Παρασκευή 18 Αυγούστου 2017

"Πολλαπλή ανθρωποκτονία σε δημόσιο χώρο" [του Δρ. Παναγιώτη Παπαϊωάννου, δικηγόρου]


Τα  τελευταία πολυανθρωποκτόνα συμβάντα σε Orlando (“The Orlando night club shooting”) [1], Νίκαια (“The Nice Attack”)[2] και Μόναχο (“The Munich shooting”)[3] φέρνουν την εγκληματολογική κοινότητα προ μιας σειράς από κλασσικά ερωτήματα:

1) Πρόκειται για καινούριο φαινόμενο;
Οι πολλαπλές ανθρωποκτονίες σε δημόσιο χώρο άρχισαν να τυποποιούνται στα μέσα της δεκαετίας του ’80, ιδίως μετά από ένα περιστατικό που κατά τραγική ειρωνεία έμεινε στην ιστορία ως η «Σφαγή στα McDonalds»[4]. O κατά συρροήν ανθρωποκτόνος των δεκαετιών του ’80 και του ’90[5], έχοντας πίσω του μια πορεία ζωής με βαθιά τραυματικά βιώματα, τα οποία κατά κανόνα θάλπονταν επί μακρόν από  κοινωνικές συμβάσεις (και συνήθως από την ανάγκη του ίδιου του μετέπειτα δράστη να αποκτήσει μια «κανονική» κοινωνική ζωή), φερόταν συνήθως ωθούμενος στο πολυανθρωποκτόνο του ξέσπασμα από ιδεοληψίες, πολλές φορές «κοπιαρισμένες» από ειδησειογραφικούς κώδικες των Μ.Μ.Ε. της εποχής του[6]. Επέλεγε συνήθως να αφήσει το φονικό του ξέσπασμα να “ενσκήψει” σε δημόσιoυς χώρους, εκεί όπου το έργο του γινόταν περισσότερο θανατηφόρο και –τούτο είναι κρίσιμο- δημόσια θεατό και αισθητό από κάθε άποψη : σε εστιατόρια, δημόσια κτίρια, κεντρικές οδούς, σχολεία. Πολυανθρωποκτόνα φαινόμενα τέτοιου τύπου, με κύρια γνωρίσματα τον «δημόσιο» χαρακτήρα του εγκλήματος, την επιλογή των θυμάτων μέσα από ένα πλέγμα ιδεοληψιών και εμμονών του δράστη και την εκτέλεση του χτυπήματος δίκην «στρατιωτικού τύπου» επιχείρησης[7], με τη χρήση συνήθως βαρέως οπλισμού, καταγράφονται στα εγκληματολογικά χρονικά από πολύ παλαιώτερα[8].
Όμως σήμερα, τουλάχιστον στις Η.Π.Α. είναι ξεκάθαρο : Με βάση τα δεδομένα μεταξύ 2013 και 2016, 7 στα 10 πολυανθρωποκτόνα επεισόδια συμβαίνουν σε εκπαιδευτικά ιδρύματα (ιδίως σχολεία μέσης εκπαίδευσης) και σε εργασιακούς χώρους[9], ενώ από ποσοτική άποψη, τα επεισόδια με τέσσερις τουλάχιστον θανάτους έχουν τουλάχιστον στις Η.Π.Α. τετραπλασιαστεί από την δεκαετία του ’70[10]. Παράλληλα, οι δυνατότητες που παρέχουν στον κάθε χρήστη τα δίκτυα κοινωνικής δικτύωσης, έχουν προ πολλού ξεπεράσει τη θεασιμότητα της ανθρωποκτόνου δράσης την οποία κάποτε καθόριζε η παραδοσιακή «κάμερα του δελτίου ειδήσεων». Τα πολυφονικά κτυπήματα βιντεοσκοπούνται από τους ίδιους τους δράστες και τους «ανεβαίνουν» σε real time από τους ίδιους ή παρευρισκομένους. Οι ίδιοι, δε, οι δράστες συχνά διαθέτουν προφίλ σε δίκτυα κοινωνικής δικτύωσης, με τις αναρτήσεις τους στα οποία έχουν τρόπον τινά «προειδοποιήσει» για το τί θα ακολουθήσει[11].

2) Είναι ευχερής η τυπολογική ένταξη των τριών γεγονότων από εγκληματολογική άποψη;
Το ανησυχητικό τα τελευταία χρόνια είναι η εμφάνιση ιδεολογικοποιημένων πολυφονικών χτυπημάτων, ιδίως τρομοκρατικών επιθέσεων σε δημόσιους χώρους, κατά κανόνα, με δράστες τους «μάρτυρες» ενός κεκυρηγμένου θρησκευτικού πολέμου, μεταξύ της «Δύσης» και του ISIS. Στην προκειμένη περίπτωση και οι τρεις υποθέσεις Orlando, Νίκαιας και Μονάχου θα μπορούσε να ειπωθεί ότι συνιστούν ένα τυπολογικό υβρίδιο, καθώς τα κίνητρα των δραστών ενδεικνύουν μεν προς την περιοχή ενός ακραίου «εγκλήματος μίσους (hate crime)»[12], την ίδια ώρα που η μέθοδος τέλεσης, ο αριθμός των θυμάτων και η κατάληξη των δύο από τους τρεις δράστες (“suicide by cop”), είναι κλασσικά γνωρίσματα του δρώντα σε δημόσιο χώρο mass murderer[13].

3) Υπάρχει δυνατότητα πρόληψης και πάντως αντιμετώπισης ενός τέτοιου φαινομένου εν τη γενέσει του;
Όσο και αν έννοιες όπως «πρόληψη» και «αντιμετώπιση» ηχούν απλοϊκοί, παραμένουν το διαχρονικώς ζητούμενο σε κοινωνίες που αισθάνονται διαρκώς και μεγαλύτερη ανασφάλεια[14]. Κι ενώ η τεχνολογία, μονοδρομικά σχεδόν αξιοποιούμενη από την πολιτεία για την επίταση της επιτήρησης, αποδεδειγμένα δεν μειώνει το φόβο για το έγκλημα[15], διερωτάται κανείς πώς μπορούν οι δυτικές κοινωνίες να αποφύγουν τέτοια «τυφλά», απρόβλεπτα πολύνεκρα «κτυπήματα»[16]. Από μια πρώτη άποψη, όταν ένας οπλισμένος δράστης ξεκινά να πυροβολεί ξαφνικά σε μια πλατεία, ένα σχολείο, ή ένα τουριστικό θέρετρο, μοιάζει πρακτικώς αδύνατο το σχέδιό του να αποτραπεί χωρίς κανένα θύμα. Όπως αποδεικνύουν τόσο τα πρόσφατα όσο και παλαιώτερα τέτοια πολυφονικά συμβάντα[17] ο δράστης έχει προεπιλέξει, συχνά μετά από έρευνα, τον τόπο τέλεσης, ακριβώς με κριτήριο την γεωγραφία του χώρου (το κατά πόσο «αόρατο» μπορεί να τον καταστήσει λ.χ. ένα εμπορικό κέντρο ή πολυκατάστημα κατά την προπαρασκευή του ξεσπάσματός του και, στη συνέχεια, το πόσο δύσκολα εντοπίσιμο σε σχέση με το πλήθος) και οπωσδήποτε την αδύναμη και πάντως όχι αισθητή παρουσία αστυνομικής δύναμης στον τόπο. Από πλευράς Αστυνομικών Αρχών και δυνάμεων καταστολής υπάρχουν συγκεκριμένες ασκήσεις και πλάνα δράσεως (λ.χ. η αποστολή εξειδικευμένου διαπραγματευτή σε περίπτωση ομηρείας), τα οποία αποσκοπούν στην εκκένωση της περιοχής, την έγκαιρη απομάκρυνση και περίθαλψη τραυματιών και τον εγκλωβισμό και εξουδετέρωση του δράστη, όμως ο συγχρονισμός με τις ανάγκες ενός κάθε φορά ιδιότυπου συμβάντος καθιστά την αντίδραση αρκετά καθυστερημένη[18].


