Σχόλιο στην ιστορική απόφαση
1501/2014 της Ολομέλειας του ΣτΕ: «Ευθύνη του Δημοσίου σε αποζημίωση από
πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, υφίσταται μόνο για πρόδηλο σφάλμα
του δικαστικού λειτουργού»
Ι.-Η
Ολομέλεια του ΣτΕ με την ιστορική απόφαση 1501/2014 άνοιξε νέους ορίζοντες για
την διεκδίκηση αποζημιώσεως για
ζημιογόνες ενέργειες[1]
των οργάνων του και εν προκειμένω των δικαστικών λειτουργών[2].Η
απόφαση αυτή συμπληρώνει τις προβλέψεις του νομοθέτη για αποζημίωση λόγω
παράνομων πράξεων των οργάνων της πολιτείας που προβλέπεται από τις διατάξεις των
άρθρων 104-105 ΕισΝΑΚ[3],αλλά
και από τις διατάξεις των ν. 4055/2012, 4239/2014 με τις οποίες
θεσπίστηκαν νέα ένδικα βοηθήματα[4] με τα οποία είναι δυνατή
πλέον η εύλογη αποζημίωση για την καθυστέρηση απονομής της δικαιοσύνης και
μάλιστα για κάθε βαθμό δικαιοδοσίας.
ΙΙ.-
Η σημασία της σχολιαζομένης αποφάσεως είναι μεγάλη
αν σκεφθεί κανείς ότι κρίθηκε, ότι ευθύνη του Δημοσίου σε αποζημίωση από
πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, υφίσταται για πρόδηλο σφάλμα του
δικαστικού λειτουργού. Κατά τη μειοψηφούσα γνώμη ζημία που προκλήθηκε από
ποινική δίωξη δεν μπορεί να αποκατασταθεί με εφαρμογή του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ.
Εσφαλμένα το διοικητικό εφετείο, μολονότι δέχθηκε ότι τα αστυνομικά όργανα
έδρασαν κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας για παράβαση του ν. 1729/1987, έκρινε
ότι η σφράγιση του καταστήματος και η κατάσχεση των εμπορευμάτων του
αναιρεσιβλήτου-αναιρεσείοντος έπρεπε να αποδοθεί στα όργανα αυτά χωρίς να
εκθέτει το περιεχόμενο της εισαγγελικής παραγγελίας και χωρίς να τη συσχετίζει
με την άσκηση ποινικής διώξεως. Αξιοσημείωτη και, μπορώ να πω, ιστορική η σκέψη του δικαστηρίου «Επειδή, το άρθρο 4 παρ. 5 του
Συντάγματος, ορίζοντας ότι «Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς
διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους» έχει αναγάγει σε
συνταγματικό κανόνα την ισότητα ενώπιον των δημοσίων βαρών, συνιστά δε,
παράλληλα, και διάταξη στην οποία θεμελιώνεται η αποζημιωτική ευθύνη του
Δημοσίου από πράξεις των οργάνων του που προκαλούν ζημία, παράνομες (ΣτΕ
980/2002) ή νόμιμες (ΣτΕ 5504/2012). Τούτο, διότι η ισότητα ενώπιον των δημοσίων βαρών επιτάσσει και την αποκατάσταση της
ζημίας που κάποιος υφίσταται από την δράση, χάριν του δημοσίου συμφέροντος, των
οργάνων του Κράτους, όταν η δράση αυτή δεν είναι σύννομη ή όταν είναι μεν
νόμιμη αλλά προκαλεί βλάβη ιδιαίτερη και σπουδαία, σε βαθμό ώστε να υπερβαίνει
τα όρια που είναι κατά το Σύνταγμα ανεκτά προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο σκοπός
δημοσίου συμφέροντος στον οποίο αποβλέπει η δράση αυτή, σύμφωνα με την οικεία
νομοθεσία. Πραγματώνεται δε ο σκοπός της διατάξεως αυτής υπό την ως άνω
έννοια όταν αποκατάσταση τέτοιας ζημίας καθίσταται
δυνατή σε περίπτωση ζημιογόνου δράσεως οιουδήποτε οργάνου του Κράτους, άρα και
εκείνης των οργάνων τα οποία είναι ενταγμένα στην δικαστική λειτουργία.
