ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ
1) Εισαγωγή, οι
σημαντικότερες τροποποιήσεις στο γενικό και ειδικό μέρος
2) Ανακοπές του άρθρου 933
Α) Αρμόδιο δικαστήριο- Διαδικασία
Β) Προθεσμία άσκησης ανακοπών- Η ειδική ανακοπή του
άρθρου 973 παρ. 8
Γ) Ένδικα μέσα
Δ) Αναστολή εκτελέσεως λόγω άσκησης ανακοπής
2) Ανακοπές του άρθρου 933
Α) Αρμόδιο δικαστήριο- Διαδικασία
Β) Προθεσμία άσκησης ανακοπών- Η ειδική ανακοπή του
άρθρου 973 παρ. 8
Γ) Ένδικα μέσα
Δ) Αναστολή εκτελέσεως λόγω άσκησης ανακοπής
3) Η δυνατότητα
πολλαπλών κατασχέσεων
4) Τροποποιήσεις στις διατυπώσεις της κατάσχεσης και στην προδικασία πλειστηριασμού κινητών και ακινήτων
5) Η ανακοπή του άρθρου 954
6) Τροποποιήσεις στην κύρια διαδικασία του πλειστηριασμού
7) Ο προσδιορισμός της αξίας των ακινήτων
8) Αναγγελίες δανειστών
9) Τροποποιήσεις στις ρυθμίσεις για την κατάταξη δανειστών
10) Προσωπική κράτηση
11) Μεταβατικές διατάξεις
12) Επίλογος
4) Τροποποιήσεις στις διατυπώσεις της κατάσχεσης και στην προδικασία πλειστηριασμού κινητών και ακινήτων
5) Η ανακοπή του άρθρου 954
6) Τροποποιήσεις στην κύρια διαδικασία του πλειστηριασμού
7) Ο προσδιορισμός της αξίας των ακινήτων
8) Αναγγελίες δανειστών
9) Τροποποιήσεις στις ρυθμίσεις για την κατάταξη δανειστών
10) Προσωπική κράτηση
11) Μεταβατικές διατάξεις
12) Επίλογος
1)Εισαγωγή, οι σημαντικότερες τροποποιήσεις στο γενικό
και ειδικό μέρος
Οι σημαντικότερες τροποποιήσεις, που επέφερε ο νόμος 4335/2015 στο δίκαιο της αναγκαστικής εκτελέσεως, εστιάζονται στις ρυθμίσεις που αναφέρονται στις ανακοπές του άρθρου 933 και ειδικότερα στις προθεσμίες άσκησής τους και στα ένδικα μέσα που ασκούνται κατά των αποφάσεων επ΄αυτών, στη θέσπιση δυνατότητας επιβολής πολλαπλών κατασχέσεων επί του ιδίου πράγματος (κινητού ή ακινήτου), στην προδικασία του πλειστηριασμού, στην κατάταξη των δανειστών και στην απαγγελία προσωπικής κράτησης.
Οι σημαντικότερες τροποποιήσεις, που επέφερε ο νόμος 4335/2015 στο δίκαιο της αναγκαστικής εκτελέσεως, εστιάζονται στις ρυθμίσεις που αναφέρονται στις ανακοπές του άρθρου 933 και ειδικότερα στις προθεσμίες άσκησής τους και στα ένδικα μέσα που ασκούνται κατά των αποφάσεων επ΄αυτών, στη θέσπιση δυνατότητας επιβολής πολλαπλών κατασχέσεων επί του ιδίου πράγματος (κινητού ή ακινήτου), στην προδικασία του πλειστηριασμού, στην κατάταξη των δανειστών και στην απαγγελία προσωπικής κράτησης.
2) Ανακοπές του άρθρου 933
Α) Αρμόδιο δικαστήριο- Διαδικασία
Η επιμέρους διάταξη του άρθρου 933, που αναφέρεται σε δυνατότητα προβολής αντιρρήσεων κατά της εγκυρότητας του εκτελεστού τίτλου, τη διαδικασία της εκτέλεσης και την απαίτηση, παραμένει ως έχει, προβλέπεται δε προσδιορισμός και εκδίκαση των τυχόν περισσότερων ανακοπών κατά την ίδια δικάσιμο (ευλόγως/ όμως όχι αναγκαίως και συνεκδίκαση, ζήτημα που θα κριθεί από το δικαστήριο), ρύθμιση που προδήλως θα εφαρμόζεται εφόσον αυτό είναι δυνατό. Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση των ανακοπών παραμένει το Ειρηνοδικείο και το Μονομελές Πρωτοδικείο με τις διακρίσεις που ισχύουν και σήμερα.