4) Εισάγουν οι υποθέσεις αυτές κάποιο στοιχείο στην εγκληματολογική παραγοντοποίηση περί κατά συρροήν ανθρωποκτόνων και αν ναι, ποιό;
Για την ψυχοδυναμική διαδικασία του μεμονωμένου πολυανθρωποκτόνου, ο οποίος προσχεδιάζει και εκτελεί ένα φονικό χτύπημα σε δημόσιο χώρο έχουν καταγραφεί πολλές προσεγγίσεις[19]. Αντίστοιχα ενδιαφέρουσες και διεπιστημονικές τοποθετήσεις έχουν αναπτυχθεί  όταν το πολυανθρωποκτόνο φαινόμενο άρχισε να γίνεται αισθητό τα τελευταία 20 περίπου χρόνια με τα αλλεπάλληλα πολύνεκρα περιστατικά σε σχολεία των Η.Π.Α.[20]. Εν προκειμένω, και οι τρεις πρόσφατες επιθέσεις έχουν ένα κοινό στοιχείο : τη σύνδεση του κινήτρου των δραστών με την ιδεολογικοποιημένη ανθρωποκτονία. Διερχόμαστε πλέον τη φάση της πολλαπλής ανθρωποκτονίας με «ιδεολογικό» υπόβαθρο. Δεν έχουμε πλέον έναν κλασσικό «τιμωρό» της μιας φοράς, αλλά έναν θύτη που επιθυμεί να «μαρτυροποιηθεί» ή «ηρωοποιηθεί» επικαλούμενος ιδεολογήματα που καθαίρουν την ανθρωποκτονία στο όνομα μιας ανώτερης «πολιτικής» ιδέας, ή και στο όνομα της θρησκευτικής ή και φυλετικής «καθαρότητας»[21]. Τα θύματα θεώνται πλέον από τη σκοπιά του δράστη όχι ως «υπαίτιοι των δεινών» του, αλλά αποπροσωποποιημένα ως αντίπαλα «πιόνια», ως ιδεολογικοί «εχθροί».
Ο ιδεολογικά οργανωμένος ρατσισμός αποτελεί σήμερα παγκόσμιο φαινόμενο. Μην εγκαταλείποντας την επιδίωξη να αποτελούν ομάδες πίεσης για περισσότερο και σκληρότερο κοινωνικό έλεγχο, ακραίες παραστατιωτικές, παραθρησκευτικές ή περιθωριακές «πολιτικές» ομάδες διαχέουν στον δημόσιο διάλογο, συντηρούν και αναπαράγουν πρότυπα μισαλλοδοξίας και φανατισμού και προκαταλήψεις με ψευδο-ιστορικό υπόβαθρο, ικανές όχι μόνο να οδηγήσουν σε οργανωμένη ανθρωποκτόνο βία, αλλά και να την εμπνεύσουν ως διέξοδο ενάντια στην υποτιθέμενη «καταπίεση» και τον κονφορμισμό των δομών της συνεταγμένης πολιτείας. Οργανώσεις όπως η «Κου Κλουξ Κλαν» ή τα αναρίθμητα νεοναζιστικά μορφώματα, που πρεσβεύουν ανοικτά την ακραία βία, ακόμη και την ανθρωποκτονία με στόχο την «εξάλειψη της φυλετικής ή και κοινωνικής διαφορετικότητας», τείνουν να αποκτούν πλέον όχι απλώς περισσότερα «μέλη», αλλά «μιμητές», «οπαδούς» που προέρχονται έξω από τους στενούς τους κύκλους[22]. Η δε παγκοσμιοποιημένη πλέον θρησκευτική και πολιτική αναμέτρηση μεταξύ φονταμενταλιστών ισλαμιστών και «Δύσης» δεν εκπαιδεύει μόνον στρατούς από καμικάζι, αλλά έλκει, με την απολυτότητα της αυτοκτονικής ηρωοποίησης, πιο άμεσα και πιο έντονα τον παρία από τα χαμηλώτερα στρώματα, κάτι που αναδείχθηκε και στη χώρα μας[23].
Στην Ελλάδα, δεν λείπουν οι ακραίες φασιστικές και ρατσιστικές οργανώσεις και μάλιστα με πολιτικό μανδύα που πρεσβεύουν ανοικτά  ρητορικές μίσους (κατά των μεταναστών, των εγχρώμων, ή διαφόρων «διεφθαρμένων» κοινωνικών ομάδων [«φοιτητές», «διανοούμενοι» κ.λ.π.]). Η δράση τέτοιων ομάδων πολλαπλασιάζει την ψευδαίσθηση σε άτομα κοινωνικά ανερμάτιστα -και ιδίως σε πολύ νεαρά σε ηλικία- ότι είναι κοινωνικά ανεκτή η χρήση βίας για την επιβολή ιδεοληψιών φυλετικής καθαρότητας, ή ότι, πάντως, αποτελεί μια «ριζοσπαστική» ιδεολογική λύση, που προσδίδει κραταιά στον πρεσβευτή της[24] ταυτότητα και υποστήριξη από την οργάνωση των ομοδόξων του. Η ιδεολογικοποίηση της ανθρωποκτόνου βίας συνιστά έναν, αν όχι «νέο», πάντως έναν σχετικώς αυτοτελή, σε σχέση με το παρελθόν, παράγοντα ο οποίος ενδεικνύει αυξημένη πιθανότητα πολλαπλασιασμού των πολυανθρωποκτόνων φαινομένων στο μέλλον.

5) Ποια είναι η «δίκαιη ποινή» για τον δράστη ενός πολυανθρωποκτόνου συμβάντος όπως το Ορλάντο, η Νίκαια ή το Μόναχο;
Πρόκειται για ένα από τα ερωτήματα που δοκιμάζουν τις αντοχές της σύγχρονης ποινικής σκέψης σε νέα δεδομένα. Το μέτρο του ποιά μπορεί να είναι στην Ευρώπη η «δίκαια ποινή» σε έναν κατά συρροήν ανθρωποκτόνο που έδρασε σε δημόσιο χώρο, προβάλλοντας μάλιστα ως «ιδεολογικοποιημένο» το κίνητρο των πράξεών του, αναδείχθηκε πρόσφατα μέσα από την υπόθεση του Άντερς Μπρέϊβικ[25]. Ο Νορβηγός –αυτοτοποθετούμενος ως- νεοναζί στις 22 Ιουλίου του 2011 στο νησάκι Ουτίγια, 38 χιλιόμετρα μακριά από το Όσλο, φορώντας στολή αστυνομικού και οπλισμένος με τρία αυτόματα έσπειρε τον όλεθρο σε κατασκήνωση νέων, σκοτώνοντας 77 και τραυματίζοντας πάνω από 110 άτομα, ηλικίας μεταξύ 18 και 20 ετών.  Στη δίκη του βρήκε ευκαιρία να αναπτύξει δημοσίως ανισόρροπα ιδεολογήματα, να χαιρετήσει ναζιστικά και να δηλώσει ότι «θα το ξανάκανε»[26]. Τον Αύγουστο του 2012[27] καταδικάσθηκε σύμφωνα με τον Νορβηγικό Ποινικό Κώδικα για τα αδικήματα της τρομοκρατικής ενέργειας, της θανατηφόρου έκρηξης και της ανθρωποκτονίας κατά συρροή για το θάνατο 77 ανθρώπων. Κρίθηκε ότι είχε πνευματική διάυγεια και δεν έπασχε από ψυχιατρικό νόσημα, ομόφωνα από τους πέντες δικαστές. Καταδικάστηκε στην μέγιστη ποινή που προβλέπεται στη Νορβηγία, σε 21 έτη εγκλεισμού στη φυλακή («preventive detention»), χρονικό διάστημα το οποίο ενδέχεται να παρατείνεται ανά 5 έτη μετά το πέρας της και για όσο διάστημα εξακολουθεί να θεωρείται «απειλή για την κοινωνία». Πριν του ανακοινωθεί η ποινή, δήλωσε «Μετάνιωσα που δεν πρόλαβα να σκοτώσω περισσότερους». Και αφ΄ότου πληροφορήθηκε την ποινή, δήλωσε ότι «δεν αναγνωρίζει την αρμοδιότητα του δικαστηρίου», λόγος για τον οποίο δεν θα ασκούσε και έφεση.
