Με ειδική διάταξη αναφερόμενη στη διαδικασία εκδίκασης των παραπάνω ανακοπών, η οποία περιελήφθη στο άρθρο 937 παρ. 3, προβλέπεται η εφαρμογή της ειδικής διαδικασίας περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ. Η ρύθμιση, όπως διατυπώθηκε στο νομοθετικό κείμενο, δεν είναι ευκόλως κατανοητή. Στο άρθρο 614 ορίζεται μόνον ποιες είναι οι υπαγόμενες σε ειδική διαδικασία κατηγορίες περιουσιακών διαφορών, ενώ στη συνέχεια παρατίθενται μερικές ειδικότερες ρυθμίσεις για κάθε μία από αυτές τις κατηγορίες: για τις μισθωτικές διαφορές (άρθ. 615 επ), τις εργατικές διαφορές (άρθ. 621 επ.), τις διαφορές από αμοιβές (άρθ. 622 Α) και από πιστωτικούς τίτλους (άρθ. 622 Β). Είναι μάλλον αυτονόητο ότι, αν η κύρια διαφορά, από την οποία προήλθε ο εκτελούμενος τίτλος, εκδικάσθηκε με την εφαρμογή οποιασδήποτε από αυτές τις ειδικές διαδικασίες, η ίδια διαδικασία θα ακολουθηθεί και για την εκδίκαση της ανακοπής. Εάν όμως ο τίτλος αποτελεί απόφαση δικαστηρίου, που εφάρμοσε την τακτική διαδικασία, η παραπομπή στα άρθρα 614 επ. στερείται νοήματος, προεχόντως διότι θα είναι αδύνατο για τον δικαστή να επιλέξει αυθαιρέτως μία από τις ως άνω κατηγορίες υποθέσεων και να εφαρμόσει επί της κρινόμενης ανακοπής τις διατάξεις που θα προσιδίαζαν σ΄εκείνη την κατηγορία. Η παραπομπή θα έπρεπε να γίνει κατ΄αρχήν στα γενικά άρθρα των ειδικών διαδικασιών, δηλαδή στα άρθρα 591 επ. , που καθιερώνουν γενικές ρυθμίσεις για όλες τις κατηγορίες υποθέσεων τις υπαγόμενες στις ειδικές διαδικασίες, όπως π.χ. αυτές για την κατάθεση προτάσεων και την προσκομιδή όλων των αποδεικτικών μέσων μέχρι τη συζήτηση στο ακροατήριο, για τον τρόπο και την προθεσμία άσκησης πρόσθετων λόγων έφεσης κλπ, και δευτερευόντως στα άρθρα 614 επ., εφόσον αυτά προσιδιάζουν στο είδος της διαφοράς από την οποία προέκυψε η έκδοση του εκτελεστού τίτλου. Συνοψίζοντας, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι ο νεότερος νομοθέτης επέλεξε για την εκδίκαση των ανακοπών του άρθρου 933 να ακολουθείται η ειδική διαδικασία, που τυχόν ακολουθήθηκε για την έκδοση της δικαστικής απόφασης η οποία αποτελεί τον εκτελούμενο τίτλο, εάν δε αυτός ο τίτλος δεν εκδόθηκε με την εφαρμογή ειδικής διαδικασίας, η ανακοπή θα εκδικάζεται κατά τις γενικές διατάξεις των ειδικών διαδικασιών, ενώ και στις δύο περιπτώσεις θα υπερισχύουν και θα εφαρμόζονται, κατά παρέκκλιση όλων των παραπάνω, οι ακόμη ειδικότερες διατάξεις που αναφέρονται στις συγκεκριμένες ανακοπές. Τέτοιες είναι αυτές που προβλέπουν τις εξής προθεσμίες: προθεσμία 60 ημερών, εντός της οποίας πρέπει να ορισθεί η συζήτηση της ανακοπής (όπως προβλεπόταν και με τον ν. 4055/2012), προθεσμία τουλάχιστον 20 ημερών πριν την δικάσιμο προς κλήτευση του καθ΄ου η ανακοπή (σε αντίθεση με τα προβλεπόμενα επί ειδικών διαδικασιών: 30 ημέρες και 60 ημέρες για κατοίκους αλλοδαπής), και προθεσμία 60 ημερών από τη συζήτηση προς έκδοση της σχετικής δικαστικής απόφασης (παρ. 2, 6 νέου άρθρου 933).
Οι αποφάσεις που θα εκδίδονται επί των ανακοπών θα εξακολουθήσουν να μπορούν να παράγουν δεδικασμένο όχι μόνον ως προς το κύρος της εκτελέσεως, αλλά και για το τυχόν προκριματικώς κρινόμενο ζήτημα της απαίτησης, εφόσον βεβαίως θα συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθ. 331 ΚΠολΔ.

Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2016

U.K. High Court Extends Whistleblower Protections to Law Firm Partners


U.K.’s highest court has expanded the rights of lawyers in the country to blow the whistle against their firms.
In a closely watched case, the Supreme Court of the United Kingdom on Wednesday ruled that partners of law firms and other members of limited liability partnerships who disclose illegal activities in their workplace can be shielded from retaliation like other employees.
The case in question involved a female lawyer based in Tanzania who was fired from her job at Clyde & Co LLP after complaining to an employment tribunal that a Tanzanian law firm that had a joint venture with her employer was paying bribes to secure clients.
Overruling the tribunal and an appellate court which both said she was not protected by the law, the Supreme Court court said the lawyer, Krista Bates van Winkelhof, who had an equity stake in the firm, was entitled to claim the protection of the whistle-blowing provisions of a 1996 U.K. labor rights law.
“That conclusion is to my mind entirely consistent with the underlying policy of those provisions, which some might think is particularly applicable to businesses and professions operating within the tightly regulated fields of financial and legal services.” stated Supreme Court Judge Brenda Hale in the ruling.
“This case was about ensuring that lawyers, accountants, hedge-fund managers and a host of other professionals are protected against dismissal if they blow the whistle,” Ms. Van Winkelhof’s lawyer, Joanna Blackburn, told Bloomberg, which reported on the case. “High-profile collapses like Enron and Arthur Andersen demonstrate why we need partners to speak out if they spot wrongdoing.”
Clyde & Co., in a statement to Bloomberg, said the law firm denies Ms. Van Winkelhof’s allegations. “We contend the process of her removal from the partnership was set in place . . . before her disclosures,” the firm’s statement said.
Herbert Smith Freehills LLP, an international law firm based in London, posted an online bulletin about the implications of the ruling:
"In addition to whistleblowing protection, the decision means that LLP members benefit from other statutory rights and protections available to workers, including entitlement to rest breaks and paid annual leave, protection from being treated less favourably on account of part-time status and, it is likely, rights under the pension auto-enrolment regime. Firms that operate as an LLP should therefore urgently review the policies and working conditions that apply to their members to ensure compliance."

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2016

"Ο ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΜΑΧΗΤΗΣ ΚΑΙ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΤΗΣ" [Του Αντώνη Π. Αργυρού, Δικηγόρου ΑΠ]








ΟΙ ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑ ΤΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος σε μια συνέντευξη που παραχώρησε το 1919, έλεγε: «Κατ' επανάληψιν διηρωτήθην εάν θα έπρεπε να είμαι δικηγόρος κατ' επάγγελμα και επαναστάτης κατά διαλείμματα ή και αντιστρόφως. Αφ' ης όμως οι συμπολίται μου συνάντησαν αντίστασιν εις τας προσπάθειας των δια την ένωσιν της Κρήτης με την μητέρα Ελλάδα, φυσικά έγινα πλέον επαναστάτης κατ' επάγγελμα»
            
