Το αποτέλεσμα του πολύ πρόσφατου δημοψηφίσματος στο Ηνωμένο Βασίλειο και η απόφαση για αποχώρηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση μετά από σαράντα τρία χρόνια προκαλεί τεκτονικές δονήσεις στο παγκόσμιο οικονομικό γίγνεσθαι.
Το Ηνωμένο Βασίλειο αναμένεται κάποια στιγμή, μετά την εκλογή του καινούργιου Πρωθυπουργού του, να υποβάλει την αίτηση που προβλέπει το άρθρο 50 της συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να ξεκινήσουν επίσημα οι διαπραγματεύσεις για την αποχώρησή του από την Ένωση.
Το Ευρωπαϊκό δίκαιο, κατά την μετεξέλιξη της ΕΟΚ σε ΕΕ, εξελίχθηκε και αναπτύχθηκε ώστε να περιλαμβάνει σημαντικές και σύνθετες ρυθμίσεις που αφορούν στον τρόπο διαχείρισης των ζημιών αυτοκινήτων, ιδίως σε επίπεδο διασυνοριακών υποθέσεων.
Οι ευρωπαϊκές οδηγίες για την ασφάλιση ζημιών από την λειτουργία αυτοκινήτου, η πολύ γνωστή «Σύμβαση των Βρυξελλών», που έχει πλέον μετεξελιχθεί στον Κανονισμό 1215/12 ΕΕ και φυσικά ο κανονισμός «Ρώμη ΙΙ» μαζί με μια σειρά άλλων νομοθετικών ρυθμίσεων αλλά και αποφάσεων του Δικαστηρίου τηςΕυρωπαϊκής Ένωσης έχουν δημιουργήσει ένα πολύπλευρο πλέγμα κανόνων που ρυθμίζουν την διαδικασία διαχείρισης, δικαστικής και μη, μιας ζημίας αυτοκινήτου κυρίως όταν το θύμα και ο ασφαλιστής έχουν διαφορετική διαμονή εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αρχικά, η απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) C 463/06, FBTO Schadeverzekeringen NV κατά Jack Odenbreit επιβεβαίωσε την δυνατότητα, που παρείχε πάντα η Σύμβαση των Βρυξελλών στο θύμα τροχαίου ατυχήματος, να ασκήσει την αγωγή αποζημίωσής του, όχι μόνο στην χώρα που επήλθε το ζημιογόνο γεγονός ή στην χώρα που εδρεύει ο ασφαλιστής του ζημιογόνου οχήματος, αλλά, κυρίως, και στην χώρα που έχει αυτό την συνήθη διαμονή του.
Στην συνέχεια, με το άρθρο 4 παρ 2 του Κανονισμού Ρώμη ΙΙ επήλθε μεταβολή στο εφαρμοστέο δίκαιο καθώς, εάν το θύμα και ο θύτης είναι της ίδιας κοινής διαμονής σε χώρα άλλη πλην αυτής που επήλθε το ζημιογόνο γεγονός, δεν εφαρμόζεται το δίκαιο της lex loci delicti comissi (κατά την ΑΚ 26 το Ελληνικό, επί ατυχήματος στην Ελλάδα) αλλά το δίκαιο της χώρας όπου έχουν την κοινή τους διαμονή.
Η 4η οδηγία της ΕΕ για την ασφάλιση ζημιών αυτοκινήτων προβλέπει επίσης τον διορισμό «αντιπροσώπου ζημιών» σε κάθε χώρα της Ένωσης για κάθε ασφαλιστή που δραστηριοποιείται στον κλάδο αυτοκινήτων. Μάλιστα, το ΔΕΕ με την απόφαση του C-306/12 στην υπόθεση Spedition Welter GmbH v Avanssur SA, έκρινε ότι ο αντιπρόσωπος αυτός είναι και εκ του νόμου αντίκλητος και μπορεί να επιδοθεί, έγκυρα, σε αυτόν αγωγή και κάθε άλλο δικόγραφο του θύματος που ζητεί να επιληφθούν τα δικαστήρια του τόπου της διαμονής επί τροχαίου ατυχήματος στην Ελλάδα.
Ήδη, με αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, την οποία υπέβαλε το Tribunal da Relação do Porto (Πορτογαλία) στις 2 Νοεμβρίου 2015 στη υπόθεση Alberto José Vieira de Azevedo κ.λπ. κατά CED Portugal Unipessoal, Lda, Instituto de Seguros de Portugal — Fundo de Garantia Automóvel στην υπόθεση C-558/15, ερωτάται το ΔΕΕ εάν αυτός ο ανταποκριτής ζημιάς έχει ευρύτερο ρόλο στην αποζημίωση του θύματος και ιδιαίτερα εάν «Παρέχεται η δυνατότητα από την αιτιολογική σκέψη 16α και το άρθρο 4 της τέταρτης οδηγίας ασφαλίσεως αυτοκινήτων (οδηγία 2000/26/ΕΚ (1) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Μαΐου 2000, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2005/14/ΕΚ (2) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Μαΐου 2005), λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των παραγράφων 4, 5 και 8 του εν λόγω άρθρου 4 για άσκηση αγωγής κατά του αντιπροσώπου ασφαλιστικής εταιρίας, η οποία δεν ασκεί δραστηριότητες στη χώρα όπου ασκείται αγωγή αποζημιώσεως λόγω τροχαίου ατυχήματος, βάσει της υποχρεωτικήςασφαλίσεως της αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινούμενων οχημάτων που συνήφθη σε άλλη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης;»