Η επιμέτρηση της ποινής σε τέτοιες περιπτώσεις περνά κατ΄ανάγκην μέσα από το πώς αντιμετωπίζει το εκάστοτε σύστημα ποινικής δικαιοσύνης το θέμα της ψυχικής υγείας του δράστη κατά συρροήν ανθρωποκτονιών σε δημόσιο χώρο. Οι έλληνες mass murderers που πέρασαν από δίκη, κρίθηκαν όλοι ένοχοι χωρίς κανένα ελαφρυντικό, απορριπτομένων παγίως, σε κάθε μία από τις υποθέσεις των αυτοτελών ισχυρισμών περί ελαττωμένου καταλογισμού λόγω ψυχικής ασθένειας[28]. Σύμφωνα και με το διεθνές παράδειγμα, η πλειοψηφία των κατά συρροή ανθρωποκτόνων κρίνεται ότι δεν πάσχουν από ψυχική νόσο, τουλάχιστον τέτοιας ποιότητας και έντασης που να επηρεάζει τη δυνατότητά τους να αντιληφθούν το δίκαιο ή άδικο της πράξης τους και την ικανότητά τους να συμμορφωθούν προς την αντίληψη αυτή, κατά το χρόνο που τελούν τις ανθρωποκτονίες που τους αποδίδονται. Στη χώρα μας, η νομική κατασκευή των αρ. 34 και 36 του Ποινικού Κώδικα, με την ενσωμάτωση του όρου «ψυχική ή πνευματική νόσος» αντιμετωπίζει δυσχέρειες στο να συγκροτηθεί και να ερμηνευθεί δικαστικά, πολλώ μάλλον να πείσει δικαστές και ενόρκους για το ότι ο υποκείμενος σε αυτήν είναι εύλογο και δικαιοπολιτικώς ορθό να έχει εξατομικευμένη αντιμετώπιση. Και τούτο, γιατί το σώμα των Μικτών Ορκωτών Δικαστηρίων γνωρίζει, την απώτατη χρονική διάρκεια της ισόβιας κάθειρξης (περί την εικοσαετία) και προτιμά την ασφάλεια του εγκλεισμού του κατηγορουμένου στη συνήθη δικαστική φυλακή για όσο το δυνατόν περισσότερο, παρά την «προνομιακή» του φύλαξη σε νοσοκομειακή μονάδα, με επικείμενο τον κίνδυνο της πρόωρης απόλυσης.
Στις Η.Π.Α., τα δικαστήρια παρουσιάζονται εξαιρετικά φειδωλά στην κατάφαση του αντίστοιχου ισχυρισμού περί «παραφροσύνης», διαγνώνοντας το στοιχείο αυτό σε ποσοστό 2% επί όλων των περιπτώσεων όπου προτείνεται. Εν αντιθέσει, τα βρετανικά δικαστήρια, παρά την δικαιϊκή συγγένεια των δύο συστημάτων, την κάνουν δεκτή σε ποσοστό 25% επί των περιπτώσεων όπου ο ισχυρισμός αυτός προβάλλεται από την υπεράσπιση[29]. Παρά ταύτα, και τα δύο δικαιϊκά συστήματα βασίζουν τη μέθοδο διάγνωσης της παραφροσύνης στα τεστ McNaughton. Για να σταθεί ο υπερασπιστικός ισχυρισμός στη βάση της «παραφροσύνης» (insanity), πρέπει να αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι κατά το χρονικό σημείο τέλεσης του εγκλήματος (εν προκειμένω των ανθρωποκτονιών που συμβαίνουν με μικρή χρονική απόσταση μεταξύ τους) ο κατηγορούμενος ενεργούσε υπό το κράτος τέτοιου βαθμού αλλοίωσης της λογικής εξ αιτίας της πνευματικής νόσου, ώστε να μην μπορεί να διακρίνει τη φύση και το ποιόν των πραττομένων του, είτε, ότι παρ’ ότι γνώριζε τη φύση και το ποιόν αυτών, να μην μπορούσε να αντιληφθεί ότι αυτό που πράττει είναι λάθος, με βάση την κοινή αντίληψη[30]. H εφαρμογή του McNaugton test εγείρει εδώ και χρόνια πολλές αντιρρήσεις και διχοτομεί νομικό και ιατρικό κόσμο. Ενώ με την κλασσική ιατρική πραγματογνωμοσύνη σύντομα ο ψυχίατρος διαβλέπει στον εξεταζόμενο mass murderer ποικίλα ενεργά στοιχεία ψυχοπαθολογίας, το τεστ θέτει τέτοια και τόσα δεδομένα σε αναγκαία συμπλοκή, ώστε ποτέ ο εξεταζόμενος δεν τα πληροί για να κριθεί ως πάσχων από ψυχική νόσο κατά το χρονικό σημείο τέλεσης των εγκλημάτων που του αποδίδονται.
Η κατασκευή του δικανικού – δικαστικού λόγου βρίσκεται συχνά σε αντιδιαστολή με την ανάλογη στρατηγική του ψυχιατρικού λόγου του κατηγορουμένου. Πρόκειται για παμπάλαιο ζήτημα, που διχάζει στον πυρήνα του την απονομή ποινικής δικαιοσύνης[31].

6) Ποια η προβολή του φαινομένου των πολλαπλών ανθρωποκτονιών σε δημόσιο χώρο στην Ελλάδα;
Ο πολυανθρωποκτόνος της μιας φοράς, ο κατά συρροήν ανθρωποκτόνος (mass murderer)[32] σε δημόσιο χώρο έχει μικρό, τόσο ποιοτικά, όσο και ποσοτικά, παρελθόν στην Ελλάδα.
Το φαινόμενο, ασφαλώς και δεν είναι ελληνικό. Ευτυχώς, στην Ελλάδα «ιδεολογικοποημένες»  πολλαπλές ανθρωποκτονίες δεν σημειώνονται, στα πρόσφατα τουλάχιστον χρονικά. Δύο είναι οι υποθέσεις συγκεντρώνουν ορισμένα μόνον από τα τυπολογικά χαρακτηριστικά των πολυανθρωποκτόνων σε δημόσο χώρο του εξωτερικού.  Αυτές του Παντελή Καζάκου και του Δημήτρη Πατμανίδη[33].
«Πες μου πατέρα, τί λένε για μένα, είμαι ήρωας ή φονιάς;». Η φράση του Παντελή Καζάκου, ο οποίος σε 24 ώρες φόνευσε δύο και τραυμάτισε σοβαρά τέσσερις αλλοδαπούς στο κέντρο της Αθήνας, εφόσον κρίθηκε ότι δεν πρόκειται για το παραλήρημα ψυχασθενούς[34], απεικονίζει τραγικά τη σύγχυση που επικρατεί στη χώρα μας εξ αιτίας της ποιότητας και του χειρισμού των πολιτικών επιχειρημάτων κατά τον δημόσιο διάλογο. Εφόσον η -δια των συμφραζομένων- «κήρυξη» των μεταναστών και των παράνομα εισελθόντων στη χώρα αλλοδαπών περίπου ανεπιθυμήτων («ευθύνονται για την εγκληματικόττηα», «μας παίρνουν τις δουλειές», «βρωμίζουν τις πλατείες», «το κράτος τους ταίζει και οι έλληνες μένουν άνεργοι και πεθαίνουν της πείνας») και η συλλήβδην στοχοποίησή τους προβάλλονται από τα ηλεκτρονικά fora ως «πολιτική άποψη», είναι πολύ πιθανόν ότι θα βρεθεί κάποιος να την ενστερνιστεί.  Στην περίπτωση δε κατά την οποία η «άποψη» αυτή συναντήσει μια ασφυκτιώσα ατομική ψυχοπαθολογία, το αποτέλεσμα πολύ πιθανόν να είναι ένα πολυανθρωποκτόνο εγχείτρημα «σωτηριακού τύπου». Οι κώδικες για την αξία της ανθρώπινης ζωής και οπωσδήποτε «μαθαίνονται», δεν είναι αυθύπαρκτοι στον εσωτερικό κόσμο του δράστη.