Έχω την εντύπωση πως ο Εθνάρχης έδωσε το παράδειγμα του ιδανικού δικηγόρου και κατά τον Εισαγγελέα του ΑΠ Ε. Κρουσταλλακη[1]: «ο ιδανικός δικηγόρος - και κατά προέκταση ο άξιος της αποστολής του Δικηγορικός Σύλλογος –πρέπει να συγκροτείται  από επαναστάτες κατά διαλείμματα, που από την αποστολή τους είναι, οφείλουν να μετατρέπονται σε επαναστάτες κατ' επάγγελμα, κάθε φορά που διαπιστώνουν τη φαλκίδευση των αρχών του κράτους δικαίου ή την παραβίαση των ατομικών ελευθεριών και των κοινωνικών δικαιωμάτων των πολιτών, κάθε φορά που βλέπουν την απονομή της Δικαιοσύνης να χωλαίνει και την εφαρμογή των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου να μη ανταποκρίνεται στις κοινωνικές ανάγκες
1.1.- EΙΣΑΓΩΓΗ:
Με  αίτηση Ακυρώσεως του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, το ΣτΕ  με την 3944/2015 Απόφαση του ακύρωσε  την κοινή υπουργική απόφαση 1038460/2439/Β0010/15.4.2009 των υφυπουργών Εσωτερικών, Οικονομίας και Οικονομικών, περί απευθείας παραχώρησης έναντι ανταλλάγματος του δικαιώματος απλής χρήσης αιγιαλού, παραλίας, όχθης και παρόχθιας ζώνης μεγάλων λιμνών και πλεύσιμων ποταμών στους ΟΤΑ α' βαθμού.
Για μια ακόμα φορά ο Δ.Σ.Α βρέθηκε πρωτοπόρος στην υπεράσπιση των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Άλλωστε η Ιστορία του τόπου αυτού έχει αναφέρει πολλά παραδείγματα που το δικηγορικό Σώμα βρέθηκε στην πρωτοπορία των κοινωνικών και εθνικών αγώνων.
Το 1952 με την πρωτοβουλία  του Αρχιεπισκόπου Κύπρου Μακάριου Γ΄, ο κυπριακής καταγωγής δημοσιογράφος Αχιλλέας Κύρου και οι δικηγόροι Σάββας και Σωκράτης Λοϊζίδης, ήσαν οι πρωταγωνιστές του απελευθερωτικού αγώνα της Κύπρου .
Ο ρόλος αυτός του δικηγόρου και των δικηγορικών συλλόγων, σαν  μαχητή και υπερασπιστή των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων πρέπει είναι κυρίαρχος και να  συμπληρώνει την  βασική ιδιότητα του   δικηγόρου ως  «συλλειτουργού της δικαιοσύνης»[2].Οι δικηγορικοί Σύλλογοι αλλά και μεμονωμένοι δικηγόροι έδωσαν και δίνουν σε όλη την διάρκεια του Εθνικού μας βίου  στους Εθνικούς Αγώνες και πολλαπλές μάχες  για την υπεράσπιση των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων σε όλες τις εποχές. Μέσα στα πλαίσια αυτά ο ΔΣΑ ,με μαχητικές παρεμβάσεις αλλά και με την άσκηση νομίμων ενδίκων μέσων παρεμβαίνει για την προστασία των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων των Πολιτών. Οι παρεμβάσεις αυτές ασκούνται νόμιμα σύμφωνα με το άρθρο 199 του παλιού Κώδικα περί δικηγόρων ΝΔ 3026/1954:

Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2016

Νόμιμη η τοποθέτηση κάμερας στο ασανσέρ σύμφωνα με την Αρχή Προστασίας Δεδομένων [ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΡΙΘΜ. 124/2015]


Σύμφωνα με την απόφαση 124/2015 της Αρχής Προστασίας Δεδομένων, η τοποθέτηση κάµερας εντός του χώρου του ανελκυστήρα σε συγκροτήµατα κατοικιών είναι ανεκτή και σύµφωνη µε το ν. 2472/1997 σύµφωνα µε την αρχή της αναλογικότητας, εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις νοµιµότητας που θέτει η Οδηγία 1/2011 της παραπάνω Αρχής, που ρυθµίζει το ζήτηµα συστηµάτων βιντεοεπιτήρησης. Θα πρέπει όμως να υπάρχει σαφής και ρητή ενηµέρωση των εισερχοµένων στον ανελκυστήρα - και στο εσωτερικό και στις εισόδους του - ότι ο θάλαµος βιντεοσκοπείται. Θα πρέπει δηλαδή να τοποθετηθεί ειδικώς εντός του θαλάµου του ανελκυστήρα αλλά και στην είσοδο αυτού (σε κάθε όροφο του συγκροτήµατος) σχετική ενηµερωτική πινακίδα µε περιεχόµενο που προβλέπεται στο άρθρο 12 της Οδηγίας 1/2011.

