Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #εργατικό δίκαιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #εργατικό δίκαιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2018

"Προσανατολισμοί ενός μοντέρνου εργατικού δικαίου" [του Ιωάννη Ληξουριώτη, ομότιμου καθηγητή Εργατικού Δικαίου στο Πάντειο Πανεπιστήμιο]


Σ​​τις πρώτες σελίδες κάθε εγχειριδίου εργατικού δικαίου γίνεται αναφορά στην «προστατευτική λειτουργία» της εργατικής νομοθεσίας. Πρόκειται για αξιωματική αρχή πάνω στην οποία έχει κτιστεί όλο το οικοδόμημα του εργατικού δικαίου εδώ και δύο περίπου αιώνες. Πράγματι, η κρατική ρυθμιστική παρέμβαση στην οργάνωση της εργασιακής σχέσης εμφανίστηκε κατά το πρώτο μισό του 19ου αιώνα, για να προστατεύσει αδύναμες πληθυσμιακές ομάδες, όπως οι ανήλικοι εργαζόμενοι, και για να περιορίσει τους κινδύνους υγείας και αρτιμέλειας των μισθωτών, που μπορούσαν να προκύψουν από τις υπερβολές που προκαλούνταν από την εφαρμογή της απόλυτης συμβατικής ελευθερίας. Ετσι, τα πρώτα κρατικά νομοθετήματα περιόριζαν την εργασία των ανηλίκων και των εγκύων και περιλάμβαναν ρυθμίσεις για τα εργατικά ατυχήματα και για τη μείωση του χρόνου εργασίας.
Ωστόσο, σε αντίθεση με τους λοιπούς κλάδους του δικαίου, οι οποίοι, παρακολουθώντας την εξέλιξη των οικονομικών, τεχνικών, κοινωνικών και λοιπών δεδομένων, προσπαθούν να προσαρμόζονται για να εξυπηρετούν τις σύγχρονες ανάγκες, το εργατικό δίκαιο εξελίσσεται σε ρυθμιστικούς άξονες δημιουργημένους σε παρωχημένες εποχές, με κύριο χαρακτηριστικό τη διαρκή σώρευση αλλεπάλληλων ρυθμιστικών στρωμάτων, που πρυτανεύονται από τη συνδικαλιστικής έμπνευσης λογική του «κεκτημένου δικαιώματος». Στo πέρασμα του χρόνου, το εργατικό δίκαιο, εξουσιαζόμενο από αντιλήψεις που υποτάσσονται σε ιδεοληπτικούς και πολιτικούς σκοπούς, δεν «προσαρμόζεται» στα εκάστοτε δεδομένα που διαμορφώνονται στο πεδίο της οργάνωσης της παραγωγής, της εξέλιξης της τεχνολογίας ή άλλων οικονομικών και κοινωνικών αλλαγών, αλλά «μεγεθύνεται» με αποτέλεσμα τη διαρκή σώρευση νέων δικαιωμάτων που προστίθενται στα ήδη «κεκτημένα». Στη διαδικασία αυτή αρκεί η απλή επίκληση της αρχής της «προστατευτικής λειτουργίας» του εργατικού δικαίου, η οποία εκλαμβάνεται από την κρατική εξουσία ως επαρκής λόγος διαρκούς και χωρίς κορεσμό σώρευσης ρυθμίσεων με τις οποίες διευρύνονται τα «εργασιακά δικαιώματα», ερήμην των συγκεκριμένων οικονομικών, τεχνολογικών, παραγωγικών και λοιπών δεδομένων και αναγκών.
Εδώ ακριβώς κρύβεται η συνειδητή ή ασυνείδητη «συναλλαγή» μεταξύ πολιτικής εξουσίας και συνδικαλιστικών συντεχνιών, που εξασφαλίζει στη μια μεριά εκλογικές ψήφους και στην άλλη τη διατήρηση της συντεχνιακής εξουσίας. Ομως με αυτόν τον τρόπο οι προαναφερθείσες αντιλήψεις παραβλέπουν τις αλλαγές που έχουν επέλθει στον τρόπο λειτουργίας και οργάνωσης της εργασίας στις επιχειρήσεις και αδιαφορούν για τη συνεχή αλλαγή των αναγκών της αγοράς εργασίας και των μορφών απασχόλησης. Συγκεκριμένα, παραγνωρίζεται η τάση μετάβασης από τους φυσικούς στους εικονικούς χώρους εργασίας και η δημιουργία της έννοιας του «εργαζόμενου 3.0», η συνεχής αύξηση της τηλεργασίας και της νομαδικής εργασίας και, τέλος, η αυξανόμενη εργασιακή κινητικότητα και η τάση εξάλειψης του «επαγγέλματος μιας ζωής», δηλαδή η εναλλαγή πολλών επαγγελματικών ειδικοτήτων από τον ίδιο εργαζόμενο. Εν ολίγοις, η εργατική νομοθεσία δεν έχει εξοικειωθεί με την ιδέα ότι η σχέση εξαρτημένης εργασίας θα πάψει σταδιακά να αποτελεί το κυρίαρχο μοντέλο παροχής εργασίας και ότι η διαφορά μεταξύ ενός εργαζομένου που παρέχει τις υπηρεσίες του με μισθωτή εργασία και ενός συμβασιούχου έργου ή ελεύθερου επαγγελματία θα γίνεται ολοένα και πιο δυσδιάκριτη. Η σταδιακή προσέγγιση αυτών των δύο μορφών απασχόλησης θα καθιστά ολοένα και περισσότερο δύσκολη την «ταξινόμηση» των απασχολουμένων σε «εξαρτημένους» και «ανεξάρτητους», και θα κάνει το εργατικό δίκαιο αλυσιτελές μέσον για την οργάνωση των εργασιακών σχέσεων.
Σε κάθε περίπτωση, η πολιτική εξουσία θα πρέπει να συνειδητοποιήσει τα προβλήματα που δημιουργούν η πολυνομία, η πολυπλοκότητα και η ακαμψία της ελληνικής εργατικής νομοθεσίας, που δεν υπονομεύουν μόνο την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων, αλλά πλήττουν μακροπρόθεσμα τους ίδιους τους εργαζόμενους και ιδίως τους πλέον ανίσχυρους, διατηρώντας ή εκτοξεύοντας μάζες εργαζομένων εκτός της αγοράς εργασίας. Ετσι, είναι αναγκαία και επείγουσα μια άμεση μεταρρύθμιση των πιο προβληματικών ρυθμίσεων της εργατικής νομοθεσίας, με απώτερο σκοπό να τεθούν μελλοντικά νέα θεμέλια. Η διαδικασία αυτή θα πρέπει να ξεκινήσει με συγκεκριμένες αλλαγές που θα αφορούν τα πιο επείγοντα ζητήματα, λαμβανομένου υπ’ όψιν και του πολιτικά εφικτού, αλλά όχι με υποταγή σε μικροπολιτικές λογικές.