Η υπόθεση Πατμανίδη, παραπέμπει, χωρίς να συγκρίνεται ποσοτικά και ποιοτικά με αυτές, τις περιπτώσεις των «σχολικών ολέθρων» των Η.Π.Α..
«Δεν έχω πλέον λόγο να συνεχίσω να ζω. Δυστυχώς για εσάς, είμαι πολύ εγωιστής για να φύγω και να σας αφήσω να ζήσετε τις γαμημένες ζωές σας. Πριν πεθάνω θα σας στερήσω ό,τι πολυτιμότερο έχετε. Δεν έχω σεβασμό για την ανθρώπινη ζωή. Φτύνω κατάμουτρα στην «αξιοπρέπεια» και την «τιμή» σας και σε ό,τι έχετε ιερό. Έχω πάρει την απόφασή μου και δεν πρόκειται να κάνω πίσω. Οποιοσδήποτε βρεθεί μπροστά μου το πρωί της 10ης Απριλίου 2009 γίνεται άμεσα στόχος – δεν θα υπάρξει καμία διάκριση στην ηλικία, το φύλο ή την καταγωγή εκείνων που θα δολοφονήσω, για εμένα είστε όλοι σκουπίδια. Θα σας σκοτώσω γιατί έτσι γουστάρω και θα φροντίσω να το ευχαριστηθώ όσο περισσότερο γίνεται. Για τους περισσότερους απο εσάς μπορεί να ακούγομαι παρανοϊκός, εγκληματίας ή δολοφόνος… Κάνετε λάθος, εσείς είστε τα νοητικώς στερημένα θρασύδειλα εγκληματικά καθάρματα που βρίζουν υπό την κάλυψη της ανωνυμίας, της ιδιότητας του καθηγητή ή των πολυάριθμων παρεών. Μέχρι στιγμής δεν έχω εισπράξει τίποτα άλλο παρά την απόρριψη και την ύβρη των γύρω μου. Σας τα επιστρέφω με την υπόσχεση να περάσετε τις τελευταίες στιγμές σας παρακαλώντας για την ελεεινή και τρισάθλια ζωή σας – σύντομα θα δείτε πως είμαι άνθρωπος που τηρεί τις υποσχέσεις του… Δεν είμαι αναγκασμένος να δώσω περαιτέρω εξηγήσεις για τις πράξεις μου. Δεν έχω γνωρίσει παρά ένα άτομο που να αξίζει σαν άνθρωπος και με την οποία πίστευα πως είχα ερωτευτεί. Νιώθω πολύ άσχημα που με απέρριψε και ελπίζω πως με ό,τι κάνω την Παρασκευή θα αλλάξει γνώμη για μένα».
Το σημείωμα αυτό βρέθηκε στο σακκίδιο του 19χρονου που αυτοπυροβολήθηκε στο κεφάλι στις 10 Απριλίου 2009, αμέσως αφ΄ότου επέδραμε οπλισμένος με δύο περίστροφα στην Σχολή του Ο.Α.Ε.Δ. επί της οδού Πέτρου Ράλλη, πυροβολώντας και τραυματίζοντας έναν συμμαθητή του και δύο υπαλλήλους τεχνικής εταιρίας που τυχαία βρέθηκαν στο δρόμο του[35]. Το σχέδιο είναι φανερό ότι είχε εκπονηθεί, αλλά ο δράστης δεν κατόρθωσε να το «απολαύσει» όσο διατεινόταν, καθώς προφανώς δεν μπόρεσε να σηκώσει από το ίδιο το βάρος των πράξεών του[36].
Τα δύο ελληνικά παραδείγματα, ό,τι πιο συγγενές υπάρχει με κατά συρροήν ανθρωποκτονία σε δημόσιο χώρο, είναι σαφές ότι ελάχιστη σχέση έχουν με τον «ιδεολογικόμορφο» ανθρωποκτόνο φανατισμό των τριών πρόσφατων πολυφονικών επεισοδίων σε Ορλάντο, Νίκαια και Μόναχο. Οι δύο δράστες μπορεί μεν να είχαν ένα προβληματικό οικογενειακό και κοινωνικό παρελθόν[37], αλλά το εγκληματικό τους ξέσπασμα δεν είχε κανένα ιδεολογικό υπόβαθρο.

7) Σε περίπτωση ανάλογου πολυανθρωποκτόνου γεγονότος στην Ελλάδα, ποια τα εργαλεία που διαθέτει το ελληνικό Σύστημα Ποινικής Δικαιοσύνης;
Το πρόβλημα του μονολιθικού και πεπερασμένου του συστήματος ποινών του Π.Κ., ιδίως για το βίαιο έγκλημα και ειδικώτερα για την ανθρωποκτονία έχει τεθεί πολλές φορές, χωρίς όμως να οδηγήσει σε νομοθετική μεταβολή τέτοια που να απηχεί ευελιξία και εξατομικευτική οπτική στην ποινική μεταχείριση. Οι περίπτωση Παντελή Καζάκου (όπως προεξετέθη, η μόνη υπόθεση που δικάσθηκε, με κατά συρροήν ανθρωποκτονίες και απόπειρες σε ένα μόνο ξέσπασμα κατά λαθρομεταναστών) είναι χαρακτηριστική : Για  2002, δικαζόμενος κατ’ έφεσιν για δύο ανθρωποκτονίες και επτά απόπειρες ανθρωποκτονίας, τιμωρήθηκε τελεσίδικα με δύο φορές ισόβια κάθειρξη και 25 χρόνια κάθειρξη, χωρίς κανένα ελαφρυντικό. Του επεβλήθη επίσης ισόβια στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων καθώς και χρηματική ποινή 880 Ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι με τη συμπλήρωση 25 ετών, ένας κατάδικος για βαρύτατες κατηγορίες εξακολουθεί να δικαιούται υφ’ όρον απόλυση. Δράστες πολλαπλών ανθρωποκτονιών αντιμετωπίζονται με μικρή διάκριση στο πλαίσιο ποινής σε σχέση με τους λοιπούς ανθρωποκτόνους, της «μιας φοράς». Το ανελαστικό πλαίσιο ποινής που ισχύει σύμφωνα με τα αρ. 105 επ. Π.Κ., όπως τροποποιήθηκαν με τον Ν. 4322/2015 προβλέπει ανώτατο όριο ποινής την κάθειρξη 19 έως και 25 ετών.
Θεσμικά εργαλεία όπως η αόριστη κάθειρξη των αρ. 90 και 91 του Π.Κ.[38] συνδέονται μόνο με τους «καθ’ καθ' έξη ή κατ' επάγγελμα επικίνδυνους για τη δημόσια ασφάλεια», στοιχείο που καταδεικνύει αφενός το πεπερασμένο του ποινικού μας οπλοστασίου για τέτοιες περιτώσεις δραστών (καθώς η συντριπτική πλειοψηφία των κατά συρροήν ανθρωποκτόνων δεν φέρουν προηγούμενες καταδίκες), αφετέρου μια σταθερή επιλογή προς καθορισμό μιας «οροφής ποινής» που φθάνει τα 25 έτη σε κάθε περίπτωση[39].