Κατα την απόφαση : "... Ειδικότερα, σύµφωνα µε το άρθρο 15 της ανωτέρω Οδηγίας, όπου ρυθµίζεται το ζήτηµα της εγκατάστασης συστήµατος βιντεοεπιτήρησης σε συγκροτήµατα κατοικιών ή γραφείων, «1. Η εγκατάσταση συστήµατος βιντεοεπιτήρησης σε συγκροτήµατα κατοικιών για την ασφάλεια κοινόχρηστων χώρων και των προσώπων που κυκλοφορούν σε αυτούς µπορεί να πραγµατοποιηθεί µόνο µε απόφαση του οργάνου που είναι υπεύθυνο για τη διαχείριση του συγκροτήµατος (π.χ. της Γενικής Συνέλευσης της πολυκατοικίας) σύµφωνα µε τις διατάξεις του οικείου Κανονισµού και, εφόσον τέτοια εγκατάσταση δεν προβλέπεται στον Κανονισµό, απαιτείται και συναπόφαση των δύο τρίτων των ενοίκων της πολυκατοικίας (όπου σε κάθε ένοικο αντιστοιχεί µία ψήφος). 2. Υπεύθυνος επεξεργασίας του συστήµατος βιντεοεπιτήρησης είναι η Γενική Συνέλευση του συγκροτήµατος. 3. Οι κάµερες του συστήµατος βιντεοεπιτήρησης δεν επιτρέπεται να ελέγχουν την πρόσβαση στα κατ’ ιδίαν διαµερίσµατα. Η µονάδα ελέγχου δεν επιτρέπεται να βρίσκεται σε διαµέρισµα, αλλά πρέπει να εγκαθίσταται σε κοινόχρηστο χώρο µε ελεγχόµενη πρόσβαση (π.χ. κοινόχρηστη αποθήκη), εκτός αν η επεξεργασία πραγµατοποιείται από εξουσιοδοτηµένο προσωπικό ασφαλείας (π.χ. εταιρεία ασφαλείας ως εκτελούσα την επεξεργασία)".

Διαβάστε όλη την απόφαση εδώ : ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΡΙΘΜ. 124/2015

H φωτογραφία της ανάρτησης είναι από την ιστοσελίδα : http://www.nextlevel.gr/#!home-nextlevel/mainPage NEXTLEVEL ΑΝΕΛΚΥΣΤΗΡΕΣ

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2016

Πολιτική Αγωγή: Εφαρμογή του νέου άρθρου 261 ΑΚ και επί εγκλημάτων που τελέστηκαν πρίν την ψήφιση του Ν. 4139/2013 [του Χαράλαμπου Θ. Σεβαστίδη, Προέδρου Πρωτοδικών]