Η αρχική πρόθεση του νεότερου νομοθέτη, η οποία αποτυπώθηκε στο ΣχΝ το οποίο είχε δοθεί προς διαβούλευση, προέβλεπε εφαρμογή της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων για την εκδίκαση των ανακοπών αυτών, χωρίς δυνατότητα άσκησης ένδικων μέσων κατά των σχετικών αποφάσεων στις περισσότερες περιπτώσεις. Οι σκέψεις αυτές, που θα έθεταν σε κίνδυνο σημαντικά συμφέροντα των διαδίκων (και οφειλέτη, αλλά και επισπεύδοντος), αφού η διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δεν παρέχει πλήρως τα εχέγγυα ασφαλούς κρίσης, σε συνδυασμό και με τον αποκλεισμό της άσκησης ενδίκων μέσων προς διόρθωση των τυχόν σφαλμάτων της δικαστικής κρίσης, που θα σχηματιζόταν ταχέως και κατά πιθανολόγηση, θα αιτιολογείτο δε συνοπτικώς, ευτυχώς εγκαταλείφθηκαν.
Με ειδική διάταξη αναφερόμενη στη διαδικασία εκδίκασης των παραπάνω ανακοπών, η οποία περιελήφθη στο άρθρο 937 παρ. 3, προβλέπεται η εφαρμογή της ειδικής διαδικασίας περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ. Η ρύθμιση, όπως διατυπώθηκε στο νομοθετικό κείμενο, δεν είναι ευκόλως κατανοητή. Στο άρθρο 614 ορίζεται μόνον ποιες είναι οι υπαγόμενες σε ειδική διαδικασία κατηγορίες περιουσιακών διαφορών, ενώ στη συνέχεια παρατίθενται μερικές ειδικότερες ρυθμίσεις για κάθε μία από αυτές τις κατηγορίες: για τις μισθωτικές διαφορές (άρθ. 615 επ), τις εργατικές διαφορές (άρθ. 621 επ.), τις διαφορές από αμοιβές (άρθ. 622 Α) και από πιστωτικούς τίτλους (άρθ. 622 Β). Είναι μάλλον αυτονόητο ότι, αν η κύρια διαφορά, από την οποία προήλθε ο εκτελούμενος τίτλος, εκδικάσθηκε με την εφαρμογή οποιασδήποτε από αυτές τις ειδικές διαδικασίες, η ίδια διαδικασία θα ακολουθηθεί και για την εκδίκαση της ανακοπής. Εάν όμως ο τίτλος αποτελεί απόφαση δικαστηρίου, που εφάρμοσε την τακτική διαδικασία, η παραπομπή στα άρθρα 614 επ. στερείται νοήματος, προεχόντως διότι θα είναι αδύνατο για τον δικαστή να επιλέξει αυθαιρέτως μία από τις ως άνω κατηγορίες υποθέσεων και να εφαρμόσει επί της κρινόμενης ανακοπής τις διατάξεις που θα προσιδίαζαν σ΄εκείνη την κατηγορία. Η παραπομπή θα έπρεπε να γίνει κατ΄αρχήν στα γενικά άρθρα των ειδικών διαδικασιών, δηλαδή στα άρθρα 591 επ. , που καθιερώνουν γενικές ρυθμίσεις για όλες τις κατηγορίες υποθέσεων τις υπαγόμενες στις ειδικές διαδικασίες, όπως π.χ. αυτές για την κατάθεση προτάσεων και την προσκομιδή όλων των αποδεικτικών μέσων μέχρι τη συζήτηση στο ακροατήριο, για τον τρόπο και την προθεσμία άσκησης πρόσθετων λόγων έφεσης κλπ, και δευτερευόντως στα άρθρα 614 επ., εφόσον αυτά προσιδιάζουν στο είδος της διαφοράς από την οποία προέκυψε η έκδοση του εκτελεστού τίτλου. Συνοψίζοντας, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι ο νεότερος νομοθέτης επέλεξε για την εκδίκαση των ανακοπών του άρθρου 933 να ακολουθείται η ειδική διαδικασία, που τυχόν ακολουθήθηκε για την έκδοση της δικαστικής απόφασης η οποία αποτελεί τον εκτελούμενο τίτλο, εάν δε αυτός ο τίτλος δεν εκδόθηκε με την εφαρμογή ειδικής διαδικασίας, η ανακοπή θα εκδικάζεται κατά τις γενικές διατάξεις των ειδικών διαδικασιών, ενώ και στις δύο περιπτώσεις θα υπερισχύουν και θα εφαρμόζονται, κατά παρέκκλιση όλων των παραπάνω, οι ακόμη ειδικότερες διατάξεις που αναφέρονται στις συγκεκριμένες ανακοπές. Τέτοιες είναι αυτές που προβλέπουν τις εξής προθεσμίες: προθεσμία 60 ημερών, εντός της οποίας πρέπει να ορισθεί η συζήτηση της ανακοπής (όπως προβλεπόταν και με τον ν. 4055/2012), προθεσμία τουλάχιστον 20 ημερών πριν την δικάσιμο προς κλήτευση του καθ΄ου η ανακοπή (σε αντίθεση με τα προβλεπόμενα επί ειδικών διαδικασιών: 30 ημέρες και 60 ημέρες για κατοίκους αλλοδαπής), και προθεσμία 60 ημερών από τη συζήτηση προς έκδοση της σχετικής δικαστικής απόφασης (παρ. 2, 6 νέου άρθρου 933).
Οι αποφάσεις που θα εκδίδονται επί των ανακοπών θα εξακολουθήσουν να μπορούν να παράγουν δεδικασμένο όχι μόνον ως προς το κύρος της εκτελέσεως, αλλά και για το τυχόν προκριματικώς κρινόμενο ζήτημα της απαίτησης, εφόσον βεβαίως θα συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθ. 331 ΚΠολΔ.
Η επιμέρους διάταξη του άρθρου 933, που αναφέρεται σε δυνατότητα προβολής αντιρρήσεων κατά της εγκυρότητας του εκτελεστού τίτλου, τη διαδικασία της εκτέλεσης και την απαίτηση, παραμένει ως έχει, προβλέπεται δε προσδιορισμός και εκδίκαση των τυχόν περισσότερων ανακοπών κατά την ίδια δικάσιμο (ευλόγως/ όμως όχι αναγκαίως και συνεκδίκαση, ζήτημα που θα κριθεί από το δικαστήριο), ρύθμιση που προδήλως θα εφαρμόζεται εφόσον αυτό είναι δυνατό. Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση των ανακοπών παραμένει το Ειρηνοδικείο και το Μονομελές Πρωτοδικείο με τις διακρίσεις που ισχύουν και σήμερα.
Η αρχική πρόθεση του νεότερου νομοθέτη, η οποία αποτυπώθηκε στο ΣχΝ το οποίο είχε δοθεί προς διαβούλευση, προέβλεπε εφαρμογή της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων για την εκδίκαση των ανακοπών αυτών, χωρίς δυνατότητα άσκησης ένδικων μέσων κατά των σχετικών αποφάσεων στις περισσότερες περιπτώσεις. Οι σκέψεις αυτές, που θα έθεταν σε κίνδυνο σημαντικά συμφέροντα των διαδίκων (και οφειλέτη, αλλά και επισπεύδοντος), αφού η διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δεν παρέχει πλήρως τα εχέγγυα ασφαλούς κρίσης, σε συνδυασμό και με τον αποκλεισμό της άσκησης ενδίκων μέσων προς διόρθωση των τυχόν σφαλμάτων της δικαστικής κρίσης, που θα σχηματιζόταν ταχέως και κατά πιθανολόγηση, θα αιτιολογείτο δε συνοπτικώς, ευτυχώς εγκαταλείφθηκαν.