Η εξατομικευμένη ποινική μεταχείριση ενός κατά συρροήν ανθρωποκτόνου του τύπου του Ορλάντο ή της Νίκαιας μοιάζει να μην χωρά στον προβληματισμό του έλληνα νομοθέτη, ως ποινικό φαινόμενο ή ενδεχόμενο. Τα εγχειρήματα αναμόρφωσης του ελληνικού συστήματος ποινών εξαντλούνται τα τελευταία χρόνια στην αντίληψη περί απομειώσεως του «κόστους» λειτουργίας των υποσυστημάτων του Ελληνικού Συστήματος Ποινικής Δικαιοσύνης[40]. Κυρίαρχη μέριμνα του νομοθέτη παραμένει η λιγώτερο δαπανηρή κινητοποίηση του μηχανισμού καταστολής και η «αποφόρτιση» φυλακών και δικαστηρίων, με τη σταδιακή ενσωμάτωση εναλλακτικών ποινών και θεσμών όπως η «διαμεσολάβηση»[41]. Σπάνια όμως ο ποσοτικά προσανατολισμένος χειρισμός ενός του συστήματος με πολλαπλές επιμέρους ποιοτικές δυσλειτουργίες (όπως ο μικρός βαθμός εξειδίκευσης των στελεχών του συστήματος, ή η επίσης χαμηλή δεκτικότητα του μηχανισμού σε αρωγή από καίριες βοηθητικές επιστήμες) έχει κατορθώσει να αντιμετωπίσει αυτές τις τελευταίες.

* Ο Παναγιώτης Παπαϊωάννου είναι Δικηγόρος, Δρ. Εγκληματολογίας
------------------------------------------------------------------------------------
[1] Στις 12 Ιουνίου του 2016 ο Omar Mateen, ένας 29χρονος υπάλληλος security πυροβόλησε και σκότωσε 49 και τραυμάτισε 53 μέσα στο “Pulse”, ένα gay club του Ορλάντο της Φλόριντα των Η.ΠΑ. Ο Mateen δήλωσε στον διαπραγματευτή που βρέθηκε στο σημείο ότι είναι ελληλέγγυος με τον ηγέτη του I.S.I.L. (Islamic State Of Iraq and the Levant) και ότι σκότωνε για «αντίποινα» για τα όσα προκαλούσε η Αμερικανική πολιτική στο Ιράκ και τη Συρία.  Ο δράστης, μετά από μια τρίωρη ένοπλη αναμέτρηση με τις αρχές σκοτώθηκε από τα πυρά αστυνομικών του Orlando Police Department. Ήταν το πολυανθρωποκτόνο γεγονός με τα περισσότερα θύματα στα χρονικά των Η.Π.Α. μετά το τρομοκρατικό χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου του 2001. Πηγές: ηλεκτρονικές εκδόσεις New York Times, U.S.A. Today, Florida Today, 13/6/2016.
[2] Το βράδυ της Πέμπτης 14 Ιουλίου 2016 σε πολυσύχναστη παραλιακή περιοχή Προμενάντ ντεζ Ανγκλέ της Νίκαις στη Γαλλία, ενώ πλήθος κόσμου είχε συγκεντρωθεί για να δει τα πυροτεχνήματα για την επέτειο της Βαστίλης, ένας άνδρας έπεσε πάνω στο πλήθος με φορτηγό 19 τόνων και άρχισε να πυροβολεί αδιακρίτως, σκοτώνοντας τουλάχιστον 86 ανθρώπους(μεταξύ των θυμάτων τουλάχιστον 10 ανήλικα παιδιά) και τραυματίζοντας συνολικά 434, στην πλειοψηφία τους τουρίστες. Ο δράστης άνοιξε πυρ εναντίον ανδρών της αστυνομίας που έσπευσαν στο σημείο και τελικά έπεσε νεκρός. Πηγή news247.gr..
[3] Στις 22 Ιουλίου 2016, ο18χρονος Γερμανός Ιρανικής καταγωγής Ali Sonboly πυροβόλησε και σκότωσε 9 και τραυμάτισε 16 σε πολυσύχναστο εμπορικό κέντρο. Οι αρχές πίστευαν ότι οι δράστες ήταν τρεις, όμως με τη βοήθεια του υλικού από τις κάμερες ασφαλείας της περιοχής κατέληξαν στο ότι ήταν μόνος. Ξεκινώντας από ένα κατάστημα fast food “McDonalds”, άρχισε να πυροβολεί και να σκοτώνει κυρίως παιδιά ουρλιάζοντας ότι «θέλει να σκοτώσει όλους τους ξένους» και ότι ο ίδιος «είναι Γερμανός». Ο δράστης τελικά αυτοκτόνησε. Πηγή CNN.com, 23/7/2016.
[4] Σημείο αναφοράς κάθε εγκληματολογικής μελέτης είναι η «Σφαγή στα ’’McDonald’s’’», στο San Ysidro της Καλιφόρνια το 1984, όπου 21 ανυποψίαστοι πελάτες του εστιατορίου, οι περισσότεροι εξ αυτών ισπανόφωνοι, φονεύθηκαν από τον 41χρονο «εξοργισμένο» άνεργο James Oliver Huberty. Βλ., μ.α. James Alan Fox & Jack Levin; Overkill –Mass Murder And Serial Killing Exposed, Plenum Press, N.Y. & London 1994, pgs 240-241 και  Michael D. Kelleher ; Flash Point – The American Mass Murderer, Praeger Books, Westport –Connecticut – London, 1997, pgs. 143-146 και 73-75.
[5] Η εκδοχή του πολυανθρωποκτόνου ο οποίος φονεύει «εις ευόδωσιν του οράματός του» θύματα με ενότητα κοινωνικών χαρακτηριστικών (λ.χ. γυναίκες, έγχρωμοι μετανάστες) είναι η πλέον επιστημονικά ευδιάκριτη. Βλ. Michael Kelleher, όπ. ανωτ., pgs 67-79.
[6] Χαρακτηριστικές οι περιπτώσεις του «μισογύνη» Γάλλου Marc Lepine (1989), του Αμερικανού ασφαλιστικού πράκτορα Luigi Ferri (1993). Michael D. Kelleher, Flashpoint, οπ. ανωτ., pgs 33-34, 82-83 και James Alan Fox & Jack Levin, Overkill, οπ. ανωτ., pgs.197-198, 201 – 203 και γράφοντος, «Ανθρωποκτόνοι Κατ’ Εξακολούθηση και κατά Συρροή – Το Ελληνικό Παράδειγμα, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2013, σελ. 50-51.
[7] Χαρακτηριστικές οι περιπτώσεις του  Αμερικανού Patrick Sherill (1986) του υπαλλήλου ταχυδρομικής εταιρίας (η περίπτωσή του απέδωσε στην ειδησεογραφική και κατόπιν την εγκληματολογική αργκό τον όρο “going postal”) που είχε υπηρετήσει ως πεζοναύτης στο Βιετνάμ, του απορριφθέντος από την στρατιωτική σχολή Αυστραλού Julian Knight (1987), ή του Άγγλου Michael Ryan (1987) που είχε εμμονή με τον κινηματογραφικό “Rambo” και τα όπλα. Βλ. James Alan Fox, & Jack Levin, Overkill, οπ. ανωτ., pgs 183-189, 134-135, 234-236.
[8] Ως ο «πατέρας» των σύγχρονων mass murders αναγνωρίζεται ο Howard Unruh 28χρονος βετεράνος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, που ζούσε στο East Camden του New Jersey. Πεπεισμένος ότι οι γείτονές του τον γελοιοποιούν πίσω από την πλάτη του και συνομοτούν εναντίον του, είχε φτιάξει μια λίστα με ονόματα γειτόνων και σχεδίαζε την «απάντησή του». Στις 9 το πρωί στις 6 Σεπτεμβρίου του 1949, άφησε το διαμέρισμα όπου έμενε με τη μητέρα του οπλισμένος με ένα Luger περίστροφο, αναμνηστικό από τον πόλεμο και 33 γεμιστήρες για να ξεκινήσει μια διαδρομή που αργότερα χαρακτηρίστηκε ως «βόλτα θανάτου». Σε δώδεκα λεπτά έπεσαν νεκροί 13 άνθρωποι, μεταξύ των οποίων δύο παιδιά. Όταν αργότερα συνελήφθη, είπε σε έναν ρεπόρτερ «Θα σκότωνα χίλιους εάν είχα αρκετές σφαίρες». Το εντυπωσιακό είναι ότι ο Unruh δεν καταδικάστηκε, παρ΄ότι διώχθηκε για 13 ανθρωποκτονίες και 3 απρόκλητες επιθέσεις. Διαγνώσθηκε ανίκανος να παραστεί σε δίκη. Βλ. Michael D. Kelleher, Flashpoint, οπ. ανωτ., pg  5-6.
