* Ομιλία (παρέμβαση) στο συνέδριο περί ιατρικής
ευθύνης του Πανεπιστημίου Πατρών και του Δικηγορικού Συλλόγου Πατρών (Πάτρα, 26
και 27.5.2017).
1.- Θεωρίες
περί αιτιώδους συνδέσμου.
Στις υποθέσεις ποινικής ιατρικής ευθύνης, τα
εγκλήματα που απασχολούν τα ποινικά δικαστήρια είναι δύο : αυτό της ανθρωποκτονίας
από αμέλεια (άρθρο 302 ΠΚ) και της σωματικής βλάβης από αμέλεια (άρθρο 314 ΠΚ).
Στα εγκλήματα αυτά, μία εκ των προϋποθέσεων είναι ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ
της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη ιατρού (ως εξωτερική αμέλεια –παραβίαση
καθήκοντος επιμέλειας- αντικειμενικό σφάλμα) και του αποτελέσματος που επήλθε
(θάνατος ή σωματική βλάβη), που αποτελεί κατά μία άποψη στοιχείο της
αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος [1], κατά άλλη άποψη λογικό
σύνδεσμο μεταξύ συμπεριφοράς και αποτελέσματος[2].
Για το ζήτημα του αιτιώδους συνδέσμου (σε
όλα τα εγκλήματα γενικώς) έχουν διατυπωθεί διάφορες θεωρίες, με σημαντικότερες
αυτές της θεωρίας του ισοδυνάμου των όρων (κρατούσα στην ελληνική επιστήμη) και
του αντικειμενικού καταλογισμού (κρατούσα στη γερμανική επιστήμη). Σύμφωνα με
τη θεωρία του ισοδυνάμου των όρων (conditio
sine qua non), όρος ενός αποτελέσματος , είναι κάθε τι
το οποίο δεν είναι δυνατόν να απαλειφθεί χωρίς να πάψει αυτόματα να υπάρχει και
το συγκεκριμένο αποτέλεσμα, όλοι δε οι όροι είναι ισοδύναμοι στην αιτιώδη αυτή
«αλυσίδα», διότι αν σπάσει ένας από αυτούς, τότε καταστρέφεται και η αλυσίδα. Η
θεωρία αυτή έχει κατά βάση οντολογικό περιεχόμενο (ήτοι χωρίς αξιολογικές
κρίσεις μεταξύ των όρων), είναι απλή στη σύλληψη και στην εφαρμογή της και
προσιδιάζει στην επιθυμία για την κατά το δυνατόν απλούστευση του ποινικού
δόγματος που πρέπει να είναι προσιτό και κατανοητό σε όλους, αφού το ποινικό
δίκαιο δεν είναι το δίκαιο του τεχνοκράτη
(εμπόρου, κοκ), αλλά του κάθε πολίτη. Παρουσιάζει όμως αυτή το σοβαρό
μειονέκτημα, ότι η αυστηρή εφαρμογή της οδηγεί σε υπερβολική διεύρυνση των
αιτίων (όρων) του αποτελέσματος και του αριθμού των εμπλεκόμενων προσώπων και
γι΄ αυτό έγιναν προσπάθειες στην επιστήμη για περιστολή των όρων αυτών, με
διάφορες θεωρίες, που πρόσθεταν δεονοτολογικά –αξιολογικά στοιχεία στη θεωρία του
ισοδυνάμου των όρων, όπως της (πλέον)
ενεργούς αιτίας (causa efficiens που θέτει εις κίνηση τους λοιπούς «σε ηρεμία»
όρους) ή της τελευταίας ενεργούς αιτίας, της νομικώς διαφέρουσας αιτιότητας (με βάση το
δεοντολογικό νόημα του οικείου κανόνα δικαίου που προσβλήθηκε με την πράξη). Σημαντική
είναι η αξιολογική θεωρία της «προσφόρου αιτίας» (causa adaequata)
που κρατεί στο αστικό δίκαιο (νομολογία και θεωρία), όχι όμως στο ποινικό
δίκαιο και ανάγεται στην επιλογή μεταξύ
των πολλών όρων, μόνο του κατάλληλου- πρόσφορου
όρου, που, κατά την κοινή πείρα , μπορεί
να προκαλέσει το αποτέλεσμα , ως αντικειμενική εκ των υστέρων πρόγνωση[3] .