Α. Τοποθέτηση του προβλήματος.
Μετά την ψήφιση του Ν. 4139/2013, που τροποποίησε το άρθρο 261 ΑΚ, τα δικαστήρια της ουσίας προβληματίζονται σχετικά με την εφαρμογή της νέας διάταξης του άρθρου 261 ΑΚ επί εκκρεμών υποθέσεων. Κύρια αιτία του προβληματισμού είναι η τυχόν απαγόρευση της εφαρμογής αυτής στο άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ , αλλά και στο άρθρο 7 παρ. 1 Συντ.
Για την κατανόηση του προβληματισμού θα φέρουμε ένα παράδειγμα:
Ο Α τελεί ένα πλημμέλημα τον Μάιο του 2008. Ο Β, ζημιωθείς από το πλημμέλημα αυτό, υποβάλλει άμεσα (τον Μάιο του 2008) έγκληση, δηλώνοντας ταυτόχρονα καθ’ όλα σύννομα και παράσταση πολιτικής αγωγής. Τελικά, η υπόθεση προσδιορίζεται να συζητηθεί στο ακροατήριο για πρώτη φορά τον Ιούνιο του 2013, χωρίς μέχρι τότε να επαναληφθεί η δήλωση παράστασης του πολιτικώς ενάγοντος. Ερωτάται, λοιπόν, με δεδομένο ότι ο χρόνος έναρξης ισχύος του Ν. 4139/2013 τοποθετείται στις 20.3.2013 (ημερομηνία δημοσίευσής του στο ΦΕΚ), αν ο πολιτικώς ενάγων πρέπει (μετά από σχετική ένσταση του κατηγορουμένου) να αποβληθεί από τη διαδικασία ή όχι. Και τούτο διότι υπό την προγενέστερη μορφή του άρθρου 261 ΑΚ η αξίωση του ζημιωθέντος θα είχε παραγραφεί, ενώ υπό το νέο καθεστώς η διακοπή της παραγραφής διαρκεί μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης.
Β. Η τροποποίηση του άρθρου 261 ΑΚ με το άρθρο 101 παρ. 1 Ν. 4139/2013 και η επίδρασή της στην ποινική δίκη.
         Με το άρθρο 101 παρ. 1 Ν. 4139/2013 αντικαταστάθηκε το άρθρο 261 ΑΚ, το οποίο προβλέπει πλέον στην παρ. 1 ότι η παραγραφή διακόπτεται με την άσκηση της αγωγής και αρχίζει πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ’ άλλο τρόπο περάτωση της δίκης, στην παρ. 2 ότι αν οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων απ’ αυτούς, η παραγραφή αρχίζει πάλι 6 μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ενώ στις περιπτώσεις αυτές η παραγραφή διακόπτεται εκ νέου εφόσον κάποιος διάδικος επισπεύδει την πρόοδο της δίκης και στην παρ. 3 ότι οι διατάξεις του άρθρου 261 ΑΚ υπό τη νέα της μορφή εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση (1).
         Με βάση τη νέα αυτή διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ πρέπει να γίνει δεκτό ότι μετά τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής στην ποινική διαδικασία, η οποία συνιστά άσκηση αγωγής(2) και μάλιστα ανεξάρτητα αν η δήλωση αυτή γίνεται στην προδικασία ή στο ακροατήριο, διακόπτεται η παραγραφή, χωρίς να ξαναρχίζει όπως συνέβαινε υπό το προγενέστερο καθεστώς. Η επανέναρξη της παραγραφής τοποθετείται χρονικά μετά την έκδοση τελεσίδικης απόφασης. Στα πλαίσια της ποινικής δίκης δεν φαίνεται να έχει εφαρμογή η παρ. 2 του άρθρου 261 ΑΚ, που προβλέπει επανέναρξη της παραγραφής σε περίπτωση αδράνειας των διαδίκων και μη διενέργειας της προβλεπόμενης διαδικαστικής πράξης, καθώς σε αντίθεση με την πολιτική δίκη η έναρξη και πρόοδος της ποινικής διαδικασίας δεν εξαρτάται από τη βούληση και τις ενέργειες των διαδίκων(3). Επομένως, εφόσον ο ζημιωθείς από το έγκλημα δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας είτε στην προδικασία είτε στη διαδικασία στο ακροατήριο, η παραγραφή της αξίωσής του διακόπτεται και η διακοπή αυτή ισχύει μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης. Η έκταση αυτή της διακοπής της παραγραφής, μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, ισχύει χωρίς άλλες προϋποθέσεις και χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη ενέργεια από τον ζημιωθέντα. Διευκρινίζεται μόνο ότι η δήλωση της παράστασης πολιτικής αγωγής πρέπει να γίνεται από τον ζημιωθέντα μέχρι τη συμπλήρωση της προβλεπόμενης από το νόμο προθεσμίας παραγραφής της αξίωσής του.
         Σε σχέση με τις εκκρεμείς κατά την ψήφιση του Ν. 4139/2013 υποθέσεις η παρ. 3 του άρθρου 261 ΑΚ προβλέπει εφαρμογή των νέων διατάξεων του άρθρου αυτού. Εννοείται, βέβαια, ότι η έκταση της διακοπής της παραγραφής μέχρι την τελεσιδικία της απόφασης επί εκκρεμών υποθέσεων προϋποθέτει τη μη συμπλήρωση της προθεσμίας παραγραφής μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν. 4139/2013, δηλ. μέχρι την 20.3.2013, οπότε και δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ ο Ν. 4139/2013, καθώς δεν νοείται αναβίωση της παραγεγραμμένης αξίωσης.