[9] Πηγή CNN.com : “A visual Guide : Mass Shootings In America”.
[10] Πηγή : http://time.com/3983557/mass-shootings-america-increasing/
[11] Βλ. http://www.clickorlando.com/news/who-was-the-orlando-nightclub-shooter_
[12] Τα εγκλήματα μίσους θα μπορούσαν γενικά να οριστούν ως εγκληματικές πράξεις τις οποίες ο δράστης τελεί με κίνητρο τη μισαλλοδοξία προς μία κοινωνική ομάδα. Πρόκειται για πράξεις οι οποίες υποκινούνται από την έχθρα και τη προκατάληψη του δράστη ενάντια σε ένα άτομο εξαιτίας κάποιου φυλετικού, εθνικού, θρησκευτικού ή άλλου στοιχείου της ταυτότητας του θύματος. Το θύμα λόγω των συγκεκριμένων αυτών στοιχείων εντάσσεται σε μία κοινωνική ομάδα, η οποία διακρίνεται –υπό την «οτπική» του δράστη ή των δραστών από χαρακτηριστικά όπως το γένος, το χρώμα, η εθνικότητα, η γλώσσα, η θρησκεία, η σεξουαλική καταβολή. Ωστόσο, δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ότι ο δράστης μισεί προσωπικά το θύμα ή την ομάδα του. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Η λέξη “μίσος” η οποία προσδιορίζει τα εγκλήματα αυτά, είναι παραπλανητική. Και τούτο διότι το βασικό στοιχείο των εγκλημάτων μίσους είναι η επιλογή του θύματος εξαιτίας της προκατάληψης του δράστη για την ομάδα στην οποία αυτό ανήκει. Βλ. Αναστασία Σωτηροπούλου, Εγκλήματα Μίσους και Ποινική Αντιμετώπισή του στις Η.Π.Α. και την Ελλάδα, σε Τιμητικό Τόμο Νέστορα Κουράκη (Crime-in-Crisis.com) με παραπομπές μ.α. σε Αναστασία Χαλκιά, Εγκλήματα Ρατσιστικού Μίσους στην Ελλάδα της Κρίσης: Από τη Θυματοποίηση στην Προσβολή της Δημοκρατίας, Εγκληματολογία 1-2, 80-88, σ. 80 (2013), Γεώργιο Χ. Βούλγαρη, Τα Εγκλήματα Μίσους και η Ποινική Αντιμετώπισή τους στην Ελλάδα, ΠοινΔικ 3, 275-279, σ. 275 (2015).
[13] To 70% των δραστών πολυφονικών επεισοδίων στις Η.Π.Α. από το 2013 έως και τον Ιούλιο του 2016 καταλήγουν με το θάνατο του δράστη. Με βάση δεδομένα των ετών 2000 – 2013, στο 40% των shooting incidents (επεισόδιο από το οποίο προκύπτον 4 ή παραπάνω θάνατοι) καταλήγουν με αυτοκτονία του δράστη, το 28,1% με θανάτωσή του από πυρά αστυνομικών, στο 13,1% άοπλοι πολίες συλλαμβάνουν και εξουδετερώνουν τον δράστη και στο υπόλοιπο 3,1% οπλισμένοι πολίες ανταλλάσσουν πυρά με τον δράστη. Πηγή CNN.com : “A visual Guide : Mass Shootings In America”. Βλ. επίσης, γράφοντος, οπ. ανωτ., σελ. 431-432.
[14] Βλ. σχετ. Χ. Δημόπουλου, «Έγκλημα και Τύπος: Εγκληματολογική προσέγγιση», Χρονικά (Chroniques), τεύχ. 7, Σεπτέμβριος 1993, σσ. 1-14, Αφρ. Κουκουτσάκη, «Εγκληματικό στερεότυπο και ΜΜΕ. Ιδεολογίες του εγκλήματος και το θέμα της κοινωνικής συναίνεσης», στο ΕΚΚΕ, Εγκληματίες και Θύματα στο κατώφλι του 21ου αιώνα, Αθήνα 2000, σσ. 445-461, Έφ. Λαμπροπούλου, «Η βία και η εγκληματικότητα στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Are bad news good news?», στο ΕΚΚΕ, Εγκληματίες και Θύματα στο κατώφλι του 21ου αιώνα, Αθήνα 2000, σσ. 416-429.
[15] Οι 342 τοποθετημένες στο κέντρο της Αθήνας κάμερες δεν μείωσαν την εγκληματικότητα, με βάση τα στοιχεία που δόθηκαν στη δημοσιότητα το 2007 από το αρχηγείο της ΕΛ.ΑΣ. Μεγάλη η αύξηση της λεγόμενη «μικροεγκληματικότητας» (ληστείες, διαρρήξεις και κλοπές τροχοφόρων) και μικρότερη αύξηση σε ανθρωποκτονίες και βιασμούς επιβεβαιώνουν οι 293 κάμερες του συστήματος C4I και οι 49 προγενέστερες αυτού. Βλ. εφημερίδα «Ελευθεροτυπία», 16 Φεβρουαρίου 2008 [ένθετο Φάκελλος: Οι κάμερες δεν μείωσαν την εγκληματικότητα], με αναφορά στα ομοειδή συμπεράσματα της βρετανικής εμπειρίας (Home Office Research Study 292, Martin Gill, Angela Spriggs, Assessing The Impact Of CCTV, Φεβρουάριος 2005) και συνεντεύξεις των καθηγητών Εγκληματολογίας Γιάννη Πανούση και Βασίλη Καρύδη.
[16] Βασική παραδοχή των νέων πολιτικών είναι οι πεπερασμένες δυνατότητες του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης ως προς τον έλεγχο της εγκληματικότητας και η υιοθέτηση της λογικής της επίτευξης του λιγότερου κακού. Η αντεγκληματική πολιτική προσανατολίζεται σε βραχυπρόθεσμους άμεσα επιτεύξιμους στόχους και στην διαχείριση τριών πεδίων: α) την διαχείριση του αισθήματος φόβου και ανασφάλειας των πολιτών β) την διαχείριση της επικινδυνότητας δραστών και κοινωνικών ομάδων, που απειλούν την δημόσια ασφάλεια και γ) την διαχείριση του χώρου. Βλ. Α. Αντωνοπούλου, Σύγχρονες τάσεις αντεγκληματική πολιτικής, Η πολιτική της μηδενικής ανοχής και τα μέτρα διαχείρισης κρίσεων, Αθήνα Θεσσαλονίκη, εκδόσεις Σάκκουλας, 2010, σελ. 33-34.
[17] Ο Marc Lepine αγαπούσε τα όπλα και μισούσε τις γυναίκες και όσες με τα δικά του κριτήρια ονόμαζε «φεμινίστριες», συνδυασμός που αποδείχθηκε ολέθριος στις 6 Δεκεμβρίου του 1989, στο Εcole Polytechnique του Montreal του Καναδά. Στις εγκαταστάσεις του πανεπιστημίου αυτού, εισέβαλλε οπλισμένος ο Lepine και σε είκοσι λεπτά έγινε ο χειρότερος mass murderer στην ιστορία του Καναδά, φονεύοντας 14 φοιτήτριες και μια γραμματέα, κρατώντας την τελευταία σφαίρα για τον εαυτό του. Βλ. James Alan Fox & J. Levin, Overkill, οπ. ανωτ., pgs 201- 203. Ο Gian Luigi Ferri ήταν ένας ασφαλιστικός πράκορας που «έπεσε έξω». Τα εντάλματα πληρωμών που εκκρεμούσαν σωρεύονταν έξω από την πόρτα του και ο ιδιοκτήτης του ακινήτου όπου στεγαζόταν, ξεκίνησε διαδικασία έξωσης. Τα χρέη του απέναντι σε πιστωτές και την πολιτεία ήταν δυσθεώρητα. Ο ίδιος είχε απομονωθεί κοινωνικά και σε πείσμα όλων κρατούσε το κατάστημά του ανοικτό. Ρίχνοντας την ευθύνη στους δικηγόρους του αντιδίκου του, στις 1 Ιουλίου 1993, μπήκε πάνοπλος στον 44ο όροφο του ουρανοξύστη όπου στεγαζόταν το γραφείο της εταιρίας δικηγόρων Pettit & Martin στο Σαν Φρανσίσκο της Καλιφόρνια. Άνοιξε πυρ αδιακρίτως, σκοτώνοντας 8 και τραυματίζοντας 6 άτομα, για να στρέψει τελικά το όπλο και στον εαυτό του. Michael D. Kelleher, Flashpoint, οπ. ανωτ., pgs 82-83 και James Alan Fox & Jack Levin, Overkill, οπ. ανωτ., pgs.197-198.