Η θεωρία του αντικειμενικού καταλογισμού
(που σημειωτέον προέκυψε κατά την εξέταση των εξ αμελείας τελούμενων
εγκλημάτων, αλλά εφαρμόζεται και στα εκ δόλου τελούμενα εγκλήματα), προσπαθεί ,
με αξιολογικές εκτιμήσεις από όλους τους όρους , να επιλέξει μόνο εκείνους που
βρίσκονται στη σφαίρα επιρροής του δράστη, εκείνους δηλαδή που μπορούσε αυτός
αντικειμενικά να αποφύγει και που αποτελούν «έργο του», αφήνοντας εκτός τους
όρους που καθιστούν το αποτέλεσμα τυχαίο. Επομένως, στο επελθόν αποτέλεσμα
πρέπει να πραγματώνεται εκείνος ακριβώς ο ανεπίτρεπτος κίνδυνος, που τέθηκε με
τη συμπεριφορά του δράστη (συνάφεια κινδύνου)
και επιπρόσθετα το επελθόν αποτέλεσμα πρέπει να συγκαταλέγεται σε
εκείνο, που αποσκοπούσε να αποτρέψει ο υποκρυπτόμενος στην αντικειμενική
υπόσταση του οικείου εγκλήματος κανόνας συμπεριφοράς, τον οποίο ο δράστης
παραβίασε (συνάφεια σκοπού προστασίας κανόνα δικαίου –τελολογική
ερμηνεία). Με βάση τις σκέψεις αυτές,
έχουν διατυπωθεί γενικά περιπτώσεις, στις
οποίες δεν καταλογίζεται αντικειμενικά ένα αποτέλεσμα στη συμπεριφορά του
δράστη, όπως όταν ο κίνδυνος δεν είναι νομικά σημαντικός, όταν η επικίνδυνη
δράση είναι επιτρεπτή, όταν η αιτιώδης διαδρομή δεν υπόκειται στον έλεγχο του
δράστη, όταν πρόκειται για εντελώς άτυπη αιτιώδη διαδρομή, όταν δεν συντρέχει ο
σκοπός προστασίας του κανόνα δικαίου, στις περιπτώσεις της νόμιμης εναλλακτικής
συμπεριφοράς, της αυτοδιακινδύνευσης ή της παρεμβολής πράξης τρίτου και της
πραγμάτωσης κινδύνου διαφορετικού από εκείνον που έθεσε ο δράστης[4]. Η θεωρία αυτή έχει ως
μειονέκτημα ότι είναι πολύπλοκη, με την παράθεση αρκετών περιπτώσεων και δη
εξαιρετικών [5]
, δυσχερής στην κατανόηση από τον μέσο κοινωνό, οδηγεί όμως σε ορθές λύσεις στο
θέμα του αιτιώδους συνδέσμου και εξαιρεί τους τυχαίους όρους που είναι εκτός
της επιρροής του δράστη , ήδη στο πρώτο στάδιο της έρευνας, πριν από την
πλήρωση του στοιχείου του αδίκου, ενώ η
ως άνω θεωρία του ισοδυνάμου των όρων στην απλή της μορφή, οδηγεί σε άτοπα, που
διορθώνονται, κατά τους υποστηρικτές της, σε ένα μεταγενέστερο στάδιο της
έρευνας (πέραν δηλαδή του αδίκου) αυτό της υπαιτιότητας, πράγμα δογματικά
προβληματικό και ασυνεπές [6] .
2.- Εφαρμογή των θεωριών στη νομολογία
2.1 -Γενικά
Κατά τη νομολογία του Αρείου Πάγου
(ενδεικτικά, ΑΠ 640/2011, ΑΠ 775/2009, δημoσ. Τ.Ν.Π NOMOS),
στη δικαστική απόφαση σε υποθέσεις ανθρωποκτονίας ή σωματικής βλάβης από
αμέλεια, πρέπει, μεταξύ άλλων, να αιτιολογείται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της
πράξης ή παράλειψης του υπαιτίου και του επελθόντος αποτελέσματος (θανάτου ή
σωματικής βλάβης), για να υπάρχει η επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη
αιτιολογία. Συχνά όμως, οι δικαστικές αποφάσεις δεν εξετάζουν ενδελεχώς τον
αιτιώδη σύνδεσμο και αρκούνται σε μία τυπική αναφορά της έννοιας του και της
διαπίστωσης του, κυρίως διότι αυτή προϋποθέτει κατανόηση όρων και κανόνων της
ιατρικής επιστήμης, που είναι δυσχερείς για τον μέσο νομικό επιστήμονα.
Στη νομολογία κρατούσα είναι η εφαρμογή της ως
άνω θεωρίας του ισοδυνάμου των όρων, συχνά όμως με την προσθήκη αξιολογικών
–δεοντολογικών στοιχείων για την στάθμιση των όρων που οδηγούν στο αποτέλεσμα, καθώς
και με την αναφορά και άλλων πορισμάτων, που ουσιαστικά αποτελούν εφαρμογή της
θεωρίας του αντικειμενικού καταλογισμού, όπως θα καταδειχθεί κατωτέρω.