Αποκλεισμός της αστικής ευθύνης του Δημοσίου στην τελευταία περίπτωση δεν
συνάγεται από την περί αγωγών κακοδικίας διάταξη του άρθρου 99 του Συντάγματος,
διότι η προσωπική ευθύνη οργάνου του
Δημοσίου δεν αποκλείει αναγκαίως την ευθύνη του τελευταίου, σκοπός δε της
διατάξεως αυτής είναι η προστασία του κύρους της Δικαιοσύνης με ανάθεση σε
ειδικό δικαστήριο του έργου της διαγνώσεως της προσωπικής ευθύνης των
δικαστικών λειτουργών από την άσκηση των καθηκόντων τους. Επομένως, κατά το Σύνταγμα, επιβάλλεται στο νομοθέτη να ορίζει τις
προϋποθέσεις υπό τις οποίες αποκαθίσταται η ζημία που προκαλείται από την δράση
οποιουδήποτε κρατικού οργάνου λαμβάνοντας υπόψη την φύση και την αποστολή του
έργου που το Σύνταγμα αναγνωρίζει, αναθέτει και εγγυάται στα όργανα των τριών
λειτουργιών του Κράτους.»
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 6 § 1
του ν. 693/1977 «περί εκδικάσεως αγωγών κακοδικίας» προκύπτει ότι οι δικαστικοί
λειτουργοί ευθύνονται κατά την άσκηση
των καθηκόντων που ανάγονται στη δικαστική λειτουργία μόνο από δόλο, βαρεία
αμέλεια ή αρνησιδικία, εφόσον από αυτή προέκυψε ζημία στον ενάγοντα,
υποκείμενοι στην κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού ασκουμένη αγωγή κακοδικίας
ενώπιον του κατά το άρθρο 1 του ιδίου νόμου και 99 του Συντάγματος προβλεπομένου
Ειδικού Δικαστηρίου[5], που έχει αποκλειστική
δικαιοδοσία για την εκδίκαση αξιώσεων που απορρέουν από τις ως άνω πράξεις,
ώστε τα λοιπά δικαστήρια να στερούνται δικαιοδοσίας για την εκδίκαση αξιώσεων
που απορρέουν από πράξεις δικαστικού λειτουργού από την άσκηση της δικαστικής
αυτού εξουσίας, όπως είναι και αυτές για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως
λόγω ηθικής βλάβης (ΑΠ 572/1980 ΠοινΧρ Λ 751). Στις ανωτέρω πράξεις, από τις
οποίες απορρέουν αξιώσεις αποζημιώσεως τρίτου που υπάγονται στην αποκλειστική
δικαιοδοσία του Ειδικού Δικαστηρίου, περιλαμβάνονται αυτές που προήλθαν κατά
την εκτέλεση των καθηκόντων των δικαστικών λειτουργών που δρουν ατομικά ή
συλλογικά, ανεξάρτητα του αν οι αποφάσεις των τελευταίων είναι καθαρά
δικαιοδοτικές, αφορούν δηλαδή υποθέσεις υπαγόμενες στη δικαιοδοσία τους σύμφωνα
προς τους Κώδικες Πολιτικής και Ποινικής Δικονομίας, ή αν αυτές λαμβάνονται επί
διοικητικών από τη φύση τους θεμάτων (βλ. και ΕΑ 6772/1987 ΕλλΔνη 30. 784, όπου
και παραπομπές). Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 6 παρ. 1 Ν. 693/1977
προκύπτει ότι οι δικαστικοί λειτουργοί κατά την άσκηση των καθηκόντων
τους ευθύνονται μόνο από
δόλο, βαρειά αμέλεια ή αρνησιδικία
και εφόσον προέκυψε από τις πράξεις ή
παραλείψεις τους ζημία (υλική ή ηθική) σε κάποιο πολίτη. Στις παραπάνω δε περιπτώσεις κατά των δικαστικών
λειτουργών μπορεί να ασκηθεί από τους ενδιαφερομένους αγωγή κακοδικίας
η οποία ασκείται ενώπιον του
κατά το άρθρο
1 Ν. 693/1977
σε συνδυασμό προς 99 Συντάγματος Ειδικού Δικαστηρίου που
έχει αποκλειστική για τον
σκοπό αυτόν δωσιδικία (ΑΠ 572/1980 Ποιν. Χρον. Λ/751 και ΕφΘεσ/νικης
38/1982 Ποιν. Χρον. ΛΒ/944).