[18] Η υπόθεση του Άντερς Μπρέϊβικ είναι χαρακτηριστική : Στις 22/7/2011, πριν προχωρήσει στην εκτέλεση εκατοντάδων νέων σε κατασκήνωση της Ουτόγια, έξω από το Όσλο, ο Μπρέϊβικ ντυμένος αστυνομικός πυροδότησε μια βόμβα σε κυβερνητικό κτίριο, για «αντιπερισπασμό». Τα Μ.Μ.Ε. άρχισαν να διαδίδουν αμέσως ότι η χώρα δεχόταν τρομοκρατική επίθεση από ισλαμικές τρομοκρατικές οργανώσεις. Χαοτικά φαινόμενα προκλήθηκαν, καθώς η Πυροσβεστική προσπαθούσε να απεγκλωβίσει τραυματίες και αγοουμένους. Όπως αποδείχθηκε, ήταν ο ιδανικός αντιπερισπασμός για να πιάσει ο Μπρέϊβικ ανέτοιμη ολόκληρη την κρατική μηχανή. Βλ. σχετ. οπ. ανωτ., γράφοντος, σελ. 446-448.
[19] Λ.χ. σχετικά με τη σύνδεση της προσβασιμότητας σε πυροβόλα όπλα και των πολυφονικών περιστατικών στις Η.Π.Α. μεταξύ Ιανουαρίου 1998 και Δεκεμβρίου 2015, βλ. : http://crimeresearch.org/2014/09/more-misleading-information-from-bloombergs-everytown-for-gun-safety-on-guns-analysis-of-recent-mass-shootings/ στο crimesearch.org.
[20] Τα σημαντικότερα περιστατικά που έγιναν γνωστά τα τελευταία χρόνια αφορούν σωρεία ανθρωποκτονιών από ανηλίκους σε σχολικούς χώρους. Βλ. χαρακτηριστικά τις υποθέσεις που καταγράφηκαν -και έκαναν τον γύρο του κόσμου- στο Σαντί της Καλιφόρνια («Ελευθεροτυπία», 6/3/2001), στο Λίτλτον του Κολοράντο («Ελευθεροτυπία» 22,27/4/1999), στο Σιάτλ («Ελευθεροτυπία», 5/11/1999), στο Τζονσμπορο του Άρκανσο («Ελευθεροτυπία» 26,27/3/1998 ,«Τα Νέα» 27/3/1998), στο Έντινμπορο της Πενσυλβάνια («Ελευθεροτυπία» 27/4/1998 και «Το Βήμα της Κυριακής» 26/4/1998), στο Σπρίνγκφιλντ του Όρεγκον («Ελευθεροτυπία», «Τα Νέα» 23,25/5/1998), στο Κεντάκι («Ελευθεροτυπία» 3/12/1997), στο Πιρλ του Μισσισίπι («Ελευθεροτυπία» 2/10/1997) όπως και ανάλογες περιπτώσεις κατά συρροήν ανθρωποκτονιών ανηλίκων σε σχολικούς χώρους, από ενηλίκους δράστες, στην Μ. Βρετανία, τον Καναδά και στην Αυστραλία («Ελευθεροτυπία» 5/5/1996, 29/4/1999).
[21] Στην βιβλιογραφία, προ των γεγονότων της 11/9 και της άνθησης της «αντιτρομοκρατικής» εγκληματολογίας, οι μεμονωμένοι πολυανθρωποκτόνοι με τέτοιες ιδεοληψίες καλούνταν και «ψευδοκομμάντο» - Βλ. Roland M. Holmes & Stephen T. Holmes, Murder In America, Sage Publ., Thousand Oacs, Ca, 1994, pgs 86-87.
[22] Βλ. σχετ. τις θεωρίες των E.H. Sutherland, D. Glaser, D. Matza σε Κ.Δ. Σπινέλλη, Εγκληματολογία-Σύγχρονες και παλαιότερες κατευθύνσεις [Δεύτερη Ανανεωμένη Έκδοση] Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα Αθήνα Κομοτηνή, 2005.
[23] Βλ. μ.α., τις αναφορές του ηλεκτρονικού τύπου για το κοινωνικό υπόβαθρο, τις μεθόδους στρατολόγησης και τη δράση μελών της «Χ.Α.», σε http://www.newsbeast.gr/politiki/arthro/591301/ti-anefere-stin-apologia-tou-o-giorgos-patelis, http://www.mixanitouxronou.gr/tag/giorgos-patelis/.
[24] Μια πτυχή της δράσης των «σατανιστικών ομάδων» αναδεικνύει στους «Sunday Times» ο Iνγκολφ Κρίστιανσεν, ειδικός ερευνητής της λουθηρανικής εκκλησίας. «Οι περισσότερες σατανιστικές ιστοσελίδες στο Iντερνετ έχουν σύνδεση με διευθύνσεις νεοναζί και σαδομαζοχιστών. Ο πραγματικά μεγάλος κίνδυνος προέρχεται», υπογραμμίζει, «από μια μίξη νεοφασιστικών, κελτογερμανικών και σατανιστικών επιρροών». Βλ. μ.α. εφημερίδα «Καθημερινή», 3/2/2002, οπ. και ανωτ., σελ. 290-293.
[25] Βλ. γράφοντος, οπ. ανωτ., σελ. 446-448.
[26] Ο Μπρέϊβικ είπε : «Πολλοί άλλοι στη Νορβηγία αξίζουν να πεθάνουν περισσότερο από αυτούς τους νεαρούς. Υπάρχουν άνθρωποι σε αυτή τη χώρα που αξίζουν να πεθάνουν για την προδοσία και τα ψεύδη τους. Δημοσιογράφοι και μέλη του κοινοβουλίου, για παράδειγμα». Τέλος, υποστήριξε ότι έπεσε θύμα ρατσιστικής συμπεριφοράς όταν το δικαστήριο διέταξε να υποβληθεί σε ψυχιατρική εξέταση. «Αν ήμουν ένας γενειοφόρος τζιχαντιστής δεν θα είχε ζητηθεί ψυχιατρική εξέταση. Αλλά επειδή είμαι ένας μαχόμενος εθνικιστής υποβάλλομαι σε κατάφορο ρατσισμό. Προσπαθούν να απονομιμοποιήσουν όλα όσα υποστηρίζω». Βλ. γράφοντος, οπ. ανωτ., σελ. 447.
[27] Βλ. τα αναφερόμενα στο λήμμα Anders Breivik της wikipedia.org, όπου και εκτενείς αναφορές σε δημοσιεύματα και αρχεία των Νορβηγικών μέσων, καθώς και τις εκτεταμένες αναφορές – ανασκοπήσεις για την υπόθεση σε newsit.gr, και iefimerida.gr, 25/11/2011.
[28]
[29] Donald T. Lunde, Murder And Madness, San Francisco Book Company, 1976, pg 114.