Με ειδική διάταξη αναφερόμενη στη διαδικασία εκδίκασης των παραπάνω ανακοπών, η οποία περιελήφθη στο άρθρο 937 παρ. 3, προβλέπεται η εφαρμογή της ειδικής διαδικασίας περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ. Η ρύθμιση, όπως διατυπώθηκε στο νομοθετικό κείμενο, δεν είναι ευκόλως κατανοητή. Στο άρθρο 614 ορίζεται μόνον ποιες είναι οι υπαγόμενες σε ειδική διαδικασία κατηγορίες περιουσιακών διαφορών, ενώ στη συνέχεια παρατίθενται μερικές ειδικότερες ρυθμίσεις για κάθε μία από αυτές τις κατηγορίες: για τις μισθωτικές διαφορές (άρθ. 615 επ), τις εργατικές διαφορές (άρθ. 621 επ.), τις διαφορές από αμοιβές (άρθ. 622 Α) και από πιστωτικούς τίτλους (άρθ. 622 Β). Είναι μάλλον αυτονόητο ότι, αν η κύρια διαφορά, από την οποία προήλθε ο εκτελούμενος τίτλος, εκδικάσθηκε με την εφαρμογή οποιασδήποτε από αυτές τις ειδικές διαδικασίες, η ίδια διαδικασία θα ακολουθηθεί και για την εκδίκαση της ανακοπής. Εάν όμως ο τίτλος αποτελεί απόφαση δικαστηρίου, που εφάρμοσε την τακτική διαδικασία, η παραπομπή στα άρθρα 614 επ. στερείται νοήματος, προεχόντως διότι θα είναι αδύνατο για τον δικαστή να επιλέξει αυθαιρέτως μία από τις ως άνω κατηγορίες υποθέσεων και να εφαρμόσει επί της κρινόμενης ανακοπής τις διατάξεις που θα προσιδίαζαν σ΄εκείνη την κατηγορία. Η παραπομπή θα έπρεπε να γίνει κατ΄αρχήν στα γενικά άρθρα των ειδικών διαδικασιών, δηλαδή στα άρθρα 591 επ. , που καθιερώνουν γενικές ρυθμίσεις για όλες τις κατηγορίες υποθέσεων τις υπαγόμενες στις ειδικές διαδικασίες, όπως π.χ. αυτές για την κατάθεση προτάσεων και την προσκομιδή όλων των αποδεικτικών μέσων μέχρι τη συζήτηση στο ακροατήριο, για τον τρόπο και την προθεσμία άσκησης πρόσθετων λόγων έφεσης κλπ, και δευτερευόντως στα άρθρα 614 επ., εφόσον αυτά προσιδιάζουν στο είδος της διαφοράς από την οποία προέκυψε η έκδοση του εκτελεστού τίτλου. Συνοψίζοντας, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι ο νεότερος νομοθέτης επέλεξε για την εκδίκαση των ανακοπών του άρθρου 933 να ακολουθείται η ειδική διαδικασία, που τυχόν ακολουθήθηκε για την έκδοση της δικαστικής απόφασης η οποία αποτελεί τον εκτελούμενο τίτλο, εάν δε αυτός ο τίτλος δεν εκδόθηκε με την εφαρμογή ειδικής διαδικασίας, η ανακοπή θα εκδικάζεται κατά τις γενικές διατάξεις των ειδικών διαδικασιών, ενώ και στις δύο περιπτώσεις θα υπερισχύουν και θα εφαρμόζονται, κατά παρέκκλιση όλων των παραπάνω, οι ακόμη ειδικότερες διατάξεις που αναφέρονται στις συγκεκριμένες ανακοπές. Τέτοιες είναι αυτές που προβλέπουν τις εξής προθεσμίες: προθεσμία 60 ημερών, εντός της οποίας πρέπει να ορισθεί η συζήτηση της ανακοπής (όπως προβλεπόταν και με τον ν. 4055/2012), προθεσμία τουλάχιστον 20 ημερών πριν την δικάσιμο προς κλήτευση του καθ΄ου η ανακοπή (σε αντίθεση με τα προβλεπόμενα επί ειδικών διαδικασιών: 30 ημέρες και 60 ημέρες για κατοίκους αλλοδαπής), και προθεσμία 60 ημερών από τη συζήτηση προς έκδοση της σχετικής δικαστικής απόφασης (παρ. 2, 6 νέου άρθρου 933).
Οι αποφάσεις που θα εκδίδονται επί των ανακοπών θα εξακολουθήσουν να μπορούν να παράγουν δεδικασμένο όχι μόνον ως προς το κύρος της εκτελέσεως, αλλά και για το τυχόν προκριματικώς κρινόμενο ζήτημα της απαίτησης, εφόσον βεβαίως θα συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθ. 331 ΚΠολΔ.



