Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #δημόσιος χώρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #δημόσιος χώρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 18 Αυγούστου 2017

"Πολλαπλή ανθρωποκτονία σε δημόσιο χώρο" [του Δρ. Παναγιώτη Παπαϊωάννου, δικηγόρου]


Τα  τελευταία πολυανθρωποκτόνα συμβάντα σε Orlando (“The Orlando night club shooting”) [1], Νίκαια (“The Nice Attack”)[2] και Μόναχο (“The Munich shooting”)[3] φέρνουν την εγκληματολογική κοινότητα προ μιας σειράς από κλασσικά ερωτήματα:

1) Πρόκειται για καινούριο φαινόμενο;
Οι πολλαπλές ανθρωποκτονίες σε δημόσιο χώρο άρχισαν να τυποποιούνται στα μέσα της δεκαετίας του ’80, ιδίως μετά από ένα περιστατικό που κατά τραγική ειρωνεία έμεινε στην ιστορία ως η «Σφαγή στα McDonalds»[4]. O κατά συρροήν ανθρωποκτόνος των δεκαετιών του ’80 και του ’90[5], έχοντας πίσω του μια πορεία ζωής με βαθιά τραυματικά βιώματα, τα οποία κατά κανόνα θάλπονταν επί μακρόν από  κοινωνικές συμβάσεις (και συνήθως από την ανάγκη του ίδιου του μετέπειτα δράστη να αποκτήσει μια «κανονική» κοινωνική ζωή), φερόταν συνήθως ωθούμενος στο πολυανθρωποκτόνο του ξέσπασμα από ιδεοληψίες, πολλές φορές «κοπιαρισμένες» από ειδησειογραφικούς κώδικες των Μ.Μ.Ε. της εποχής του[6]. Επέλεγε συνήθως να αφήσει το φονικό του ξέσπασμα να “ενσκήψει” σε δημόσιoυς χώρους, εκεί όπου το έργο του γινόταν περισσότερο θανατηφόρο και –τούτο είναι κρίσιμο- δημόσια θεατό και αισθητό από κάθε άποψη : σε εστιατόρια, δημόσια κτίρια, κεντρικές οδούς, σχολεία. Πολυανθρωποκτόνα φαινόμενα τέτοιου τύπου, με κύρια γνωρίσματα τον «δημόσιο» χαρακτήρα του εγκλήματος, την επιλογή των θυμάτων μέσα από ένα πλέγμα ιδεοληψιών και εμμονών του δράστη και την εκτέλεση του χτυπήματος δίκην «στρατιωτικού τύπου» επιχείρησης[7], με τη χρήση συνήθως βαρέως οπλισμού, καταγράφονται στα εγκληματολογικά χρονικά από πολύ παλαιώτερα[8].
Όμως σήμερα, τουλάχιστον στις Η.Π.Α. είναι ξεκάθαρο : Με βάση τα δεδομένα μεταξύ 2013 και 2016, 7 στα 10 πολυανθρωποκτόνα επεισόδια συμβαίνουν σε εκπαιδευτικά ιδρύματα (ιδίως σχολεία μέσης εκπαίδευσης) και σε εργασιακούς χώρους[9], ενώ από ποσοτική άποψη, τα επεισόδια με τέσσερις τουλάχιστον θανάτους έχουν τουλάχιστον στις Η.Π.Α. τετραπλασιαστεί από την δεκαετία του ’70[10]. Παράλληλα, οι δυνατότητες που παρέχουν στον κάθε χρήστη τα δίκτυα κοινωνικής δικτύωσης, έχουν προ πολλού ξεπεράσει τη θεασιμότητα της ανθρωποκτόνου δράσης την οποία κάποτε καθόριζε η παραδοσιακή «κάμερα του δελτίου ειδήσεων». Τα πολυφονικά κτυπήματα βιντεοσκοπούνται από τους ίδιους τους δράστες και τους «ανεβαίνουν» σε real time από τους ίδιους ή παρευρισκομένους. Οι ίδιοι, δε, οι δράστες συχνά διαθέτουν προφίλ σε δίκτυα κοινωνικής δικτύωσης, με τις αναρτήσεις τους στα οποία έχουν τρόπον τινά «προειδοποιήσει» για το τί θα ακολουθήσει[11].

2) Είναι ευχερής η τυπολογική ένταξη των τριών γεγονότων από εγκληματολογική άποψη;
Το ανησυχητικό τα τελευταία χρόνια είναι η εμφάνιση ιδεολογικοποιημένων πολυφονικών χτυπημάτων, ιδίως τρομοκρατικών επιθέσεων σε δημόσιους χώρους, κατά κανόνα, με δράστες τους «μάρτυρες» ενός κεκυρηγμένου θρησκευτικού πολέμου, μεταξύ της «Δύσης» και του ISIS. Στην προκειμένη περίπτωση και οι τρεις υποθέσεις Orlando, Νίκαιας και Μονάχου θα μπορούσε να ειπωθεί ότι συνιστούν ένα τυπολογικό υβρίδιο, καθώς τα κίνητρα των δραστών ενδεικνύουν μεν προς την περιοχή ενός ακραίου «εγκλήματος μίσους (hate crime)»[12], την ίδια ώρα που η μέθοδος τέλεσης, ο αριθμός των θυμάτων και η κατάληξη των δύο από τους τρεις δράστες (“suicide by cop”), είναι κλασσικά γνωρίσματα του δρώντα σε δημόσιο χώρο mass murderer[13].

3) Υπάρχει δυνατότητα πρόληψης και πάντως αντιμετώπισης ενός τέτοιου φαινομένου εν τη γενέσει του;
Όσο και αν έννοιες όπως «πρόληψη» και «αντιμετώπιση» ηχούν απλοϊκοί, παραμένουν το διαχρονικώς ζητούμενο σε κοινωνίες που αισθάνονται διαρκώς και μεγαλύτερη ανασφάλεια[14]. Κι ενώ η τεχνολογία, μονοδρομικά σχεδόν αξιοποιούμενη από την πολιτεία για την επίταση της επιτήρησης, αποδεδειγμένα δεν μειώνει το φόβο για το έγκλημα[15], διερωτάται κανείς πώς μπορούν οι δυτικές κοινωνίες να αποφύγουν τέτοια «τυφλά», απρόβλεπτα πολύνεκρα «κτυπήματα»[16]. Από μια πρώτη άποψη, όταν ένας οπλισμένος δράστης ξεκινά να πυροβολεί ξαφνικά σε μια πλατεία, ένα σχολείο, ή ένα τουριστικό θέρετρο, μοιάζει πρακτικώς αδύνατο το σχέδιό του να αποτραπεί χωρίς κανένα θύμα. Όπως αποδεικνύουν τόσο τα πρόσφατα όσο και παλαιώτερα τέτοια πολυφονικά συμβάντα[17] ο δράστης έχει προεπιλέξει, συχνά μετά από έρευνα, τον τόπο τέλεσης, ακριβώς με κριτήριο την γεωγραφία του χώρου (το κατά πόσο «αόρατο» μπορεί να τον καταστήσει λ.χ. ένα εμπορικό κέντρο ή πολυκατάστημα κατά την προπαρασκευή του ξεσπάσματός του και, στη συνέχεια, το πόσο δύσκολα εντοπίσιμο σε σχέση με το πλήθος) και οπωσδήποτε την αδύναμη και πάντως όχι αισθητή παρουσία αστυνομικής δύναμης στον τόπο. Από πλευράς Αστυνομικών Αρχών και δυνάμεων καταστολής υπάρχουν συγκεκριμένες ασκήσεις και πλάνα δράσεως (λ.χ. η αποστολή εξειδικευμένου διαπραγματευτή σε περίπτωση ομηρείας), τα οποία αποσκοπούν στην εκκένωση της περιοχής, την έγκαιρη απομάκρυνση και περίθαλψη τραυματιών και τον εγκλωβισμό και εξουδετέρωση του δράστη, όμως ο συγχρονισμός με τις ανάγκες ενός κάθε φορά ιδιότυπου συμβάντος καθιστά την αντίδραση αρκετά καθυστερημένη[18].

Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2017

"Το Πρόσωπο και ο Nόμος. H απαγόρευση της απόκρυψης του προσώπου στον δημόσιο χώρο" [Γιώργος Καραβοκύρης, Δικηγόρος, Δ.Ν., Ειδικός Επιστήμονας στο Τμήμα Νομικής Δ.Π.Θ]


«Κανείς δεν μπορεί να εξαιρεθεί, με ειδικές συμβάσεις, από τους νόμους που ενδιαφέρουν τη δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη»[2]