[30] Το τεστ McNaughton πήρε το όνομά του από την υπόθεση του Daniel MacNaughton ο οποίος στις 20 Ιανουαρίου 1843 πυροβόλησε και σκότωσε την γραμματέα του Άγγλου Πρωθυπουργού. Δικάστηκε για την ανθρωποκτονία και κρίθηκε αθώος, λόγω παραφροσύνης. Σύγχρονοι ψυχίατροι και μελετητές της ανθρώπινης συμπεριφοράς που μελέτησαν την ζωή και το έγκλημα του McNaughton διέγνωσαν ότι επρόκειτο για άτομο πάσχον από παρανοϊκή σχιζοφρένεια με κρίσεις παραισθήσεων. Η περίπτωσή του ήταν προφανής ακόμη και για τα δεδομένα του 19ου αιώνα, γι΄αυτό και κρίθηκε, με βάση ιατρικά δεδομένα από την κλινική του εικόνα ότι αδυνατούσε ο ίδιος να αντιληφθεί το ποιόν των πράξεών του. Η ουσία της υπόθεσης παρεισέφρυσε και στη νομοθεσία και παρέμεινε το κρισιμώτερο εργαλείο για τον αγγλοσάξωνα δικαστή, κυρίως γιατί επιτρέπει στο δικαστή να κατασκευάζει ένα νομικό σχήμα ορισμού της «παραφροσύνης», εν πολλοίς ανεξάρτητο από τα ευρήματα και τις γνωμοδοτήσεις των ειδικών ψυχιάτρων. Βλ. Donald T. Lunde, Murder And Madness, οπ. ανωτ., pgs 49-51.
[31] Βλ. Μισέλ Φουκώ, Εγώ, Ο Πιέρ Ριβιέρ Που Έσφαξα Τη Μητέρα Μου, Την Αδελφή Μου Και Τον Αδελφό Μου, Εκδ. Κέδρος, Αθήνα 2002, σελ. 294, 304, 78-79. Το 1836, ο Πιερ Ριβιέρ, 20 ετών, αγρότης, δολοφόνησε την μητέρα του, την αδελφή του Βικτωρία 18 ετών και τον μικρό αδελφό του Ζυλ, χωρίς προφανή λόγο. Καταδικάστηκε σε θάνατο, αλλά με σύσταση του δικαστηρίου για την απονομή χάριτος, η οποία τελικά του χορηγείται, η ποινή του μετατρέπεται σε ισόβια κάθειρξη. Ο Ριβιέρ αυτοκτόνησε στη φυλακή το 1840. Ο Μισέλ Φουκώ και οι συνεργάτες του τη δεκαετία του ΄70 ανέλυσαν ολόκληρο το πρωτότυπο υλικό της δικογραφίας και ανέδειξαν τη διάσταση μεταξύ ψυχιατρικού και δικανικού λόγου. Οι δικαστικοί λειτουργοί της εποχής, μισό αιώνα πριν την εμφάνιση των θεωριών του Λομπρόζο, συγκροτούν την ταυτότητα του δράστη μέσω μιας προκατασκευής που υπαγορεύει την κατ΄αυτούς δέουσα τιμωρία. Στην πραγματικότητα, κατασκευάζουν ένα αδιανόητο εγκληματικό τύπο, με βάση την εξήγηση του εγκλήματος, που ανακόλουθα, θεωρείται εκ των προτέρων δεδομένη.
[32] Για την προβληματική αυτού του τύπου ανθρωποκτόνου, την εννοιολογική διαφοροποίησή του από τον serial killer και την εγκληματολογική συγγένεια των αιτίων δράση τους βλ. ενδεικτικά τo έργo τoυ Michael D. Kelleher ; Flash Point – The American Mass Murderer, Praeger Books, Westport –Connecticut – London, 1997, pgs 1-41.
[33] Βλ. σχετ. γράφοντος, οπ. ανωτ., σελ. 390-401 και 409-415.
[34] Ο ισχυρισμός περί ελαττωμένου καταλογισμού εξαιτίας ανίατης ψυχικής νόσου δεν έγινε δεκτός από το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών, το οποίο καταδίκασε πρωτοδίκως τον Καζάκο σε δις ισόβια και κάθειρξη εικοσιπέντε ετών. Η μαρτυρικές καταθέσεις ψυχιάτρων – πραγματογνωμόνων κινούνταν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Βλ. εφημερίδες «Ελευθεροτυπία» και «Τα Νέα», 15, 16, 24, 25/2/2001 και 1/3/2001.
[35] Βλ. εφημερίδα «Έθνος», 11/4/2009, ρεπορτάζ Στ. Μαλαγκονιάρη – Α. Λύτρα.
[36] Βλ. γράφοντος, ως άνω, σελ. 409-414.
[37] Βλ. γράφοντος, ως άνω, σελ. 416-424.
[38] Αρ. 90 Π.Κ. : «1. Αν κάποιος, παρά το ότι τιμωρήθηκε επανειλημμένα, αλλά τουλάχιστον τρεις φορές για κακουργήματα ή πλημμελήματα που πηγάζουν από δόλο, με ποινές στερητικές της ελευθερίας, η μία από τις οποίες ήταν τουλάχιστον κάθειρξη, διαπράξει νέο κακούργημα ή πλημμέλημα από δόλο το οποίο σε συνδυασμό με τις προηγούμενες πράξεις αποδεικνύει ότι είναι εγκληματίας καθ' έξη ή κατ' επάγγελμα επικίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια, το δικαστήριο, όταν η ποινή που πρέπει να επιβληθεί κατά τους όρους του προηγούμενου άρθρου είναι πρόσκαιρη κάθειρξη, του επιβάλλει κάθειρξη αόριστης διάρκειας. Η ποινή αυτή εκτίεται σε ιδιαίτερα καταστήματα ή σε ιδιαίτερα τμήματα των φυλακών. Στην απόφαση καθορίζεται μόνο το ελάχιστο όριο διάρκειας της κάθειρξης, το οποίο δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τα δύο τρίτα του κατά το προηγούμενο άρθρο ανώτατου ορίου της ποινής». Αρ. 91 Π.Κ. : «1. Μετά τη λήξη του ελάχιστου ορίου της κάθειρξης, το οποίο ορίστηκε στην απόφαση σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο παρ. 1, και ακολούθως κάθε τρία έτη, εξετάζεται είτε με αίτηση του κρατουμένου είτε και αυτεπαγγέλτως αν μπορεί ν' απολυθεί. (...) Πάντως η παραμονή στις φυλακές του καταδικασμένου σε αόριστη κάθειρξη δεν μπορεί να διαρκέσει, ύστερα από τη λήξη του ελάχιστου ορίου που ορίζεται στην απόφαση, παραπάνω από δεκαπέντε έτη αν πρόκειται για πράξη που τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και παραπάνω από είκοσι έτη στις υπόλοιπες περιπτώσεις».
[39] Η σχετική τάση, με απαρέγκλιτο στόχο τον εξανθρωπισμό της ποινικής καταστολής και τον εκδημοκρατισμό του συστήματος των ποινών είχε ξεκινήσει αρκετά νωρίτερα, βλ. μ.α. Ν. Κουράκη Η αποκλιμάκωση της ποινικής καταστολής, όροι και όρια στο Εγκληματολογικοί Ορίζοντες Α’ : Θεωρία και Πρακτική της Ποινικής Καταστολής, Αντ.Ν.Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή 1991, σελ. 98-130 και Χ. Δημόπουλου, Η κρίση του θεσμού της φυλακής και οι μη φυλακτικές κυρώσεις, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1998.
[40] Βλ. Μ. Α. Γαλανού, Περί της οικονομικής ανάλυσης του συστήματος της ποινικής δικαιοσύνης, Ποιν. Δ/νη 2008, τ. 11, σελ. 79-86 σχετικά με την μελέτη Οικονομικής Ανάλυσης του Δικαίου (Ο.Α.Δ.) για το ελληνικό Σ.Π.Δ. (Σύστημα Ποινικής Δικαιοσύνης), υπό το μεθοδολογικό πρίσμα της ανάλυσης κόστους-οφέλους του εγκλήματος και την επαρκή διαχείριση/αποτελεσματικότητα στις λειτουργικές δομές του.
[41] Βλ. μ.α. Στ. Αλεξιάδη, Εγκληματολογία, Αθήνα, Σάκκουλας, 2011, σελ. 138.

πηγή : http://www.crimetimes.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου