[...] Κατά το άρθρ. 1§1 του Ν. 2239/1994 «περί σημάτων», που αποτελεί ενσωμάτωση κατά βάση στο ελληνικό δίκαιο της Οδηγίας 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 21 ης Δεκεμβρίου 1988, θεωρείται σήμα κάθε σημείο επιδεκτικό γραφικής παράστασης, ικανό να διακρίνει τα προϊόντα ή (και) τις υπηρεσίες μιας επιχείρησης από εκείνα άλλων επιχειρήσεων. Συνεπώς κυρίαρχο στοιχείο στην έννοια του σήματος είναι η διακριτική δύναμη, που οφείλει να έχει το σήμα προκειμένου να γίνει δεκτό και να καταχωρηθεί στο ειδικό βιβλίο σημάτων κατά το άρθρ. 14 του ίδιου νόμου. Το σήμα, δηλαδή, οφείλει πρωταρχικά να επιτελεί διακριτική λειτουργία, με την οποία στενά συνδεδεμένη είναι η λειτουργία προέλευσης που ακολούθως αναπτύσσει, έτσι ώστε τα σηματοδοτούμενα προϊόντα ή υπηρεσίες να εμφανίζονται πλέον ως προϊόντα ή υπηρεσίες συγκεκριμένης επιχείρησης και να αποφεύγεται αντίστοιχα ο κίνδυνος σύγχυσης με άλλη επιχείρηση, είτε αυτός αφορά την προέλευση των προϊόντων ή υπηρεσιών είτε την ταυτότητα των επιχειρήσεων ως προς τους φορείς τους ή ως προς την ύπαρξη μεταξύ τους οργανωτικής σχέσης ή οικονομικής συνεργασίας.
Κατά την έννοια αυτή ο κίνδυνος σύγχυσης, δηλαδή παραπλάνησης υπολογίσιμου μέρους του καταναλωτικού κοινού, ανάγεται σε κεντρική ιδέα για την παραδοχή, αλλά και για την προστασία του σήματος, αφού κατά μεν το άρθρ. 4§1εδ(β) του Ν. 2239/1994, σήμα δεν γίνεται δεκτό εάν, λόγω της ταυτότητας με προγενέστερο σήμα και της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών ή της ομοιότητας με προγενέστερο σήμα και της ταυτότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών ή της ομοιότητας με προγενέστερο σήμα και της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης του κοινού (λόγος σχετικού απαραδέκτου), κατά δε το άρθρ. 18§3 του ίδιου νόμου, ο δικαιούχος του σήματος μπορεί να απαγορεύει σε κάθε τρίτο να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές σημεία, τα οποία αποτελούν παραποίηση ή απομίμηση του σήματός του, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο παραπάνω άρθρ. 4§1.
Μολονότι έτσι δεν γίνεται ως προς την προστασία του σήματος ευθεία αναφορά στην ύπαρξη κινδύνου σύγχυσης, όπως αντίθετα γίνεται με το άρθρ. 5§1 της Οδηγίας 89/104/ ΕΟΚ, ωστόσο με παραπομπή στο ως άνω άρθρ. 4§1 του Ν. 2239/1994 ο κίνδυνος αυτός, στο μέτρο που αποτελεί λόγο απαραδέκτου για την καταχώρηση σήματος, ανάγεται αντίστροφα σε προϋπόθεση για την προστασία υφιστάμενου σήματος. Αναφορά στον κίνδυνο σύγχυσης δεν γίνεται και στην περίπτωση της λεγόμενης διπλής ταυτότητας μεταξύ σημείων (ενδείξεων) και προϊόντων ή υπηρεσιών, που αποτελεί επίσης λόγο απαράδεκτου για την καταχώρηση σημείου ως σήματος και κατ' επέκταση προστασίας υφιστάμενου σήματος, αφού το άρθρ. 4§1(α) του Ν. 2239/1994 ορίζει σχετικά ότι σημείο δεν γίνεται δεκτό προς καταχώρηση, εάν ταυτίζεται με προγενέστερο σήμα και τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες, για τα οποία το σήμα έχει δηλωθεί, ταυτίζονται με εκείνα για τα οποία προστατεύεται το προγενέστερο σήμα, ενώ αντίστοιχα και το άρθρ. 5§1(α) της ως άνω Κοινοτικής Οδηγίας ορίζει ότι ο δικαιούχος του σήματος μπορεί να απαγορεύει σε κάθε τρίτο να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές, χωρίς τη συγκατάθεσή του, σημείο πανομοιότυπο με το σήμα για προϊόντα ή υπηρεσίες πανομοιότυπες με εκείνες για τις οποίες το σήμα έχει καταχωρηθεί. Ωστόσο η παράλειψη αυτή δεν σημαίνει αντίστοιχη απεξάρτηση από τον κίνδυνο σύγχυσης, αλλά αντίθετα στην περίπτωση της διπλής ταυτότητας ο κίνδυνος αυτός είναι δεδομένος κατά την αντίληψη του νομοθέτη και τεκμαίρεται αμάχητα ως απόλυτος κίνδυνος, που συνεπάγεται απόλυτη προστασία κατά το Προοίμιο, σκέψη 10, της Οδηγίας 89/104/ΕΟΚ (ΔΕΚ 20.3.2003, LJT Diffusion S.A./Sadas Vertbauder S.A., C-291/2000, σκέψεις 50, 51, Συλλ 2003.Ι-2799).