Όπως κατά κανόνα συμβαίνει στις σύγχρονες δημοκρατίες, ο κάτοχος της τελευταίας, σε εθνικό τουλάχιστον επίπεδο, λέξης, ο συνταγματικός δηλαδή δικαστής, έκλεισε πρόσφατα στην Γαλλία τον μακρύ νομικoπολιτικό[3] διάλογο περί της απαγόρευσης του «καθολικού πέπλου» (voile intégral), αυτού δηλαδή που στην καθημερινή – και πιο φορτισμένη πολιτισμικά γλώσσα – αποκαλούμε «μπούρκα». Πρόκειται για το τελευταίο επεισόδιο μιας επί σειράν ετών δημοφιλούς στο εξειδικευμένο αλλά και το ευρύ κοινό νομικής αφήγησης, με αφετηρία το λύκειο του Creil το 1989 και με σημαντικότερους, μεταξύ άλλων, σταθμούς την απαγόρευση της μαντίλας στη δημόσια εκπαίδευση[4], τη νομολογία του ΕΔΔΑ[5], την εμβληματική απόρριψη από το Conseil d’État της χορήγησης ιθαγένειας λόγω (και) της μπούρκα[6] και την ύστερη γνωμοδότησή του κατά της γενικής απαγόρευσής της[7]. Η απόφαση, ωστόσο, του Conseil Constitutionnel, με την οποία τέθηκε σε ισχύ ο ν. 2010-1192 (11.10.2010, loi interdisant la dissimulation du visage dans l’espace public) για την απαγόρευση της απόκρυψης του προσώπου στον δημόσιο χώρο, αναδιαμορφώνει τη σχετική προβληματική, αφού τα καθοριστικά σημεία του δεσμευτικού του λόγου διαφοροποιούνται σημαντικά από το νομικό προηγούμενο. Επιλέγοντας, λοιπόν, άλλα ονόματα σε σχέση με το παρελθόν, ο συνταγματικός δικαστής διαπλάθει νέα νομικά πράγματα, με αποτέλεσμα να προσφέρει, θέλοντας και μη, στoν επίδοξο σχολιαστή την ευχέρεια να υπερβεί τα όρια της κλασικής προβληματικής για τη θρησκευτική ελευθερία, τη laïcité και το έλλειμμα (πολυ)πολιτισμικότητας της γαλλικής έννομης τάξης[8]και να επιχειρήσει την αναγωγή του μέτρου στις βασικές ερμηνευτικές προκατανοήσεις του γαλλικού φιλελευθερισμού.
Αρκεί μια διαγώνια ανάγνωση τόσο του νόμου όσο και της απόφασης για να διαπιστώσει κανείς ότι το έρεισμα της όψιμης απαγόρευσης του καθολικού πέπλου και κάθε ενδύματος που «αποσκοπεί στην απόκρυψη του προσώπου» (άρθρο 1 του νόμου) εντός του δημόσιου χώρου, δηλαδή σε «δημόσιες οδούς, καθώς και σε ανοικτούς στο κοινό χώρους ή σε χώρους που προορίζονται για τη χρήση δημοσίων υπηρεσιών» (άρθρο 2), δεν έγκειται, πρωτίστως, στην υπεράσπιση της (αφηρημένης) αξίας του ανθρώπου ή έστω στην προφανή για πολλούς διαφύλαξη της (συγκεκριμένης) ισότητας των φύλων,αλλά εντοπίζεται κυρίως στη δημόσια τάξη, η οποία δεν περιορίζεται στην προστασία «της ηρεμίας, της υγιεινής ή της ασφάλειας», αλλά συνιστά λόγο απαγόρευσης των «συμπεριφορών που στρέφονται ευθέως ενάντια σε ουσιώδεις κανόνες του ρεπουμπλικανικού κοινωνικού συμβολαίου» και παραβιάζουν τις «θεμελιώδεις απαιτήσεις της ζωής με τους άλλους στη γαλλική κοινωνία»[9]. Αποκρύπτοντας δημόσια το πρόσωπό του, είναι σαφές ότι το άτομο ζημιώνει την κοινωνία, με την έννοια του άρθρου 5 της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη του 1789[10]. Επιπλέον, το Conseil Constitutionnel υπογραμμίζει ότι ο νομοθέτης σωστά «έκρινε ότι τέτοιες πρακτικές θέτουν σε κίνδυνο τη δημόσια ασφάλεια και παραγνωρίζουν τις ελάχιστες απαιτήσεις της ζωής σε μια κοινωνία»[11]. Έτσι, η εναντίωση στο Κοινωνικό Συμβόλαιο που συνέχει τον γαλλικό κοινωνικοπολιτικό ιστό τιμωρείται πια με την ποινή του προστίμου των 150 ευρώ, η οποία, όμως, δύναται να αναπληρωθεί ή να συμπληρωθεί από την υποχρεωτική παρακολούθηση μιας πρωτότυπης εκπαίδευσης στην ιδιότητα του πολίτη με τη μορφή σεμιναρίων «υπηκοότητας» ή «ιθαγένειας» (stages de citoyenneté, άρθρο 3 του νόμου). Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 4 του νόμου, όποιος εξαναγκάζει ένα ή περισσότερα άτομα να αποκρύπτουν το πρόσωπό τους εξαιτίας του φύλου τους τιμωρείται με ένα χρόνο φυλάκιση και 30.000 ευρώ πρόστιμο. Από τη γενική απαγόρευση εξαιρούνται συγκεκριμένες πρακτικές απόκρυψης του προσώπου που έχουν να κάνουν με επαγγελματικούς ή λόγους υγείας ή συνδέονται με αθλητικές δραστηριότητες, καλλιτεχνικές και παραδοσιακές εορτές (άρθρο 2 του νόμου). Σε αυτές, πρέπει, ωστόσο, να προστεθεί, ύστερα από τη διατύπωση της σχετικής επιφύλαξης του Conseil Constitutionnel, και η συναφής με την άσκηση του δικαιώματος στη θρησκευτική ελευθερία απόκρυψη του προσώπου, όταν τελείται σε χώρους λατρείας προσβάσιμους στο κοινό[12].

Αντιλαμβανόμαστε, συνεπώς, ότι το αντικείμενο της απαγόρευσης (κάθε απόκρυψη του προσώπου) αλλά και η δικαιολογητική της βάση (η δημόσια τάξη) ξεπερνούν την αξιολόγηση της συμβατότητας ενός πολυσήμαντου συμβόλου με τη γαλλική κοσμικότητα ή με τα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα του τρίτου. Η σπάνια για τα νομολογιακά δεδομένα επίκληση του άρθρου 5 της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη υπονοεί ότι ο συνταγματικός δικαστής κλήθηκε να σταθμίσει τη συγκεκριμένη έκφανση της ελευθερίας της έκφρασης/επικοινωνίας (άρθρο 11 της Διακήρυξης του 1789) με την προστασία της (γαλλικής) κοινωνίας στο σύνολό της. Η γενικότητα της απαγόρευσης υποδηλώνει την καθολικότητα μιας σύμφωνης με το νόμο αντίληψηςτου προσώπου, η οποία μάλλον αποκλίνει από τις μοντέρνες και φιλελεύθερες προκείμενές της. Κι αυτό γιατί, ενώ στη νεωτερικότητα το πρόσωπο θεωρείται -κατά συνθήκη- μια μάσκα ή ένα προσωπείο, ο αμφιλεγόμενος νόμος, ο οποίος συνιστά την κορύφωση μιας σειράς παρεμφερών νομοθετικών και διοικητικών μέτρων[13], υπηρετεί τη ρεαλιστική παρουσία στη δημόσια σφαίρα ενός a priori ορατού και διάφανου προσώπου (§1). Η επιστροφή, όμως, σε αυτή την αρχαία ή αντιμοντέρνα, όπως θα δούμε στη συνέχεια, πρόσληψη του προσώπου συνοδεύεται από την ερμηνευτική προσαρμογή του κανονιστικού περιεχομένου της δημόσιας τάξης. Η έμμεση αναγνώριση μιας «άυλης» δημόσιας τάξης (ordre public immatériel) αποκρυσταλλώνει στην ουσία την εγγενή στο δίκαιο ηθική ή καλύτερα ηθικότητα των κυρίαρχων παικτών του. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η επιφύλαξη τόσο του συντάκτη του νόμου όσο και του αναγνώστη του να καταφύγει σε αντικειμενικές νόρμες, όπως π.χ. στην αρχή της αξίας του ανθρώπου, καταδεικνύει την κοινή τους βούληση να αποτρέψουν την (μελλοντική) απαξίωση των ιδιαίτερων κοινωνικών ηθών του γαλλικού ρεπουμπλικανισμού (§2). Τέλος, ο νόμος της απαγόρευσης της απόκρυψης του προσώπου μάλλον νοηματοδοτεί και επιστημολογικά τον ίδιο του τον εαυτό, καθώς φέρει ανάγλυφα στο σώμα του τα βασικά σημάδια της παραδοσιακής γαλλικής θεωρίας περί κυριαρχίας (§3).